- EL Ελληνικά
Machine translations can contain errors potentially reducing clarity and accuracy; the Ombudsman accepts no liability for any discrepancies. For the most reliable information and legal certainty, please refer to the source version in English linked above.
For more information please consult our language and translation policy.
Σύσταση σχετικά με τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων τις οποίες έκρινε επείγουσες (983/2025/MAS — υπόθεση «Omnibus», 2031/2024/VB — υπόθεση «μετανάστευσης» και 1379/2024/MIK — υπόθεση «ΚΓΠ»)
Recommendation
Case 1379/2024/MIK - Opened on Monday | 16 September 2024 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Case 2031/2024/VB - Opened on Monday | 23 June 2025 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Case 983/2025/MIK - Opened on Wednesday | 21 May 2025 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Complaint submitted
03/11/2024Analysis of the complaint
05/11/2024Inquiry ongoing
03/12/2024Preliminary outcome
25/11/2025Inquiry outcome
23/06/2026
Οι τρεις υποθέσεις αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα (983/2025/MAS), την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών (2031/2024/VB) και την κοινή γεωργική πολιτική (1379/2024/MIK). Η Επιτροπή θεώρησε τις προτάσεις αυτές επείγουσες και, ως εκ τούτου, παρέλειψε τα μέτρα που προβλέπονται στους κανόνες της, όπως οι εκτιμήσεις επιπτώσεων και οι δημόσιες διαβουλεύσεις. Οι καταγγέλλοντες, οι οποίοι είναι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, θεώρησαν ότι οι παραλείψεις αυτές παραβιάζουν τους κανόνες της Επιτροπής για τη «βελτίωση της νομοθεσίας». Σε δύο περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλεγξε τη συνοχή των νομοθετικών προτάσεων με τους στόχους της ΕΕ για το κλίμα, όπως απαιτείται από τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα. Σε μία περίπτωση, ο καταγγέλλων εξέφρασε περαιτέρω την ανησυχία ότι η Επιτροπή παραβίασε τον εσωτερικό κανονισμό της σχετικά με τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις.
Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνες για τις τρεις υποθέσεις. Έλαβε τη γραπτή απάντηση της Επιτροπής και στις τρεις υποθέσεις, εξέτασε τους σχετικούς φακέλους της Επιτροπής και οι ομάδες έρευνας της συναντήθηκαν με εκπροσώπους της Επιτροπής στο πλαίσιο δύο ερευνών.
Η Επιτροπή απάντησε ότι οι κανόνες για τη «βελτίωση της νομοθεσίας» δεν είναι δεσμευτικό δίκαιο, αλλά ένα σύνολο εργαλείων χάραξης πολιτικής για τη συλλογή σχετικών πληροφοριών που θα πρέπει να εφαρμόζονται με αναλογικό τρόπο. Υποστήριξε επίσης ότι είχε συλλέξει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία πριν από την έγκριση των εν λόγω νομοθετικών προτάσεων, είχε ζητήσει τη γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών και είχε διενεργήσει τις αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας και τη διυπηρεσιακή διαβούλευση σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.
Με βάση τις έρευνές της, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ορισμένες διαδικαστικές ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε τις νομοθετικές προτάσεις οι οποίες, στο σύνολό τους, ισοδυναμούν με κακοδιοίκηση.
Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υιοθέτησε ευρεία ερμηνεία του όρου «επείγον» και δεν αιτιολόγησε επαρκώς το «επείγον» των νομοθετικών προτάσεων προς το κοινό και δεν τεκμηρίωσε τις παρεκκλίσεις της από τους ισχύοντες κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η Επιτροπή δεν έχει θεσπίσει διαδικασία που θα διασφάλιζε, όπως απαιτείται από τις Συνθήκες και τη νομολογία, διαφανή, τεκμηριωμένη και χωρίς αποκλεισμούς προετοιμασία «επειγουσών» νομοθετικών προτάσεων. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η Επιτροπή, μη τηρώντας κατάλληλα αρχεία των υποχρεωτικών ελέγχων συνέπειας των προτάσεών της με τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ, δεν ενήργησε με υπεύθυνο τρόπο.
Για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε δύο συστάσεις. Η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε στην Επιτροπή να διασφαλίσει την προβλέψιμη, συνεπή και μη αυθαίρετη εφαρμογή των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ορίζοντας «επείγουσες» καταστάσεις που δικαιολογούν παρέκκλιση από τις απαιτήσεις που ορίζονται στους κανόνες. Επιπλέον, όταν χορηγούνται παρεκκλίσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει διαδικασία για να διασφαλίσει ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας. Για να συνδράμει την Επιτροπή στο έργο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε τέσσερις προτάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν την αποσαφήνιση των κανόνων διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη για επείγουσες προτάσεις και τη διασφάλιση της έγκαιρης δημοσίευσης των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν τις προτάσεις της, ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή δημόσιου διαλόγου πριν από την έγκριση της νομοθεσίας.
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Ιστορικό
1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι “βασικός παράγοντας στη νομοθετική διαδικασία”.[2] Έχει κατ’ αρχήν το αποκλειστικό δικαίωμα να κινεί τη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ υποβάλλοντας νομοθετικές προτάσεις.[3] Η εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής περιλαμβάνει την εξουσία να καθορίζει το αντικείμενο, τον στόχο και το περιεχόμενο μιας πρότασης.[4]
2. Η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, δεδομένου ότι η δράση της περιλαμβάνει πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιλογές, καθώς και σύνθετες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις.[5] Πρέπει, ωστόσο, να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιστάσεις και αποδεικτικά στοιχεία.[6] Η Επιτροπή δεσμεύεται περαιτέρω από την αρχή της διαφάνειας [7] και την υποχρέωση λήψης αποφάσεων βάσει της Συνθήκης «όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες»[8]. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή οφείλει να διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να διασφαλίζει ότι οι δράσεις της Ένωσης είναι συνεκτικές και διαφανείς [9].
3. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ενέκρινε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, οι οποίοι αποτελούνται από «κατευθυντήριες γραμμές»[10] και μια σχετική «εργαλειοθήκη»[11]. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν ότι «οι πολιτικές αποφάσεις προετοιμάζονται με ανοικτό και διαφανή τρόπο, με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία, μεταξύ άλλων μέσω της ολοκληρωμένης συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών»[12]. Βασικά στοιχεία της βελτίωσης της νομοθεσίας είναι η ευρεία διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη («διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη»)[13] και οι εκτιμήσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων μιας σειράς επιλογών πολιτικής («εκτιμήσεις επιπτώσεων»)[14] πριν από την έγκριση νομοθετικών προτάσεων ή την πρόταση πρωτοβουλιών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας αποτελούν «μία από τις πλέον προηγμένες ρυθμιστικές προσεγγίσεις στον κόσμο».[15]
4. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας αποτελούν τη συγκεκριμένη έκφραση των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών που ορίζονται στις Συνθήκες και στη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ, αρχές που δεσμεύουν την Επιτροπή. Επιπλέον, οι απαιτήσεις εκτίμησης επιπτώσεων και δημόσιας διαβούλευσης βασίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου [16], η οποία προβλέπει ότι «η Επιτροπή θα διενεργεί εκτιμήσεις επιπτώσεων των νομοθετικών πρωτοβουλιών της [ …] που αναμένεται να έχουν σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Οι πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής ή στην κοινή δήλωση θα συνοδεύονται, κατά γενικό κανόνα, από εκτίμηση επιπτώσεων. Στο πλαίσιο της δικής της διαδικασίας εκτίμησης επιπτώσεων, η Επιτροπή θα προβαίνει σε όσο το δυνατόν ευρύτερες διαβουλεύσεις».
5. Η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τρεις καταγγελίες που εγείρουν παρόμοια ζητήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε διάφορες νομοθετικές προτάσεις τις οποίες θεώρησε «επείγουσες».
- Η υπόθεση 983/2025/MAS (στο εξής: υπόθεση Omnibus) αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες (CSRD) και της οδηγίας για την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα (CSDDD),[17], η οποία αποτελεί μία από τις προτάσεις που αποτελούν μέρος της δέσμης μέτρων απλούστευσης «Omnibus I» της Επιτροπής.[18] Δεδηλωμένος στόχος της πρότασης είναι η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της ΕΕ ενόψει των γεωπολιτικών προκλήσεων. Η καταγγελία αφορά μόνο την τροποποίηση της CSDDD.
- Η Επιτροπή υπέβαλε τη νομοθετική πρόταση, χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων, στις 26 Φεβρουαρίου 2025. Η αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρόταση αναφέρει ότι η Επιτροπή δεν εκπόνησε εκτίμηση επιπτώσεων λόγω «του επείγοντος χαρακτήρα του ζητήματος της ανταγωνιστικότητας, δεδομένου ότι επηρεάζει άμεσα την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιτύχει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και να διατηρήσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά».[19]
- Το Συμβούλιο ενέκρινε την εντολή του («γενική προσέγγιση») για διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή στις 23 Ιουνίου 2025. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθόρισε τη διαπραγματευτική του θέση στις 13 Νοεμβρίου 2025.
- Η υπόθεση 2031/2024/VB (στο εξής: υπόθεση μετανάστευσης) αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε δύο νομοθετικές προτάσεις για την ενίσχυση της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Οι δύο νομοθετικές προτάσεις είναι i) πρόταση κανονισμού για την ενίσχυση της αστυνομικής συνεργασίας όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, και για την ενίσχυση της στήριξης του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) στην πρόληψη και την καταπολέμηση τέτοιων εγκλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 [20] και ii) οδηγία για τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής στην Ένωση, και για την αντικατάσταση της οδηγίας 2002/90/ΕΚ του Συμβουλίου και της απόφασης-πλαισίου 2002/946/ΔΕΥ του Συμβουλίου [21]. Δηλωμένος στόχος των προτάσεων αυτών είναι η αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων προκλήσεων στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και η εφαρμογή του ανανεωμένου σχεδίου δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών.
- Η Επιτροπή υπέβαλε τις δύο νομοθετικές προτάσεις, χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων, στις 28 Νοεμβρίου 2023. Η αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρόταση κανονισμού αναφέρει ότι η Επιτροπή δεν εκπόνησε εκτίμηση επιπτώσεων, καθώς διέθετε ελάχιστες ή καθόλου επιλογές λόγω της επείγουσας επιχειρησιακής ανάγκης να βελτιωθεί η στήριξη της Ευρωπόλ προς τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Η αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας δεν αναφέρει κανέναν λόγο για την απουσία εκτίμησης επιπτώσεων.
- Οι δύο νομοθετικές πράξεις δεν έχουν ακόμη εκδοθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
- Η υπόθεση 1379/2024/MIK (στο εξής: υπόθεση ΚΓΠ) αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε πρόταση τροποποίησης της νομοθεσίας σχετικά με την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ).[22] Η νομοθετική πρόταση εγκρίθηκε ως απάντηση στις διαμαρτυρίες των γεωργών σε διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ κατά, μεταξύ άλλων, ορισμένων κανόνων της ΕΕ τους οποίους οι γεωργοί θεωρούσαν ότι τους επέβαλαν υπερβολική επιβάρυνση. Η νομοθετική πρόταση αποσκοπούσε στην παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στους γεωργούς όσον αφορά τη συμμόρφωση με ορισμένους κανόνες της ΕΕ για την προστασία του περιβάλλοντος.
- Η Επιτροπή υπέβαλε τη νομοθετική της πρόταση, χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων, στις 15 Μαρτίου 2024. Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρόταση αναφέρεται ότι η Επιτροπή δεν εκπόνησε εκτίμηση επιπτώσεων λόγω της πολιτικής επείγουσας ανάγκης υποβολής της πρότασης.
- Η νομοθετική πράξη εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 2024 [23].
6. Οι καταγγέλλοντες [24] και στις τρεις περιπτώσεις εξέφρασαν την ανησυχία ότι η Επιτροπή παραβίασε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας υποβάλλοντας τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις χωρίς να διενεργήσει εκτιμήσεις επιπτώσεων, παρότι γνώριζαν ότι οι προτάσεις αυτές θα είχαν σημαντικό αντίκτυπο. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν τις σημαντικές επιπτώσεις των προτάσεων αυτών, όπως στο περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ, καθώς και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι καταγγέλλοντες δεν πείστηκαν από τη θέση της Επιτροπής ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις καθεμίας από αυτές τις υποθέσεις, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει επειγόντως και, ως εκ τούτου, μπορούσε να παρεκκλίνει από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων.
7. Οι καταγγέλλοντες στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ εξέφρασαν επίσης την ανησυχία τους για το γεγονός ότι η Επιτροπή παραβίασε τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα [25] παραλείποντας να διενεργήσει και να δημοσιεύσει αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας των νομοθετικών προτάσεων [26].
8. Ο καταγγέλλων στην υπόθεση Omnibus εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το γεγονός ότι η Επιτροπή παραβίασε τον εσωτερικό κανονισμό της διεξάγοντας συντομευμένη ταχεία διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με την επίμαχη νομοθετική πρόταση.
9. Οι καταγγέλλοντες και στις τρεις υποθέσεις απηύθυναν επιστολή στην Επιτροπή σχετικά με τις ανησυχίες τους και, δυσαρεστημένοι με τις απαντήσεις της Επιτροπής, απευθύνθηκαν στη Διαμεσολαβήτρια τον Ιούλιο του 2024 (υπόθεση ΚΓΠ), τον Νοέμβριο του 2024 (υπόθεση μετανάστευσης) και τον Απρίλιο του 2025 (υπόθεση Omnibus) αντίστοιχα.
Η έρευνα
10. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνες σχετικά με τις τρεις καταγγελίες για να εξετάσει κατά πόσον η Επιτροπή είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση των επίμαχων νομοθετικών προτάσεων. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε τα ακόλουθα ζητήματα:
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε κατά πόσον οι νομοθετικές προτάσεις ήταν «επείγουσες» και, ως εκ τούτου, απαιτούσαν παρέκκλιση από ορισμένες απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας·
- κατά πόσον η Επιτροπή ακολούθησε τις εφαρμοστέες διαδικασίες για να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και τον τρόπο καταγραφής των σχετικών αποφάσεων·
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διασφάλισε ότι, παρά την παρέκκλιση, η επείγουσα προετοιμασία των νομοθετικών προτάσεων συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας·
- κατά πόσον η Επιτροπή διενήργησε «αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας», σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα, και με ποιον τρόπο καταγράφηκαν τα αποτελέσματα των εν λόγω αξιολογήσεων (υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ)· και
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διεξήγαγε τη διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με τη νομοθετική πρόταση στην υπόθεση Omnibus.
- Επισκόπηση των ζητημάτων που τέθηκαν στις τρεις καταγγελίες που εξέτασε ο Διαμεσολαβητής περιλαμβάνεται στο παράρτημα I.
11. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε να εξετάσει τους φακέλους της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων της Επιτροπής σχετικά με τις παρεκκλίσεις από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, καθώς και την τεκμηρίωση σχετικά με τις εκτιμήσεις της κλιματικής συνέπειας, τα αναλυτικά έγγραφα και τις διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη σε σχέση με τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις.
12. Η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τις γραπτές απαντήσεις της Επιτροπής και στις τρεις υποθέσεις [27] και οι ομάδες έρευνας της πραγματοποίησαν συναντήσεις με εκπροσώπους της Επιτροπής στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ [28]. Στη συνέχεια, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τις παρατηρήσεις των καταγγελλόντων σχετικά με τις απαντήσεις της Επιτροπής και τις εκθέσεις συνεδριάσεων.
1. Συμμόρφωση με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
Από τους καταγγέλλοντες
13. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή παραβίασε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας παραλείποντας ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις.
14. Στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι το κοινό έχει «θεμιτή προσδοκία» ότι η Επιτροπή θα είναι συνεπής στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τους εσωτερικούς κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Μολονότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν αποτελούν καθαυτοί δεσμευτική πράξη, συνιστούν «ένα σύνολο συγκεκριμένων κανόνων και εργαλείων για την εφαρμογή του δικαιώματος του κοινού στη δημοκρατική συμμετοχή στις νομοθετικές διαδικασίες». Στο πλαίσιο αυτό, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας αποτελούν μέσο για την εφαρμογή των άρθρων 10 και 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), σύμφωνα με τα οποία «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης»[29] και «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δράσεις της Ένωσης είναι συνεκτικές και διαφανείς»[30].
15. Στις υποθέσεις «Omnibus» και «Μετανάστευση», οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι οι επίμαχες νομοθετικές προτάσεις έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η Επιτροπή είχε διάφορες επιλογές πολιτικής. Κανονικά, στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να διενεργείται εκτίμηση επιπτώσεων πριν από την έγκριση της νομοθετικής πρότασης της Επιτροπής. Στις υπό κρίση υποθέσεις, πέραν της αναφοράς στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει εκτίμηση επιπτώσεων. Υπό το πρίσμα αυτό, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι η Επιτροπή είχε καταχραστεί το περιθώριο ευελιξίας που προβλέπεται στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
16. Γενικότερα, οι καταγγέλλοντες ανησυχούν για τον κίνδυνο αυθαίρετης εφαρμογής των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας από την Επιτροπή, ο οποίος επιδεινώνεται από την έλλειψη διαφάνειας των αποφάσεων εξαίρεσης νομοθετικών πρωτοβουλιών που θεωρούνται «επείγουσες» από ορισμένες απαιτήσεις που ορίζονται στους εν λόγω κανόνες.
17. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι, ελλείψει εκτιμήσεων επιπτώσεων, η Επιτροπή δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο έλαβε υπόψη τα βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων επιστημονικών δεδομένων, κατά την κατάρτιση των νομοθετικών προτάσεων. Ειδικότερα, οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν τη λογική της αναφοράς της Επιτροπής στα αποτελέσματα των προηγούμενων εκτιμήσεων επιπτώσεων σχετικά με τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις.
18. Στην υπόθεση Omnibus, για παράδειγμα, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι, εάν οι συνθήκες είχαν μεταβληθεί τόσο δραστικά ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση νομοθεσίας που δεν είχε καν τεθεί σε ισχύ, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η Επιτροπή θα μπορούσε να βασιστεί σε προηγούμενη εκτίμηση επιπτώσεων σύμφωνα με την οποία κρίθηκε κατάλληλο ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής και ισχυρές υποχρεώσεις. Εάν η Επιτροπή είχε εντοπίσει μεταβολή των περιστάσεων, αυτό θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την Επιτροπή στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και στην αξιολόγηση του κατά πόσον και με ποιον τρόπο οι νέες αυτές περιστάσεις επηρέασαν την αρχική εκτίμηση επιπτώσεων.
19. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι η Επιτροπή, ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων, είχε συλλέξει ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα:
- Όσον αφορά την πρόταση στην υπόθεση Omnibus, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι στο «αναλυτικό έγγραφο», το οποίο, σύμφωνα με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, υποκαθιστά την πλήρη εκτίμηση επιπτώσεων, η Επιτροπή περιορίστηκε στην περιγραφή των διαφόρων αιτημάτων που είχαν υποβάλει οι επιχειρηματικές ενώσεις για την τροποποίηση της CSDDD και στην επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο εξισορροπούσε τα αιτήματα αυτά με τους στόχους της CSDDD.
- Όσον αφορά τις προτάσεις στην υπόθεση της μετανάστευσης, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι προτάσεις της Επιτροπής ήταν παρωχημένα και επιλεκτικά.
- Όσον αφορά την πρόταση στην υπόθεση της ΚΓΠ, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι ορισμένες μελέτες που αναφέρονται στο αναλυτικό έγγραφο βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας, ενώ το έγγραφο περιείχε επίσης μη τεκμηριωμένες δηλώσεις και επικεντρωνόταν σε πληροφορίες σχετικά με τον διοικητικό φόρτο για τους γεωργούς.
20. Όσον αφορά τις υποθέσεις ΚΓΠ και μετανάστευσης, οι καταγγέλλοντες επισήμαναν το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε δημοσιεύσει το αναλυτικό έγγραφο εντός της τρίμηνης προθεσμίας που ορίζεται στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Σκοπός του παρόντος εγγράφου είναι να υποκαταστήσει την εκτίμηση επιπτώσεων και να συνοψίσει τη βάση τεκμηρίωσης της πρότασης. Στην περίπτωση της ΚΓΠ, η Επιτροπή δημοσίευσε το αναλυτικό έγγραφο περισσότερο από εννέα μήνες μετά την έγκριση της πρότασης και επτά μήνες μετά την έγκριση της νομοθεσίας από τους συννομοθέτες. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το έγγραφο αυτό δεν θα μπορούσε να έχει τροφοδοτήσει τη δημόσια συζήτηση και/ή να βοηθήσει τους συννομοθέτες να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση.
21. Τέλος, οι καταγγέλλοντες στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή παραβίασε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας μη διεξάγοντας δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τέτοιες σημαντικές πρωτοβουλίες πολιτικής.
- Στην υπόθεση Omnibus, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η πρόσκληση υποβολής στοιχείων του 2023 και οι υβριδικές εκδηλώσεις του 2024, τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή στην αιτιολογική έκθεσή της, κάλυπταν μόνο τον CSDR και όχι την CSDDD. Υποστήριξε επίσης ότι οι αυθόρμητες παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια επίσημη δημόσια διαβούλευση, καθώς πραγματοποιούνται χωρίς γνώση της διαδικασίας προετοιμασίας της πρότασης ή του περιεχομένου της. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι ο «έλεγχος πραγματικότητας» του Φεβρουαρίου 2025 όχι μόνο διενεργήθηκε χωρίς τα ενδιαφερόμενα μέρη να γνωρίζουν το περιεχόμενο της πρότασης, αλλά και ότι δεν ήταν σαφές πώς επιλέχθηκαν οι συμμετέχοντες και αν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν να εκφράσουν τη γνώμη τους κατά τη διάρκεια των εν λόγω συνεδριάσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή κάλεσε πολύ λίγους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, σε σύγκριση με τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων.
- Στην υπόθεση της ΚΓΠ, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι οι ad hoc διαβουλεύσεις της Επιτροπής δεν μπορούσαν να θεωρηθούν «στοχευμένες διαβουλεύσεις», διότι η Επιτροπή δεν είχε χαρτογραφήσει τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη ούτε είχε αναζητήσει «ολόκληρο το φάσμα απόψεων για την αποφυγή μεροληψίας ή στρεβλών συμπερασμάτων». Αντ’ αυτού, διαβουλεύθηκε μόνο με εκπροσώπους του γεωργικού τομέα.
22. Επιπλέον, τόσο στις υποθέσεις Omnibus όσο και στις υποθέσεις ΚΓΠ, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα προστατεύεται από το δίκαιο της ΕΕ (άρθρα 10 και 11 της ΣΕΕ και άρθρα 6 έως 8 της σύμβασης του Aarhus [31]).
Από την Επιτροπή
23. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν θεσπίζουν δεσμευτικούς νομικούς κανόνες που θα περιόριζαν τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, ούτε συνιστούν δεσμευτικές νομικές δεσμεύσεις έναντι του κοινού, όπως αναφέρεται ρητά σε αυτούς [32]. Αντ’ αυτού, η βελτίωση της νομοθεσίας είναι ένα σύνολο μέσων τα οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρέπει να εφαρμόζουν με αναλογικό τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ότι η Επιτροπή διαθέτει σχετικές και έγκαιρες πληροφορίες στις οποίες μπορεί να βασίζει τις προτάσεις της.
24. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας προβλέπουν ρητά τη δυνατότητα εφαρμογής εξαιρέσεων από ειδικές απαιτήσεις, για παράδειγμα, σε επείγουσες περιπτώσεις.
25. Στο πλαίσιο των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή εξέθεσε διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρούσε τις επίμαχες συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις «επείγουσες». Ορισμένοι από τους λόγους αυτούς είχαν ήδη αναφερθεί στις αιτιολογικές εκθέσεις που συνόδευαν τις νομοθετικές προτάσεις.
- Στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην επιδείνωση του οικονομικού κλίματος με αναφορά στην «έκθεση Draghi».[33] Κατά την άποψη της Επιτροπής, υπήρχε επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των οικονομικών φορέων της ΕΕ και να μειωθεί ο κανονιστικός φόρτος. Η Επιτροπή τόνισε ότι οι απαιτητικές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων που επιβάλλονται από την οδηγία CSRD και την οδηγία CSDDD επρόκειτο να τεθούν σύντομα σε εφαρμογή, ενώ η Επιτροπή επιθυμούσε να δώσει στις εταιρείες και στα κράτη μέλη περισσότερο χρόνο και καθοδήγηση για να προετοιμαστούν για αυτές. Η Επιτροπή έπρεπε να υποβάλει επειγόντως τις προτάσεις τόσο για να αναβάλει την εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων όσο και για να τις απλουστεύσει ταυτόχρονα. Διαφορετικά, η διαδικασία τροποποίησης θα ήταν πιο χρονοβόρα και πιο περίπλοκη, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τις εταιρείες.
- Στην υπόθεση της μετανάστευσης, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν διενεργήθηκε εκτίμηση επιπτώσεων, καθώς η Επιτροπή είχε ελάχιστες ή καθόλου επιλογές πολιτικής, ιδίως λόγω των επειγουσών επιχειρησιακών αναγκών για τη βελτίωση της στήριξης της Ευρωπόλ προς τα κράτη μέλη όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι οι ρητές πολιτικές δεσμεύσεις κατέδειξαν τον επείγοντα χαρακτήρα, ο οποίος επιβεβαιώθηκε περαιτέρω από την πολιτική στήριξη κατά την προετοιμασία της πρότασης. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην ανοδική τάση της μετανάστευσης το 2023 και σε πληροφορίες από οργανισμούς της ΕΕ σχετικά με την ταχεία ανάπτυξη των δραστηριοτήτων παράνομης διακίνησης. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο αναγνώρισαν τη σημασία της καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης μεταναστών.
- Στην υπόθεση της ΚΓΠ, η Επιτροπή δήλωσε ότι η βασική πράξη σχετικά με την ΚΓΠ, την οποία η πρόταση επρόκειτο να τροποποιήσει, είχε εγκριθεί πριν από την πανδημία COVID-19 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Επιτροπή αντιλήφθηκε ότι οι απαιτήσεις που επιβάλλονται στην εν λόγω βασική πράξη ήταν υπερβολικά επαχθείς για τους γεωργούς ώστε να πληρούνται στην πράξη. Αντιμέτωπη με τις διαμαρτυρίες των γεωργών το 2024, η Επιτροπή έκρινε εξαιρετικά επείγουσα την τροποποίηση της βασικής πράξης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρχε χρόνος για εκτίμηση επιπτώσεων ή δημόσια διαβούλευση. Η κατάσταση ήταν εξαιρετική λόγω της τεράστιας έκτασης των διαδηλώσεων των γεωργών σε όλα τα κράτη μέλη, οι οποίες είχαν εν μέρει μετατραπεί σε βίαιες. Υπήρχε ο κίνδυνος οι διαδηλώσεις να ξεφύγουν από τον έλεγχο. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η αξιολόγησή της επιβεβαιώθηκε από το γεγονός ότι οι συννομοθέτες ενέκριναν την πρόταση της Επιτροπής εντός δύο μηνών και, επιπλέον, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές.
26. Όσον αφορά πιθανές εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η Επιτροπή εξήγησε ότι η απόφαση για τη χορήγηση παρεκκλίσεων λαμβάνεται πάντα από το μέλος της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας, το οποίο επί του παρόντος είναι ο επίτροπος για την εφαρμογή και την απλούστευση.
27. Μολονότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας αναφέρουν επίσημα δύο διαδικασίες - μία που εφαρμόζεται πριν και μία μετά την πολιτική επικύρωση της πρωτοβουλίας [35] - και οι δύο διαδικασίες προβλέπουν τη συμμετοχή του εν λόγω Επιτρόπου. Ως εκ τούτου, η σχετική απόφαση εναπόκειται πάντοτε στον Επίτροπο, ως εκπρόσωπο του πολιτικού επιπέδου της Επιτροπής. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει προηγούμενος προγραμματισμός της πρωτοβουλίας, η Γενική Γραμματεία και/ή το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου συμμετέχουν στην επικύρωση του πρώτου διαδικαστικού βήματος που οδηγεί στην έγκριση της πρωτοβουλίας, όπως η έναρξη της διυπηρεσιακής διαβούλευσης [36]. Αυτό μπορεί επίσης να συνεπάγεται την απόφαση εξαίρεσης της πρωτοβουλίας από ορισμένες απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
28. Η Επιτροπή διευκρίνισε περαιτέρω ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε οι διοικητικές υπηρεσίες της Επιτροπής (Γενικές Διευθύνσεις) να ζητούν πολιτικές επικυρώσεις των σχεδίων τους, συμπεριλαμβανομένων πιθανών εξαιρέσεων από τις απαιτήσεις για τη βελτίωση της νομοθεσίας, από το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής. Στόχος του συστήματος αυτού είναι να διασφαλιστεί ότι οι διοικητικές υπηρεσίες της Επιτροπής επενδύουν τους πόρους τους στην προετοιμασία μόνο των εν λόγω πρωτοβουλιών και σε μορφή που υποστηρίζει το πολιτικό επίπεδο της Επιτροπής.
29. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, όταν ζητούνται εξαιρέσεις κατά το στάδιο σχεδιασμού της πρότασης, καταχωρίζονται στο εσωτερικό σύστημα «D ecide» της Επιτροπής, ενώ δεν υπάρχει τυποποιημένο μορφότυπο για την καταγραφή των εξαιρέσεων που χορηγούνται όταν δεν υπάρχει σχεδιασμός της πρωτοβουλίας λόγω επείγοντος χαρακτήρα.
30. Όσον αφορά τις τέσσερις επίμαχες ειδικές νομοθετικές προτάσεις, η Επιτροπή εξήγησε τα εξής:
- Όσον αφορά την επίμαχη πρωτοβουλία στην υπόθεση Omnibus, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας για τον συντονισμό των πολιτικών, σε διαβούλευση με το ιδιαίτερο γραφείο του επιτρόπου για την εφαρμογή και την απλούστευση, ενημέρωσε το ιδιαίτερο γραφείο του επιτρόπου που είναι αρμόδιο για την πρωτοβουλία, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι θα πρέπει να καταρτιστεί «έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής». Αυτό σήμαινε ότι ζητήθηκε αναλυτικό έγγραφο και όχι πλήρης εκτίμηση επιπτώσεων. Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν καταρτίστηκε καμία καταχώριση «D ecide» λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της πολιτικής κατάστασης.
- Όσον αφορά τις επίμαχες πρωτοβουλίες στην υπόθεση της μετανάστευσης, η Επιτροπή δήλωσε ότι «δεν υπήρχε σχεδιασμός των πρωτοβουλιών» λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους και, ως εκ τούτου, η αρμόδια Γενική Διεύθυνση δεν υπέβαλε επίσημο αίτημα παρέκκλισης.
- Όσον αφορά την επίμαχη πρωτοβουλία στην υπόθεση της ΚΓΠ, ζητήθηκε η γνώμη της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της παρούσας πρωτοβουλίας και της χορηγήθηκε άδεια να δρομολογήσει ταχεία διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με τη νομοθετική πρόταση στις 5 Μαρτίου 2024. Αυτό επιβεβαίωσε την πολιτική επικύρωση της πρωτοβουλίας.» Η εξουσιοδότηση αυτή ήταν μια σιωπηρή επικύρωση του γεγονότος ότι η πρωτοβουλία θα εκπονούνταν χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων και δημόσια διαβούλευση. Ήταν προφανές εσωτερικά ότι η πολιτική ηγεσία της Επιτροπής είχε επικυρώσει την εν λόγω πρωτοβουλία, καθώς ήταν η ίδια η ηγεσία που ζήτησε από την αρμόδια Γενική Διεύθυνση να προετοιμάσει την πρωτοβουλία και να την παρουσιάσει επειγόντως χωρίς να εκπονήσει εκτίμηση επιπτώσεων και να διεξαγάγει δημόσια διαβούλευση. Η Επιτροπή διευκρίνισε περαιτέρω ότι, καθώς δεν υπήρχε «σχεδιασμός της πρωτοβουλίας», δεν είχε καταγράψει επισήμως παρεκκλίσεις από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
31. Η Επιτροπή τόνισε ότι όλες οι πρωτοβουλίες έχουν επικυρωθεί και προετοιμαστεί σε πολιτικό επίπεδο σύμφωνα με τις οδηγίες του πολιτικού επιπέδου της Επιτροπής.
32. Η Επιτροπή έκρινε ότι η βάση τεκμηρίωσης όλων των πρωτοβουλιών που αποτέλεσαν αντικείμενο των τριών ερευνών ήταν επαρκής, παρά την απουσία εκτίμησης επιπτώσεων. Στο πλαίσιο της έρευνας στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή παρείχε ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αρχικές εκτιμήσεις επιπτώσεων στις οποίες βασίζονται η οδηγία CSRD και η οδηγία CSDDD τροφοδότησαν τις εργασίες της Επιτροπής σχετικά με την πρόταση τροποποίησης της εν λόγω νομοθεσίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή αναφέρθηκε στους υπολογισμούς του κόστους και στις εκτιμήσεις επιπτώσεων που είχαν εκπονηθεί για να συνοδεύσουν τις αρχικές νομοθετικές πράξεις, καθώς και σε ορισμένα επικαιροποιημένα αριθμητικά στοιχεία.
33. Όσον αφορά το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για τη δημοσίευση των αναλυτικών εγγράφων, η Επιτροπή εξήγησε ότι,
- στο πλαίσιο της έρευνας στην υπόθεση της ΚΓΠ, κατά τον χρόνο έγκρισης των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η προθεσμία δημοσίευσης των τριών μηνών φαινόταν εύλογη και εφικτή, και εξακολουθεί να ισχύει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις. Ωστόσο, η περίπτωση της ΚΓΠ ήταν εξαιρετική λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της και λόγω του γεγονότος ότι το αναλυτικό έγγραφο κάλυπτε και άλλες πρωτοβουλίες.
- όσον αφορά την υπόθεση της μετανάστευσης και το γεγονός ότι δεν δημοσίευσε το αναλυτικό έγγραφο εντός της τρίμηνης προθεσμίας, η Επιτροπή δήλωσε ότι έπρεπε να συμπεριλάβει πληροφορίες για την αντιμετώπιση των ερωτημάτων των κρατών μελών και να αποτυπώσει τα αποτελέσματα των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024 [37].
34. Τέλος, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, δεν είναι υποχρεωτική η διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης εάν δεν υπάρχει εκτίμηση επιπτώσεων.
- Στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή δήλωσε ότι η δημόσια διαβούλευση αντικαταστάθηκε από σειρά εκδηλώσεων και άλλων μορφών συλλογής πληροφοριών από τα ενδιαφερόμενα μέρη, τις οποίες απαρίθμησε η Επιτροπή.
- Στην περίπτωση της ΚΓΠ, η Επιτροπή δήλωσε ότι στόχος της ήταν να συγκεντρώσει στοιχεία από τους γεωργούς σχετικά με την προέλευση της επιβάρυνσης, να τους βοηθήσει να την αντιμετωπίσουν και να εντοπίσει τομείς που επιδέχονται βελτίωση. Θεωρήθηκε ότι οι κύριες γεωργικές οργανώσεις θα μπορούσαν να παράσχουν τις πιο πρακτικές πληροφορίες, επιτρέποντας στην Επιτροπή να αναπτύξει τις πρακτικές λύσεις που προτείνονται στη νομοθετική πρόταση. Θεωρήθηκε ότι η διαβούλευση με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη δεν θα είχε νόημα σε αυτό το πρώιμο στάδιο, διότι η Επιτροπή ήθελε να συζητήσει με τα ενδιαφερόμενα μέρη που «ενδιαφέρονται άμεσα». Ως εκ τούτου, ήταν συνειδητή απόφαση να μην πραγματοποιηθεί διαβούλευση με άλλους ενδιαφερόμενους φορείς ταυτόχρονα με τις τέσσερις κύριες γεωργικές οργανώσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι εν γένει ενήμερη για τη θέση των περιβαλλοντικών οργανώσεων επί του θέματος. Επαρκείς πληροφορίες συγκεντρώθηκαν επίσης από τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν από τα κράτη μέλη, την Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στο πλαίσιο της προηγούμενης εκτίμησης επιπτώσεων του 2018 και της προηγούμενης δημόσιας διαβούλευσης.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη φύση των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας
35. Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να τηρεί τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται μια διαφανής, τεκμηριωμένη και χωρίς αποκλεισμούς διαδικασία χάραξης πολιτικής και θέσπισης νομοθεσίας, όπως απαιτείται από τις Συνθήκες και τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ. Κατά πάγια νομολογία της Διαμεσολαβήτριας, τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζουν τους κανόνες που έχουν θεσπίσει για τον εαυτό τους [38]. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η συνέπεια, η διαφάνεια και αποφεύγεται κάθε αίσθηση αυθαιρεσίας στον τρόπο λειτουργίας της διοίκησης της ΕΕ [39]. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας αναφέρονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου [40].
36. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα εσωτερικά μέτρα που λαμβάνονται από διοικητική αρχή της Ένωσης, μολονότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «κανόνες δικαίου» τους οποίους η διοίκηση υποχρεούται πάντοτε να τηρεί, εντούτοις αποτελούν κανόνες πρακτικής από τους οποίους η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να παραθέσει αιτιολογία συμβατή με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ειδικότερα, τα δικαστήρια της Ένωσης έχουν κρίνει ότι η οικεία διοικητική αρχή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας, με τη δημοσίευσή τους, ότι θα τους εφαρμόσει στις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν, περιορίζει την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες αυτούς «υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης διαπίστωσης παραβίασης των γενικών αρχών του δικαίου, όπως η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης»[41]. Κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω εσωτερικά μέτρα καθορίζουν, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τις διαδικασίες και τη μεθοδολογία που η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να χρησιμοποιεί.
37. Όσον αφορά την τήρηση από την Επιτροπή των δικών της κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, οι ανωτέρω εκτιμήσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές κατά την εκπόνηση νομοθετικών προτάσεων από την Επιτροπή. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή αποτελεί «βασικό παράγοντα στη νομοθετική διαδικασία»[42], δεδομένου ότι έχει, καταρχήν, την αποκλειστική αρμοδιότητα να κινεί τη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ υποβάλλοντας νομοθετικές προτάσεις [43].
38. Για τον έλεγχο και την προσπάθεια επηρεασμού των προπαρασκευαστικών σταδίων της νομοθετικής διαδικασίας, τα ενδιαφερόμενα μέρη βασίζονται στους κανόνες της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας και σχεδιάζουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με αυτούς. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι οικονομικοί φορείς, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα ενδιαφερόμενα μέρη γενικότερα αναμένουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής, να παρουσιάσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις πρωτοβουλίες αυτές κατά τη διάρκεια στοχευμένων και δημόσιων διαβουλεύσεων και, στη συνέχεια, να αποκτήσουν πρόσβαση στις εκτιμήσεις επιπτώσεων της Επιτροπής και να παρουσιάσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις εν λόγω εκτιμήσεις το συντομότερο δυνατόν, ακόμη και πριν από την επίσημη έναρξη της νομοθετικής διαδικασίας με την υποβολή της νομοθετικής πρότασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Αυτό αποδεικνύεται από υποθέσεις που παραπέμφθηκαν στα δικαστήρια της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα σχέδια εκτιμήσεων επιπτώσεων της Επιτροπής [44] και τις σχετικές καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή [45].
39. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι η θέσπιση κανόνων από την Επιτροπή, όπως οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο κοινό ότι η Επιτροπή θα συμμορφωθεί με τους εν λόγω κανόνες. Αποτελεί επίσης ορθή διοικητική πρακτική.
40. Το γεγονός ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας αναφέρουν ρητά ότι δεν θεσπίζουν δεσμευτικούς νομικούς κανόνες δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι, με τη θέσπιση των κανόνων αυτών, η Επιτροπή επέβαλε όριο στην άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας [46]. Εάν η Επιτροπή παρεκκλίνει από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας χωρίς, για παράδειγμα, να αιτιολογεί επαρκώς την παρέκκλιση από τις απαιτήσεις της, τότε κινδυνεύει να παραβιάσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του κοινού και, κατά τον ίδιο τρόπο, τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
41. Σε κάθε περίπτωση, αποκλίνοντας από τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν τη βελτίωση της νομοθεσίας, η διαδικασία που οδηγεί στην έγκριση νομοθετικής πρότασης κινδυνεύει να μην είναι πλέον διαφανής, τεκμηριωμένη και χωρίς αποκλεισμούς, κάτι που αποτελεί έναν από τους δεδηλωμένους στόχους των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας [47].
42. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια αξιολόγησε τη συμμόρφωση της Επιτροπής με τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας στις τρεις επίμαχες καταγγελίες.
Η έννοια του «επείγοντος»
43. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια ορισμένες πρωτοφανείς καταστάσεις, όπως η πανδημία COVID-19, η μεταναστευτική κρίση, η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και οι επακόλουθες ανθρωπιστικές, οικονομικές και στρατιωτικές προκλήσεις όσον αφορά την παροχή επείγουσας βοήθειας στην Ουκρανία, όλες σε ένα ασταθές γεωπολιτικό πλαίσιο, που απαιτούσαν την «επείγουσα» αντίδρασή της. Πρέπει να θεσπιστούν διαδικασίες που θα επιτρέπουν στην Επιτροπή να αποφασίζει γρήγορα, μεταξύ άλλων σχετικά με την έγκριση νομοθετικών προτάσεων.
44. Στο πλαίσιο αυτό, τα ερωτήματα που ανακύπτουν στις τρεις έρευνες του Διαμεσολαβητή είναι α) ποιες περιστάσεις δικαιολόγησαν την προσφυγή σε επείγουσα διαδικασία, β) ποιος αποφάσισε την προσφυγή σε επείγουσα διαδικασία και γ) πώς η Επιτροπή διασφάλισε ότι η επείγουσα προετοιμασία των νομοθετικών προτάσεων εξακολουθούσε να συνάδει με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας.
α. Ποιες περιστάσεις δικαιολόγησαν την προσφυγή σε διαδικασία επείγοντος
45. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι πρωτοβουλίες που αποτέλεσαν αντικείμενο των τριών ερευνών του Διαμεσολαβητή θα απαιτούσαν κανονικά τη διενέργεια εκτίμησης επιπτώσεων.
46. Οι «εκτιμήσεις επιπτώσεων», δηλαδή οι τεκμηριωμένες αναλυτικές ασκήσεις που «εξετάζουν τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν, τους συμβιβασμούς που πρέπει να εξεταστούν, τις επιλογές δράσης και τις δυνητικές επιπτώσεις τους»,[48] απαιτούνται όταν μια νομοθετική πρόταση είναι πιθανό να έχει σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις και όταν η Επιτροπή έχει διαφορετικές επιλογές πολιτικής για να διαλέξει.[49] Οι πρωτοβουλίες που απαιτούν εκτίμηση επιπτώσεων απαιτούν επίσης δημόσια διαβούλευση [50].
47. Ωστόσο, οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας προβλέπουν τη δυνατότητα παρέκκλισης από τις απαιτήσεις τους «για βάσιμους λόγους», όπως «επείγουσα πολιτική ανάγκη, ανάγκη σεβασμού των ανησυχιών σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την ασφάλεια».[51] Ωστόσο, η έννοια της «επείγουσας πολιτικής ανάγκης» δεν ορίζεται στους εν λόγω κανόνες.
48. Και στις τρεις έρευνες, η Επιτροπή παρεξέκλινε από την απαίτηση διενέργειας εκτίμησης επιπτώσεων για τις πρωτοβουλίες της, αναφερόμενη στην «επείγουσα» κατάσταση.
49. Στο πλαίσιο των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή παρουσίασε μια ευρεία ερμηνεία του όρου «επείγον» και της διακριτικής της ευχέρειας να παρεκκλίνει από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την αντίληψή της, όπως περιγράφεται ανωτέρω, ότι πρόκειται για εσωτερικούς κανόνες που δεν δεσμεύουν την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι πρωτοβουλίες που αποτέλεσαν αντικείμενο των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας ήταν «επείγουσες» για πολύ διαφορετικούς λόγους, όπως ενόψει των εξελισσόμενων πολιτικών προτεραιοτήτων της ηγεσίας της Επιτροπής για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων (υπόθεση Omnibus), της μετατόπισης των γεωπολιτικών τάσεων και προκλήσεων (υπόθεση μετανάστευσης) και των αυξανόμενων και έντονων κοινωνικών διαμαρτυριών κατά ορισμένων πολιτικών της ΕΕ (υπόθεση ΚΓΠ).
50. Η Επιτροπή πρέπει ασφαλώς να διατηρεί περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των περιστάσεων τις οποίες θεωρεί «επείγουσες». Ωστόσο, η ευρεία ερμηνεία του «επείγοντος πολιτικού χαρακτήρα» που χρησιμοποιεί η Επιτροπή στις τρεις αυτές περιπτώσεις ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει δύσκολη για το κοινό την κατανόηση και την πρόβλεψη της εφαρμογής των απαιτήσεων των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Σύμφωνα με την ευρεία ερμηνεία της Επιτροπής, κάθε κατάσταση θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί «επείγουσα» εάν αποφασιζόταν από την πολιτική ηγεσία της Επιτροπής.
51. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στις αιτιολογικές εκθέσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η κατάσταση σε καθεμία από τις τρεις αυτές υποθέσεις ήταν «επείγουσα» ήταν είτε σύντομες είτε ανύπαρκτες. Ειδικότερα στην υπόθεση της μετανάστευσης, η Επιτροπή ανέφερε, σε σχέση με την πρόταση κανονισμού, ότι είχε ελάχιστες ή καθόλου διαθέσιμες επιλογές λόγω των επειγουσών επιχειρησιακών αναγκών για τη βελτίωση της στήριξης της Ευρωπόλ προς τα κράτη μέλη όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εξήγησε, στο σχετικό τμήμα του μνημονίου, τον τρόπο με τον οποίο ο προβαλλόμενος επείγων χαρακτήρας θα περιόριζε τις επιλογές πολιτικής που είχε στη διάθεσή της. Όσον αφορά την πρόταση οδηγίας, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει με ανησυχία ότι, στο σχετικό τμήμα της αιτιολογικής έκθεσης, η Επιτροπή απλώς ανέφερε ότι, κατ’ εξαίρεση, δεν θα διενεργούσε εκτίμηση επιπτώσεων χωρίς να παράσχει καμία εξήγηση.
52. Επιπλέον, μολονότι η νομοθετική πρόταση στην υπόθεση Omnibus αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις της στο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας ως «κρίσιμης επείγουσας ανάγκης», καθώς επηρεάζει άμεσα την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιτύχει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και να διατηρήσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά, η ιστοσελίδα της Επιτροπής που είναι αφιερωμένη στη διαδικασία απλούστευσης και στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας παρουσιάζει σαφώς τον στόχο της απλούστευσης ως (πολιτική) «προτεραιότητα». Ομοίως, και τα δύο αναλυτικά έγγραφα που συνοδεύουν τη δέσμη μέτρων Omnibus I αναφέρονται στην απλούστευση των υφιστάμενων σχετικών οδηγιών από την Επιτροπή ως «προτεραιότητα». Για τον Διαμεσολαβητή, οι έννοιες του επείγοντος, αφενός, και της προτεραιότητας, αφετέρου, δεν είναι συνώνυμες.
53. Δεν είναι σαφές αν η Επιτροπή, κατά την κατάρτιση της επίμαχης πρότασης στην υπόθεση Omnibus, παρεξέκλινε από ορισμένους από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας λόγω «επείγοντος» ή λόγω «προτεραιότητας» στην οποία στηρίζονται τα προγράμματα εργασίας της Επιτροπής [52]. Ολόκληρη η ιστοσελίδα της Επιτροπής που είναι αφιερωμένη στις πολυάριθμες νομοθετικές προσπάθειες που έχουν αναληφθεί και βρίσκονται σε εξέλιξη (13 δέσμες νομοθετικών μέτρων συνολικά) για μια «απλότερη ρύθμιση» και τη μείωση του κανονιστικού φόρτου για την επίτευξη μιας «πιο ανταγωνιστικής και ελκυστικής Ευρώπης» φαίνεται να αντικατοπτρίζει περισσότερο τις προτεραιότητες της Επιτροπής παρά μια αντικειμενική επείγουσα ανάγκη.
54. Η έλλειψη ορισμού του «επείγοντος» στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ο οποίος επιτρέπει στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις που έχει επιβάλει στις δικές της νομοθετικές δραστηριότητες, υπονομεύει την προβλεψιμότητα, τη συνοχή και την ασφάλεια δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να είναι χρηστή διοίκηση. Επιπλέον, τα επεξηγηματικά σημειώματα στις τρεις υποθέσεις δεν παρείχαν επαρκείς αιτιολογήσεις για το «επείγον» των επίμαχων νομοθετικών προτάσεων, το οποίο επίσης δεν μπορεί να είναι χρηστή διοίκηση.
55. Για τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει μια πιο προβλέψιμη, συνεπή και μη αυθαίρετη εφαρμογή των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, με
- ορισμός της έννοιας του «επείγοντος» στο πλαίσιο της βελτίωσης της νομοθεσίας· και
- εξηγώντας σαφώς στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τις νομοθετικές προτάσεις της τους λόγους για τους οποίους απαιτείται παρέκκλιση.
β. Ποιος αποφάσισε την προσφυγή σε διαδικασία κατεπείγοντος και πώς
56. Η εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας καθορίζει διαδικασία για τη χορήγηση παρεκκλίσεων [53], η οποία προβλέπει ότι:
- «– Όταν μια πολιτικά ευαίσθητη και σημαντική πρωτοβουλία υποβάλλεται για πρώτη φορά για πολιτική επικύρωση, η ανάγκη ευελιξίας ή εξαίρεσης θα πρέπει ήδη να περιγράφεται (και να παρέχεται αιτιολόγηση) στους σχετικούς τομείς της πλατφόρμας ΤΠ Decide. Οι κυριότερες εξαιρέσεις αφορούν: απόκλιση από την αρχή «πρώτα αξιολόγηση», μη διενέργεια εκτίμησης επιπτώσεων, μη διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης (όταν απαιτείται από διαδικαστική άποψη). Στη συνέχεια, η συμφωνία του Αντιπροέδρου που είναι αρμόδιος για τη «βελτίωση της νομοθεσίας» θα καλύπτει ρητά την προβλεπόμενη εξαίρεση.
- – Εάν απαιτείται εξαίρεση μετά την επικύρωση, οι ΓΔ πρέπει να ζητούν έγκριση από τον διευθυντή που είναι αρμόδιος για τη «βελτίωση της νομοθεσίας» στη Γενική Γραμματεία σε διαβούλευση με το ιδιαίτερο γραφείο του αντιπροέδρου που είναι αρμόδιος για τη «βελτίωση της νομοθεσίας».
- Οι ΓΔ πρέπει να ζητήσουν έγκριση αποστέλλοντας μήνυμα στην ακόλουθη υπηρεσιακή ηλεκτρονική θυρίδα και να περιγράψουν (1) τι ζητείται· 2) Γιατί χρειάζεται: [...]»
57. Και στις τρεις έρευνες, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε τα έγγραφα που αφορούσαν τις εσωτερικές αποφάσεις για την εξαίρεση των επίμαχων πρωτοβουλιών από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
- Στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τότε αναπληρωτή γενικού γραμματέα, ο οποίος ενημέρωσε τις αρμόδιες γενικές διευθύνσεις ότι θα πρέπει να καταρτιστεί «έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής», το οποίο η διοίκηση της Επιτροπής ερμήνευσε ως «αναλυτικό έγγραφο» που υποκαθιστά την εκτίμηση επιπτώσεων. Δεν δόθηκε κανένας λόγος για την απόφαση.
- Στις υποθέσεις της ΚΓΠ και της μετανάστευσης, η Επιτροπή δεν παρείχε στον Διαμεσολαβητή κανένα γραπτό πρακτικό απόφασης. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή παρείχε στη Διαμεσολαβήτρια τεκμηρίωση σχετικά με την έγκριση των προτάσεων και την έναρξη των σχετικών διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων, υποστηρίζοντας ότι το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά έλαβαν πολιτική επικύρωση αποδεικνύει ότι υπήρχε πολιτική στήριξη για την απόφαση παρέκκλισης από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
58. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπόρεσε να διαπιστώσει αν τηρήθηκε η διαδικασία, όπως ορίζεται στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
59. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ανησυχία της για την έλλειψη κατάλληλων αρχείων σχετικά με τη διαδικασία και τις επακόλουθες αποφάσεις εξαίρεσης των εν λόγω πρωτοβουλιών από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Τέτοιες άτυπες ρυθμίσεις εργασίας που σχετίζονται με σημαντικά βήματα κατά την προετοιμασία νομοθετικής πρότασης από την Επιτροπή, όπως η επικύρωση παρέκκλισης από εκτίμηση επιπτώσεων (και δημόσια διαβούλευση), μπορούν γρήγορα να αποβούν επιζήμιες για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία [54] και δεν μπορούν να παράσχουν επαρκείς εγγυήσεις στο κοινό ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας με συνεπή, μη αυθαίρετο και προβλέψιμο τρόπο. Η απουσία τέτοιων επίσημων αρχείων δεν μπορεί να συνιστά χρηστή διοίκηση.
60. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να καταγράφει δεόντως κάθε εσωτερική απόφαση εξαίρεσης μιας νομοθετικής πρότασης από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, μεταξύ άλλων ποιος ζήτησε την εξαίρεση, για ποιους λόγους και ποιος την χορήγησε.
γ. Πώς η Επιτροπή διασφάλισε ότι η επείγουσα διαδικασία συνάδει με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας
61. Σύμφωνα με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, όταν απαιτείται εκτίμηση επιπτώσεων αλλά χορηγείται εξαίρεση, θα πρέπει να καταρτίζεται «αναλυτικό έγγραφο» στο οποίο θα παρουσιάζονται τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζεται η πρόταση και εκτιμήσεις κόστους εντός τριών μηνών από την έγκριση της πρωτοβουλίας από την Επιτροπή [55]. Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι τα αναλυτικά έγγραφα αποσκοπούν να διασφαλίσουν, ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων, ότι οι νομοθετικές προτάσεις υποβάλλονται με ελάχιστο επίπεδο διαφάνειας, ενημερώνοντας τους συννομοθέτες και το κοινό για τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζονται οι προτάσεις.
62. Η Επιτροπή εκπόνησε τα εν λόγω αναλυτικά έγγραφα σε σχέση με όλες τις νομοθετικές προτάσεις που αποτελούν αντικείμενο των ερευνών του Διαμεσολαβητή.
63. Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι τα αναλυτικά έγγραφα που δημοσίευσε η Επιτροπή δεν παρέχουν ολοκληρωμένη ανάλυση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
64. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι αρμόδιος να αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι νομοθετικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένης της ουσίας των αναλυτικών εγγράφων που καταρτίζει η Επιτροπή και συνοδεύουν τις προτάσεις αυτές. Πρωταρχικός ρόλος των συννομοθετών είναι να αποφασίζουν αν έχουν λάβει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από την Επιτροπή για να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τις νομοθετικές προτάσεις που βρίσκονται ενώπιόν τους. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια παρατηρεί ότι, στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ, η Επιτροπή βασίστηκε σε πληροφορίες από εκτιμήσεις επιπτώσεων που είχαν ολοκληρωθεί στο πλαίσιο προηγούμενων πρωτοβουλιών και ετών πριν από την έγκριση των νομοθετικών προτάσεων. Στην περίπτωση της ΚΓΠ, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης σε ορισμένες μελέτες που βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη και, σε κάθε περίπτωση, οι περισσότερες από τις μελέτες στις οποίες βασίστηκε αφορούσαν τον διοικητικό φόρτο για τους γεωργούς και όχι, για παράδειγμα, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αυτό μπορεί να εγείρει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την πληρότητα των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίζεται η ανάλυση της Επιτροπής. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να εξηγεί στο κοινό αν και με ποιον τρόπο τα αποτελέσματα προηγούμενων εκτιμήσεων επιπτώσεων εξακολουθούν να ισχύουν ή έχουν επικαιροποιηθεί, καθώς και με ποιον τρόπο διασφάλισε την εξέταση όλων των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν περιγράφουν με συγκεκριμένο τρόπο ποιες πληροφορίες θα πρέπει να περιέχουν τα αναλυτικά έγγραφα και με ποια μορφή.
65. Οι καταγγέλλοντες στις υποθέσεις της ΚΓΠ και της μετανάστευσης εξέφρασαν επίσης την ανησυχία τους σχετικά με το χρονοδιάγραμμα της δημοσίευσης των αναλυτικών εγγράφων.
- Στην περίπτωση της ΚΓΠ, το αναλυτικό έγγραφο δημοσιεύθηκε περισσότερο από εννέα μήνες μετά την έγκριση της πρότασης από την Επιτροπή και επτά μήνες αφότου οι συννομοθέτες είχαν ήδη εγκρίνει την εν λόγω νομοθεσία.
- Στην υπόθεση της μετάβασης, τα αναλυτικά έγγραφα δημοσιεύθηκαν τεσσερισήμισι και πεντέμισι μήνες μετά την έγκριση των προτάσεων από την Επιτροπή, αλλά πριν από τη θέσπιση της επίμαχης νομοθεσίας.
66. Εάν το σκεπτικό για τη δημοσίευση αναλυτικών εγγράφων είναι να διασφαλιστεί ότι, ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων, οι νομοθετικές προτάσεις υποβάλλονται με ένα ελάχιστο επίπεδο διαφάνειας, ενημερώνοντας έτσι τους συννομοθέτες και το κοινό για τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζονται οι προτάσεις, είναι ζωτικής σημασίας για την Επιτροπή να δημοσιεύει εγκαίρως τα εν λόγω έγγραφα. Είναι δύσκολο για τον Διαμεσολαβητή να διαπιστώσει τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν τα αναλυτικά έγγραφα εάν δημοσιευθούν μήνες μετά τη νομοθετική πρόταση και ακόμη και αν εγκριθεί η νομοθεσία.
67. Η δημοσίευση αναλυτικών εγγράφων πέραν της τρίμηνης προθεσμίας που ορίζεται στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ή ακόμη και μετά τη θέσπιση της νομοθεσίας, δεν μπορεί να συνιστά χρηστή διοίκηση. Για να αποφευχθούν τέτοιες καταστάσεις στο μέλλον, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει κατωτέρω μια πρόταση βελτίωσης.
68. Όσον αφορά τις δημόσιες διαβουλεύσεις, οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας [56] ορίζουν ότι οι δημόσιες διαβουλεύσεις μέσω διαδικτύου με ελάχιστη διάρκεια δώδεκα εβδομάδων είναι υποχρεωτικές για πρωτοβουλίες με εκτιμήσεις επιπτώσεων. Η εργαλειοθήκη εξηγεί ότι «[η] δημόσια διαβούλευση δεν είναι πάντοτε απαραίτητη για πολιτικές και/ή ευαίσθητες πρωτοβουλίες που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της [Γενικής Διεύθυνσης] να αποφασίσει αν απαιτείται δημόσια διαβούλευση. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, η «πρόσκληση υποβολής στοιχείων» μπορεί να συμπληρωθεί με στοχευμένες ή εξειδικευμένες διαβουλεύσεις με συγκεκριμένες ομάδες ενδιαφερόμενων μερών, εμπειρογνώμονες ή αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ και άλλα όργανα της ΕΕ, οι οποίες μπορεί να είναι πιο σημαντικές για τη συγκέντρωση ειδικών τεχνικών στοιχείων.»[57]
69. Κατά τη διάρκεια των ερευνών για τις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, δεδομένου ότι είχαν χορηγηθεί παρεκκλίσεις από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να διεξαγάγει πλήρη δημόσια διαβούλευση. Ως εκ τούτου, δεν απαιτούνταν χωριστή παρέκκλιση. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή εξήγησε ότι διαβουλεύθηκε με τα ενδιαφερόμενα μέρη με τον ακόλουθο τρόπο:
- Όσον αφορά τις επίμαχες πρωτοβουλίες στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή δήλωσε ότι βασίστηκε σε διάφορες δραστηριότητες και πηγές, όπως μια «πρόσκληση υποβολής στοιχείων» σχετικά με τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που πραγματοποιήθηκε μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2023, υβριδικές εκδηλώσεις με ενδιαφερόμενα μέρη τον Νοέμβριο του 2024, αυθόρμητες παρατηρήσεις ενδιαφερόμενων μερών και διήμερος «έλεγχος πραγματικότητας» και εργαστήριο σε πολιτικό επίπεδο με επιλεγμένα ενδιαφερόμενα μέρη τον Φεβρουάριο του 2025.
- Όσον αφορά την επίμαχη πρωτοβουλία στην υπόθεση της ΚΓΠ, η δημόσια διαβούλευση της Επιτροπής αντικαταστάθηκε από ad hoc διαβούλευση με τις τέσσερις κύριες γεωργικές οργανώσεις.
70. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, είναι αμφίβολο κατά πόσον η Επιτροπή διεξήγαγε την «επείγουσα» διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτές τις υποθέσεις «όσο το δυνατόν πιο ανοικτά», όπως απαιτείται από τις Συνθήκες [58].
71. Όσον αφορά την υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε τα ενδιαφερόμενα μέρη για τις εκδηλώσεις του Φεβρουαρίου 2025 και εξασφάλισε ισορροπημένη εκπροσώπηση. Επιπλέον, επιλέγοντας ενεργά τα ενδιαφερόμενα μέρη για να συμμετάσχουν στις εν λόγω συνεδριάσεις, η Επιτροπή ενδέχεται να απέκλεισε άλλα δυνητικά ενδιαφερόμενα μέρη από τη συμμετοχή, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα έγγραφα που κοινοποιήθηκαν στον Διαμεσολαβητή, τα περισσότερα από τα προσκεκλημένα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν εκπρόσωποι του κλάδου.
72. Οι άλλες δραστηριότητες των ενδιαφερόμενων μερών που ανέφερε η Επιτροπή στην υπόθεση Omnibus περιλάμβαναν πρόσκληση υποβολής στοιχείων από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2023, υβριδικές εκδηλώσεις τον Μάιο και τον Νοέμβριο του 2024, καθώς και έγγραφα θέσης, επιστολές και διμερείς συναντήσεις των διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Ωστόσο, οι δραστηριότητες αυτές δεν αφορούσαν ειδικά τις εν λόγω νομοθετικές προτάσεις, αλλά αναφέρονταν στις υποχρεώσεις απλούστευσης και υποβολής εκθέσεων με γενικότερους όρους. Μολονότι πολλά ενδιαφερόμενα μέρη αναφέρθηκαν στις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας στις συνεισφορές τους, άλλα ενδέχεται να μην γνώριζαν το πεδίο εφαρμογής της διαβούλευσης και ενδέχεται να μην ήταν σε θέση να εκφράσουν τις συγκεκριμένες ανησυχίες τους.
73. Όσον αφορά την υπόθεση της ΚΓΠ, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να διαβουλευθεί με περισσότερες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών, πέραν των τεσσάρων κύριων γεωργικών οργανώσεων, εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου. Ταυτόχρονα, η Διαμεσολαβήτρια δεν είναι πεπεισμένη ότι η Επιτροπή βασίμως θεώρησε ότι άλλα μέλη του κοινού, για παράδειγμα περιβαλλοντικές οργανώσεις, δεν «αφορούσαν άμεσα» μια νομοθετική πρόταση που θα μπορούσε να επηρεάσει το περιβάλλον.
74. Η παράλειψη της Επιτροπής να επιδιώξει ευρεία και πιο ισορροπημένη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ δεν μπορεί να συνιστά χρηστή διοίκηση.
75. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η επείγουσα προετοιμασία των επίμαχων νομοθετικών προτάσεων στις έρευνες της Διαμεσολαβήτριας δεν συμμορφώθηκε πλήρως με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας.
76. Οι έρευνες αποκάλυψαν επίσης ορισμένες ελλείψεις στους ίδιους τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, είτε διενεργείται εκτίμηση επιπτώσεων και δημόσια διαβούλευση είτε χορηγείται παρέκκλιση.
77. Όταν χορηγούνται παρεκκλίσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίζει διαδικασία που να διασφαλίζει ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων δεν αποδυναμώνει την ουσία μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή σχεδιάζει απλούστευση του πλαισίου της για τη βελτίωση της νομοθεσίας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 [59]. Καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα πορίσματά της στην παρούσα έρευνα στο πλαίσιο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:
78. Πρώτον, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το αναλυτικό έγγραφο [60], το οποίο αντικαθιστά την εκτίμηση επιπτώσεων σε περίπτωση «επείγοντος», ενημερώνει τους συννομοθέτες και το κοινό σχετικά με τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι νομοθετικές προτάσεις εγκαίρως και μόλις εγκριθεί η νομοθετική πρόταση, αντικατοπτρίζοντας έτσι τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει επίσης να καθορίζουν ελάχιστες ουσιαστικές απαιτήσεις τις οποίες θα πρέπει να πληρούν τα αναλυτικά έγγραφα.
79. Δεύτερον, η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίσει ότι οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι οποίες διεξάγονται όταν έχει χορηγηθεί παρέκκλιση από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων, εξακολουθούν να πρέπει να συμμορφώνονται με τις γενικές αρχές και τα ελάχιστα πρότυπα που ισχύουν για όλες τις δημόσιες διαβουλεύσεις. [61] Ως εκ τούτου, οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο του «επείγοντος».
2. Συμμόρφωση με τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
80. Οι καταγγέλλοντες στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν διενήργησε «αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας» των σχετικών νομοθετικών προτάσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα. Για τους καταγγέλλοντες, οι «αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας» είναι υποχρεωτικές για όλες τις πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής, ακόμη και όταν η Επιτροπή παρεκκλίνει από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία ότι, στην πράξη, η Επιτροπή διενεργεί εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας μόνο για πρωτοβουλίες που συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων.
81. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι όλες οι εκτιμήσεις επιπτώσεων θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκτίμηση της κλιματικής συνέπειας. Στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, ενώ δεν υπάρχει συγκεκριμένο μορφότυπο για την καταγραφή της εκτίμησης της κλιματικής συνέπειας ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων, εξακολουθεί να διενεργείται. Συγκεκριμένα,
- όσον αφορά την υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή δήλωσε ότι διενήργησε αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας και αναφέρθηκε εν προκειμένω σε διάφορα τμήματα της αιτιολογικής έκθεσης της νομοθετικής της πρότασης, καθώς και σε ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο διαβίβασε στην ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας για επιθεώρηση. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι είχε υπολογίσει πόσες εταιρείες θα επηρεάζονταν από τη νομοθετική πρόταση με διαφορετικά κατώτατα όρια υποβολής εκθέσεων. Ο υπολογισμός αυτός δεν χαρακτηρίστηκε ειδικά ως «αξιολόγηση της συνέπειας με το κλίμα».
- όσον αφορά την υπόθεση της ΚΓΠ, η Επιτροπή δήλωσε ότι διενεργήθηκε αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας και ότι το αναλυτικό έγγραφο εξετάζει τις κλιματικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία σχετικά με τη διενέργεια αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας πριν από τη δημοσίευση του αναλυτικού εγγράφου, η οποία πραγματοποιήθηκε περισσότερο από εννέα μήνες μετά την έγκριση της νομοθετικής πρότασης. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η αξιολόγησή της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η νομοθετική πρόταση είχε ελάχιστες συνέπειες για τις εκπομπές στην ατμόσφαιρα, γεγονός που εξηγήθηκε αργότερα στο αναλυτικό έγγραφο [62] και σημαίνει ότι η πρόταση δεν θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στους στόχους της ΕΕ για το κλίμα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
82. Ο ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα θέτει νομικά δεσμευτικό στόχο για μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο για την επίτευξη του στόχου, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της προώθησης της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.
83. Το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα ορίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να διενεργεί «αξιολόγηση της συνέπειας με το κλίμα» πριν από την έγκριση «κάθε σχεδίου μέτρου ή νομοθετικής πρότασης». Είναι σαφές ότι αυτή η νομική υποχρέωση είναι ανεξάρτητη από το αν η Επιτροπή διενεργεί ή όχι εκτίμηση επιπτώσεων της νομοθετικής πρότασης.
84. Επιπλέον, από το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει την «εκτίμηση κλιματικής συνέπειας» σε κάθε εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει τα εν λόγω μέτρα ή προτάσεις, «και να δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα της εν λόγω εκτίμησης κατά τον χρόνο της έγκρισης». Η διάταξη δεν προσδιορίζει πού θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εκτίμηση της κλιματικής συνέπειας ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι διαθέσιμο στο κοινό κατά τον χρόνο έγκρισης της πρότασης.
85. Στην υπόθεση Omnibus, η Επιτροπή ανέφερε στην αιτιολογική έκθεση και στο αναλυτικό έγγραφο ότι δεν υπάρχουν αρνητικές κλιματικές επιπτώσεις από τις νομοθετικές προτάσεις, χωρίς ωστόσο περαιτέρω εξηγήσεις. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να επιθεωρήσει τυχόν εσωτερικά έγγραφα σχετικά με την αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας, αλλά δεν έλαβε κανένα σαφές αρχείο. Στον βαθμό που η Επιτροπή αναφέρθηκε στον γενικό υπολογισμό των εταιρειών που επηρεάζονται από τις μεταβληθείσες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων σε διάφορα σενάρια στην αιτιολογική έκθεση και στο αναλυτικό έγγραφο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο υπολογισμός αυτός πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας. Αυτό καθιστά δύσκολο για τον Διαμεσολαβητή να εξακριβώσει ότι τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματική διενέργεια αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας.
86. Στην περίπτωση της ΚΓΠ, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε σύντομες ή γενικές δηλώσεις στην αιτιολογική έκθεση και στο αναλυτικό έγγραφό της για να αποδείξει ότι είχε διενεργήσει αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας. Η Επιτροπή δεν παρείχε στη Διαμεσολαβήτρια κανένα εσωτερικό αρχείο αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας που να διενεργείται αποτελεσματικά πριν από την έγκριση της νομοθετικής πρότασης.
87. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ανησυχία της για την απουσία σαφών εσωτερικών αρχείων αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας πριν από την έγκριση των επίμαχων νομοθετικών προτάσεων στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ. Η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν δημοσίευσε, με σαφή τρόπο, τα αποτελέσματα οποιασδήποτε αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας κατά την έγκριση των σχετικών νομοθετικών προτάσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα. Αυτό δεν μπορεί να είναι χρηστή διοίκηση.
88. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, για παράδειγμα στους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα για νομοθετικές προτάσεις που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να αποσαφηνίσει:
- ότι θα πρέπει να διενεργούνται εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας για όλες τις νομοθετικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων, και ότι τυχόν τέτοιες εκτιμήσεις θα πρέπει να καταγράφονται εσωτερικά.
- στο οποίο πρέπει να δημοσιεύονται οι εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας και τα αποτελέσματά τους κατά την έγκριση νομοθετικών προτάσεων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων.
3. Συμμόρφωση με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής σχετικά με τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
89. Οι καταγγέλλοντες στην υπόθεση Omnibus επισήμαναν ότι η διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με το σχέδιο νομοθετικής πρότασης ολοκληρώθηκε εντός 24 ωρών, αρχής γενομένης από το βράδυ της Παρασκευής, με την προθεσμία να λήγει το βράδυ του Σαββάτου. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία ότι μια τόσο σύντομη διυπηρεσιακή διαβούλευση θα μπορούσε να υπονομεύσει τη συνοχή της προτεινόμενης νομοθεσίας της ΕΕ.
90. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ο εσωτερικός κανονισμός της προβλέπει τη δυνατότητα ταχείας διυπηρεσιακής διαβούλευσης [63]. Στην περίπτωση αυτή, διοργανώθηκε πρόσθετη τεχνική συνεδρίαση το πρωί του Σαββάτου για τις υπηρεσίες της Επιτροπής που συμμετείχαν στη διυπηρεσιακή διαβούλευση, η οποία διασφάλισε την ορθή διεξαγωγή της εν λόγω διαβούλευσης. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι όλες οι υπηρεσίες των οποίων ζητήθηκε η γνώμη υπέβαλαν παρατηρήσεις πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
91. Ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής [64] προβλέπει τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες για διυπηρεσιακή διαβούλευση. Σε επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να συντομεύσει την περίοδο διαβούλευσης σε τουλάχιστον 48 ώρες, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τη Γενική Γραμματεία. Κανονικά, η διυπηρεσιακή διαβούλευση πραγματοποιείται μέσω του εργαλείου ΤΠ «D ecide».
92. Η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη θέσπιση της εσωτερικής της οργάνωσης και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα μέσα συνεργασίας μεταξύ των διοικητικών υπηρεσιών της. Το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει θεσπίσει ειδικούς κανόνες για τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις διασφαλίζει ότι, κατά τη διατύπωση των προτάσεων πολιτικής της, η Επιτροπή υιοθετεί μια ολιστική και ισορροπημένη προοπτική επί του θέματος, επιτρέποντας στις αρμόδιες υπηρεσίες της, καθεμία από τις οποίες προσφέρει τη δική της ειδική εμπειρογνωσία και γνώση της θέσης των ενδιαφερόμενων μερών επί του θέματος, να παρέχουν ουσιαστική συμβολή σε μια πρόταση.
93. Στο πλαίσιο αυτό, ενώ ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής προβλέπει ταχεία διυπηρεσιακή διαβούλευση για επείγουσες πρωτοβουλίες και ακόμη και τη δυνατότητα της Γενικής Γραμματείας να αποφασίζει μεμονωμένα σχετικά με τη διάρκεια μιας επείγουσας διυπηρεσιακής διαβούλευσης, οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν οι αποφάσεις αυτές να αιτιολογούνται και να καταγράφονται. Επιπλέον, η διάρκεια και το χρονοδιάγραμμα της διυπηρεσιακής διαβούλευσης θα πρέπει όχι μόνο να αντικατοπτρίζουν τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, αλλά και να επιτρέπουν στις διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής να συμβάλλουν ουσιαστικά.
94. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιστάσεις που δικαιολογούν σημαντικά συντομευμένη διυπηρεσιακή διαβούλευση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι οι περιστάσεις ήταν τέτοιες για την επίμαχη νομοθετική πρόταση στην υπόθεση Omnibus. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν της παρέσχε καμία καταγραφή των λόγων του κατεπείγοντος χαρακτήρα της απόφασής της να παρεκκλίνει από τις συνήθεις δέκα εργάσιμες ημέρες στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας και 48 ώρες στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας. Ταυτόχρονα, το υλικό που επιθεωρήθηκε από την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας δεν επιτρέπει στη Διαμεσολαβήτρια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλες οι Γενικές Διευθύνσεις των οποίων ζητήθηκε η γνώμη θα μπορούσαν να παράσχουν ουσιαστική συμβολή εντός διαστήματος μικρότερου των 24 ωρών.
95. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, με τη συντόμευση της διυπηρεσιακής διαβούλευσης σε λιγότερο από 24 ώρες κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου, η Επιτροπή περιόρισε υπερβολικά τη δυνατότητα των υπηρεσιών της να παράσχουν ουσιαστική συμβολή στην εν λόγω νομοθετική πρόταση.
96. Επιπλέον, η χρηστή διοίκηση απαιτεί από την Επιτροπή να διασφαλίζει ότι, όταν αποφασίζει ότι η διάρκεια μιας διυπηρεσιακής διαβούλευσης πρέπει να συντομευθεί λόγω επείγουσας ανάγκης, καταγράφονται δεόντως οι αιτιολογήσεις της εν λόγω απόφασης.
97. Με βάση τις τρεις έρευνες, η Διαμεσολαβήτρια εντόπισε διάφορες διαδικαστικές ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις, οι οποίες, στο σύνολό τους, ισοδυναμούν με κακοδιοίκηση:
- Έλλειψη ορισμού και ευρείας ερμηνείας της έννοιας του «επείγοντος πολιτικού χαρακτήρα» στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει απρόβλεπτη, ασυνεπή και αυθαίρετη την εφαρμογή των απαιτήσεων που επέβαλε η Επιτροπή στις δικές της νομοθετικές δραστηριότητες.
- Έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της «επείγουσας ανάγκης» των νομοθετικών της προτάσεων.
- Απουσία σαφών καταγραφών των εσωτερικών αποφάσεων της Επιτροπής και της υποκείμενης αιτιολογίας για παρέκκλιση από τις απαιτήσεις των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
- Καθυστερημένη δημοσίευση των αναλυτικών εγγράφων στις περιπτώσεις της ΚΓΠ και της μετανάστευσης.
- Μη διασφάλιση της διαβούλευσης με όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις νομοθετικές προτάσεις στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ.
- Απουσία σαφών εσωτερικών αρχείων αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας πριν από την έγκριση των νομοθετικών προτάσεων στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ, καθώς και απουσία σαφούς δημοσίευσης του αποτελέσματος της αξιολόγησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα.
- Μη διασφάλιση ότι οι υπηρεσίες της θα μπορούσαν να παράσχουν ουσιαστική συμβολή στη νομοθετική πρόταση στην υπόθεση Omnibus, με τη συντόμευση της διυπηρεσιακής διαβούλευσης σε λιγότερο από 24 ώρες κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου, και απουσία αρχείων του σκεπτικού στο οποίο βασίζεται η απόφασή της να δρομολογήσει τη σημαντικά συντομευμένη διυπηρεσιακή διαβούλευση.
98. Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων αυτών, η Διαμεσολαβήτρια διατυπώνει δύο συστάσεις και τέσσερις προτάσεις κατωτέρω.
Συστάσεις
Βάσει των ερευνών σχετικά με τις καταγγελίες 983/2025/MAS, 2031/2024/VB και 1379/2024/MIG, η Διαμεσολαβήτρια διατυπώνει τις ακόλουθες συστάσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
1. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει την προβλέψιμη, συνεπή και μη αυθαίρετη εφαρμογή των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, με
- ορισμός της έννοιας του «επείγοντος» στο πλαίσιο της βελτίωσης της νομοθεσίας, ενδεχομένως στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης των κανόνων·
- καταγραφή τυχόν εσωτερικών αποφάσεων για την εξαίρεση νομοθετικών προτάσεων από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που ζήτησαν την εξαίρεση, των λόγων για τους οποίους την ζήτησαν και των προσώπων που τη χορήγησαν·
- εξηγώντας σαφώς στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τις νομοθετικές προτάσεις της τους λόγους για τους οποίους απαιτείται παρέκκλιση.
2. Όταν χορηγούνται παρεκκλίσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει διαδικασία για να διασφαλίσει ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας, όπως απαιτείται από τις Συνθήκες και τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ. Η Επιτροπή θα μπορούσε να το πράξει στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Για να συνδράμει την Επιτροπή στο έργο αυτό, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει επίσης τέσσερις προτάσεις κατωτέρω.
Η Επιτροπή και οι καταγγέλλοντες θα ενημερωθούν για την παρούσα σύσταση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Προτάσεις βελτίωσης
1. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το αναλυτικό έγγραφο, το οποίο αντικαθιστά την εκτίμηση επιπτώσεων σε περίπτωση «επείγουσας ανάγκης», ενημερώνει τους συννομοθέτες και το κοινό σχετικά με τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι νομοθετικές προτάσεις εγκαίρως και μόλις εγκριθεί η νομοθετική πρόταση, αντικατοπτρίζοντας έτσι τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να καθορίζουν ελάχιστες ουσιαστικές απαιτήσεις τις οποίες θα πρέπει να πληρούν τα αναλυτικά έγγραφα στο πλαίσιο αυτό.
2. Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίσει ότι οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι οποίες διεξάγονται όταν έχει χορηγηθεί παρέκκλιση από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων, εξακολουθούν να πρέπει να συμμορφώνονται με τις γενικές αρχές και τα ελάχιστα πρότυπα που ισχύουν για όλες τις δημόσιες διαβουλεύσεις. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των εν λόγω διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο του «επείγοντος».
3. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, για παράδειγμα στους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα για νομοθετικές προτάσεις που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να αποσαφηνίσει:
- ότι θα πρέπει να διενεργούνται εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας για όλες τις νομοθετικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων, και ότι τυχόν τέτοιες εκτιμήσεις θα πρέπει να καταγράφονται εσωτερικά·
- στο οποίο πρέπει να δημοσιεύονται οι εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας και τα αποτελέσματά τους κατά την έγκριση νομοθετικών προτάσεων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων.
4. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι, όταν αποφασίζει ότι η διάρκεια μιας διυπηρεσιακής διαβούλευσης πρέπει να συντομευθεί, οι αιτιολογήσεις της εν λόγω απόφασης καταγράφονται δεόντως. Μόνο σε εξαιρετικές επείγουσες περιπτώσεις θα πρέπει η διάρκεια να είναι μικρότερη από τις 48 ώρες που προβλέπονται στην ταχεία διαδικασία και θα πρέπει να παρέχεται επαρκής αιτιολόγηση.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 25/11/2025
Παράρτημα I
|
Ζητήματα που έθεσαν οι καταγγέλλοντες |
Υπόθεση 983/2025/MAS |
Υπόθεση 1379/2024/MIK |
Υπόθεση 2031/2024/VB |
|
Συμμόρφωση με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας |
Η Επιτροπή δεν τήρησε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας παραλείποντας να διενεργήσει εκτιμήσεις επιπτώσεων. |
||
|
Αναλυτικά έγγραφα |
Τα «αναλυτικά έγγραφα», τα οποία αντικατέστησαν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων, δεν περιείχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αιτιολόγηση των προτάσεων. |
||
|
Το αναλυτικό έγγραφο δημοσιεύθηκε πολύ αργά. |
|||
|
Ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα |
Η Επιτροπή δεν διενήργησε «αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας», παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα. |
||
|
Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |
Οι ad hoc διαβουλεύσεις που αντικατέστησαν τις δημόσιες διαβουλεύσεις έδωσαν προτεραιότητα σε ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη και, ως εκ τούτου, ήταν ανεπαρκείς. |
||
|
Διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις |
Η διυπηρεσιακή διαβούλευση πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα και δεν ήταν σύμφωνη με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής. |
||
[1] Διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=uriserv%3AOJ.L_.2021.253.01.0001.01.ENG&toc=OJ%3AL%3A2021%3A253%3ATOC
[2] Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, υπόθεση C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής, σκέψη 88.
[3] Άρθρο 17 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).
[4] Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, υπόθεση C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής, σκέψη 87.
[5] Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, υπόθεση C-482/17, Τσεχική Δημοκρατία κατά Ουγγαρίας, σκέψη 77.
[6] Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, υπόθεση C-482/17, Τσεχική Δημοκρατία κατά Ουγγαρίας, σκέψη 81.
[7] Άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ και άρθρο 15 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[8] Άρθρο 1 και άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[9] Άρθρο 11 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[10] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SWD(2021) 305 final, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/document/download/d0bbd77f-bee5-4ee5-b5c4-6110c7605476_en?filename=swd2021_305_en.pdf.
[11] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Better Regulation Toolbox (Εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας), Ιούλιος 2023, διατίθεται στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/document/download/9c8d2189-8abd-4f29-84e9-abc843cc68e0_en?filename=BR%20toolbox%20-%20Jul%202023%20-%20FINAL.pdf.
[12] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 5.
[13] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 9.
[14] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 10.
[15] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - «Βελτίωση της νομοθεσίας: Joining forces to make better laws» [Συνένωση δυνάμεων για τη θέσπιση καλύτερων νόμων], COM(2021) 219 final, διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=COM:2021:219:FIN.
[16] Σύμφωνα με το άρθρο 295 της ΣΛΕΕ, οι διοργανικές συμφωνίες «μπορούν να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα». Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, ΕΕ 2016, L 123, σ. 1, https://eur-lex.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj/eng.
[17] COM(2025) 81 τελικό, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52025PC0081.
[18] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.: https://commission.europa.eu/publications/omnibus-i_en.
[19] COM(2025) 81 τελικό, σ. 12.
[20] COM(2023) 754 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52023PC0754.
[21] COM(2023) 755 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52023PC0755.
[22] COM(2024) 139 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52024PC0139.
[23] Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1468 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2021/2115 και 2021/2116 όσον αφορά τα πρότυπα καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης, τα συστήματα για το κλίμα, το περιβάλλον και την καλή διαβίωση των ζώων, την τροποποίηση των στρατηγικών σχεδίων για την ΚΓΠ, την επανεξέταση των στρατηγικών σχεδίων για την ΚΓΠ και τις εξαιρέσεις από ελέγχους και κυρώσεις (ΕΕ L 2024/1468, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32024R1468).
[24] Η καταγγελία 983/2025/MAS υποβλήθηκε από τους ClientEarth, Notre Affaire A Tous, Clean Clothes Campaign, European Coalition for Corporate Justice, Global Witness, Transport & Environment, Antislavery International και Friends of
τη Γη Ευρώπη· η καταγγελία 2031/2024/VB υποβλήθηκε από την European Digital Rights (EDRi) και την PICUM (Platform for International Cooperation on Undocumented Migrants) εξ ονόματος του συνασπισμού ProtectNotSurveil· η καταγγελία 1379/2024/MIK υποβλήθηκε από την ClientEarth και την BirdLife Europe και την Κεντρική Ασία.
[25] Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα»), ΕΕ L 243, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:32021R1119.
[26] Ο ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα θέσπισε την υποχρέωση της Επιτροπής να επαληθεύει τη συνοχή τόσο της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ όσο και των νέων νομοθετικών προτάσεων με τους στόχους της πολιτικής για το κλίμα (άρθρο 6 παράγραφος 4).
[27] https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/211281, https://www.ombudsman.europa.eu/doc/correspondence/215919, https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/201482.
[28] https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/inspection-report/en/208118, https://www.ombudsman.europa.eu/doc/inspection-report/215918.
[29] Άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[30] Άρθρο 11 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[31] Σύμβαση της ΟΕΕ/ΗΕ για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (Σύμβαση του Aarhus), 25 Ιουνίου 1998, άρθρα 6 έως 8, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://unece.org/DAM/env/pp/documents/cep43e.pdf.
[32] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 3.
[33] Η έκθεση Draghi: Στρατηγική ανταγωνιστικότητας για την Ευρώπη (μέρος Α), Σεπτέμβριος 2024, διατίθεται στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/topics/eu-competitiveness/draghi-report_en.
[34] Η Επιτροπή παρέπεμψε στην ομιλία του 2023 για την κατάσταση της Ένωσης, μια επιστολή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην οποία εκφράζεται η πρόθεση να δοθεί προτεραιότητα στις εργασίες για το θέμα αυτό, το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2024· έκκληση για δράση με βάση την ολοκλήρωση υπουργικής διάσκεψης τον Σεπτέμβριο του 2023 και την απόφαση να συγκληθεί διάσκεψη για μια παγκόσμια συμμαχία για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών τον Νοέμβριο του 2023, όπου η Πρόεδρος παρουσίασε την πρόταση.
[35] Υπάρχουν δύο διαδικασίες για τη χορήγηση παρεκκλίσεων, δηλαδή πριν και μετά την πολιτική επικύρωση της πρωτοβουλίας για την εκπόνηση νομοθετικής πρότασης. Είναι ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής που είναι αρμόδιος για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ο οποίος μπορεί να χορηγεί παρεκκλίσεις πριν από την πολιτική επικύρωση. Στην περίπτωση αυτή, η παρέκκλιση καταγράφεται στο εσωτερικό σύστημα «D ecide» της Επιτροπής. Μετά την πολιτική επικύρωση, αρμόδιος για τη «Βελτίωση της νομοθεσίας» είναι ο διευθυντής της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής, σε διαβούλευση με το ιδιαίτερο γραφείο του εν λόγω αντιπροέδρου, ο οποίος μπορεί να χορηγεί παρεκκλίσεις.
[36] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανακοίνωση της Προέδρου προς την Επιτροπή, Οι μέθοδοι εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βρυξέλλες, 1.12.2019, P(2019) 2, σ. 9, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://commissioners.ec.europa.eu/document/download/0dbda7ed-b7fb-4d7e-9e62-6c8b0f54be62_en?filename=working-methods.pdf.
[37] Η Επιτροπή δημοσίευσε το αναλυτικό έγγραφο για τις δύο προτάσεις τεσσερισήμισι και πεντέμισι μήνες μετά την έγκριση των νομοθετικών προτάσεων.
[38] Απόφαση στην υπόθεση 1474/2018/TE σχετικά με εικαζόμενες ελλείψεις και προκαταλήψεις κατά την προετοιμασία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της πολιτικής και της νομοθετικής της πρότασης για τη μείωση των πλαστικών προϊόντων μίας χρήσης, σκέψεις 28-30, διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/111569.
[39] Απόφαση στην υπόθεση 1474/2018/TE, ό.π., σκέψη 29.
[40] Βλ. υποσημείωση 16.
[41] Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-189/02 P, C-202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri A/S κατά Επιτροπής, σκέψεις 209-211, διατίθεται στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=59846&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=11937880.
[42] Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, υπόθεση C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής, σκέψη 88.
[43] Άρθρο 17 παράγραφος 2 της ΣΕΕ.
[44] Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, υπόθεση C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής, σκέψη 92.
[45] Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση 1053/2023/MIK σχετικά με τη μη λήψη τελικής απόφασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός της ισχύουσας προθεσμίας σχετικά με δύο αιτήματα για πρόσβαση του κοινού στις εκτιμήσεις επιπτώσεων και στις γνώμες της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου σχετικά με την προβλεπόμενη αναθεώρηση του κανονισμού REACH και του κανονισμού για τον υδράργυρο, που διατίθενται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/183548.
[46] Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-189/02 P, C-202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri A/S κατά Επιτροπής, σκέψεις 209-211, διατίθεται στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=59846&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=11937880.
[47] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 3.
[48] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 3.
[49] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 30.
[50] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 18.
[51] Εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 10.
[52] https://commission.europa.eu/law/law-making-process/better-regulation/simplification-and-implification/simplification_en.
[53] Εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 10.
[54] Βλ. άρθρο 24 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/publication/en/3510.
[55] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 30.
[56] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 16.
[57] Εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 463.
[58] Άρθρα 1 και 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[59] Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, «Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2026», COM(2025) 870 final, 21 Οκτωβρίου 2025, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:52025DC0870.
[60] Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 30, αναφέρουν τα εξής: «Όταν απαιτείται καταρχήν εκτίμηση επιπτώσεων, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό και χορηγείται παρέκκλιση, εντός τριών μηνών από την έγκριση της πρωτοβουλίας θα πρέπει να καταρτίζεται αναλυτικό έγγραφο με τη μορφή εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής στο οποίο θα παρουσιάζονται τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζεται η πρόταση και εκτιμήσεις κόστους.»
[61] Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, σ. 14/15.
[62] Η Επιτροπή παρέπεμψε στη σ. 31 του αναλυτικού εγγράφου, το οποίο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:52024SC0360.
[63] Άρθρο 60 της απόφασης 2024/3080 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2024, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, https://eur-lex.europa.eu/eli/dec/2024/3080/oj/eng.
[64] Όπ.π., άρθρο 59.