- EL Ελληνικά
Machine translations can contain errors potentially reducing clarity and accuracy; the Ombudsman accepts no liability for any discrepancies. For the most reliable information and legal certainty, please refer to the source version in English linked above.
For more information please consult our language and translation policy.
Απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων τις οποίες έκρινε επείγουσες (983/2025/MIK — υπόθεση «Omnibus», 2031/2024/VB — υπόθεση «μετανάστευσης» και 1379/2024/MIK — υπόθεση «ΚΓΠ»)
Decision
Case 1379/2024/MIK - Opened on Monday | 16 September 2024 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Case 2031/2024/VB - Opened on Monday | 23 June 2025 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Case 983/2025/MIK - Opened on Wednesday | 21 May 2025 - Recommendation on Tuesday | 25 November 2025 - Decision on Tuesday | 23 June 2026 - Institution concerned European Commission ( No further inquiries justified ) - Country Belgium
Complaint submitted
03/11/2024Analysis of the complaint
05/11/2024Inquiry ongoing
03/12/2024Preliminary outcome
25/11/2025Inquiry outcome
23/06/2026
Οι τρεις υποθέσεις αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα (983/2025/MIK), την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών (2031/2024/VB) και την κοινή γεωργική πολιτική (1379/2024/MIK). Η Επιτροπή θεώρησε τις προτάσεις αυτές επείγουσες και, ως εκ τούτου, παρέλειψε τα μέτρα που προβλέπονται στους κανόνες της, όπως οι εκτιμήσεις επιπτώσεων και οι δημόσιες διαβουλεύσεις. Οι καταγγέλλοντες, οι οποίοι είναι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, θεώρησαν ότι οι παραλείψεις αυτές παραβιάζουν τους κανόνες της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Σε δύο περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν αξιολόγησε τη συνοχή των νομοθετικών προτάσεων με τους στόχους της ΕΕ για το κλίμα, όπως απαιτείται από τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα. Σε μία περίπτωση, ο καταγγέλλων εξέφρασε περαιτέρω την ανησυχία ότι η Επιτροπή παραβίασε τον εσωτερικό κανονισμό της σχετικά με τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις.
Με βάση τις έρευνές της, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε διαδικαστικές ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε τις εν λόγω νομοθετικές προτάσεις, οι οποίες, στο σύνολό τους, ισοδυναμούσαν με κακοδιοίκηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε στην Επιτροπή να διασφαλίσει την προβλέψιμη, συνεπή και μη αυθαίρετη εφαρμογή των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, καθορίζοντας «επείγουσες» καταστάσεις που δικαιολογούν παρέκκλιση από τις απαιτήσεις τους, καθώς και καταγράφοντας και εξηγώντας τους λόγους για τυχόν χορηγηθείσες παρεκκλίσεις. Επιπλέον, όταν χορηγούνται παρεκκλίσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει διαδικασία για να διασφαλίσει ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας. Για να συνδράμει την Επιτροπή στο έργο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε επίσης τέσσερις προτάσεις βελτίωσης, οι οποίες περιλάμβαναν: αποσαφήνιση των κανόνων διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη για επείγουσες προτάσεις· διασφάλιση της έγκαιρης δημοσίευσης των αναλυτικών εγγράφων που αντικαθιστούν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων και περιγράφουν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι προτάσεις της, ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή δημόσιου διαλόγου πριν από την έγκριση της νομοθεσίας· την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εφαρμογή αξιολογήσεων κλιματικής συνέπειας· παροχή και καταγραφή αιτιολογήσεων κατά τη συντόμευση των περιόδων διυπηρεσιακής διαβούλευσης κάτω από τα καθορισμένα όρια.
Στην απάντησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή συμφώνησε να εξετάσει τον ορισμό των «επειγουσών» καταστάσεων κατά την επικείμενη αναθεώρηση των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, καθώς και να καταγράψει και να δημοσιεύσει τους λόγους για την εφαρμογή τυχόν παρεκκλίσεων από τις απαιτήσεις τους. Η Επιτροπή δεσμεύτηκε επίσης να διασφαλίσει στοχευμένες διαβουλεύσεις σχετικά με τις «επείγουσες» προτάσεις της, να δημοσιεύσει τα αναλυτικά έγγραφα με αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν τις προτάσεις της εντός τριών μηνών από την έγκρισή τους, να συμπεριλάβει αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας τόσο στα αναλυτικά έγγραφα όσο και στα επεξηγηματικά μνημόνια για μελλοντικές προτάσεις και να παράσχει αιτιολογήσεις για συντομευμένες διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις.
Οι καταγγέλλοντες, στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, θεώρησαν ότι οι δεσμεύσεις της Επιτροπής δεν είναι ούτε αρκετά σαφείς ούτε αρκετά συγκεκριμένες ώστε να εγγυώνται μια διαφανή, χωρίς αποκλεισμούς και τεκμηριωμένη νομοθετική διαδικασία.
Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη συνολική εποικοδομητική απάντηση της Επιτροπής στις συστάσεις και τις προτάσεις της για βελτίωση. Ωστόσο, η απάντηση της Επιτροπής δεν παρέχει ακόμη επαρκή σαφήνεια σχετικά με τα συγκεκριμένα μέτρα που προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή των συστάσεων και των προτάσεων βελτίωσης της Διαμεσολαβήτριας.
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θα παρακολουθεί το θέμα αυτό βάσει μελλοντικών καταγγελιών και μόλις η Επιτροπή ολοκληρώσει την αναθεώρηση των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Στο παρόν στάδιο, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες και ο Διαμεσολαβητής περάτωσε τις τρεις υποθέσεις.
Ιστορικό των ερευνών
1. Η Επιτροπή διαδραματίζει καίριο ρόλο στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ, καθώς έχει, κατ’ αρχήν, το αποκλειστικό δικαίωμα να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις.[1] Κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής της ευχέρειας στο θέμα αυτό, πρέπει να συμμορφώνεται με τις αρχές της διαφάνειας και του ανοικτού χαρακτήρα που απορρέουν από τη Συνθήκη [2], μεταξύ άλλων διεξάγοντας ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη.[3] Η Επιτροπή εφάρμοσε τις ανωτέρω αρχές θεσπίζοντας τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας («κατευθυντήριες γραμμές»[4] και «εργαλειοθήκη»[5]), οι οποίοι βασίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου [6] και προβλέπουν ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτιμήσεις επιπτώσεων πριν από τη θέσπιση νομοθετικών προτάσεων και άλλων μέτρων.
2. Η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τρεις καταγγελίες που εγείρουν παρόμοια ζητήματα σχετικά με τη συμμόρφωση της Επιτροπής με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλους κανόνες που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα [7] και στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής [8], ενώ εκπόνησε διάφορες νομοθετικές προτάσεις τις οποίες θεώρησε «επείγουσες»:
- καταγγελία 983/2025/MIK («υπόθεση Omnibus») – σχετικά με την πρόταση «Omnibus I»,[9]
- καταγγελία 2031/2024/VB («υπόθεση μετανάστευσης») — σχετικά με δύο προτάσεις για i) κανονισμό για την ενίσχυση της αστυνομικής συνεργασίας όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, και για την ενίσχυση της στήριξης του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) στην πρόληψη και την καταπολέμηση τέτοιων εγκλημάτων, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 [10], και ii) οδηγία για τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής στην Ένωση, και για την αντικατάσταση της οδηγίας 2002/90/ΕΚ του Συμβουλίου και της απόφασης-πλαισίου 2002/946 ΔΕΥ του Συμβουλίου,[11]
- καταγγελία 1379/2024/MIK (στο εξής: υπόθεση ΚΓΠ) — σχετικά με την πρόταση τροποποίησης της νομοθεσίας που αφορά την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ).[12]
3. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία ότι η Επιτροπή παραβίασε τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας υποβάλλοντας τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις χωρίς να διενεργήσει εκτιμήσεις επιπτώσεων. Οι καταγγέλλοντες δεν πείστηκαν από τη θέση της Επιτροπής ότι έπρεπε να ενεργήσει επειγόντως και, ως εκ τούτου, μπορούσαν να παρεκκλίνουν από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων.
4. Οι καταγγέλλοντες στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ εξέφρασαν επίσης την ανησυχία ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα επειδή δεν διενήργησε και δεν δημοσίευσε αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας των νομοθετικών προτάσεων [13].
5. Ο καταγγέλλων στην υπόθεση Omnibus ανησυχούσε επίσης για το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει τον εσωτερικό κανονισμό της διεξάγοντας συντομευμένη ταχεία διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με την επίμαχη νομοθετική πρόταση.
6. Ο Διαμεσολαβητής διερεύνησε τα ζητήματα που εγείρουν οι εν λόγω καταγγελίες, και συγκεκριμένα:
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε κατά πόσον οι νομοθετικές προτάσεις ήταν «επείγουσες» και, ως εκ τούτου, απαιτούσαν παρέκκλιση από ορισμένες απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας·
- κατά πόσον η Επιτροπή ακολούθησε τις εφαρμοστέες διαδικασίες για να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και τον τρόπο καταγραφής των σχετικών αποφάσεων·
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διασφάλισε ότι, παρά την παρέκκλιση, η επείγουσα προετοιμασία των νομοθετικών προτάσεων συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας·
- κατά πόσον η Επιτροπή διενήργησε «αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας», σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα, και με ποιον τρόπο καταγράφηκαν τα αποτελέσματα των εν λόγω αξιολογήσεων (υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ)· και
- τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διεξήγαγε τη διυπηρεσιακή διαβούλευση σχετικά με τη νομοθετική πρόταση στην υπόθεση Omnibus.
7. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε γραπτές απαντήσεις από την Επιτροπή σε συγκεκριμένες ερωτήσεις,[14] επιθεώρησε τα έγγραφα της Επιτροπής στα οποία βασιζόταν η προετοιμασία των επίμαχων προτάσεων και η ομάδα έρευνας της πραγματοποίησε συναντήσεις με τους εκπροσώπους της Επιτροπής στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ.[15] Κάλεσε επίσης τους καταγγέλλοντες να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τις απαντήσεις της Επιτροπής και τις εκθέσεις των συνεδριάσεων, πράγμα που έπραξαν.
Η σύσταση του Διαμεσολαβητή
8. Στη σύστασή της [16], η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε στην Επιτροπή την άποψή της ότι τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ πρέπει να εφαρμόζουν τους κανόνες που έχουν θεσπίσει για τον εαυτό τους, ώστε να διασφαλίζεται η συνέπεια, η διαφάνεια και να αποφεύγεται κάθε αίσθηση αυθαιρεσίας στον τρόπο λειτουργίας της διοίκησης της ΕΕ. [17] Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ, με τη δημοσίευση εσωτερικών κανόνων, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ επιβάλλουν όριο στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποκλίνουν από τους κανόνες αυτούς βάσει των γενικών αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης [18], καθώς και της χρηστής διοίκησης.
9. Και στις τρεις περιπτώσεις, η Επιτροπή παρέκκλινε από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας όσον αφορά τη διενέργεια εκτιμήσεων επιπτώσεων και δημόσιων διαβουλεύσεων σε σχέση με τις προτάσεις της, αναφερόμενη στην «επείγουσα κατάσταση». Μολονότι οι κανόνες επιτρέπουν καταρχήν τέτοιες παρεκκλίσεις, δεν ορίζουν σε τι συνίσταται μια «επείγουσα ανάγκη». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε τις πρωτοβουλίες της «επείγουσες» για πολύ διαφορετικούς λόγους, όπως ενόψει των εξελισσόμενων πολιτικών προτεραιοτήτων της ηγεσίας της Επιτροπής για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων (υπόθεση Omnibus), της μετατόπισης των γεωπολιτικών τάσεων και προκλήσεων (υπόθεση μετανάστευσης) και των αυξανόμενων και έντονων κοινωνικών διαμαρτυριών κατά ορισμένων πολιτικών της ΕΕ (υπόθεση ΚΓΠ).
10. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, μολονότι η Επιτροπή πρέπει ασφαλώς να διατηρεί περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά τον καθορισμό των περιστάσεων τις οποίες θεωρεί «επείγουσες», η ευρεία ερμηνεία του όρου «επείγον» που είχε χρησιμοποιήσει στις τρεις υποθέσεις ενείχε τον κίνδυνο να καταστήσει την εφαρμογή των απαιτήσεων των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας δυσχερή για το κοινό όσον αφορά την κατανόηση και την πρόβλεψη. Σύμφωνα με την ευρεία ερμηνεία της Επιτροπής, κάθε κατάσταση θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί «επείγουσα» εάν αποφασιζόταν από την πολιτική ηγεσία της Επιτροπής. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η έλλειψη ορισμού του «επείγοντος» στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας υπονόμευε την προβλεψιμότητα, τη συνοχή και την ασφάλεια δικαίου.
11. Η Διαμεσολαβήτρια εντόπισε περαιτέρω ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε εφαρμόσει τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας στις εξεταζόμενες υποθέσεις. Οι ελλείψεις περιλάμβαναν την έλλειψη κατάλληλων αρχείων σχετικά με τη διαδικασία και τις επακόλουθες αποφάσεις εξαίρεσης των επίμαχων πρωτοβουλιών από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, την καθυστερημένη δημοσίευση αναλυτικών εγγράφων που αντικαθιστούν πλήρεις εκτιμήσεις επιπτώσεων σε επείγουσες καταστάσεις, καθώς και την αδυναμία της Επιτροπής να επιδιώξει ευρεία και ισορροπημένη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις στις υποθέσεις ΚΓΠ και Omnibus.
12. Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποκάλυψε επίσης ελλείψεις στους ίδιους τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε την απουσία διαδικασίας στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η οποία θα διασφάλιζε ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων δεν αποδυναμώνει την ουσία μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας. Αυτό περιλάμβανε την απουσία περιγραφής των πληροφοριών που θα πρέπει να περιέχουν τα αναλυτικά έγγραφα και την απουσία καθοδήγησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διενεργούνται οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο του «επείγοντος».
13. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε στην Επιτροπή να διασφαλίσει την προβλέψιμη, συνεπή και μη αυθαίρετη εφαρμογή των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, με
- ορισμός της έννοιας του «επείγοντος» στο πλαίσιο της βελτίωσης της νομοθεσίας, ενδεχομένως στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης των κανόνων·
- καταγραφή τυχόν εσωτερικών αποφάσεων για την εξαίρεση νομοθετικών προτάσεων από τις απαιτήσεις των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που ζήτησαν την εξαίρεση, των λόγων για τους οποίους την ζήτησαν και των προσώπων που τη χορήγησαν·
- εξηγώντας σαφώς στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τις νομοθετικές προτάσεις της τους λόγους για τους οποίους απαιτείται παρέκκλιση.
14. Η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε επίσης στην Επιτροπή, σε περίπτωση χορήγησης παρεκκλίσεων, να θεσπίσει διαδικασία που θα διασφαλίζει ότι η επείγουσα προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις αρχές μιας διαφανούς, τεκμηριωμένης και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικής διαδικασίας, όπως απαιτείται από τις Συνθήκες και τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ. Η Επιτροπή θα μπορούσε να το πράξει στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. [19]
15. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης τα εξής:
- Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το αναλυτικό έγγραφο, το οποίο αντικαθιστά την εκτίμηση επιπτώσεων σε περίπτωση «επείγουσας ανάγκης», ενημερώνει τους συννομοθέτες και το κοινό σχετικά με τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι νομοθετικές προτάσεις εγκαίρως και μόλις εγκριθεί η νομοθετική πρόταση, αντικατοπτρίζοντας έτσι τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να καθορίζουν ελάχιστες ουσιαστικές απαιτήσεις τις οποίες θα πρέπει να πληρούν τα αναλυτικά έγγραφα στο πλαίσιο αυτό.
- Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίσει ότι οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι οποίες διεξάγονται όταν έχει χορηγηθεί παρέκκλιση από την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων, εξακολουθούν να πρέπει να συμμορφώνονται με τις γενικές αρχές και τα ελάχιστα πρότυπα που ισχύουν για όλες τις δημόσιες διαβουλεύσεις. Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των εν λόγω διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο του «επείγοντος».
16. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε εφαρμόσει το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα, το οποίο απαιτεί αξιολόγηση όλων των σχεδίων μέτρων και των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής ενόψει των στόχων της ΕΕ για το κλίμα. Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποκάλυψε ότι η Επιτροπή δεν τηρούσε σαφή εσωτερικά αρχεία σχετικά με την αποτελεσματική διενέργεια αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας πριν από την έγκριση των επίμαχων νομοθετικών προτάσεων στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η Επιτροπή δεν δημοσίευσε, με σαφή τρόπο, τα αποτελέσματα οποιασδήποτε αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας κατά την έγκριση των σχετικών νομοθετικών προτάσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα.
17. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Επιτροπή να διευκρινίσει ότι οι εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας πρέπει να διενεργούνται για όλες τις νομοθετικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων, και ότι τυχόν τέτοιες εκτιμήσεις θα πρέπει να καταγράφονται εσωτερικά. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει σε ποιο έγγραφο πρέπει να δημοσιεύονται οι εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας και τα αποτελέσματά τους κατά την έγκριση νομοθετικών προτάσεων που δεν συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων.
18. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε τον εσωτερικό κανονισμό της σχετικά με τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις στην υπόθεση Omnibus. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι οι διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις διασφαλίζουν ότι, κατά τη διατύπωση των προτάσεων πολιτικής της, η Επιτροπή υιοθετεί μια ολιστική και ισορροπημένη προοπτική επί του θέματος. Θεωρεί ότι, με τη συντόμευση της διυπηρεσιακής διαβούλευσης σε λιγότερο από 24 ώρες κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου, η Επιτροπή περιόρισε υπερβολικά τη δυνατότητα των υπηρεσιών της να παράσχουν ουσιαστική συμβολή στην εν λόγω νομοθετική πρόταση.
19. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στην Επιτροπή να διασφαλίζει ότι, όταν αποφασίζει ότι η διάρκεια μιας διυπηρεσιακής διαβούλευσης πρέπει να συντομευθεί, οι αιτιολογήσεις της εν λόγω απόφασης καταγράφονται δεόντως. Μόνο σε εξαιρετικές επείγουσες περιπτώσεις θα πρέπει η διάρκεια να είναι μικρότερη από τις 48 ώρες που προβλέπονται στην ταχεία διαδικασία και θα πρέπει να παρέχεται επαρκής αιτιολόγηση.
20. Συνολικά, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, στο σύνολό τους, οι διάφορες διαδικαστικές ελλείψεις που εντόπισε στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπόνησε τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις ισοδυναμούσαν με κακοδιοίκηση.
Η γνώμη της Επιτροπής και οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας
21. Στη γνώμη που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2026 σχετικά με τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας [20], η Επιτροπή συμφώνησε να εξετάσει «πιο διαφανείς παραμέτρους» για την αξιολόγηση της ανάγκης επείγουσας δράσης κατά την επικείμενη αναθεώρηση των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Δήλωσε ότι θα το πράξει, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν θα παρεμποδίζεται η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να ανταποκρίνεται σε επείγουσες καταστάσεις. Τόνισε επίσης την ανάγκη ταχείας λήψης αποφάσεων και ότι διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά τον καθορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες θεωρεί ότι πρέπει να αναληφθεί επειγόντως δράση.
22. Αφού απέστειλε τη γνωμοδότησή της στη Διαμεσολαβήτρια, τον Απρίλιο του 2026 η Επιτροπή εξέδωσε την ανακοίνωσή της με τίτλο «Εγχειρίδιο κανόνων της ΕΕ για απλούστερη, σαφέστερη και καλύτερη επιβολή»[21], στην οποία παρέπεμψε στη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας και παρείχε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της. Όσον αφορά τις παραμέτρους για την αξιολόγηση του «επείγοντος», η Επιτροπή απαρίθμησε τα ακόλουθα στοιχεία: i) «η ύπαρξη πρόβλεψης κλυδωνισμών ή κρίσεων, μεταξύ άλλων στις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης», ii) «δυνητικές συνέπειες ελλείψει άμεσης δράσης», iii) «νόμιμες προθεσμίες» και iv) «πολιτικό πλαίσιο που δημιουργεί ανάγκη για επείγουσα δράση».
23. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή επανέλαβε στη γνωμοδότησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια ότι, στις υποθέσεις Omnibus, ΚΓΠ και μετανάστευσης, υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι για να αναληφθεί επείγουσα δράση και να χρησιμοποιηθεί η ευελιξία που προβλέπεται στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
24. Η Επιτροπή αναγνώρισε επίσης τη σημασία της ορθής καταγραφής και της δημόσιας επεξήγησης των παρεκκλίσεων από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή διαφάνεια. Αναφέρει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες θα κληθούν να διαβιβάσουν τις αιτήσεις τους για παρεκκλίσεις στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής το συντομότερο δυνατόν κατά τη διαδικασία προετοιμασίας των πρωτοβουλιών. Τα αιτήματα αυτά θα συνοδεύονται από λεπτομερή αιτιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης σαφούς επεξήγησης του πλαισίου του επείγοντος. Η Επιτροπή θα τηρεί επίσης αρχεία των τυχόν παρεκκλίσεων που χορηγούνται και θα διασφαλίζει ότι οι αιτιολογικές εκθέσεις των σχετικών προτάσεων περιγράφουν σαφώς τις παρεκκλίσεις και παρέχουν αιτιολογήσεις για αυτές.
25. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι θα προσπαθήσει να δημοσιεύσει αναλυτικά έγγραφα, τα οποία αντικαθιστούν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων σε επείγουσες καταστάσεις, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο τρεις μήνες μετά την έγκριση της πρότασής της, όπως προβλέπεται στους ισχύοντες κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Τα αναλυτικά έγγραφα θα καλύπτουν στο μέλλον τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: i) ορισμός του προβλήματος, ii) προσέγγιση και μέτρα που προσδιορίστηκαν για την πρωτοβουλία, iii) αξιολόγηση των βασικών επιπτώσεων της πρωτοβουλίας, iv) σύνοψη της συμβολής των ενδιαφερόμενων μερών, v) αξιολόγηση της κλιματικής συνέπειας και των αποτελεσμάτων της. Ωστόσο, στην ανακοίνωσή της του Απριλίου 2026, η Επιτροπή δεν ανέφερε πλέον το τέταρτο στοιχείο, δηλαδή μια σύνοψη των παρατηρήσεων των ενδιαφερόμενων μερών.
26. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η μέγιστη συμμετοχικότητα παρά τον επείγοντα χαρακτήρα, η Επιτροπή θα προσπαθήσει να προετοιμάσει μια «πρόσκληση υποβολής στοιχείων» από τα ενδιαφερόμενα μέρη, να διενεργήσει «έλεγχο πραγματικότητας» ή άλλες στοχευμένες διαβουλεύσεις. Στην ανακοίνωσή της, διευκρίνισε ότι η πρόσκληση υποβολής στοιχείων θα αποτελέσει το κύριο μέσο για τη διατήρηση της ουσιαστικής συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας, παρέχοντας στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής. Οι στοχευμένες διαβουλεύσεις αναφέρονται επίσης ως προαιρετικό στοιχείο, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των «ελέγχων πραγματικότητας».
27. Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι τα μέτρα που πρότεινε η Επιτροπή δεν επαρκούν για την εφαρμογή της σύστασης της Διαμεσολαβήτριας.
28. Επισήμαναν ότι η Επιτροπή, στη γνωμοδότησή της σχετικά με τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας, δεσμεύτηκε μόνο να εξετάσει την έννοια του «επείγοντος», αλλά όχι να την ορίσει, ενώ οι παράμετροι που παρέχονται στην ανακοίνωσή της είναι υπερβολικά ασαφείς. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν επίσης την ανησυχία ότι η Επιτροπή μπορεί να συμπεριλάβει στην έννοια του επείγοντος «πολιτικές προτεραιότητες», καθώς αυτό θα άφηνε στην Επιτροπή απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να θεωρεί τυχόν πρωτοβουλίες επείγουσες και να παρεκκλίνει από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας με απρόβλεπτο, ασυνεπή και αυθαίρετο τρόπο. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει ότι η επείγουσα νομοθετική διαδικασία κατά παρέκκλιση από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας παραμένει η απόλυτη εξαίρεση. Συνολικά, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι ο επείγων χαρακτήρας θα πρέπει να περιορίζεται σε σαφώς καθορισμένες καταστάσεις (όπως φυσικές καταστροφές και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας) και ότι θα πρέπει να υπάρχουν ισχυρές διασφαλίσεις για τη διασφάλιση πλήρους διαφάνειας και λογοδοσίας στη νομοθετική διαδικασία. Επισήμαναν ότι στόχοι πολιτικής όπως η «απλούστευση» ή η «διοικητική αποτελεσματικότητα» δεν θα πρέπει να θεωρούνται λόγοι επείγουσας ανάγκης.
29. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν επίσης ανησυχίες σχετικά με τις δηλώσεις της Επιτροπής στην ανακοίνωσή της σχετικά με τις «στοχευμένες πρωτοβουλίες» και την απαίτηση εκτίμησης επιπτώσεων. Κατά την άποψή τους, οι δηλώσεις αυτές δείχνουν ότι, ενώ η Επιτροπή θα προσπαθήσει να εκπονήσει περισσότερες εκτιμήσεις επιπτώσεων, οι εν λόγω εκτιμήσεις επιπτώσεων θα αφορούν μικρότερο αριθμό σημαντικών επιπτώσεων των προτεινόμενων πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στο περιβάλλον, την υγεία, την κοινωνία και τα θεμελιώδη δικαιώματα.
30. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους για την αμεροληψία της διαδικασίας της Επιτροπής για τη χορήγηση παρεκκλίσεων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Επίτροπος που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή και την απλούστευση είναι επίσης αρμόδιος για τη χορήγηση παρεκκλίσεων, ενώ οι κανόνες δεν προβλέπουν εναλλακτικό φορέα λήψης αποφάσεων σε περίπτωση που ο ίδιος Επίτροπος είναι επίσης αρμόδιος για το αντικείμενο της νομοθετικής πρότασης για την οποία ζητείται παρέκκλιση.
31. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τον προσδιορισμό από την Επιτροπή των ελάχιστων στοιχείων που θα πρέπει να περιέχουν τα αναλυτικά έγγραφα. Ωστόσο, επανέλαβαν ότι, στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν στο πλαίσιο των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή δεν συμπεριέλαβε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τις νομοθετικές προτάσεις της.[22] Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι τα αναλυτικά έγγραφα θα πρέπει επίσης να αναφέρουν ποιες πληροφορίες λείπουν ελλείψει πλήρους εκτίμησης επιπτώσεων. Ανέφεραν επίσης ότι η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή αναλυτικών εγγράφων μετά την έγκριση νομοθετικών προτάσεων είναι υπερβολική, δεδομένου ότι ορισμένες επείγουσες νομοθετικές πράξεις μπορούν να εγκριθούν εντός μηνών.
32. Οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον συγκεκριμένο τρόπο σχεδιάζει να διασφαλίσει την επαρκή συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών σε επείγουσες περιπτώσεις. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή θα πρέπει να δεσμευτεί να προσδιορίσει τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ως σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς, ακόμη και σε επείγουσες περιπτώσεις, και οι κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να συμπληρωθούν με πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χαρτογραφούνται αποτελεσματικά οι ενδιαφερόμενοι φορείς για στοχευμένες διαβουλεύσεις. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι οι «έλεγχοι της πραγματικότητας», τους οποίους η Επιτροπή ανέφερε ως παράδειγμα στοχευμένων διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, έχουν περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και συνήθως δεν περιλαμβάνουν ενδιαφερόμενα μέρη εκτός από εκπροσώπους εταιρειών, αποκλείοντας έτσι την κοινωνία των πολιτών, τους πολίτες και τους πανεπιστημιακούς.
Ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα
33. Η Επιτροπή επανέλαβε στη γνωμοδότησή της σχετικά με τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας ότι είχε διενεργήσει τις απαιτούμενες αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας στις υποθέσεις Omnibus και ΚΓΠ, αλλά ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, δεν υπήρχε ανάγκη αναπαραγωγής της ανάλυσης στα αναλυτικά έγγραφα ή σε άλλη συγκεκριμένη μορφή. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε συνοψίσει τα συμπεράσματα των εκτιμήσεων αυτών στα αναλυτικά έγγραφα και στα υπομνήματα που συνόδευαν τις επίμαχες νομοθετικές προτάσεις.
34. Ωστόσο, η Επιτροπή θα διασφαλίσει ότι οι εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας θα αναφέρονται όχι μόνο στις εκτιμήσεις επιπτώσεων, αλλά και σε αναλυτικά έγγραφα που αντικαθιστούν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων, και ότι τα αποτελέσματά τους θα αναφέρονται επίσης με σαφήνεια στις αιτιολογικές εκθέσεις που συνοδεύουν τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις.
35. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η θέση της Επιτροπής δεν ήταν σαφής ως προς το αν θα δημοσιεύει μόνο τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων κλιματικής συνέπειας ή την πλήρη ανάλυση που οδηγεί στα αποτελέσματα αυτά, καθώς και ως προς τον βαθμό στον οποίο οι αξιολογήσεις κλιματικής συνέπειας ή τουλάχιστον τα αποτελέσματά τους θα δημοσιεύονται στα αναλυτικά έγγραφα.
Ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής σχετικά με τις διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις
36. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, εάν η Γενική Γραμματεία συμφωνήσει κατ’ εξαίρεση σε διυπηρεσιακή διαβούλευση διάρκειας μικρότερης των 48 ωρών, θα παράσχει σχετική αιτιολόγηση.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά τη σύσταση
37. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συνολική εποικοδομητική γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη σύστασή της. Εκτιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Επιτροπή ανέφερε τα μέτρα που προτίθεται να λάβει σε σχέση με κάθε σύσταση και πρόταση βελτίωσης.
38. Ταυτόχρονα, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι η γνώμη περιγράφει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή μόνο με γενικούς όρους, συχνά χωρίς εξειδίκευση και συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Με βάση τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, δεν είναι σαφές για τη Διαμεσολαβήτρια με ποιον ακριβώς τρόπο θα αντιμετωπίσει η Επιτροπή τις ελλείψεις που εντόπισε και αν, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της σύστασής της, δηλαδή να διασφαλίσει επαρκώς διαφανή, τεκμηριωμένη και χωρίς αποκλεισμούς νομοθετική διαδικασία σε επείγουσες καταστάσεις. Η ανακοίνωση δεν αίρει ούτε τις αμφιβολίες του Διαμεσολαβητή.
39. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύστασή της να οριστεί η έννοια του «επείγοντος», η Διαμεσολαβήτρια αναγνωρίζει τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, κρίσεις και νέες προκλήσεις με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Τούτου λεχθέντος, η γνώμη της Επιτροπής και η ανακοίνωση δεν μετριάζουν επαρκώς τον κίνδυνο η «επείγουσα» νομοθετική διαδικασία να καταστεί ο κυρίαρχος τρόπος νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ.
40. Η Επιτροπή ανέφερε στην ανακοίνωσή της ότι το «πολιτικό πλαίσιο» μπορεί να είναι μία από τις παραμέτρους «που δημιουργούν την ανάγκη για επείγουσα δράση». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρόκειται για υπερβολικά ασαφή δήλωση. Στο πλαίσιο αυτό, εξακολουθεί να ανησυχεί για το γεγονός ότι η εφαρμογή των πολιτικών προτεραιοτήτων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την προσφυγή σε «επείγουσα» νομοθετική διαδικασία. Ως εκ τούτου, χωρίς να έχει δει τον τελικό κατάλογο και τη διατύπωση «πιο διαφανών παραμέτρων» για την αξιολόγηση της ανάγκης επείγουσας δράσης στην επικείμενη αναθεώρηση των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας από την Επιτροπή, και χωρίς να έχει δει την πρακτική εφαρμογή αυτών των παραμέτρων, η Διαμεσολαβήτρια δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσον η Επιτροπή θα καταστήσει πιο προβλέψιμη την εφαρμογή των απαιτήσεων των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
41. Επιπλέον, στην ανακοίνωση, η Επιτροπή κάνει διάκριση μεταξύ «μεγάλων νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών ή αναθεωρήσεων» και «στοχευμένων πρωτοβουλιών» και φαίνεται ότι η εφαρμογή των απαιτήσεων για τη βελτίωση της νομοθεσίας μπορεί να διαφέρει σε σχέση με τις δύο αυτές κατηγορίες.[23] Ως «στοχευμένες πρωτοβουλίες» νοούνται «αυτές που δεν μεταβάλλουν σημαντικά τους στόχους πολιτικής της ισχύουσας νομοθεσίας και προτείνουν αλλαγές που αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς της». Ωστόσο, δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες της προσέγγισης της Επιτροπής όσον αφορά τις «στοχευμένες πρωτοβουλίες» είναι ασαφείς επί του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων των πρωτοβουλιών που θεωρούνται «στοχευμένες» για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ούτε στο παρόν στάδιο η Διαμεσολαβήτρια είναι σε θέση να λάβει τελική θέση σχετικά με αυτή τη νέα διαφοροποίηση.
42. Όσον αφορά την καταγραφή και τη δημοσίευση των παρεκκλίσεων από τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δέσμευση της Επιτροπής να βελτιώσει τις πρακτικές της στο θέμα αυτό. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι δεσμεύσεις αυτές φαίνεται να ισχύουν μόνο για τις αιτήσεις παρέκκλισης «από τη βάση προς την κορυφή», δηλαδή για τις αιτήσεις που προέρχονται από τις Γενικές Διευθύνσεις που είναι αρμόδιες για τις σχετικές πρωτοβουλίες. Στις περιπτώσεις που εξέτασε η Διαμεσολαβήτρια, οι αιτήσεις παρέκκλισης υποβλήθηκαν «από την κορυφή προς τη βάση», καθώς προέρχονταν από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα και το πολιτικό επίπεδο της Επιτροπής.[24] Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η γνώμη της Επιτροπής δεν παρουσιάζει κανένα μέτρο που να αφορά ειδικά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή θα καταγράφει τις εν λόγω αιτήσεις παρέκκλισης «από την κορυφή προς τη βάση». Η Διαμεσολαβήτρια ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα διασφαλίσει ότι και τα αιτήματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των αιτιολογήσεών τους, θα καταγράφονται δεόντως.
43. Όσον αφορά τα αναλυτικά έγγραφα, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει πλέον καθορίσει τα ελάχιστα στοιχεία τους, αν και ο κατάλογος των εν λόγω στοιχείων που παρέχεται στην ανακοίνωση δεν περιλαμβάνει τη σύνοψη της συμβολής των ενδιαφερόμενων μερών, η οποία αναφέρθηκε συγκεκριμένα από την Επιτροπή στη γνώμη της σχετικά με τη σύστασή της. Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνουν οι καταγγέλλοντες, το τρίμηνο χρονοδιάγραμμα για τη δημοσίευση αναλυτικών εγγράφων ενδέχεται να μην επαρκεί για την επίτευξη του σκοπού τους, δηλαδή την ενημέρωση του δημόσιου διαλόγου πριν από την έγκριση της νομοθεσίας, ιδίως όταν η νομοθετική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός ολίγων μόνο μηνών. Η Διαμεσολαβήτρια καλεί την Επιτροπή να εξετάσει περαιτέρω το θέμα αυτό κατά την επικείμενη αναθεώρηση των κανόνων της για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
44. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης τις δεσμεύσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις στοχευμένες διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας. Ωστόσο, στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι το κύριο μέσο συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών στην ταχεία διαδικασία θα είναι η «πρόσκληση υποβολής στοιχείων». Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι μια «πρόσκληση υποβολής στοιχείων» επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις προγραμματισμένες πρωτοβουλίες της στην αρχή της διαδικασίας χάραξης πολιτικής, δηλαδή όταν είναι διαθέσιμες μόνο σχετικά περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις προβλεπόμενες επιλογές πολιτικής της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι «προσκλήσεις υποβολής στοιχείων» θα επιτρέψουν στα ενδιαφερόμενα μέρη να «συμβάλουν στη διαμόρφωση της πρωτοβουλίας». Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να δώσει στα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις προτιμώμενες επιλογές πολιτικής της Επιτροπής, μόλις αυτές αποσαφηνιστούν πλήρως. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν είναι πεπεισμένη κατά πόσον η «πρόσκληση υποβολής στοιχείων» αποτελεί επαρκές μέσο συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας.
45. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, δεν είναι σαφές αν θα διεξάγονται πάντα στοχευμένες διαβουλεύσεις για συγκεκριμένες επιλογές πολιτικής, καθώς η Επιτροπή προτίθεται να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών μέσω «διαλόγων εφαρμογής» ή «ελέγχων πραγματικότητας». Δεν είναι επίσης σαφές αν η τελευταία μορφή συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών συνίσταται σε διαβούλευση σχετικά με ολοκληρωμένες πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής και αν επιτρέπει την ισόρροπη εκπροσώπηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.
46. Όπως αναφέρεται στη σύστασή της, η Διαμεσολαβήτρια πιστεύει ότι κάθε στοχευμένη διαβούλευση που διεξάγει η Επιτροπή στο πλαίσιο των επειγουσών νομοθετικών δραστηριοτήτων της θα πρέπει να συμμορφώνεται με ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις, τις οποίες η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίζει στους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Η ενδεχόμενη αντικατάσταση των στοχευμένων διαβουλεύσεων με «προσκλήσεις υποβολής στοιχείων» ή άλλες μορφές συμμετοχής των ενδιαφερόμενων μερών, οι οποίες δεν ισοδυναμούν με πλήρεις στοχευμένες διαβουλεύσεις για πρωτοβουλίες πολιτικής, δεν φαίνεται να κινείται προς την κατεύθυνση που προτείνει η Διαμεσολαβήτρια.
47. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα, η Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει «εκτίμηση κλιματικής συνέπειας» σε κάθε εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει τις νομοθετικές προτάσεις της, «και να δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα της εν λόγω εκτίμησης κατά τον χρόνο της έγκρισής της».[25] Η διάταξη δεν προσδιορίζει πού θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εκτίμηση κλιματικής συνέπειας ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δέσμευση της Επιτροπής να δημοσιεύει «εκτιμήσεις κλιματικής συνέπειας» όχι μόνο στις εκθέσεις εκτίμησης επιπτώσεων, αλλά, ελλείψει αυτών, και σε αναλυτικά έγγραφα. Η Διαμεσολαβήτρια λαμβάνει επίσης υπό σημείωση τη δέσμευση της Επιτροπής να αναφέρει ρητά το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της κλιματικής συνέπειας στις αιτιολογικές εκθέσεις των προτάσεών της. Θα παρακολουθεί την υλοποίηση αυτής της δέσμευσης με βάση τις μελλοντικές καταγγελίες που ενδέχεται να λάβει.
48. Όσον αφορά τις ταχείες διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει τη δέσμευση της Επιτροπής να παρέχει αιτιολογήσεις σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες οι διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις θα πρέπει να ολοκληρωθούν εντός διαστήματος μικρότερου των 48 ωρών. Ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει ότι, κατά τη συντόμευση των διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων, δεν περιορίζει υπερβολικά τη δυνατότητα των υπηρεσιών της να παρέχουν ουσιαστική συμβολή στις εν λόγω νομοθετικές προτάσεις, για παράδειγμα, παρέχοντάς τους μόνο λίγες ώρες το Σαββατοκύριακο για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
49. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια δεν είναι ακόμη σε θέση να συναγάγει οριστικά συμπεράσματα σχετικά με το κατά πόσον τα μέτρα για τα οποία δεσμεύτηκε η Επιτροπή θα ανταποκριθούν πλήρως και επαρκώς στη σύστασή της. Η Διαμεσολαβήτρια θα είναι σε θέση να λάβει θέση επ’ αυτού μόνον αφού η Επιτροπή αναθεωρήσει τους κανόνες της για τη βελτίωση της νομοθεσίας και εφαρμόσει τους αναθεωρημένους κανόνες κατά την προετοιμασία των επικείμενων νομοθετικών προτάσεων. Με βάση πιθανές μελλοντικές καταγγελίες, η Διαμεσολαβήτρια θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την επάρκεια των αναθεωρημένων κανόνων και την εφαρμογή τους. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα αυτό και, ως εκ τούτου, περατώνει τις υποθέσεις.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Στο παρόν στάδιο δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες, δεδομένης της συνολικής συμφωνίας της Επιτροπής για την εφαρμογή των συστάσεων και των προτάσεων βελτίωσης της Διαμεσολαβήτριας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων μέτρων που πρέπει να ληφθούν από την Επιτροπή για τον σκοπό αυτό δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους στο πλαίσιο μελλοντικών καταγγελιών και μόλις η Επιτροπή ολοκληρώσει την αναθεώρηση των κανόνων για τη «βελτίωση της νομοθεσίας».
Οι καταγγέλλοντες και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 23/06/2026
[1] Άρθρο 17 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).
[2] Άρθρο 1 και άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ και άρθρο 15 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
[3] Άρθρο 11 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[4] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SWD(2021) 305 final, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/document/download/d0bbd77f-bee5-4ee5-b5c4-6110c7605476_en?filename=swd2021_305_en.pdf.
[5] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, Ιούλιος 2023, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/document/download/9c8d2189-8abd-4f29-84e9-abc843cc68e0_en?filename=BR%20toolbox%20-%20Jul%202023%20-%20FINAL.pdf.
[6] Σύμφωνα με το άρθρο 295 της ΣΛΕΕ, οι διοργανικές συμφωνίες «μπορούν να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα». Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, ΕΕ 2016, L 123, σ. 1, https://eur-lex.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj/eng.
[7] Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα»), ΕΕ L 243 της https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:32021R1119.
[8] Απόφαση 2024/3080 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2024, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, https://eur-lex.europa.eu/eli/dec/2024/3080/oj/eng.
[9] COM(2025) 81 τελικό, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52025PC0081.
[10] COM(2023) 754 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52023PC0754.
[11] COM(2023) 755 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52023PC0755.
[12] COM(2024) 139 final, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52024PC0139.
[13] Ο ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα θέσπισε την υποχρέωση της Επιτροπής να επαληθεύει τη συνοχή τόσο της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ όσο και των νέων νομοθετικών προτάσεων με τους στόχους της πολιτικής για το κλίμα (άρθρο 6 παράγραφος 4).
[14] Βλ. https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/211281· https://www.ombudsman.europa.eu/en/case/en/67546· https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/201482.
[15] Βλ. https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/inspection-report/en/208118· https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/inspection-report/en/215918.
[16] Σύσταση σχετικά με τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τους κανόνες για τη βελτίωση της νομοθεσίας και άλλες διαδικαστικές απαιτήσεις κατά την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων τις οποίες έκρινε επείγουσες (983/2025/MAS — υπόθεση «Omnibus», 2031/2024/VB — υπόθεση «μετανάστευσης» και 1379/2024/MIK — υπόθεση «ΚΓΠ»), https://www.ombudsman.europa.eu/en/recommendation/en/215920.
[17] Απόφαση στην υπόθεση 1474/2018/TE σχετικά με εικαζόμενες ελλείψεις και προκαταλήψεις κατά την προετοιμασία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της πολιτικής και της νομοθετικής της πρότασης για τη μείωση των πλαστικών προϊόντων μίας χρήσης, σκέψεις 28-30, διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/111569.
[18] Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-189/02 P, C-202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri A/S κατά Επιτροπής, σκέψεις 209-211, διατίθεται στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=59846&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=11937880.
[19] Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, «Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2026», COM(2025) 870 final, 21 Οκτωβρίου 2025, διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:52025DC0870.
[20] Βλ. τη γνώμη της Επιτροπής εδώ: https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/220471.
[21] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Απλούστερο, σαφέστερο και καλύτερα ενισχυμένο εγχειρίδιο κανόνων της ΕΕ, COM(2026) 380 final, https://commission.europa.eu/document/download/75b997e8-ebe0-4954-9705-6b61bdb05b87_en?filename=com-2026-380_en.pdf.
[22] Ειδικότερα, στην υπόθεση της μετανάστευσης, οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκρινε αναγκαία τη διενέργεια υποκατάστατων εκτιμήσεων επιπτώσεων, βλ. https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_STU(2025)765787· βλ. https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_STU(2025)765777.
[23] Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου θα συνεχίσει να εκδίδει γνώμες με επιφύλαξη όσον αφορά «μείζονες νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες ή αναθεωρήσεις», ενώ για στοχευμένες πρωτοβουλίες θα εκδίδει «συστάσεις βελτίωσης που θα κοινοποιούνται με διαφάνεια και θα λαμβάνονται υπόψη».
[24] Σύσταση, υποσημείωση 16, σημείο 57.
[25] «Η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια κάθε σχεδίου μέτρου ή νομοθετικής πρότασης, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών προτάσεων, με τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και τους κλιματικούς στόχους της Ένωσης για το 2030 και το 2040 πριν από την έγκριση, και περιλαμβάνει την εν λόγω εκτίμηση επιπτώσεων σε κάθε εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει τα εν λόγω μέτρα ή προτάσεις, και δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα της εν λόγω εκτίμησης κατά τον χρόνο της έγκρισης»(η υπογράμμιση δική μας).