Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Αναζήτηση ερευνών
Προβολή 1 - 20 από 524 αποτελέσματα
Απόφαση στην υπόθεση 21/2016/JAP σχετικά με τη μη παροχή πρόσβασης του Συμβουλίου της ΕΕ σε νομικές γνωμοδοτήσεις επί προτάσεων κανονισμών για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (EUROJUST)
Πέμπτη | 07 Μαρτίου 2019
Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει πλήρη πρόσβαση σε νομικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τις νομοθετικές προτάσεις κανονισμών για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (EUROJUST).
Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, το Συμβούλιο συμφώνησε να δημοσιοποιήσει δύο από τα τέσσερα έγγραφα, αλλά διατήρησε την άρνησή του να δημοσιοποιήσει πλήρως τα δύο εναπομένοντα έγγραφα, μολονότι χορηγήθηκε μερική πρόσβαση.
Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται ότι η άρνηση πλήρους δημοσιοποίησης των νομικών γνωμοδοτήσεων ήταν δικαιολογημένη με την αιτιολογία ότι θα υπονόμευε την προστασία των νομικών γνωμοδοτήσεων και των δικαστικών διαδικασιών. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης, αλλά καλεί το Συμβούλιο να επανεξετάσει την άρνησή του υπό το πρίσμα της περαιτέρω παρόδου του χρόνου.
Δημοσιοποίηση, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εγγράφων που αφορούν τους τριμερείς διαλόγους και τη διαφάνεια των τριμερών διαλόγων εν γένει
Πέμπτη | 18 Ιανουαρίου 2018
Ιδιωτικός λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που χρησιμοποιείται για προφανώς σχετική με την εργασία αλληλογραφία στον Ευρωπαϊκό Εκτελεστικό Οργανισμό Έρευνας - ερωτήσεις σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Σάββατο | 23 Δεκεμβρίου 2017
Απόφαση στην υπόθεση 66/2016/DK σχετικά με τη δράση του Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας όσον αφορά αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα
Πέμπτη | 21 Δεκεμβρίου 2017
Η υπόθεση αφορούσε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απεστάλησαν από τον ιδιωτικό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας στα μέλη του επιστημονικού συμβουλίου του Οργανισμού. Όταν ο Οργανισμός αρνήθηκε την πρόσβαση με την αιτιολογία ότι τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν ήταν στην κατοχή του, καθώς εστάλησαν από ιδιωτικό λογαριασμό, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με το ζήτημα, μετά την οποία ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου διαβίβασε στον Οργανισμό αντίγραφα των δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ως εκ τούτου, ο Οργανισμός θα μπορούσε να αξιολογήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα ηλεκτρονικά μηνύματα βάσει του κανονισμού 1049/2001 [1]. Στη συνέχεια, ο Οργανισμός χορήγησε στον καταγγέλλοντα μερική πρόσβαση στα έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής έλαβε πλήρη αντίγραφα των δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων και ήταν σε θέση να επαληθεύσει ότι οι διαγραφές που έγιναν στα αντίγραφα που κοινοποιήθηκαν στον καταγγέλλοντα ήταν δικαιολογημένες.
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.
Απόφαση στην υπόθεση 709/2015/MDC σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού στα σχέδια της τελικής έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρότασή της για οδηγία για την τροποποίηση των οδηγιών για την ποιότητα των καυσίμων και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Τετάρτη | 04 Οκτωβρίου 2017
Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε σχέδια εκθέσεων εκτίμησης επιπτώσεων (IAR) σχετικά με την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης που σχετίζεται με τα βιοκαύσιμα (ILUC). Η γνωστοποίηση των εγγράφων απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι θα έθιγε τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Η καταγγέλλουσα, μια ομάδα οργανώσεων, έκρινε ότι θα πρέπει να της χορηγηθεί πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε.
Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το θέμα. Σημείωσε ότι, τον Σεπτέμβριο του 2015, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία 2015/1513. Η οδηγία αυτή στηριζόταν στη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής στην οποία είχε επισυναφθεί η έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων, της οποίας τα σχέδια ήταν επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε, υπό το πρίσμα αυτών των νέων περιστάσεων, να χορηγήσει η Επιτροπή στο κοινό πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα. Η Επιτροπή διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της. Ωστόσο, κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει νέα αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, υπό το πρίσμα των νέων περιστάσεων. Ο καταγγέλλων ενημέρωσε αργότερα τη Διαμεσολαβήτρια ότι, μετά από νέα αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, η Επιτροπή χορήγησε πρόσβαση στα έγγραφα που είχε ζητήσει. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία. Επισημαίνει επίσης ότι ο Διαμεσολαβητής έχει το δικαίωμα να ζητήσει από ένα θεσμικό όργανο να λάβει υπόψη, όταν απαντά σε πρόταση λύσης του Διαμεσολαβητή σε υπόθεση πρόσβασης σε έγγραφα, νέα επιχειρήματα ως προς τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί ένα έγγραφο.
Απόφαση στην υπόθεση 1959/2014/MDC σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού στα έντυπα αξιολόγησης ανάθεσης σχετικά με αιτήσεις συγχρηματοδότησης μηχανισμών για την επεξεργασία των καταστάσεων ονομάτων επιβατών
Πέμπτη | 13 Ιουλίου 2017
Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση στα έντυπα αξιολόγησης που καταρτίστηκαν για την αξιολόγηση των αιτήσεων των κρατών μελών για συγχρηματοδότηση από την Επιτροπή των εθνικών συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων από τις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR [1]). Η καταγγελία υποβλήθηκε από βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Όταν αρνήθηκε την πρόσβαση στα ζητηθέντα έντυπα αξιολόγησης, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε η ανάγκη διατήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαδικασιών των επιτροπών αξιολόγησης σε σχέση με τις διαδικασίες υποβολής προσφορών. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των γνωμών των μελών της επιτροπής αξιολόγησης θα έθετε σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους και, ως εκ τούτου, θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του οικείου θεσμικού οργάνου. Ο καταγγέλλων θεώρησε, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή δεν είχε εφαρμογή σε διαδικασία αξιολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση των αιτήσεων χρηματοδότησης που υπέβαλαν τα κράτη μέλη.
Ο Διαμεσολαβητής διερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι η άρνηση της Επιτροπής να κοινοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα δεν ήταν δικαιολογημένη. Επιπλέον, συμφώνησε ότι υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια απηύθυνε σύσταση στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα (συμφώνησε, ωστόσο, ότι τα ονόματα των αξιολογητών θα μπορούσαν να απαλειφθούν).
Η Επιτροπή αρνήθηκε να αποδεχθεί τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας χωρίς να αιτιολογήσει πειστικά τη θέση της. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με τη διαπίστωση κακοδιοίκησης.
[1] Τα δεδομένα από τις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) είναι πληροφορίες που παρέχονται από τους επιβάτες κατά την κράτηση και την κράτηση εισιτηρίων και κατά τον έλεγχο εισιτηρίων σε πτήσεις, καθώς και πληροφορίες που συλλέγονται από τους αερομεταφορείς για δικούς τους εμπορικούς σκοπούς. Περιέχει διάφορα είδη πληροφοριών, όπως ημερομηνίες ταξιδιού, δρομολόγιο ταξιδιού, στοιχεία εισιτηρίου, στοιχεία επικοινωνίας, ταξιδιωτικό πράκτορα μέσω του οποίου έγινε η κράτηση της πτήσης, χρησιμοποιούμενα μέσα πληρωμής, αριθμό θέσης και πληροφορίες αποσκευών. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στις βάσεις δεδομένων ελέγχου κρατήσεων και αναχωρήσεων των αεροπορικών εταιρειών.
Απόφαση στην υπόθεση 1102/2016/JN σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην αλληλογραφία και να κοινοποιήσει πλήρως ένα έγγραφο
Παρασκευή | 13 Ιανουαρίου 2017
Η υπόθεση αφορούσε την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου σε επίπεδο κράτους μέλους. Μετά την παρέμβαση της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή απάντησε. Αποκάλυψε το έγγραφο που ζήτησε ο καταγγέλλων, αλλά απέκρυψε ορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (ονόματα φυσικών προσώπων). Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε ορθά την απαλοιφή βάσει του κανονισμού 45/2001.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 789/2016/EIS σχετικά με τον χειρισμό από την ΕΥΕΔ αιτήματος πρόσβασης του κοινού στη «συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας» μεταξύ της ΕΕ και της Κούβας
Πέμπτη | 10 Νοεμβρίου 2016
Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού στη «συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας» μεταξύ της ΕΕ και της Κούβας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η ΕΥΕΔ δημοσίευσε το έγγραφο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση όπως διευθετήθηκε.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 248/2016/PB κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης σε σχέση με τη μη δημοσιοποίηση φακέλου έρευνας
Δευτέρα | 31 Οκτωβρίου 2016
Η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στη γνωμοδότησή της σχετικά με το σχέδιο σερβικού νόμου για τη δωρεάν νομική συνδρομή.
Τρίτη | 06 Σεπτεμβρίου 2016
Απόφαση στην υπόθεση OI/7/2015/ANA σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση στις παρατηρήσεις της επί σχεδίου σερβικής νομοθεσίας
Παρασκευή | 02 Σεπτεμβρίου 2016
Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού στη γνωμοδότησή της σχετικά με το σχέδιο σερβικού νόμου για τη δωρεάν νομική συνδρομή.
Ο Διαμεσολαβητής διερεύνησε το ζήτημα και διενήργησε έλεγχο του σχετικού εγγράφου. Ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησε τις πληροφορίες του φακέλου και διαπίστωσε ότι η άρνηση της Επιτροπής ήταν δικαιολογημένη βάσει των σχετικών εφαρμοστέων κανόνων για την πρόσβαση στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001).
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης. Τούτου λεχθέντος, τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή βασίζονται στην ερμηνεία του νόμου όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή, ενεργώντας προς το δημόσιο συμφέρον, να επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο με τον οποίο διεξάγει τις προενταξιακές διαπραγματεύσεις και καθώς οι διαπραγματεύσεις προχωρούν ή τελικά ολοκληρώνονται. Η έναρξη ισχύος του σχεδίου νόμου περί δωρεάν νομικής συνδρομής, το προσωρινό κλείσιμο του κεφαλαίου 23 των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και η ενδεχόμενη προσχώρηση της Σερβίας στην ΕΕ αποτελούν όλες τις χρονικές στιγμές κατά τις οποίες η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεκτιμήσει την κατάσταση, ώστε να διαπιστώσει κατά πόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι που δικαιολογούν την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο. Η Διαμεσολαβήτρια ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει αυτόν τον προβληματισμό.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας επί της καταγγελίας 1922/2014/PL σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού στις εκθέσεις αξιολόγησης ενός έργου που χρηματοδοτείται από την ΕΕ
Τρίτη | 30 Αυγούστου 2016
Η υπόθεση αυτή αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση του κοινού στις εκθέσεις αξιολόγησης των προτάσεων για ένα χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ έργο για τους Ρομά στην Αλβανία.
Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ορθώς αρνήθηκε την πλήρη πρόσβαση βάσει της εξαίρεσης από την πρόσβαση του κοινού, η οποία προστατεύει τα εμπορικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.
Απόφαση στην υπόθεση 1742/2015/OV σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χορηγήσει πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με δύο προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων
Δευτέρα | 18 Ιουλίου 2016
Ο καταγγέλλων, οικονομικός δημοσιογράφος με έδρα το Λονδίνο, ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα δύο προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα οποία ισχύουν έως τον Μάρτιο του 2017. Σκοπός των προγραμμάτων αυτών είναι να φέρουν τους ρυθμούς πληθωρισμού σε επίπεδα κοντά στο 2%. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ενδιαφερόταν για μια χώρα ανά χώρα, για μια τράπεζα ανά τράπεζα και για την ανάλυση των προγραμμάτων αγορών ανά προϊόν, συμπεριλαμβανομένων των τιμών που καταβλήθηκαν για τις κινητές αξίες, των ποσοτήτων που αγοράστηκαν, καθώς και των αμοιβών που καταβλήθηκαν στους μεσίτες.
Η ΕΚΤ απάντησε ότι, ενώ οι συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα αγορών ήταν διαθέσιμες στον ιστότοπό της, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση στις ζητούμενες λεπτομερείς και αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα αγορών. Η ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι πληροφορίες αυτές καλύπτονται από τις εξαιρέσεις που αφορούν i) την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ένωσης και ii) την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι η ΕΚΤ είχε εσφαλμένα αρνηθεί την πρόσβαση στα δεδομένα.
Σε συνάντηση με την ΕΚΤ, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε πρόσθετες εξηγήσεις και διευκρινίσεις σχετικά με την άρνηση της ΕΚΤ να χορηγήσει πρόσβαση. Η ΕΚΤ δήλωσε ότι διαθέτει ειδική εσωτερική βάση δεδομένων σχετικά με τα προγράμματα αγορών και ότι, βάσει των πληροφοριών που αντλεί από αυτά, καταρτίζει εβδομαδιαίες εσωτερικές εμπιστευτικές εκθέσεις που της επιτρέπουν να παρακολουθεί τις πραγματοποιηθείσες αγορές και να αποφασίζει για πιθανές μελλοντικές αγορές. Η ΕΚΤ παρείχε επίσης στον Διαμεσολαβητή ένα παράδειγμα εβδομαδιαίας εσωτερικής έκθεσης. Η έκθεση περιείχε λογιστικά φύλλα με λεπτομέρειες για τις αγορές κατανεμημένες ανά χώρα.
Με βάση τις πρόσθετες πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της ΕΚΤ να χορηγήσει πρόσβαση στα λεπτομερή στοιχεία που ζήτησε ο καταγγέλλων ήταν σύμφωνη με τη σχετική νομολογία και, ως εκ τούτου, δικαιολογημένη. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την ΕΚΤ και περάτωσε την υπόθεση.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας για την υποβολή προτάσεων σε συνέχεια της στρατηγικής έρευνάς της OI/8/2015/JAS σχετικά με τη διαφάνεια των τριμερών διαλόγων
Τρίτη | 12 Ιουλίου 2016
Αυτή η στρατηγική έρευνα αφορά τη διαφάνεια ενός σημαντικού άτυπου μέρους της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ, και συγκεκριμένα τη διαφάνεια των «τριμερών διαλόγων».
Τα δύο νομοθετικά όργανα της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεσπίζουν νομοθεσία κατόπιν πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, και οι δύο συννομοθέτες, επικουρούμενοι από την Επιτροπή, διαπραγματεύονται συχνά στο πλαίσιο των αποκαλούμενων τριμερών διαλόγων, οι οποίοι είναι άτυπες συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων των τριών εμπλεκόμενων θεσμικών οργάνων. Κατά τη διάρκεια τριμερούς διαλόγου, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προσπαθούν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό κείμενο, με βάση τις αρχικές τους θέσεις, το οποίο στη συνέχεια ψηφίζεται σύμφωνα με την επίσημη νομοθετική διαδικασία. Οι τριμερείς διάλογοι αποδείχθηκαν πολύ αποτελεσματικοί για την επίτευξη τέτοιων συμφωνιών και το μεγαλύτερο μέρος της νομοθεσίας εγκρίνεται πλέον με αυτόν τον τρόπο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να καθιστούν τους εκπροσώπους τους υπόλογους για τις πολιτικές επιλογές που πραγματοποιούνται εξ ονόματός τους. Οι πολίτες έχουν επίσης το δικαίωμα να συμμετέχουν στη δημοκρατική διαδικασία της ΕΕ. Η διαφάνεια των τριμερών διαλόγων αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω δικαιωμάτων και για τη νομιμοποίηση της νομοθεσίας της ΕΕ. Το Δικαστήριο της ΕΕ έχει αποφανθεί ότι η ικανότητα των πολιτών της ΕΕ να γνωρίζουν τις εκτιμήσεις στις οποίες βασίζεται η νομοθετική δράση αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων.
Ενώ η νομοθετική διαδικασία της ΕΕ είναι γενικά αρκετά διαφανής, μεταξύ άλλων σε σύγκριση με πολλά κράτη μέλη, αυτό το μέρος της διαδικασίας έχει εγείρει ανησυχίες σχετικά με την ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας του τριμερούς διαλόγου και της διαφάνειάς της.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια κίνησε στρατηγική έρευνα. Εξέτασε ποιες πληροφορίες και ποια έγγραφα θα πρέπει να τίθενται προορατικά στη διάθεση του κοινού και σε ποια χρονική στιγμή, ώστε οι πολίτες να μπορούν να κάνουν χρήση των δικαιωμάτων τους.
Η διαφάνεια του τριμερούς διαλόγου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της νομοθετικής νομιμότητας της ΕΕ. Οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν τις επιδόσεις των εκπροσώπων τους κατά τη διάρκεια αυτού του βασικού μέρους της νομοθετικής διαδικασίας. Οι πολίτες χρειάζονται επίσης πληροφορίες σχετικά με τα θέματα που συζητούνται κατά τη διάρκεια των τριμερών διαλόγων, ώστε να είναι σε θέση να συμμετέχουν αποτελεσματικά στη νομοθετική διαδικασία.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής όσον αφορά τη βελτίωση της διαφάνειας των τριμερών διαλόγων. Ωστόσο, προτείνει στα τρία θεσμικά όργανα να δημοσιοποιήσουν τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες: ημερομηνίες τριμερούς διαλόγου, αρχικές θέσεις των τριών θεσμικών οργάνων, γενικές ημερήσιες διατάξεις τριμερούς διαλόγου, έγγραφα τεσσάρων στηλών, τελικά συμβιβαστικά κείμενα, σημειώματα τριμερούς διαλόγου που έχουν δημοσιοποιηθεί, κατάλογοι των εμπλεκόμενων φορέων λήψης πολιτικών αποφάσεων και, στο μέτρο του δυνατού, κατάλογο άλλων εγγράφων που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Όλα αυτά θα πρέπει να διατίθενται σε μια εύχρηστη και κατανοητή κοινή βάση δεδομένων. Ενώ ορισμένα έγγραφα θα μπορούσαν να καταστούν διαθέσιμα κατά τη διάρκεια των τριμερών διαπραγματεύσεων , τα θεσμικά όργανα ενδέχεται να θεωρήσουν αναγκαίο, προς το δημόσιο συμφέρον, να παράσχουν προορατική πρόσβαση του κοινού σε ορισμένα είδη εγγράφων μόνο μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.