Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 21/2016/JAP σχετικά με τη μη παροχή πρόσβασης του Συμβουλίου της ΕΕ σε νομικές γνωμοδοτήσεις επί προτάσεων κανονισμών για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (EUROJUST)
Απόφαση
Υπόθεση 21/2016/JAP - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 08 Φεβρουαρίου 2016 - Απόφαση στις Πέμπτη | 07 Μαρτίου 2019 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης ) - Χώρα Βέλγιο
Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει πλήρη πρόσβαση σε νομικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τις νομοθετικές προτάσεις κανονισμών για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (EUROJUST).
Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, το Συμβούλιο συμφώνησε να δημοσιοποιήσει δύο από τα τέσσερα έγγραφα, αλλά διατήρησε την άρνησή του να δημοσιοποιήσει πλήρως τα δύο εναπομένοντα έγγραφα, μολονότι χορηγήθηκε μερική πρόσβαση.
Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται ότι η άρνηση πλήρους δημοσιοποίησης των νομικών γνωμοδοτήσεων ήταν δικαιολογημένη με την αιτιολογία ότι θα υπονόμευε την προστασία των νομικών γνωμοδοτήσεων και των δικαστικών διαδικασιών. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης, αλλά καλεί το Συμβούλιο να επανεξετάσει την άρνησή του υπό το πρίσμα της περαιτέρω παρόδου του χρόνου.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων, Πολωνός ακαδημαϊκός, ζήτησε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να του παράσχει πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού της ΕΕ για την πρόσβαση στα έγγραφα [1], σε τέσσερις γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου [2] σχετικά με τους προτεινόμενους κανονισμούς της ΕΕ για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [3] («EPPO») και σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης [4] («Eurojust»).
2. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι ανεξάρτητο όργανο της Ένωσης με εξουσία να διερευνά και να διώκει απάτες και άλλα εγκλήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι όργανο της Ένωσης με αποκεντρωμένη δομή, με σκοπό τη συμμετοχή και την ενσωμάτωση των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου. Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα διεξάγονται καταρχήν από Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, οι οποίοι θα βρίσκονται σε κάθε κράτος μέλος, αλλά θα είναι πλήρως ανεξάρτητοι από τις εθνικές εισαγγελικές αρχές.
3. Ο προτεινόμενος κανονισμός για την Eurojust ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Eurojust και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί την αρμοδιότητά της, η Eurojust δεν θα πρέπει να ενεργεί. Ωστόσο, η Eurojust θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί την αρμοδιότητά της σε υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται μεμονωμένα κράτη μέλη.
4. Το Συμβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα διότι έκρινε ότι η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε την προστασία των νομικών συμβουλών και των δικαστικών διαδικασιών και θα υπονόμευε τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο των (τότε) εν εξελίξει νομοθετικών διαπραγματεύσεων.
5. Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Συμβούλιο να επανεξετάσει την αρχική του απόφαση να αρνηθεί την πρόσβαση [5]. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν λόγοι να υποτεθεί ότι η γνωστοποίηση των ζητούμενων εγγράφων θα υπονόμευε την ανάγκη του Συμβουλίου για αντικειμενικές και ολοκληρωμένες νομικές συμβουλές. Κατά την άποψή του, η πλήρης δημοσιοποίηση των νομικών γνωμοδοτήσεων, και ιδίως των «συμβουλών σχετικά με τη νομοθετική διαδικασία (όπου μόνο το Συμβούλιο ενεργεί ως νομοθέτης), [μπορεί] να εγγυηθεί ότι [τυχόν] νομικά αμφισβητήσιμες πρωτοβουλίες θα αποκλειστούν, αντικατοπτρίζοντας έτσι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος δικαίου»[6]. Προσέθεσε ότι, ακόμη και αν υπήρχε κίνδυνος υπονόμευσης της προστασίας των νομικών γνωμοδοτήσεων του Συμβουλίου, θα ήταν καθαρά υποθετικό και, ως εκ τούτου, ανεπαρκές να δικαιολογήσει εξαίρεση από τη γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
6. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την άποψη του Συμβουλίου ότι δεν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Υποστήριξε ότι ο δημόσιος έλεγχος και η διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη νομιμοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται.
7. Στις 26 Οκτωβρίου 2015, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου απάντησε εμμένοντας στους λόγους της αρχικής αρνήσεως.
8. Δυσαρεστημένος από την απάντηση του Συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 6 Ιανουαρίου 2016.
Η έρευνα
9. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την εφαρμογή από το Συμβούλιο των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 1049/2001 κατά την εξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα.
10. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε τον φάκελο του Συμβουλίου και έλαβε αντίγραφα των ζητηθέντων εγγράφων. Στις 10 Ιανουαρίου 2017, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τη γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με την καταγγελία. Ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να σχολιάσει τη γνώμη του Συμβουλίου, αλλά δεν απάντησε. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν αμφότερα τα μέρη κατά τη διάρκεια της έρευνας.
11. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, το Συμβούλιο επανεξέτασε τη θέση του και κοινοποίησε στον καταγγέλλοντα δύο [7] από τα τέσσερα ζητηθέντα έγγραφα. Το Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του με βάση το γεγονός ότι είχε παρέλθει ο χρόνος και την πρόοδο που σημειώθηκε στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με τους δύο νομοθετικούς φακέλους.
12. Όσον αφορά τα δύο υπόλοιπα έγγραφα [8], το Συμβούλιο επανέλαβε τους λόγους που είχε προβάλει προηγουμένως για την άρνηση πρόσβασης. Σημείωσε ότι είχε ήδη χορηγήσει μερική πρόσβαση στα έγγραφα αυτά.
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
Επί της εξαιρέσεως σχετικά με την προστασία της παροχής νομικών συμβουλών
13. Στη γνώμη που απέστειλε στον Διαμεσολαβητή, το Συμβούλιο επανέλαβε, την άποψη που είχε διατυπώσει στον καταγγέλλοντα, ότι τα ζητηθέντα έγγραφα περιείχαν συμβουλές σχετικά με ευαίσθητα, σύνθετα και αμφιλεγόμενα νομικά ζητήματα. Δεδομένης της φύσης των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το Συμβούλιο επέμεινε ότι οι δύο γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ικανότητα της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου να υπερασπιστεί τη θέση της σε μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες [9]. Κατά την άποψή της, ο κίνδυνος ένδικης διαφοράς ήταν εξαιρετικά υψηλός και όχι αμιγώς υποθετικός. Σημείωσε ότι το Δικαστήριο έκρινε επίσης ως επαρκείς λόγους για την απόκρυψη εγγράφων το γεγονός ότι θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν σημασία για δικαστικές διαδικασίες «στο εγγύς μέλλον»[10]. Τέλος, η «αρχή της προστασίας της ισότητας των όπλων» «εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινηθεί η δικαστική διαδικασία».
Σχετικά με την εξαίρεση που αφορά την προστασία της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων
14. Το Συμβούλιο υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των γνωμοδοτήσεων της Νομικής Υπηρεσίας του σχετικά με αμφιλεγόμενα θέματα, οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο των εν εξελίξει νομοθετικών διαπραγματεύσεων, θα μπορούσε να αποτρέψει τους νομικούς συμβούλους του από το να εκφράσουν τις απόψεις τους με ειλικρινή και απλό τρόπο. Ένας τέτοιος περιορισμός θα έθετε σε κίνδυνο την ικανότητα της Νομικής Υπηρεσίας να επιτελεί τον ρόλο της και «θα επηρέαζε σοβαρά την αποτελεσματικότητα της συνολικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων του Συμβουλίου»[11]. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι οι δύο νομοθετικοί φάκελοι, ήτοι ο φάκελος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ο φάκελος της EUROJUST, ήταν στενά αλληλένδετοι και ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. (Δεν είχε εκδοθεί ακόμη τελική νομοθετική πράξη.) Οι άτυπες διαπραγματεύσεις σχετικά με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μεταξύ των εκπροσώπων των δύο νομοθετών και της Επιτροπής (οι λεγόμενοι «τριμερείς διάλογοι»[12]) είχαν ξεκινήσει αλλά δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί [13], ενώ οι τριμερείς διάλογοι σχετικά με τον φάκελο EUROJUST δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει.
15. Το Συμβούλιο αναφέρθηκε στην απόφαση της Διαμεσολαβήτριας στο πλαίσιο της έρευνας OI/8/2015/JAS [14] σχετικά με τη διαφάνεια των τριμερών διαλόγων. Υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο πολύπλοκων νομοθετικών διαπραγματεύσεων, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να περιοριστεί το δικαίωμα του κοινού να συμμετέχει στη νομοθετική διαδικασία σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως ενόσω βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη άτυπες διαπραγματεύσεις. Αυτό ήταν υψίστης σημασίας για τη διασφάλιση του διαπραγματευτικού χώρου των θεσμικών οργάνων σε αμφιλεγόμενα ζητήματα. Υποστήριξε ότι αυτό ισχύει για τους τριμερείς διαλόγους σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι οποίοι βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, και για τους τριμερείς διαλόγους σχετικά με την EUROJUST, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένο να δημοσιοποιήσει τα νομοθετικά έγγραφα, ακόμη και κατά τη διάρκεια άτυπων διαπραγματεύσεων, όταν ήταν πεπεισμένο ότι αυτό δεν θα υπονόμευε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση
16. Τέλος, το Συμβούλιο δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό του ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εκκρεμών εγγράφων, διότι τα επιχειρήματά του ήταν πολύ γενικά και ασαφή [15]. Τα γενικά επιχειρήματα ότι η διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας συνιστά αφ’ εαυτής δημόσιο συμφέρον δεν λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη φύση κάθε υπόθεσης, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
17. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο κοινοποίησε δύο από τα ζητηθέντα έγγραφα στον καταγγέλλοντα και θεωρεί ότι αυτή η πτυχή της καταγγελίας έχει διευθετηθεί από το Συμβούλιο. Η ανάλυση του Διαμεσολαβητή θα περιοριστεί στα υπόλοιπα δύο έγγραφα, στα οποία χορηγήθηκε μερική μόνο πρόσβαση.
18. Το Συμβούλιο επικαλέστηκε δύο εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 για να δικαιολογήσει την απόφασή του να αρνηθεί την πρόσβαση στα δύο εναπομένοντα έγγραφα: (i) την προστασία των νομικών συμβουλών και των δικαστικών διαδικασιών και (ii) την προστασία μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
θ) Νομική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
19. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει την ευθύνη της διεξαγωγής ποινικών ερευνών και διώξεων κατά ατόμων σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, είναι βέβαιο ότι η ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού θα έχει άμεση σχέση με πολυάριθμες έρευνες και επακόλουθες δικαστικές διαδικασίες, μόλις τεθεί σε λειτουργία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με το Συμβούλιο ότι «ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διαφορών δεν είναι απλώς ρεαλιστικός, αλλά και εξαιρετικά υψηλός και σαφώς όχι αμιγώς υποθετικός».
20. Το κατά πόσον οποιαδήποτε νομική γνωμοδότηση του Συμβουλίου σχετικά με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είχε σημασία για τις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα η δημοσιοποίηση της εν λόγω νομικής γνωμοδότησης να υπονομεύσει την προστασία των νομικών συμβουλών και/ή των δικαστικών διαδικασιών, θα εξαρτηθεί από το επίμαχο ζήτημα.
21. Ο Διαμεσολαβητής, αφού εξέτασε το έγγραφο, θεωρεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου που έχει απαλειφθεί αφορά ζητήματα τα οποία μπορεί κάλλιστα να αποδειχθούν καίριας σημασίας για μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των συμβουλών αυτών, προβλέπεται ότι οι διάδικοι σε μελλοντικές διαδικασίες θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να χρησιμοποιήσουν τις νομικές συμβουλές του Συμβουλίου προς υποστήριξή τους, γεγονός που θα μπορούσε να αποβεί επιζήμιο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
22. Ενώ θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένας πολύ μικρός αριθμός από τις διαγραφές είναι υπερβολικές και περιττές, δεν αποκρύπτουν τίποτα σημαντικό.
23. Υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον να διασφαλιστεί ότι δεν υπονομεύονται οι δικαστικές διαφορές που σχετίζονται με τη δίωξη ποινικών πράξεων και, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι το δημόσιο συμφέρον για περαιτέρω δημοσιοποίηση του εγγράφου δεν υπερισχύει του δημόσιου συμφέροντος για μη δημοσιοποίηση.
24. Δεδομένου ότι είναι προφανές ότι η μη δημοσιοποίηση της νομικής γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δικαιολογείται βάσει της ανάγκης προστασίας των νομικών συμβουλών και των δικαστικών διαδικασιών, δεν χρειάζεται να εξεταστεί η πρόσθετη εξαίρεση που εφαρμόζεται.
ii) Νομική γνωμοδότηση της EUROJUST
25. Η νομική γνωμοδότηση της Eurojust αφορά τις διατάξεις του αναθεωρημένου κανονισμού για την Eurojust σχετικά με το ζήτημα της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα. Οι παράγραφοι 1 έως 13 και 20 στοιχείο ε) της γνώμης γνωστοποιήθηκαν από το Συμβούλιο, αλλά οι παράγραφοι 14 έως 20 στοιχείο δ) παρακρατήθηκαν. Τα μέρη που παρακρατήθηκαν περιέχουν νομικές συμβουλές σχετικά με την ερμηνεία και τις πιθανές επιπτώσεις των σχετικών διατάξεων του (τότε) σχεδίου κανονισμού.
26. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι ήταν προβλέψιμο να υπάρξουν περιορισμένες διαφορές σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Eurojust και ότι η δημοσιοποίηση των παρακρατηθεισών παραγράφων θα μπορούσε να υπονομεύσει οποιαδήποτε τέτοια δικαστική διαδικασία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται ότι το Συμβούλιο είχε κάποια αιτιολόγηση για τη μη χορήγηση πρόσβασης του κοινού σε αυτό το τμήμα της νομικής γνωμοδότησης κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν έδωσε συνέχεια στην καταγγελία αυτή και ότι ο ίδιος ο κανονισμός έχει πλέον εκδοθεί (κανονισμός 2018/1727 [16]).
27. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να διαπιστώσει κακοδιοίκηση σε σχέση με την απόφαση του Συμβουλίου να παρακρατήσει τμήματα του ζητούμενου εγγράφου. Παροτρύνει, ωστόσο, το Συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο χορήγησης πρόσβασης του κοινού σε αυτά τα τμήματα τώρα, δεδομένης της παρόδου του χρόνου και της ολοκλήρωσης της νομοθετικής διαδικασίας.
28. Η Διαμεσολαβήτρια επικροτεί την προθυμία του Συμβουλίου να λάβει υπόψη την πάροδο του χρόνου κατά τη διάρκεια της έρευνάς της και ευελπιστεί ότι θα συνεχίσει να το πράττει για λόγους διαφάνειας και διαφάνειας.
Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία και τις εξελίξεις κατά την πορεία της, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την έρευνα με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Συμβούλιο. Ωστόσο, καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο χορήγησης δημόσιας πρόσβασης στα παρακρατηθέντα τμήματα της νομικής γνωμοδότησης της Eurojust, υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων συνθηκών.
Το Συμβούλιο και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 07/03/2019
[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ (2001) L 145, σ. 43, διαθέσιμος εδώ: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=celex%3A32001R1049.
[2] i) Έγγραφο 6267/14 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Το έγγραφο περιέχει ανάλυση της ειδικής διαδικασίας «ενισχυμένης συνεργασίας» που προβλέπεται στο άρθρο 86 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ii) Έγγραφο 13302/1/14 REV 1 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η παρούσα νομική γνωμοδότηση αναλύει συγκεκριμένα τη συμβατότητα με τις Συνθήκες της ΕΕ ορισμένων διατάξεων του προτεινόμενου κανονισμού, οι οποίες περιορίζουν τον δικαστικό έλεγχο από το Δικαστήριο της ΕΕ όσον αφορά τα δικονομικά μέτρα που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
iii) Έγγραφο 16983/14 σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό για τον οργανισμό της ΕΕ για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (EUROJUST). Η παρούσα νομική γνωμοδότηση παρέχει νομική αξιολόγηση του άρθρου 60 της πρότασης, το οποίο καλύπτει την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της EUROJUST. Το έγγραφο 16893/14 COR 1 αποτελεί διορθωτικό της παραγράφου 10 στη σελίδα 4 του εγγράφου 16983/14.
iv) Έγγραφο 8904/15 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η παρούσα νομική γνωμοδότηση αναλύει τη συμβατότητα με το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ της επέκτασης της προτεινόμενης δικαιοδοσίας του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ´ σε ορισμένα παρεπόμενα αδικήματα. Το έγγραφο 8904/15 COR 1 αναφέρει ότι το διορθωτικό δεν εφαρμόζεται στην πολωνική έκδοση του εγγράφου 8904/15.
[3] Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι ανεξάρτητο όργανο της ΕΕ με εξουσία να διερευνά και να διώκει απάτες και άλλα εγκλήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
[4] Η EUROJUST είναι όργανο της ΕΕ που διευκολύνει τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών της ΕΕ και βελτιώνει τη μεταξύ τους συνεργασία. Περισσότερες πληροφορίες στη διεύθυνση: http://www.eurojust.europa.eu/about/background/Pages/mission-tasks.aspx
[5] Η διαδικασία για τις επιβεβαιωτικές αιτήσεις ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
[6] Υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των νομικών γνωμοδοτήσεων και, ως εκ τούτου, η διασφάλιση του ελέγχου θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποτελεσματικότερες νομικές συμβουλές και να βελτιώσουν τη νομιμότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψεις 45-46.
[7] Έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω: 6267/14 (συμβολή της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας) και 8904/15 (γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας).
[8] 13302/1/14 REV 1 (σχετικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου του Δικαστηρίου) και 16983/14 (σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στην EUROJUST).
[9] Προς στήριξη της απόψεώς της, παρέπεμψε στην υπόθεση T-796/14, Philip Morris Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκέψεις 66 -71.
[10] Υπόθεση T-800/14, Philip Morris Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκέψεις 68-69.
[11] Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-18/15 Philip Morris Ltd κατά Επιτροπής. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι «[η] δυνατότητα ανεξάρτητης έκφρασης απόψεων εντός ενός θεσμικού οργάνου συμβάλλει στην ενθάρρυνση εσωτερικών συζητήσεων με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας του εν λόγω θεσμικού οργάνου και τη συμβολή στην ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων». Ως εκ τούτου, έκρινε εύλογη τη στάση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο που περιείχε επικρίσεις του συντάκτη σχετικά με ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς συγκεκριμένου τμήματος της Επιτροπής, διότι η γνωστοποίησή του θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
[12] Τα δύο νομοθετικά όργανα της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεσπίζουν νομοθεσία κατόπιν πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, και οι δύο συννομοθέτες, επικουρούμενοι από την Επιτροπή, διαπραγματεύονται συχνά στο πλαίσιο των αποκαλούμενων τριμερών διαλόγων, οι οποίοι είναι άτυπες συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων των τριών εμπλεκόμενων θεσμικών οργάνων. Κατά τη διάρκεια τριμερούς διαλόγου, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προσπαθούν να συμφωνήσουν σε μια κοινή νομοθετική πράξη, με βάση τις αρχικές τους θέσεις. Στη συνέχεια, η εν λόγω νομοθεσία ψηφίζεται σύμφωνα με την επίσημη νομοθετική διαδικασία.
[13] Εν τω μεταξύ, το κείμενο του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενισχυμένης συνεργασίας. Ο κανονισμός είναι πλέον σε ισχύ, αλλά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι ακόμη πλήρως λειτουργική. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. κανονισμό 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1), ο οποίος είναι διαθέσιμος εδώ: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj.
[14] Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας που περιέχει προτάσεις μετά τη στρατηγική έρευνά της OI/8/2015/JAS σχετικά με τη διαφάνεια των τριμερών διαλόγων.
[15] Στο πλαίσιο αυτό, στηρίχθηκε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-710/14 Herbert Smith Freehills LLP κατά Συμβουλίου, σκέψη 69.
[16] Κανονισμός 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 138), διαθέσιμος στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32018R1727.