Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) χειρίστηκε δύο αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με την καταπολέμηση της διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών (υποθέσεις 1372/2024/OAM και 2219/2024/OAM)
Απόφαση
Υπόθεση 1372/2024/OAM - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 29 Ιουλίου 2024 - Απόφαση στις Παρασκευή | 28 Νοεμβρίου 2025 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κατάρτιση στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου ( Μερικώς επιτευχθείσα διευθέτηση ) - Χώρα Ηνωμένο Βασίλειο
Υπόθεση 2219/2024/OAM - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 09 Δεκεμβρίου 2024 - Απόφαση στις Παρασκευή | 28 Νοεμβρίου 2025 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου ( Μερικώς επιτευχθείσα διευθέτηση ) - Χώρα Τσεχική Δημοκρατία
Υποβληθείσα αναφορά
29/11/2024Ανάλυση της αναφοράς
02/12/2024Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
09/12/2024Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
21/02/2025Αποτέλεσμα της έρευνας
28/11/2025
Ο καταγγέλλων υπέβαλε δύο αιτήματα στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα. Τα αιτήματα αφορούσαν ανταλλαγές απόψεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με πρόταση κανονισμού για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, καθώς και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν με την Thorn, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως μη κερδοσκοπική οργάνωση που εργάζεται για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο. Η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα, ενώ αρνήθηκε τη δημοσιοποίηση άλλων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε διάφορες εξαιρέσεις βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι η κοινολόγηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα εμπορικά συμφέροντα και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Δυσαρεστημένος από την πρόσβαση που έλαβε, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε δύο έρευνες και η ερευνητική της ομάδα επιθεώρησε τα επίμαχα έγγραφα στις δύο καταγγελίες. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι υπάρχει περιθώριο περαιτέρω γνωστοποίησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε δύο προτάσεις λύσης, ζητώντας από την Ευρωπόλ να επανεξετάσει τις προηγούμενες θέσεις της με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης. Σε μία από τις υποθέσεις, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης στην Ευρωπόλ να εξηγήσει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο η γνωστοποίηση θα έθιγε ένα ή περισσότερα από τα προστατευόμενα συμφέροντα, όταν θεωρεί ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση.
Σε απάντηση, η Ευρωπόλ αποφάσισε να χορηγήσει περαιτέρω πρόσβαση στα έγγραφα. Όσον αφορά τις επαφές με την Επιτροπή, η Ευρωπόλ επέτρεψε ευρύτερη πρόσβαση του κοινού σε ένα από τα δύο έγγραφα που είχε ήδη δημοσιοποιήσει εν μέρει και πλήρη ή μερική πρόσβαση σε τρία από τα τέσσερα έγγραφα που είχε προηγουμένως αποκρύψει πλήρως. Όσον αφορά τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν με την Thorn, η Ευρωπόλ αφαίρεσε ορισμένες από τις διαγραφές της σε τέσσερα από τα εννέα έγγραφα που είχαν δημοσιοποιηθεί προηγουμένως και παρέσχε μερική πρόσβαση σε πέντε από τα επτά έγγραφα στα οποία είχε προηγουμένως αρνηθεί την πρόσβαση στο σύνολό τους.
Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για την απόφαση της Ευρωπόλ να παράσχει ευρύτερη πρόσβαση. Σημείωσε, ωστόσο, ότι το σκεπτικό που παρείχε η Ευρωπόλ ως απάντηση στις προτάσεις λύσης της ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο που παρείχε όταν αρνήθηκε (μερική) πρόσβαση στα έγγραφα κατά το αρχικό και το επιβεβαιωτικό στάδιο. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι η Ευρωπόλ δεν αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να βοηθήσει τον καταγγέλλοντα να κατανοήσει καλύτερα τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατή η χορήγηση πλήρους πρόσβασης. Η Διαμεσολαβήτρια έχει ήδη υποβάλει πρόταση για βελτίωση εν προκειμένω σε έρευνα που περατώθηκε πρόσφατα και αναμένει ότι η Ευρωπόλ θα βελτιώσει το σκεπτικό της όταν απαντά σε μελλοντικές αιτήσεις για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.
Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπόλ αποδέχθηκε εν μέρει τις προτάσεις της για λύση και περάτωσε τις δύο υποθέσεις.
Ιστορικό των αιτιάσεων
1. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) συμμετέχει στην καταπολέμηση της κακοποίησης παιδιών εντός και εκτός διαδικτύου, η οποία αποτελεί προτεραιότητα της ΕΕ που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της Πολυκλαδικής Πλατφόρμας κατά των Εγκληματικών Απειλών (EMPACT) 2022-2025 [1].
2. Ο καταγγέλλων, ακαδημαϊκός ερευνητής, υπέβαλε δύο αιτήματα στην Ευρωπόλ για πρόσβαση του κοινού [2] σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με την καταπολέμηση της διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Το πρώτο αίτημα, με την επιφύλαξη της υπόθεσης 1372/2024/OAM, αφορούσε ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη νομοθετική πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών (στο εξής: προτεινόμενος κανονισμός CSAM).[3] Αφορούσε επίσης τις ανταλλαγές της Ευρωπόλ με τον Thorn, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός που εργάζεται για την καταπολέμηση της διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Η δεύτερη αίτηση, με την επιφύλαξη της υπόθεσης 2219/2024/OAM, αφορούσε επίσης ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξε η Ευρωπόλ με τον Thorn, αλλά για διαφορετικό χρονικό διάστημα.
3. Η Ευρωπόλ αποφάσισε να χορηγήσει μερική πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα που εντόπισε, ενώ αρνήθηκε να αποκαλύψει άλλα.
4. Ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την πρόσβαση που έλαβε και ζήτησε από την Ευρωπόλ να επανεξετάσει την απόφασή της (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτικές αιτήσεις»). Οι επιβεβαιωτικές αιτήσεις αφορούσαν:
Στην υπόθεση 1372/2024/OAM:
- έξι ανταλλαγές με την Επιτροπή σχετικά με τη διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση/εκμετάλλευση παιδιών και/ή τον προτεινόμενο κανονισμό CSAM που καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2022 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2023 (στο εξής: ανταλλαγές με την Επιτροπή)·
- εννέα ανταλλαγές με τον Thorn για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2023· και
- Στην υπόθεση 2219/2024/OAM:
- επτά ανταλλαγές με την Thorn που καλύπτουν την περίοδο από τις 25 Φεβρουαρίου 2023 έως την 1η Μαΐου 2024 (στο εξής: ανταλλαγές με την Thorn).
5. Στις επιβεβαιωτικές αποφάσεις της, η Ευρωπόλ διατήρησε τις προηγούμενες θέσεις της.
6. Όσον αφορά τις ανταλλαγές με την Επιτροπή, η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση σε δύο έγγραφα (δύο πρακτικά συνεδριάσεων), απαλοιφή τμημάτων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [4] και διαδικασία λήψης αποφάσεων [5]. Αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα τέσσερα έγγραφα (ένα διάγραμμα ροής, δύο έγγραφα σχετικά με το νομικό κείμενο του προτεινόμενου κανονισμού CSAM και ένα ενημερωτικό σημείωμα), με βάση την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια [6], καθώς και μια διαδικασία λήψης αποφάσεων.
7. Όσον αφορά τις ανταλλαγές με τον Thorn, η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση σε εννέα έγγραφα (υπόθεση 1372/2024/OAM). Αποκρύπτει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιορισμένα τμήματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά πρέπει να απαλειφθούν για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [7] και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, καθώς και του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Επιπλέον, αρνήθηκε την πρόσβαση σε επτά έγγραφα στο σύνολό τους (υπόθεση 2219/2024/OAM), επικαλούμενη την εξαίρεση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
8. Δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα αυτό, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2024.
Οι έρευνες
9. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε δύο έρευνες σχετικά με την άρνηση της Ευρωπόλ να χορηγήσει (πλήρη) πρόσβαση του κοινού στα επίμαχα στις καταγγελίες έγγραφα.
10. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την απαλοιφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις επιβεβαιωτικές αιτήσεις του, ο Διαμεσολαβητής δεν αξιολόγησε κατά πόσον η εφαρμογή της εν λόγω εξαίρεσης από την Ευρωπόλ ήταν δικαιολογημένη.
11. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, η ερευνητική ομάδα του Διαμεσολαβητή επιθεώρησε τα 22 εν λόγω έγγραφα, καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε η Ευρωπόλ σχετικά με τις διαβουλεύσεις της με τους ενδιαφερόμενους τρίτους όσον αφορά τις αιτήσεις πρόσβασης [8].
12. Με βάση την επιθεώρηση εγγράφων και στις δύο περιπτώσεις, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε δύο προτάσεις λύσης τον Φεβρουάριο του 2025.
Η πρόταση λύσης της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 1372/2024/OAM
13. Από την επιθεώρηση προέκυψε ότι οι ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και της Επιτροπής είχαν ως στόχο να τροφοδοτήσουν τη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής για τον κανονισμό CSAM.
14. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις Συνθήκες της ΕΕ, κάθε πολίτης έχει «το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης».[9] Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις της ΕΕ πρέπει να λαμβάνονται «όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και εγγύτερα στους πολίτες».[10] Το προνόμιο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό όταν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ενεργούν υπό την «νομοθετική τους ιδιότητα».[11] Πράγματι, η δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν και να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες που αποτελούν τη βάση της νομοθετικής δράσης της ΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων [12].
15. Ως εκ τούτου, τα «νομοθετικά έγγραφα» πρέπει να καθίστανται άμεσα προσβάσιμα στον μέγιστο δυνατό βαθμό.[13] Εκτός εάν μπορούν να αποδειχθούν απτά, συγκεκριμένα και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία [14] εξαιρετικών περιστάσεων, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ υποχρεούνται νομικά να δημοσιοποιούν ταχέως τα ζητούμενα νομοθετικά έγγραφα.
16. Η νομολογία της ΕΕ έχει διευκρινίσει ότι τα νομοθετικά έγγραφα περιλαμβάνουν έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από την Επιτροπή κατά την προετοιμασία νομοθετικής πρότασης.[15] Ως εκ τούτου, τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να επωφελούνται από την ευρύτερη πρόσβαση που παρέχεται στα νομοθετικά έγγραφα.
17. Η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την εξαίρεση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια για να αρνηθεί την πρόσβαση σε τέσσερα από τα έγγραφα στο σύνολό τους. Ενώ, κατ’ αρχήν, η Διαμεσολαβήτρια δέχθηκε ότι, υπό το πρίσμα της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της Ευρωπόλ [16], η χρήση της εξαίρεσης για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη, δεν συμφώνησε ότι τα τέσσερα έγγραφα καλύπτονταν από την εξαίρεση αυτή στο σύνολό τους. Η Ευρωπόλ έπρεπε ακόμη να τεκμηριώσει καλύτερα τις απόψεις της και να αποδείξει έναν «συγκεκριμένο και πραγματικό κίνδυνο» που είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Δεν αρκεί τα ζητούμενα έγγραφα να αφορούν προστατευόμενο συμφέρον [17].
18. Επιπλέον, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την εξαίρεση για την προστασία μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων, υποστηρίζοντας ότι η (πλήρης) δημοσιοποίηση και των έξι ανταλλαγών απόψεων με την Επιτροπή θα υπονόμευε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων των συννομοθετών που εξακολουθούν να διαπραγματεύονται τον προτεινόμενο κανονισμό για τον CSAM [18]. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ευρωπόλ για να αρνηθεί την πρόσβαση δεν ήταν επαρκή εν προκειμένω. Η Ευρωπόλ δήλωσε απλώς ότι, επειδή η νομοθετική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη, τα εν λόγω έγγραφα (μέρη αυτών) δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν. Ωστόσο, μια εν εξελίξει διαδικασία λήψεως αποφάσεων δεν μπορεί αφ’ εαυτής να δικαιολογήσει τη μη δημοσιοποίηση, πολλώ δε μάλλον όταν τα επίμαχα έγγραφα έχουν νομοθετικό χαρακτήρα. Η Ευρωπόλ πρέπει να τεκμηριώνει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε σοβαρά την εν εξελίξει διαδικασία λήψης αποφάσεων, με ευλόγως προβλέψιμο και όχι αμιγώς υποθετικό τρόπο [19].
19. Η Ευρωπόλ χορήγησε επίσης μερική πρόσβαση σε εννέα ανταλλαγές με τον Thorn για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2023.
20. Η Ευρωπόλ, αρνούμενη την πλήρη πρόσβαση σε ορισμένα (μέρη) των εν λόγω ανταλλαγών με τον Thorn, στηρίχθηκε στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, μολονότι η Ευρωπόλ διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά τη χρήση της εν λόγω εξαίρεσης (βλέπε σημείο 17), βάσει εξέτασης των εγγράφων και των εξηγήσεων που παρασχέθηκαν από την Ευρωπόλ, παραμένει ασαφές με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια.
21. Ομοίως, όσον αφορά τις άλλες εξαιρέσεις που προβλήθηκαν για την απαλοιφή ορισμένων τμημάτων των ανταλλαγών, και συγκεκριμένα την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ευρωπόλ και των εμπορικών συμφερόντων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Ευρωπόλ δεν παρείχε επαρκή αιτιολόγηση για τις απαλείψεις. Ειδικότερα, η Ευρωπόλ δεν διευκρίνισε σε ποια διαδικασία λήψεως αποφάσεων αναφερόταν και με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία αυτή, κατά τρόπο ευλόγως προβλέψιμο και όχι αμιγώς υποθετικό. Όσον αφορά τις περιορισμένες διαγραφές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εξαίρεσης για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε αμφίβολο κατά πόσον η Ευρωπόλ απέκρυψε ευαίσθητες πληροφορίες που σχετίζονται με τη διανοητική ιδιοκτησία. Αντίθετα, ορισμένα από τα παρακρατηθέντα στοιχεία φαίνονταν να έχουν γενικότερο χαρακτήρα.
22. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Ευρωπόλ να επανεξετάσει τη θέση της σχετικά με τη δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων με σκοπό την παροχή της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης. Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης, όταν η Ευρωπόλ θεωρεί ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση, να εξηγεί λεπτομερώς και με αναφορά σε κάθε έγγραφο τον τρόπο με τον οποίο η γνωστοποίηση θα έθιγε ένα ή περισσότερα από τα συμφέροντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, εφόσον απαιτείται σε εμπιστευτικό παράρτημα [20].
23. Απαντώντας στην πρόταση λύσης της Διαμεσολαβήτριας, η Ευρωπόλ αποφάσισε να χορηγήσει ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα.
24. Όσον αφορά τις ανταλλαγές απόψεων μεταξύ της Επιτροπής και της Ευρωπόλ σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό CSAM, η Ευρωπόλ χορήγησε ευρύτερη πρόσβαση του κοινού σε ένα από τα δύο έγγραφα που είχε ήδη δημοσιοποιήσει εν μέρει και χορήγησε πλήρη ή ευρύτερη μερική πρόσβαση σε τρία από τα τέσσερα έγγραφα που είχε προηγουμένως αποκρύψει πλήρως. Η Ευρωπόλ διατήρησε την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση σε ένα έγγραφο στο σύνολό του.
25. Όσον αφορά τις ανταλλαγές μεταξύ Ευρωπόλ και Thorn, η Ευρωπόλ αφαίρεσε ορισμένες από τις διαγραφές της σε τέσσερα έγγραφα.
Η πρόταση λύσης της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 2219/2024/OAM
26. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού σε επτά ανταλλαγές με τον Thorn, για την περίοδο από τις 25 Φεβρουαρίου 2023 έως την 1η Μαΐου 2024, στο σύνολό τους.
27. Αρνούμενη την πρόσβαση, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την εξαίρεση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Υποστήριξε ότι τα έγγραφα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με τα «μέλη του οικοσυστήματος ασφάλειας των παιδιών» και τις «στρατηγικές πληροφορίες επιχειρησιακής σημασίας σχετικά με τις μεθόδους εργασίας της Ευρωπόλ όσον αφορά τη χρήση ταξινομητών εικόνας». Η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε την ορθή εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, καθώς θα έθετε σε κίνδυνο τις επιχειρησιακές διαδικασίες και δραστηριότητες της Ευρωπόλ. Αυτό, με τη σειρά του, θα επηρεάσει αρνητικά τις εσωτερικές ροές εργασίας, τις δραστηριότητες επιχειρησιακής υποστήριξης και την εμπιστοσύνη των εταίρων. Επιπλέον, για τρία από τα επτά έγγραφα, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε την εξαίρεση για την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση θα αποκάλυπτε εσωτερικές γνώμες που αποτελούν μέρος των συσκέψεών της και των προκαταρκτικών διαβουλεύσεων σχετικά με τα ερευνητικά εργαλεία επιβολής του νόμου. Η Ευρωπόλ δεν εντόπισε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των τριών εγγράφων.
28. Βάσει του ελέγχου των εγγράφων και των εξηγήσεων της Ευρωπόλ στις αρχικές και επιβεβαιωτικές απαντήσεις, δεν ήταν ευχερώς σαφές στον Διαμεσολαβητή ότι και τα επτά επίμαχα έγγραφα περιλάμβαναν στο σύνολό τους ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες, εάν γνωστοποιηθούν, θα μπορούσαν να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Ευρωπόλ (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω), αλλά ότι εξακολουθεί να υποχρεούται να αποδείξει ότι υφίσταται «συγκεκριμένος και πραγματικός κίνδυνος» για τη δημόσια ασφάλεια, ο οποίος είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, υπενθύμισε στην Ευρωπόλ ότι δεν αρκεί τα ζητούμενα έγγραφα να αφορούν προστατευόμενο συμφέρον [21].
29. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο όλα τα επίμαχα στην παρούσα υπόθεση έγγραφα διαφέρουν από τις επίμαχες ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και της Thorn στο πλαίσιο της παράλληλης έρευνάς της 1372/2024/OAM, στην οποία η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ένα έγγραφο κοινοποιήθηκε εν μέρει από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της αίτησης πρόσβασης που αποτέλεσε αντικείμενο της παράλληλης έρευνάς της.
30. Αρνούμενη την πρόσβαση του κοινού σε τρία από τα ζητηθέντα έγγραφα, η Ευρωπόλ επικαλέστηκε επίσης την ανάγκη προστασίας μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η εξαίρεση αυτή φαινόταν συναφής μόνο σε σχέση με δύο έγγραφα, καθώς τα έγγραφα αυτά περιέχουν αναφορές στην εξέταση συγκεκριμένων εργαλείων από την Ευρωπόλ.
31. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στην Ευρωπόλ να επανεξετάσει τη θέση της σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος, με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα [22].
32. Σε απάντηση, η Ευρωπόλ χορήγησε μερική πρόσβαση σε πέντε από τις επτά ανταλλαγές που ζητήθηκαν. Όσον αφορά τις υπόλοιπες δύο ανταλλαγές, η Ευρωπόλ έκρινε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπόλ που συνδέεται με εσωτερικές διαβουλεύσεις σε σχέση με εργαλεία έρευνας στον τομέα της επιβολής του νόμου.
33. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τις δύο προτάσεις λύσης και τις απαντήσεις της Ευρωπόλ. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πρόσθετη πρόσβαση που έλαβε. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι χρειάστηκε τόσος χρόνος για να παράσχει η Ευρωπόλ μερική πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα, και μόνο μετά την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή.
34. Όσον αφορά τις επαφές με την Επιτροπή, ενώ ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η Ευρωπόλ έχει παράσχει ορισμένους πρόσθετους λόγους μη δημοσιοποίησης, έκρινε ότι οι λόγοι αυτοί εξακολουθούν να είναι ασαφείς και ότι η Ευρωπόλ «δεν έλαβε δεόντως υπόψη και δεν έδωσε πλήρη βαρύτητα στον νομοθετικό χαρακτήρα των σχετικών εγγράφων».
35. Όσον αφορά τις ανταλλαγές απόψεων με τον Thorn, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη λύπη του για τις διαγραφές που διατήρησε η Ευρωπόλ βάσει σε μεγάλο βαθμό γενικών αιτιολογήσεων. Αμφισβήτησε ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που η Ευρωπόλ ισχυρίστηκε ότι προστατεύει θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες. Επιπλέον, αμφισβήτησε το κατά πόσον όλες οι διαγραφές που έγιναν για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια ήταν δικαιολογημένες.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά τις προτάσεις λύσης
36. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την ευρύτερη μερική πρόσβαση που έχει πλέον χορηγήσει η Ευρωπόλ στα ζητηθέντα έγγραφα.
37. Ειδικότερα, όσον αφορά τις ανταλλαγές με την Επιτροπή, η Ευρωπόλ:
- έδωσε ευρύτερη μερική πρόσβαση σε ένα έγγραφο που είχε δημοσιοποιηθεί προηγουμένως·
- υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω πρόσβαση για το δεύτερο έγγραφο που είχε προηγουμένως δημοσιοποιηθεί·
- έδωσε πλήρη πρόσβαση σε ένα έγγραφο (το διάγραμμα ροής), το οποίο είχε προηγουμένως αρνηθεί να δημοσιοποιήσει στο σύνολό του·
- έδωσε μερική πρόσβαση σε δύο έγγραφα (ένα από τα δύο έγγραφα σχετικά με το νομικό κείμενο του προτεινόμενου κανονισμού CSAM και το ενημερωτικό σημείωμα), τα οποία είχε προηγουμένως αρνηθεί να δημοσιοποιήσει στο σύνολό τους· και
- υποστήριξε ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε ένα έγγραφο (το άλλο έγγραφο σχετικά με το νομικό κείμενο του προτεινόμενου κανονισμού CSAM).
38. Η Ευρωπόλ διευκρίνισε ότι απλώς παρείχε τεχνική εμπειρογνωμοσύνη για να συνδράμει την Επιτροπή στο πλαίσιο της νομοθετικής πρότασης την οποία η Επιτροπή είχε κοινοποιήσει στην Ευρωπόλ κατά τη διακριτική της ευχέρεια. Ανέφερε ότι, όπως υποστήριξε η Διαμεσολαβήτρια στην πρότασή της για λύση, δεν μοιράστηκε τις πληροφορίες αυτές με την Επιτροπή «με σκοπό να ενημερώσει και/ή να επηρεάσει τη σύνταξη της νομοθετικής πρότασης».
39. Για τα έγγραφα (μέρη των εγγράφων) που η Ευρωπόλ εξακολουθεί να παρακρατεί, η Ευρωπόλ βασίστηκε στις εξαιρέσεις για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, υποστηρίζοντας ότι η (πλήρης) δημοσιοποίηση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία με τους εταίρους της Ευρωπόλ και, ως εκ τούτου, να παρεμποδίσει τα καθήκοντα της Ευρωπόλ και την προστασία μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων, καθώς η δημοσιοποίηση των ανταλλαγών θα υπονόμευε τις νομοθετικές συζητήσεις σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό CSAM. Τα μέρη των δύο εγγράφων που δημοσιοποιήθηκαν εν μέρει περιείχαν «ευαίσθητα σχόλια» σχετικά με την πρόταση, τις δυνατότητες της Ευρωπόλ, τα εργαλεία, τις βάσεις δεδομένων και την επιχειρησιακή ροή, όπως πληροφορίες που σχετίζονται με την εφαρμογή δικτύου ασφαλούς ανταλλαγής πληροφοριών (SIENA). Η Ευρωπόλ έκρινε επίσης ότι το έγγραφο που απορρίφθηκε στο σύνολό του ήταν ένα «πρώιμο εσωτερικό προσωρινό σχέδιο» που εκπόνησε η Επιτροπή, το οποίο περιγράφει διάφορες υπό εξέταση νομοθετικές επιλογές και περιέχει ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με αυτές τις προκαταρκτικές επιλογές.
40. Όσον αφορά τις υπόλοιπες διαγραφές, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η επίκληση από την Ευρωπόλ της εξαίρεσης για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια δεν είναι προδήλως εσφαλμένη, δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της Ευρωπόλ.
41. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Ευρωπόλ εξακολουθεί να βασίζεται στην εξαίρεση για την προστασία μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων, δηλαδή των διαπραγματεύσεων σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό CSAM. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν συνάδει με την υφιστάμενη νομολογία (βλ. επίσης σκέψεις 14-16 ανωτέρω). Σύμφωνα με το Δικαστήριο, πρέπει να παρέχεται «ευρύτερη πρόσβαση» στα νομοθετικά έγγραφα της ΕΕ και τυχόν εξαιρέσεις από αυτά πρέπει να ερμηνεύονται «αυστηρότερα» ως «η δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν και να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες που αποτελούν τη βάση της νομοθετικής δράσης της ΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων τους» [23].
42. Όσον αφορά τις ανταλλαγές με τον Thorn, η Ευρωπόλ:
- έδωσε ευρύτερη μερική πρόσβαση σε τέσσερα από τα εννέα επίμαχα έγγραφα στην υπόθεση 1372/2024/OAM·
- χορήγησε μερική πρόσβαση σε πέντε από τα επτά επίμαχα έγγραφα στην υπόθεση 2219/2024/OAM, στα οποία η Ευρωπόλ είχε προηγουμένως αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού στο σύνολό τους.
43. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι οι ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και του Thorn είναι πολύ σύντομα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ για την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών.
44. Όσον αφορά τα τμήματα που η Ευρωπόλ εξακολουθεί να παρακρατεί, επικαλέστηκε τις ίδιες εξαιρέσεις με αυτές που επικαλέστηκε στις αρχικές και επιβεβαιωτικές αποφάσεις της. Ειδικότερα, η Ευρωπόλ στηρίχθηκε στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, με σκοπό τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης και της συνεργασίας με τους εταίρους της Ευρωπόλ. Στηρίχθηκε επίσης στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων νομικού προσώπου, όσον αφορά την απαλοιφή πληροφοριών σχετικών με τη διανοητική ιδιοκτησία, και στην προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ευρωπόλ στο πλαίσιο συζητήσεων σχετικά με ορισμένα τεχνολογικά εργαλεία και έργα.
45. Όσον αφορά τις υπόλοιπες διαγραφές, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η θέση της Ευρωπόλ ότι ορισμένες από αυτές τις διαγραφές καλύπτονται από την εξαίρεση για τη δημόσια ασφάλεια δεν είναι προδήλως εσφαλμένη. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να μην πείθεται από την επίκληση από την Ευρωπόλ των άλλων εξαιρέσεων, ιδίως της προστασίας των εμπορικών συμφερόντων. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι διαγραφές που καλύπτονται από την εξαίρεση αυτή είναι πολύ περιορισμένες και δεν δικαιολογούν την περαιτέρω εξέταση του θέματος.
46. Εν κατακλείδι, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Ευρωπόλ χορήγησε ευρύτερη μερική πρόσβαση στα έγγραφα, αλλά σημειώνει, όπως περιγράφεται λεπτομερώς ανωτέρω, ότι δεν είναι πεπεισμένη για τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρωπόλ από τη λήψη αποφάσεων και τις εξαιρέσεις εμπορικού συμφέροντος για ορισμένα από τα έγγραφα. Επιπλέον, παρά το συγκεκριμένο αίτημά της να εξηγήσει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των υπόλοιπων πληροφοριών που έχουν απαλειφθεί θα υπονόμευε ένα ή περισσότερα από τα συμφέροντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, η Ευρωπόλ έχει παράσχει πολύ περιορισμένες μόνο πρόσθετες εξηγήσεις.
47. Ως εκ τούτου, η Ευρωπόλ αποδέχθηκε μόνο εν μέρει τις προτάσεις λύσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει στην Ευρωπόλ μια πρόταση βελτίωσης που διατύπωσε πρόσφατα στο πλαίσιο άλλης έρευνας με την Ευρωπόλ.[24] Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε να παρέχει η Ευρωπόλ, σε όλες τις αποφάσεις της με τις οποίες αρνείται την πρόσβαση του κοινού, επαρκή αιτιολόγηση ώστε να επιτρέπει στους αιτούντες πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα να κατανοούν τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί ή θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο εν μέρει, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού περιεχομένου κάθε εγγράφου.
Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών, ο Διαμεσολαβητής περατώνει τις υποθέσεις αυτές με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Συμφωνώντας να χορηγήσει περαιτέρω πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων, η Ευρωπόλ αποδέχθηκε εν μέρει τις προτάσεις λύσης της Διαμεσολαβήτριας.
Ο καταγγέλλων και η Ευρωπόλ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 28/11/2025
[1] Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την EMPACT διατίθενται στη διεύθυνση: https://www.europol.europa.eu/crime-areas-and-trends/eu-policy-cycle-empact
[2] Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:32001R1049, που εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ σύμφωνα με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2016: https://www.europol.europa.eu/sites/default/files/documents/decision_of_the_mb_rules_applying_reg_1049_2001.pdf.
[3] Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, COM(2022)209 final: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=COM%3A2022%3A209%3AFIN.Στις 26 Νοεμβρίου 2025, το Συμβούλιο συμφώνησε να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να συμφωνηθεί ο τελικός κανονισμός: https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/11/26/child-sexual-abuse-council-reaches-position-on-law-protecting-children-from-online-abuse/.
[4] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
[5] Άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.
[6] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[7] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[8] Άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001.
[9] Άρθρο 10 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).
[10] Άρθρο 1 και άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.
[11] Αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1049/2001.
[12] Πρβλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, σκέψη 46: http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-39/05&language=en, και της 17ης Οκτωβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, σκέψη 33: http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-280/11&language=EN.
[13] Άρθρο 12 παράγραφος 2 και αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1049/2001.
[14] Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2023, De Capitani κατά Συμβουλίου, υπόθεση T-163/21, σκέψεις 83, 85 και 93: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=269684&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=26618867.
[15] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, υπόθεση C-57/16 P, σκέψεις 85, 88, 90-93: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=205322&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3693014.
[16] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, T-644/16: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=203913&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=46943.
[17] Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2019, Izuzquiza και Semsrott κατά Frontex, υπόθεση T-31/18, σκέψεις 61-65: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=221083&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=4082546.
[18] https://www.europarl.europa.eu/legislative-train/spotlight-JD22/file-combating-child-sexual-abuse-online.
[19] Βλ. σχετικά, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2023, De Capitani κατά Συμβουλίου, υπόθεση T-163/21: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=269684&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3531724.
[20] Πρόταση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας για λύση στην υπόθεση 1372/2024/OAM, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/solution/214483
[21] Όπως και στην υποσημείωση 17.
[22] Πρόταση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας για λύση στην υπόθεση 2219/2024/OAM, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/solution/214484.
[23] Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, υπόθεση C-57/16 P, σκέψη 84: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=205322&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3693014.
[24] Βλ. τελική απόφαση στην υπόθεση 851/2024/SF, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/214746.