Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 1757 αποτελέσματα

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν τη συνέχεια που δόθηκε σε έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (υπόθεση 627/2025/SF)

Δευτέρα | 03 Αυγούστου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να παράσχει πλήρη πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με έρευνες και συστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Η ΕΤΕπ εντόπισε πολυάριθμα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των τελικών εκθέσεων και συστάσεων της OLAF, καθώς και των πειθαρχικών αποφάσεων της ίδιας της ΕΤΕπ. Μολονότι η ΕΤΕπ παρέσχε μερική πρόσβαση σε δέκα από τις 13 προσδιορισθείσες τελικές εκθέσεις της OLAF, αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα έγγραφα στο σύνολό τους. Όσον αφορά τις πειθαρχικές αποφάσεις της ΕΤΕπ, η ΕΤΕπ παρείχε σύνοψη των πειθαρχικών επακόλουθων μέτρων που ελήφθησαν. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επικαλέστηκε εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού στους κανόνες διαφάνειας, υποστηρίζοντας ότι η πλήρης γνωστοποίηση θα υπονόμευε την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τον σκοπό των ερευνών και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και η ομάδα έρευνας της επιθεώρησε τα επίμαχα έγγραφα στην αίτηση πρόσβασης του κοινού που υπέβαλε η καταγγέλλουσα. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι σημαντικό μέρος των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στα εν λόγω έγγραφα συνιστούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία, εάν γνωστοποιηθούν, θα μπορούσαν να καταστήσουν αναγνωρίσιμα τα επιμέρους μέλη του προσωπικού της ΕΤΕπ που ερευνήθηκαν από την OLAF. Δεδομένης της λεπτής στάθμισης που απαιτείται για να καθοριστεί κατά πόσον η γνωστοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει στον εντοπισμό ατόμων και λαμβανομένου υπόψη ότι η ΕΤΕπ είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα επισκόπηση των επακόλουθων μέτρων που ελήφθησαν και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η άρνηση της ΕΤΕπ να παράσχει πλήρη πρόσβαση στο κοινό ήταν συνολικά εύλογη. Ως εκ τούτου, περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Τούτου λεχθέντος, μολονότι σημαντικό μέρος των πληροφοριών που περιέχονται στα παρακρατηθέντα έγγραφα συνιστά σαφώς δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ένα μέρος των πληροφοριών, έστω και περιορισμένο, είχε διοικητικό χαρακτήρα και δεν συνιστούσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, πρότεινε να εξεταστεί από την ΕΤΕπ κατά πόσον τουλάχιστον ορισμένα τμήματα των πειθαρχικών αποφάσεών της που περιέχουν αμιγώς διοικητικές πληροφορίες θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν χωρίς να υπάρχει κίνδυνος κοινολόγησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο που σχετίζεται με έργο εξόρυξης λιθίου στη Σερβία, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «στρατηγικό έργο» βάσει του νόμου για τις κρίσιμες πρώτες ύλες (υπόθεση 3238/2025/MIG)

Δευτέρα | 20 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο σχετικά με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χαρακτηρίσει ένα έργο εξόρυξης ορυκτών που βρίσκεται στη Σερβία ως «στρατηγικό έργο» βάσει της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες (CRMA). Συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στη σχετική έγκριση της εν λόγω απόφασης από την οικεία τρίτη χώρα. Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει το αίτημά του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2025.

Η Επιτροπή απάντησε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2025. Προσδιόρισε ένα έγγραφο ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης πρόσβασης, στο οποίο αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στο κοινό στο σύνολό του. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει τις διεθνείς σχέσεις της ΕΕ με τη χώρα στην οποία βρίσκεται το έργο.

Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση της Επιτροπής υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση» τον Σεπτέμβριο του 2025. Όταν η Επιτροπή δεν έδωσε ρητή απάντηση, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στη Διαμεσολαβήτρια τον Οκτώβριο του 2025.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τη σιωπηρή άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση στο κοινό και, ως πρώτο βήμα, ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει το συντομότερο δυνατόν ρητή απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ελλείψει απάντησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε το εν λόγω έγγραφο, μαζί με έγγραφα σχετικά με τη διαβούλευση με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.

Η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα τον Μάιο του 2026, παρέχοντας ευρεία μερική πρόσβαση στο επίμαχο έγγραφο, αποκρύπτοντας μόνο περιορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η καταγγελία σχετικά με τη σιωπηρή άρνηση πρόσβασης της Επιτροπής είχε διευθετηθεί με την πρόσβαση που έχει πλέον χορηγηθεί. Τούτου λεχθέντος, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που επέφερε η Επιτροπή στη διεκπεραίωση του αιτήματος πρόσβασης της καταγγέλλουσας, η οποία συνεχίστηκε ακόμη και μετά την κίνηση της έρευνάς της. Η Διαμεσολαβήτρια εξακολουθεί να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς το ζήτημα των καθυστερήσεων βάσει των καταγγελιών που της υποβάλλονται.

 

Σύσταση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με έργα που έχουν αναγνωριστεί ως «στρατηγικά έργα» στο πλαίσιο της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες (υπόθεση 1855/2025/MIG)

Παρασκευή | 17 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με τις αιτήσεις έργων εξόρυξης και επεξεργασίας ορυκτών που πρέπει να αναγνωριστούν ως «στρατηγικά έργα» βάσει του νόμου για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε τέσσερις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες χορηγήθηκε —ή όχι— το καθεστώς στρατηγικού έργου και σε τμήματα των αιτήσεων 12 έργων που βρίσκονται εντός της ΕΕ και των οποίων οι αιτήσεις έγιναν δεκτές. Η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των οικείων εταιριών, στηριζόμενη, όσον αφορά την πλειονότητα των επίμαχων εγγράφων, σε γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποιήσεως. Μεταξύ άλλων στοιχείων, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, δεδομένου ότι τα έγγραφα είναι πιθανό να περιέχουν σημαντικές περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, λόγω της ίδιας της φύσης τους, δεν ήταν εύλογο για την Επιτροπή να εφαρμόσει γενικό τεκμήριο μη γνωστοποίησης σε έγγραφα που σχετίζονται με τον χαρακτηρισμό έργων κρίσιμων πρώτων υλών ως στρατηγικών έργων στο πλαίσιο της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Επιπλέον, με βάση την επιθεώρηση των εγγράφων από την ομάδα έρευνας της, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν περιέχουν ευαίσθητες πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια, μεταξύ άλλων επειδή μεγάλα τμήματα αυτών είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί νομίμως κατά τον χρόνο που η Επιτροπή εξέδωσε την τελική της θέση σχετικά με το αίτημα πρόσβασης της καταγγέλλουσας. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι τα έγγραφα περιέχουν εκτενείς περιβαλλοντικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων «πληροφοριών σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον» για τις οποίες θεωρείται ότι υφίσταται υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση στο κοινό συνιστούσε κακοδιοίκηση. Συνέστησε στην Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της προκειμένου να παράσχει ευρεία πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με έρευνες για παραπτώματα του προσωπικού, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 2016 από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (υπόθεση 757/2025/PVV)

Τρίτη | 07 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με δύο έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για παραπτώματα του προσωπικού. Αρνούμενο την πρόσβαση, το Κοινοβούλιο βασίστηκε σε τέσσερις εξαιρέσεις βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι η γνωστοποίηση θα υπονόμευε την ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα των προσώπων τα οποία αφορούν οι έρευνες της OLAF, τον σκοπό των εν λόγω ερευνών, τις εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε τα επίμαχα έγγραφα και, βάσει της επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, όσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με μία από τις έρευνες, ήταν εύλογο για το Κοινοβούλιο να εφαρμόσει το γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στο οποίο μπορούν να βασίζονται τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κατά τη διάρκεια των ερευνών της OLAF και για όσο διάστημα δεν έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα για τις δραστηριότητες παρακολούθησης από τις αρχές που εφαρμόζουν τις συστάσεις της OLAF. 

Δεδομένων των ειδικών περιστάσεων των δύο επίμαχων ερευνών της OLAF, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε επίσης ότι το Κοινοβούλιο είχε βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η απαλοιφή των εγγράφων δεν θα άφηνε ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς περιέχουν σημαντικό όγκο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε διαπιστώσει την ανάγκη κοινοποίησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για συγκεκριμένο σκοπό δημόσιου συμφέροντος, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση και περάτωσε την υπόθεση.