Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 1736 αποτελέσματα

Τρίτη | 23 Ιουνίου 2026

Πέμπτη | 18 Ιουνίου 2026

Απόφαση σχετικά με τη μη απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με προγράμματα ανάπτυξης του καφέ στην Αιθιοπία (υπόθεση 1311/2025/FA)

Τρίτη | 09 Ιουνίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με προγράμματα ανάπτυξης του καφέ στην Αιθιοπία. Ο καταγγέλλων υπέβαλε το αίτημά του στην Επιτροπή τον Αύγουστο του 2024.

Η Επιτροπή απάντησε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2024. Χορήγησε πλήρη πρόσβαση σε δύο έγγραφα, αρνήθηκε την πρόσβαση σε τρία έγγραφα στο σύνολό τους και παρέσχε μερική πρόσβαση στα υπόλοιπα 31 έγγραφα. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η (πλήρης) γνωστοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του σκοπού των επιθεωρήσεων, των ερευνών και των λογιστικών ελέγχων, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εμπορικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις.

Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση της Επιτροπής υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση» τον Ιανουάριο του 2025. Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Μάιο του 2025.

Τον Ιούνιο του 2025 η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στον καταγγέλλοντα το συντομότερο δυνατόν.

Μετά από αρκετές ανταλλαγές απόψεων με την Επιτροπή επί του θέματος, στις 20 Απριλίου 2026 η Διαμεσολαβήτρια απέστειλε τελική υπενθύμιση στην Επιτροπή, καλώντας την να εκδώσει επιβεβαιωτική απόφαση το αργότερο έως τις 12 Μαΐου 2026. Η Επιτροπή δεν το έπραξε.

Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος περισσότερο από 15 μήνες μετά τη λήξη του νόμιμου χρονοδιαγράμματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1049/2001, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας κρούσμα κακοδιοίκησης.

Σύσταση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε γραπτό μήνυμα που απέστειλε αρχηγός κράτους της ΕΕ στον Πρόεδρο της Επιτροπής σχετικά με τις εμπορικές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Mercosur (υπόθεση 2482/2025/NH)

Παρασκευή | 05 Ιουνίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε γραπτό μήνυμα που απέστειλε τον Ιανουάριο του 2024 ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις εμπορικές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Mercosur.

Τον Ιούλιο του 2025, η Επιτροπή απάντησε, δηλώνοντας ότι, μολονότι είχε πράγματι πραγματοποιηθεί μια τέτοια ανταλλαγή, δεν μπορούσε να εντοπίσει το ζητούμενο μήνυμα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το μήνυμα είχε ληφθεί μέσω της εφαρμογής άμεσων μηνυμάτων «Signal», η οποία είχε ενεργοποιήσει τη λειτουργία «εξαφανιζόμενα μηνύματα». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν διέθετε έγγραφα που να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον χειρισμό του αιτήματος από την Επιτροπή. Η ερευνητική της ομάδα εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση πρόσβασης του κοινού και πραγματοποίησε συνάντηση με εκπροσώπους της Επιτροπής.

Βάσει της επιθεώρησης και της συνεδρίασης, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι το μήνυμα διαγράφηκε αυτόματα από το τηλέφωνο του Προέδρου μετά την παραλαβή του αιτήματος. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος παρέμεινε ανεπίλυτο από το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου της Επιτροπής για 15 μήνες, ενώ δεν δόθηκε συνέχεια ή υπενθύμιση από τη Γενική Γραμματεία για την παρακολούθηση της επεξεργασίας του. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο χειρισμός του εν λόγω αιτήματος από την Επιτροπή συνιστούσε κακοδιοίκηση.

Για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε στην Επιτροπή να επανεξετάσει και να βελτιώσει τον χειρισμό των αιτημάτων πρόσβασης του κοινού στα οποία συμμετέχει το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου ή οποιουδήποτε Επιτρόπου και να παρακολουθεί ενεργά την πρόοδο των εν λόγω αιτημάτων, ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε δύο προτάσεις για βελτιώσεις. Πρώτον, η Επιτροπή θα πρέπει να προσαρμόσει τους εσωτερικούς κανόνες της για να διασφαλίσει ότι κάθε έγγραφο που αποτελεί αντικείμενο αιτήματος πρόσβασης του κοινού διατηρείται μόλις παραληφθεί το εν λόγω αίτημα στο εν λόγω έγγραφο και έως ότου ολοκληρωθεί οποιαδήποτε διαδικασία αμφισβήτησης της άρνησης χορήγησης πρόσβασης, ανεξάρτητα από το αν το έγγραφο πληροί τα κριτήρια καταχώρισης εγγράφων της Επιτροπής. Δεύτερον, η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρεί δεόντως, για εύλογο χρονικό διάστημα, όλα τα γραπτά και άμεσα μηνύματα που ανταλλάσσονται μεταξύ αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων ή υπουργών και μελών της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υπόκεινται σε αυτόματη διαγραφή μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, δεδομένης της πιθανής σημασίας των εν λόγω μηνυμάτων.

 

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που αφορούν τις πολιτικές της για την ισότητα των φύλων (υπόθεση 1309/2025/MIG)

Τρίτη | 12 Μαΐου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που περιείχαν συμβουλές σχετικά με την πολιτική της για την ισότητα των φύλων και τα συναφή μέτρα. Η ΕΚΤ έκρινε ότι η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε την προστασία των νομικών συμβουλών και την εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, δηλαδή για την κατανόηση του νομικού σκεπτικού στο οποίο βασίζεται η πολιτική της ΕΚΤ για την ισότητα των φύλων και τα σχετικά μέτρα.

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε τα επίμαχα έγγραφα. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο των εγγράφων μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί νομική συμβουλή και ότι ήταν εύλογο για την ΕΚΤ να θεωρήσει ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία που παρέχεται στις νομικές συμβουλές. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε εύλογο να θεωρήσει η ΕΚΤ ότι δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.

Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου μεγάλης εταιρείας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες (υπόθεση 1746/2024/MIG)

Δευτέρα | 11 Μαΐου 2026

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου για το 2023 μιας μεγάλης πλατφόρμας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες (DSA). Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στην έκθεση, αναφερόμενη σε εξαιρέσεις βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001). Θεώρησε ότι υπήρχε γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα της πλατφόρμας, καθώς και την εν εξελίξει έρευνά της σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της έκθεσης για να καθορίσει την πιθανή κοινοποίησή της.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν ήταν εύλογο να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης σε έκθεση αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα χρήσης ενός γενικού τεκμηρίου διαφέρουν πολύ από τους κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου. Υπό το πρίσμα αυτό, η προκαταρκτική άποψη της Διαμεσολαβήτριας ήταν ότι η επίκληση από την Επιτροπή ενός γενικού τεκμηρίου συνιστούσε κακοδιοίκηση.

Όταν η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαίωσε την άποψή της ότι η επίκληση γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης συνιστούσε κακοδιοίκηση. Συνέστησε στην Επιτροπή να διενεργήσει ατομική αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001.

Η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας και επανέλαβε τη θέση της ότι μπορεί γενικά να τεκμαίρεται ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου θα υπονόμευε την προστασία του σκοπού της έρευνάς της σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τα εμπορικά συμφέροντα της οικείας πλατφόρμας. Έκρινε επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να εκτιμήσει αν η έκθεση περιείχε εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και ότι το συμφέρον που επιδίωκε ο καταγγέλλων ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα.

Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για την απάντηση της Επιτροπής. Εξακολουθεί να μην είναι πεπεισμένη ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων μετά τη δημοσιοποίηση απαλειμμένης έκδοσης της έκθεσης από την οικεία πλατφόρμα. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε επίσης ότι η δυνατότητα ελέγχου της συμμόρφωσης μιας πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες συνιστά δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, το οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε σταθμίσει με τα συμφέροντα που επιδίωκε να προστατεύσει. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η αξιολόγηση εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ βάσει του κανονισμού 1049/2001.

Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση κακοδιοίκησης.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση του Συμβουλίου της ΕΕ να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν τη συμβατότητα της αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών με τους κανόνες της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων (υπόθεση 2193/2025/MIG)

Παρασκευή | 08 Μαΐου 2026

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και τρίτων χωρών. Το Συμβούλιο παρέσχε συνδέσμους προς δέκα έγγραφα που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί και χορήγησε πλήρη πρόσβαση σε τέσσερα ακόμη έγγραφα. Επιπλέον, αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού σε δέκα έγγραφα, εν όλω ή εν μέρει, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις και τη δημοσιονομική πολιτική των κρατών μελών της Ένωσης. Το Συμβούλιο έκρινε επίσης ότι η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε τη λήψη των αποφάσεών του. Οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν τη χρήση των εν λόγω εξαιρέσεων και υποστήριξαν ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.

Βάσει της έρευνας και του ελέγχου των επίδικων εγγράφων από την ερευνητική της ομάδα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν ήταν προδήλως εσφαλμένο να θεωρήσει το Συμβούλιο ότι η γνωστοποίηση των επίδικων εγγράφων (διαγραμμένων τμημάτων τους) θα έθιγε τις διεθνείς σχέσεις των κρατών μελών και/ή τη δημοσιονομική τους πολιτική.

Δεδομένου ότι τα εν λόγω προστατευόμενα δημόσια συμφέροντα δεν μπορούν να παραμεριστούν από άλλο δημόσιο συμφέρον που θεωρείται σημαντικότερο, δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί η εφαρμογή από το Συμβούλιο της εξαίρεσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.