Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 208 αποτελέσματα

Decision on the European Commission’s decision to recover grants paid under EU funded projects carried out by a national police authority (case 1733/2020/LM)

Δευτέρα | 11 Οκτωβρίου 2021

The complainant, a national police force, received two grants from the European Commission for projects to fight transnational crime, which it carried out successfully. Following audits of the projects, the Commission found that a big part of the costs were ineligible mainly due to the lack of supporting documents. The Commission therefore decided to recover a considerable part of the grants. The complainant turned to the Ombudsman arguing that the decision was disproportionate and that the Commission had not shown flexibility. The complainant considered that the Commission should have allowed it more time to send additional supporting documents and that it should have done another audit.

The Ombudsman found that it was reasonable for the Commission to conclude that the complainant had violated its contractual obligations under the ‘grant agreement’. The Commission had acted in accordance with EU financial rules and given the complainant ample opportunity to provide comments and submit additional supporting documents as proof of the costs it claimed. The Commission had also shown flexibility by agreeing to review supporting documents submitted late. The Ombudsman thus closed the inquiry with a finding of no maladministration.

Απόφαση για την υπόθεση OI/5/2020/MHZ σχετικά με τη λειτουργία του μηχανισμού αναφορών του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) για εικαζόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον ρόλο του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων

Τρίτη | 15 Ιουνίου 2021

Η Διαμεσολαβήτρια ξεκίνησε έρευνα με δική της πρωτοβουλία για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) αντιμετωπίζει εικαζόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω του «μηχανισμού αναφορών» του, αλλά και για να εξετάσει τον ρόλο και την ανεξαρτησία του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων του Frontex σε σχέση με αυτό.

Στο πλαίσιο προηγούμενης έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια είχε συστήσει τη δημιουργία ανεξάρτητου μηχανισμού για τη διεκπεραίωση αναφορών σχετικά με επιχειρήσεις του Frontex. Ο μηχανισμός αναφορών εγκρίθηκε από τους νομοθέτες της ΕΕ και τέθηκε σε λειτουργία το 2016.

Μέσω του μηχανισμού αναφορών, ο Frontex διεκπεραιώνει αναφορές ατόμων που πιστεύουν ότι έχουν παραβιαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματά τους στο πλαίσιο των επιχειρήσεων του Frontex. Ο ρόλος του υπευθύνου θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι να διεκπεραιώνει απευθείας αναφορές σχετικά με τις ενέργειες των μελών του προσωπικού του Frontex, καθώς και να διασφαλίζει ότι οι αναφορές σχετικά με το προσωπικό των εθνικών αρχών που συμμετέχουν σε επιχειρήσεις του Frontex αντιμετωπίζονται δεόντως από τις αρμόδιες αρχές.

Σκοπός της εν λόγω έρευνας ήταν να αξιολογηθεί ο τρόπος με τον οποίο ο Frontex έχει εφαρμόσει νέους κανόνες σχετικά με τον μηχανισμό αναφορών και τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ τον Νοέμβριο του 2019. Επιδιώχθηκε, επίσης, η αξιολόγηση της συνολικής αποτελεσματικότητας του μηχανισμού αναφορών, σε ένα πλαίσιο δημόσιων ανησυχιών για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τις επιχειρήσεις του Frontex.

Από τη δημιουργία του, ο μηχανισμός αναφορών έχει διεκπεραιώσει πολύ μικρό αριθμό αναφορών, χωρίς να έχουν υποβληθεί ακόμη αναφορές σχετικά με τις ενέργειες των στελεχών του Frontex. Μεταξύ 2016 και Ιανουαρίου 2021, ο υπεύθυνος θεμελιωδών δικαιωμάτων είχε λάβει 69 αναφορές εκ των οποίων 22 ήταν παραδεκτές. Με δραστηριότητες που εκτελούνται από το προσωπικό διαφόρων φορέων οι οποίοι αναφέρονται σε διαφορετικές αρχές, μπορεί να είναι δύσκολο για όσους πιθανώς ενδιαφέρονται να υποβάλουν αναφορά να εντοπίσουν τους εικαζόμενους δράστες και να κατανοήσουν πώς και σε ποιον μπορούν να αναφέρουν εικαζόμενες παραβιάσεις και να διεκδικήσουν αποκατάσταση μέσω των κατάλληλων διαύλων.

Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε επίσης τις αναφορές που διεκπεραιώθηκαν από τον μηχανισμό αναφορών και εντόπισε διάφορες πιθανές ελλείψεις που μπορεί να δυσχεράνουν τη δυνατότητα των φυσικών προσώπων να αναφέρουν εικαζόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και να διεκδικήσουν αποκατάσταση. Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας εντόπισε επίσης καθυστερήσεις εκ μέρους του Frontex στην εκπλήρωση των νέων υποχρεώσεών του όσον αφορά τον μηχανισμό αναφορών και τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Με βάση την έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια παραθέτει μια σειρά προτάσεων για βελτίωση του Frontex, με σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητας του μηχανισμού αναφορών για δυνητικά θύματα παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και για την ενίσχυση της λογοδοσίας των επιχειρήσεων του Frontex και όλων όσων εμπλέκονται σε αυτές. Στα παραπάνω περιλαμβάνονται προτάσεις για το πώς θα διευκολυνθούν τα πιθανά θύματα παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων να γνωρίζουν τις δυνατότητες αποκατάστασης που διαθέτουν και να αναφέρουν περιστατικά, καθώς και προτάσεις για τη βελτίωση του τρόπου χειρισμού και παρακολούθησης των αναφορών.

Απόφαση για τις υποθέσεις 320/2021/DDJ και 599/2021/DDJ σχετικά με την άρνηση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) να χορηγήσει δημόσια πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν τις αλληλεπιδράσεις του με δύο εταιρείες που παρέχουν μια πλατφόρμα ανάλυσης δεδομένων

Δευτέρα | 14 Ιουνίου 2021

Οι υποθέσεις αφορούσαν δύο αιτήματα για δημόσια πρόσβαση σε έγγραφα που περιγράφουν λεπτομερώς τις συμβατικές σχέσεις της Ευρωπόλ και τις επικοινωνίες της με δύο εταιρείες που παρείχαν μια πλατφόρμα ανάλυσης δεδομένων για την Υπηρεσία. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε τη δημόσια πρόσβαση, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, στα περισσότερα έγγραφα που προσδιορίζονται στο πρώτο αίτημα, υποστηρίζοντας κυρίως ότι η γνωστοποίηση θα υπονόμευε την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε τη δημόσια πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που προσδιορίζονται στο δεύτερο αίτημα προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια ασφάλεια και η εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων της υπηρεσίας.

Κατόπιν ελέγχου των αιτηθέντων εγγράφων, η Διαμεσολαβήτρια θεώρησε ότι οι περισσότερες από τις πληροφορίες που περιείχαν, εάν αποκαλύπτονταν, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Η Διαμεσολαβήτρια δεν θεώρησε ότι συντρέχει λόγος να συνεχίσει την έρευνά της όσον αφορά τις εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν καλύπτονταν από την εν λόγω εξαίρεση.

Ενώ η Διαμεσολαβήτρια εντόπισε σειρά ελλείψεων στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπόλ είχε χειριστεί το ζήτημα, κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπόλ όσον αφορά την άρνηση δημόσιας πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα.