Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Πώς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων εξέδωσε τη γνώμη του σχετικά με τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου στους αερολιμένες
Εκκρεμής υπόθεση
Υπόθεση 850/2026/VB - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 17 Αυγούστου 2026 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων - Χώρα Βέλγιο
Υποβληθείσα αναφορά
08/04/2026Ανάλυση της αναφοράς
08/04/2026Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
05/05/2026Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
Αποτέλεσμα της έρευνας
|
Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων |
Αξιότιμη κ. X,
Έλαβα καταγγελία κατά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εξέδωσε τη γνώμη 11/2024 σχετικά με τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου σε αερολιμένες.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, κατά την κατάρτιση της γνώμης, το ΕΣΠΔ δεν διαβουλεύθηκε με τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως ορίζεται στον γενικό κανονισμό για την προστασία δεδομένων (ΓΚΠΔ)[1], επηρεάζοντας έτσι αρνητικά τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών.
Αποφάσισα να κινήσω έρευνα σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας για να λάβω διευκρινίσεις από το ΕΣΠΔ σχετικά με το θέμα αυτό.
Ο ΓΚΠΔ προβλέπει ότι, κατά περίπτωση, το ΕΣΠΔ πρέπει να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη [2]. Ο εσωτερικός κανονισμός του ΕΣΠΔ χρησιμοποιεί την ίδια γενική διατύπωση [3].
Επισημαίνοντας ότι το ΕΣΠΔ θα πρέπει να διαβουλεύεται «κατά περίπτωση», ο νομοθέτης έδωσε στο ΕΣΠΔ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για να αποφασίζει σε ποιες περιπτώσεις θα πρέπει να διενεργείται διαβούλευση. Μολονότι ο ρόλος μου ως Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή δεν είναι να υποκαταστήσω την κρίση μου με την κρίση του ΕΣΠΔ όσον αφορά τον χρόνο διενέργειας δημόσιας διαβούλευσης, η έρευνά μου αποσκοπεί στην αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο το ΕΣΠΔ άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια στην παρούσα υπόθεση και του τρόπου με τον οποίο κοινοποίησε τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να μην διενεργήσει δημόσια διαβούλευση.
Σημειώνω ότι οι εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές του ΕΣΠΔ σχετικά με το άρθρο 64 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ [4] καθορίζουν τις βέλτιστες πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται κατά την κατάρτιση γνωμοδότησης βάσει του άρθρου 64 παράγραφος 2. Μολονότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν δεσμευτικό μέσο, ο Διαμεσολαβητής έχει επανειλημμένα την άποψη ότι τα θεσμικά όργανα θα πρέπει να ακολουθούν τους κανόνες που θεσπίζουν τα ίδια.
Οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν πότε και πώς μπορεί να είναι «κατάλληλη», κατά την έννοια του άρθρου 70 παράγραφος 4 του ΓΚΠΔ, η διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης. Αναγνωρίζω ότι, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της γνώμης 11/2024, οι εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές του ΕΣΠΔ δεν είχαν ακόμη επικαιροποιηθεί ώστε να καθορίζουν τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης. Ωστόσο, η απουσία τέτοιας καθοδήγησης δεν απάλλαξε το ΕΣΠΔ από την ανάγκη διενέργειας εσωτερικής αξιολόγησης της ανάγκης διενέργειας δημόσιας διαβούλευσης. Ως εκ τούτου, τα κριτήρια που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση, εκτός εάν το ΕΣΠΔ παρέχει διαφορετικά κριτήρια που εφαρμόζονταν πριν από την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών.
Στην υπόθεση αυτή, το ΕΣΠΔ, στην αλληλογραφία του με τον καταγγέλλοντα, δήλωσε ότι το άρθρο 70 παράγραφος 4 του ΓΚΠΔ δεν δημιουργεί υποχρέωση συστηματικής διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Μολονότι αυτό δεν αμφισβητείται, οι εξηγήσεις που παρέσχε το ΕΣΠΔ στον καταγγέλλοντα δεν καθιστούν σαφές με ποιον τρόπο αξιολόγησε την ανάγκη δημόσιας διαβούλευσης ή σε ποια βάση αποφάσισε ότι δεν ήταν αναγκαία η εν λόγω διαβούλευση.
Ελλείψει τέτοιας εξηγήσεως, δεν μπορώ να εκτιμήσω αν το ΕΣΠΔ άσκησε ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια.
Υπό το πρίσμα αυτό, θα παρακαλούσα το ΕΣΠΔ να παράσχει γραπτή απάντηση στην εν λόγω καταγγελία και να εκθέσει τον τρόπο με τον οποίο αξιολόγησε την ανάγκη διεξαγωγής δημόσιας διαβούλευσης στην παρούσα υπόθεση και, σε ποια βάση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν το έπραξε.
Επιπλέον, αποφάσισα ότι είναι αναγκαίο η ερευνητική μου ομάδα να επιθεωρήσει την εσωτερική τεκμηρίωση του ΕΣΠΔ σχετικά με την εν λόγω αξιολόγηση. Ως εκ τούτου, θα σας παρακαλούσα να διαβιβάσετε στην Υπηρεσία μου αντίγραφα οποιουδήποτε εγγράφου σχετικά με την εσωτερική αξιολόγηση του ΕΣΠΔ όσον αφορά την ανάγκη δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με τη γνώμη 11/2024.
Ενώ ο καταγγέλλων εξέφρασε και άλλες ανησυχίες στην καταγγελία του, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την έναρξη έρευνας σχετικά με αυτές. Δεν αναμένω από το ΕΣΠΔ να αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα στην απάντησή του προς το Γραφείο μου. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά.
Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν το ΕΣΠΔ μπορούσε να παράσχει την απάντησή του και αντίγραφα των ζητηθέντων εγγράφων έως τις 17 Νοεμβρίου 2026.
Πληροφορίες ή έγγραφα που το ΕΣΠΔ θεωρεί εμπιστευτικά δεν θα αποκαλυφθούν στον καταγγέλλοντα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη συμφωνία του ΕΣΠΔ [5] Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η απάντηση του ΕΣΠΔ θα κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα και θα δημοσιευθεί στον ιστότοπό μας. Εάν το ΕΣΠΔ επιθυμεί να παράσχει στον Διαμεσολαβητή εμπιστευτικές πληροφορίες στην απάντησή του, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιληφθούν σε εμπιστευτικό παράρτημα της απάντησης και να επισημανθούν σαφώς ως εμπιστευτικές.
Εάν, κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, το ΕΣΠΔ εμπλακεί σε δικαστικές διαδικασίες που αφορούν το ίδιο αντικείμενο με την παρούσα καταγγελία, θα σας παρακαλούσα να μας ενημερώσετε.
Με εκτίμηση,
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 17/08/2026
[1] Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και
την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων), άρθρο 70 παράγραφος 4, https://eurlex.
europa.eu/eli/reg/2016/679/oj.
[2] Το άρθρο 70, παράγραφος 4, του ΓΚΠΔ έχει ως εξής: «Το συμβούλιο διαβουλεύεται, κατά περίπτωση, με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους παρέχει
δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το συμβούλιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 76, παράγει τα αποτελέσματα
της διαδικασίας διαβούλευσης που είναι διαθέσιμη στο κοινό».
[3] Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, εσωτερικός κανονισμός, το άρθρο 30 έχει ως εξής: «Το συμβούλιο, κατά περίπτωση,
οργανώνει διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 4 του ΓΚΠΔ. Τα μέσα και η περίοδος διαβούλευσης
αποφασίζονται κατά περίπτωση», https://www.edpb.europa.eu/system/files/2022-
04/edpb_rules_of_procedure_version_8_υιοθετήθηκε_20220406_en.pdf.
[4] Εσωτερικό έγγραφο 3/2019 του ΕΣΠΔ σχετικά με την εσωτερική καθοδήγηση όσον αφορά το άρθρο 64 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ, έκδοση 2, που εκδόθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2025, https://www.edpb.europa.eu/system/files/documents/2025-12/edpb_internaldocument_201903_bestpracticesonarticle64-2-opinions_appendix_en.pdf.
[5] Παρακαλείσθε να σημειώσετε σαφώς το εν λόγω υλικό ως «εμπιστευτικό». Τα κρυπτογραφημένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορούν να σταλούν στο ειδικό γραμματοκιβώτιό μας. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα αυτού του είδους θα διαγραφούν από τους φακέλους του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή λίγο μετά το πέρας της έρευνας.