Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 1017 αποτελέσματα

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με έργο χρηματοδοτούμενο σε συνεργασία με τη UNICEF (υπόθεση 3036/2025/KW)

Δευτέρα | 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παράσχει μερική ή ευρύτερη πρόσβαση σε δύο έγγραφα σχετικά με έργο που χρηματοδοτήθηκε σε συνεργασία με τη UNICEF. Για να αρνηθεί την πρόσβαση, η Επιτροπή επικαλέστηκε πέντε εξαιρέσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα, ήτοι την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις και τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενός κράτους μέλους, καθώς και την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, του εμπορικού συμφέροντος τρίτου και της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.

Βάσει του ελέγχου των επίμαχων εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η μερική ή ευρύτερη γνωστοποίηση θα έθιγε (σοβαρά) την προστασία των προβαλλόμενων συμφερόντων. Ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση λύσης ζητώντας από την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της επί του αιτήματος, προκειμένου να παράσχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα. Υπενθύμισε επίσης στην Επιτροπή την υποχρέωσή της να λαμβάνει αποφάσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για λύση και παρέσχε στον καταγγέλλοντα μερική και ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη θετική απάντηση της Επιτροπής στην πρότασή της για λύση, η οποία διευθέτησε την καταγγελία.  

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολόγησε καταγγελία επί παραβάσει σχετικά με την κατάργηση της Αρχής Σιδηροδρόμων από την Τσεχία (υπόθεση 351/2025/JN)

Τετάρτη | 09 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή´s καταγγελίας επί παραβάσει σχετικά με την απόφαση της Czechia´s να συγχωνεύσει την Αρχή Σιδηροδρόμων της με την Αρχή Ανταγωνισμού. Η κύρια ανησυχία ήταν ότι η συγχώνευση ενδέχεται να παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ και ότι η Τσεχία ενδέχεται να μην διασφάλισε την ανεξάρτητη και αποτελεσματική εποπτεία του σιδηροδρομικού τομέα.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει επαρκή αιτιολόγηση στον καταγγέλλοντα για τη διαπίστωσή της ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαίου της ΕΕ από την Τσεχία. Αφού εξέτασε τις εξηγήσεις της Επιτροπής που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε διερευνήσει το θέμα επιμελώς και ότι η απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο βασίστηκε σε βάσιμους λόγους.

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την αξιολόγηση της καταγγελίας παράβασης από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή αιτιολόγησε λεπτομερώς την υπόθεση, η πτυχή αυτή διευθετήθηκε. Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στην Επιτροπή να παρέχει πάντα στους καταγγέλλοντες επαρκή αιτιολόγηση όταν προτίθενται να περατώσουν μια υπόθεση επί παραβάσει.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) διεξήγαγε διαδικασία υποβολής προσφορών για την παροχή εξοπλισμού ένδυσης (υπόθεση 3204/2025/FA)

Παρασκευή | 14 Αυγούστου 2026

Η υπόθεση αφορούσε πρόσκληση υποβολής προσφορών που διοργανώθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) σχετικά με την παροχή εξοπλισμού ένδυσης για τους υπαλλήλους του Frontex. Ο καταγγέλλων, εταιρεία που συμμετείχε επίσης στη διαδικασία υποβολής προσφορών, εξέφρασε ανησυχίες στον Frontex σχετικά με την ανάθεση της σύμβασης στην επιλεγείσα εταιρεία. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο Frontex θα έπρεπε να είχε απορρίψει την επιλεγείσα προσφορά λόγω των εικαζόμενων οικονομικών δυσχερειών του προσφέροντος και των ανεπαρκειών του στην εκτέλεση άλλης σύμβασης, καθώς και επειδή η προσφορά που είχε υποβάλει ήταν, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ασυνήθιστα χαμηλή.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο Frontex είχε διενεργήσει ορθά τον έλεγχο επιλεξιμότητας του αναδόχου, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι η εκτίμηση του Frontex ότι η επιλεγείσα προσφορά δεν ήταν ασυνήθιστα χαμηλή ήταν εύλογη και σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες.

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίστηκε ορισμένες διαδικαστικές πτυχές που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (υπόθεση 637/2024/PB)

Τετάρτη | 22 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαδικαστικών πτυχών που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων [1] το 2022. Η καταγγελία αφορούσε εικαζόμενη οικογενειακή σχέση μεταξύ υπαλλήλου πρόσληψης και του προσώπου που προσλήφθηκε.

Ο καταγγέλλων επέδειξε συμπεριφορά των φερόμενων ως παραβατών, η οποία, κατά την εκτίμησή του, ισοδυναμούσε με ανάρμοστη συμπεριφορά (συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης). Ο καταγγέλλων ζήτησε σχετική διοικητική έρευνα.

Η ΕΚΤ αποφάσισε να αξιολογήσει την καταγγελία από κοινού με το ζήτημα της εικαζόμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούσαν την έναρξη διοικητικής έρευνας. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε και τα δύο σημεία μέσω διοικητικής καταγγελίας, την οποία η ΕΚΤ έκρινε απαράδεκτη λόγω έλλειψης ατομικού συμφέροντος (από κοινού χειρισμός των δύο ζητημάτων) ή λόγω έλλειψης απόφασης δεκτικής προσφυγής (μη κίνηση διοικητικής έρευνας).

Ο καταγγέλλων προσέφυγε στον Διαμεσολαβητή, αμφισβητώντας την απόφαση της ΕΚΤ περί απαραδέκτου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα ζήτησε επίσης από τη Διαμεσολαβήτρια να εξετάσει διεξοδικότερα τον χειρισμό των αναφορών και των καταγγελιών των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στην ΕΚΤ.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι λόγοι που προέβαλε η ΕΚΤ για να κηρύξει απαράδεκτη τη διοικητική καταγγελία του καταγγέλλοντος δεν ήταν πειστικοί.

Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς της, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στο θέμα και ότι οι σχετικές εσωτερικές έρευνες υψηλού επιπέδου βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. Επιπλέον, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε την αυτεπάγγελτη επανεξέταση του πλαισίου υποβολής εκθέσεων, ερευνών και πειθαρχικών διαδικασιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνες εκείνη τη χρονική στιγμή και περάτωσε την έρευνα.

 

[1] Για λόγους ανωνυμίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά το φύλο του καταγγέλλοντος, το κείμενο αναφέρεται στον καταγγέλλοντα ως «αυτοί»/«αυτοί»/«αυτοί».

 

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) χειρίστηκε αιτήσεις επανεξέτασης των αποτελεσμάτων σε δύο διαδικασίες επιλογής EPSO/AST/151/22 και EPSO/AD/398/22 (υπόθεση 1455/2024/VS)

Δευτέρα | 13 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) χειρίστηκε αιτήσεις επανεξέτασης από υποψήφιο που απέτυχε σε δύο διαδικασίες επιλογής. Μεταξύ άλλων, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η EPSO δεν είχε αντιμετωπίσει επαρκώς τις ανησυχίες του και αμφισβήτησε το κατά πόσον είχε επανεξετάσει επαρκώς τις επιδόσεις του.

Μετά την έναρξη της έρευνας από τη Διαμεσολαβήτρια, η EPSO έδωσε πρόσθετες απαντήσεις στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι υπήρχαν ασυνέπειες μεταξύ αυτών και των απαντήσεων που έλαβε αρχικά και ότι δεν ήταν σαφές αν η EPSO επανεξέτασε πράγματι τις αρχικές αποφάσεις της. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η EPSO παρέσχε περαιτέρω διευκρινίσεις για να εξηγήσει το γεγονός αυτό.

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες, καθώς η EPSO παρείχε τελικά εύλογες εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τα αιτήματα επανεξέτασης του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, η έρευνα αποκάλυψε προβλήματα με τις συνήθεις απαντήσεις της EPSO στις αιτήσεις επανεξέτασης. Για την αντιμετώπισή τους, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε πρόταση βελτίωσης στην EPSO, ζητώντας της να διασφαλίσει ότι, στο μέλλον, οι υποψήφιοι που έχουν υποβάλει αίτηση επανεξέτασης θα λαμβάνουν σαφή, ακριβή και πλήρη απάντηση που θα τους ενημερώνει σχετικά με το αν έχει πραγματοποιηθεί επανεξέταση και σχετικά με τους λόγους της απόφασης της EPSO.