Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 3/2012/ER κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3/2012/ER - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 03 Φεβρουαρίου 2012 - Απόφαση στις Δευτέρα | 28 Απριλίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός γεωργός ο οποίος, από τον Σεπτέμβριο του 2005, καταγγέλλει στην Επιτροπή ορισμένα μέτρα που έλαβαν οι ιταλικές αρχές για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/18/ΕΚ για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον [1]. Κατά την άποψή του, τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με παράνομη απαγόρευση σποράς γενετικώς τροποποιημένου (ΓΤ) αραβοσίτου.
2. Στις 25 Οκτωβρίου 2010, αφού το αρμόδιο ιταλικό δικαστήριο κίνησε ποινική διαδικασία εναντίον του για σπορά ΓΤ καλαμποκιού χωρίς άδεια, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου από την Επιτροπή να λάβει μέτρα κατά της Ιταλίας. Η Επιτροπή καταχώρισε την επιστολή του καταγγέλλοντος ως καταγγελία επί παραβάσει (CHAP 2010/3706).
3. Στις 14 Φεβρουαρίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε στην Επιτροπή και σε διάφορες ιταλικές αρχές επιστολή με την οποία τις ενημέρωνε για την πρόθεσή του να προβεί σε σπορά ΓΤ αραβοσίτου για την καλλιέργεια του 2011. Στην επιστολή του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι: i) η διάθεση στην αγορά της επιλεγμένης γενετικώς τροποποιημένης ποικιλίας είχε εγκριθεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και τις διαδικασίες της ΕΕ· ii) τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν τη διάθεση στην αγορά εγκεκριμένων ΓΤ σπόρων, εκτός εάν γίνεται επίκληση μίας από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητά από τη σχετική νομοθεσία της ΕΕ· και iii) η ιταλική εκτελεστική νομοθεσία θέσπισε πρόσθετους όρους για τη διάθεση ΓΤ σπόρων στην αγορά, ιδίως πρόσθετη απαίτηση έγκρισης. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιταλική εκτελεστική νομοθεσία παραβίαζε το δίκαιο της ΕΕ και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
4. Στις 30 Μαρτίου 2011, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την καταγγελία στο αρχείο. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι εκκρεμούσαν εθνικές δικαστικές διαδικασίες στην υπόθεση του καταγγέλλοντος και ότι, ως εκ τούτου, δεν έκρινε σκόπιμο να παρέμβει. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι είχε υποβάλει πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2001/18.
5. Την 1η Απριλίου 2011, το αρμόδιο ιταλικό δικαστήριο διέταξε την προληπτική κατάσχεση της εκμετάλλευσης του καταγγέλλοντος προκειμένου να αποτραπεί η ανακοινωθείσα σπορά. Στις 8 Απριλίου 2011, η ιταλική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia θέσπισε νομοθεσία σχετικά με τα μέτρα συνύπαρξης (περιφερειακός νόμος αριθ. 5 της 8ης Απριλίου 2011), η οποία, κατά την άποψη της καταγγέλλουσας´s, ισοδυναμούσε με απαγόρευση των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών στο έδαφός της, κατά παράβαση της οδηγίας 2001/18. Ο καταγγέλλων έθεσε υπόψη της Επιτροπής και τα δύο γεγονότα και της ζήτησε εκ νέου να παρέμβει στον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών.
6. Στις 20 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή επισήμανε ότι: i) σύμφωνα με την Ιταλία, οι διαπραγματεύσεις για τη θέσπιση μέτρων συνύπαρξης βρίσκονταν σε εξέλιξη μεταξύ των εθνικών και περιφερειακών αρχών, τις οποίες παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς η Επιτροπή· ii) το ιταλικό Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ζητήσει την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο σχετικά με το κατά πόσον, εν αναμονή της θέσπισης «μέτρων συνύπαρξης», το δίκαιο της ΕΕ απαιτούσε από τις εθνικές αρχές να επιτρέπουν τη σπορά ΓΤ καλλιεργειών που έχουν ήδη εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο (υπόθεση C-36/11 [2]), και η απάντηση του Δικαστηρίου ήταν πιθανό να επηρεάσει επίσης την υπόθεση του καταγγέλλοντος· iii) η εθνική νομοθεσία βάσει της οποίας το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο εξέδωσε τη διαταγή κατά του καταγγέλλοντος δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, όπως απαιτείται από το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34 σχετικά με τα τεχνικά πρότυπα [3], και η έλλειψη κοινοποίησης επηρέασε την ικανότητά της να εκτελεστεί έναντι ιδιωτών· ως εκ τούτου, ένα εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει να μην την εφαρμόσει, χωρίς η Επιτροπή να παρεμβαίνει σε εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες· και iv) το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συζητούσαν πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2001/18 και, εν αναμονή της έγκρισης οποιασδήποτε τέτοιας τροποποίησης, δεν θα ήταν σκόπιμο να κινηθεί διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ιταλίας. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, αλλά άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να την ανοίξει εκ νέου υπό το πρίσμα των μελλοντικών εξελίξεων.
7. Στις 22 Δεκεμβρίου 2011, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
Ισχυρισμός
Αποφασίζοντας να περατώσει και/ή να μην αναλάβει περαιτέρω δράση σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706, στον βαθμό που αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ της νέας νομοθεσίας που εγκρίθηκε από τη Regione Friuli-Venezia Giulia, η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε δεόντως τα καθήκοντά της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών.
Διεκδίκηση
Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της να περατώσει και/ή να μην αναλάβει περαιτέρω δράση σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706, στον βαθμό που αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ της νέας νομοθεσίας που εγκρίθηκε από τη Regione Friuli-Venezia Giulia και να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ιταλίας.
9. Όσον αφορά τις υπόλοιπες πτυχές της υπόθεσης καταγγέλλουσας´s, δηλαδή την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να αναλάβει δράση σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706 στον βαθμό που αφορά τον εικαζόμενο παράνομο χαρακτήρα της ιταλικής πρακτικής της μη έγκρισης της καλλιέργειας ΓΤΟ εν αναμονή της έγκρισης μέτρων συνύπαρξης, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής´ να μην αναλάβει περαιτέρω δράση εν αναμονή της προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-36/11 αποτελεί κατάλληλη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Η έρευνα
10. Στις 3 Φεβρουαρίου 2012, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε διευκρινίσεις από τον καταγγέλλοντα, τις οποίες παρέσχε στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Στις 21 Αυγούστου 2012, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με την πτυχή της καταγγελίας του καταγγέλλοντος´s που αναφέρεται ανωτέρω στην παράγραφο 8 και ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη. Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων το έπραξε στις 22 Φεβρουαρίου 2013.
Περαιτέρω εξελίξεις
11. Στις 10 Απριλίου 2012, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο ενόψει της απόφασης του ιταλικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το οποίο στις 22 Μαρτίου 2012 απέρριψε την προσφυγή του κατά της προληπτικής κατάσχεσης.
12. Στις 15 Μαΐου 2012, η Επιτροπή επανέλαβε την πρόθεσή της να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-36/11 προτού λάβει περαιτέρω απόφαση επί της καταγγελίας του (CHAP 2010/3706).
13. Σε περαιτέρω αλληλογραφία που διαβιβάστηκε στον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τη θέση της Επιτροπής, την οποία θεωρούσε «παρεκκλίνουσα». Σε απάντηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η θέση της είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
14. Στις 28 Αυγούστου 2012, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706 «παραμένει ανοικτή» και θα αξιολογηθεί μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης στην υπόθεση C-36/11.
15. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, το Δικαστήριο εξέδωσε την προδικαστική του απόφαση στην υπόθεση C-36/11. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, όπως οι ποικιλίες αραβοσίτου MON 810, δεν μπορεί να υπόκειται σε εθνική διαδικασία έγκρισης όταν η χρήση και η εμπορία των εν λόγω ποικιλιών έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1829/2003 … και οι εν λόγω ποικιλίες έχουν γίνει δεκτές για συμπερίληψη στον κοινό κατάλογο που προβλέπεται στην οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου. Το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18/ΕΚ … δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν γενικά την καλλιέργεια τέτοιων γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο έδαφός τους εν αναμονή της θέσπισης μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε άλλες καλλιέργειες.»
16. Στις 12 Νοεμβρίου 2012, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει έρευνα κατά της Ιταλίας σχετικά με «το καθεστώς του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 212/2001 και άλλων διατάξεων του ιταλικού δικαίου που αναφέρει ο καταγγέλλων, και συγκεκριμένα του περιφερειακού νόμου 5/2011 και του άρθρου 1 παράγραφος 3 του νομοθετικού διατάγματος 224/2003» και ζήτησε πληροφορίες από τις ιταλικές αρχές μέσω του συστήματος EU Pilot (EU Pilot 3972/12/SNCO).
17. Στις 8 Μαΐου 2013, το Δικαστήριο εξέδωσε προδικαστική απόφαση σχετικά με το αίτημα που υποβλήθηκε στην ποινική υπόθεση καταγγέλλουσας´s (υπόθεση C-542/12 [4]), η οποία επιβεβαίωσε την απόφαση στην υπόθεση C-36/2011. Μετά την απόφαση αυτή, ο καταγγέλλων αθωώθηκε από τις κατηγορίες σχετικά με την προηγούμενη μη εγκεκριμένη σπορά ΓΤΟ και η ποινική διαδικασία εναντίον του περατώθηκε οριστικά.
18. Κατά τη διάρκεια του 2013, ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή της Επιτροπής σε ορισμένες εξελίξεις στην πρακτική των ιταλικών αρχών τις οποίες θεωρούσε ότι παραβιάζουν την οδηγία 2001/18.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή περάτωσε και/ή δεν έλαβε περαιτέρω μέτρα σχετικά με την καταγγελία παράβασης της καταγγέλλουσας´s κατά παράβαση των καθηκόντων της
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
19. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι:
θ) Η Επιτροπή δεν αξιολόγησε τη συμβατότητα της νέας νομοθεσίας που θέσπισε η Regione Friuli-Venezia Giulia με το σχετικό δίκαιο της ΕΕ.
ii) Η ύπαρξη δικαστικής προσφυγής που έχει στη διάθεσή του ο καταγγέλλων δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την περάτωση και/ή τη μη ανάληψη περαιτέρω δράσης σχετικά με την καταγγελία παράβασης κατά της Ιταλίας. Η άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της ΕΕ στους πολίτες δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής και οι πολίτες δεν θα πρέπει να επιβαρύνονται αποκλειστικά με το κόστος και τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ποινικής δίωξης, της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ από τις εθνικές αρχές.
iii) Η ύπαρξη νομοθετικής πρότασης για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την περάτωση και/ή τη μη ανάληψη περαιτέρω δράσης σχετικά με την καταγγελία παράβασης κατά της Ιταλίας. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η νομοθετική διαδικασία παρεμποδίστηκε, δεδομένου ότι το Συμβούλιο είχε δηλώσει ότι δεν ήταν δυνατή επί του παρόντος η επίτευξη πολιτικής συμφωνίας σχετικά με την προτεινόμενη τροποποίηση.
20. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η υπόθεση CHAP(2010)3706 είχε παραμείνει ανοικτή και ότι ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-36/11, αποφάσισε να κινήσει περαιτέρω έρευνα κατά της Ιταλίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ του περιφερειακού νόμου αριθ. 5 της 8ης Απριλίου 2011 της Friuli-Venezia Giulia. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε βάσιμους λόγους να μην προβεί σε περαιτέρω ενέργειες μέχρι την έκδοση της προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-36/11. Υπογράμμισε επίσης τη δέσμευσή της να λάβει απόφαση σχετικά με τα επόμενα στάδια της καταγγελίας παράβασης το συντομότερο δυνατόν, μόλις οι ιταλικές αρχές απαντήσουν στο αίτημά της για παροχή πληροφοριών.
21. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι η παράλειψη της Επιτροπής´ να ενεργήσει χρονολογείται πολύ πριν από την κίνηση της διαδικασίας επί παραβάσει στις 30 Νοεμβρίου 2010 και ότι επί σειρά ετών, και κυρίως από την άνοιξη του 2006, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη καταχωρίσει επίσημη καταγγελία. Ο καταγγέλλων περιέγραψε επίσης τα διάφορα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή μετά την κίνηση της διαδικασίας επί παραβάσει και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δράση ´ της Επιτροπής ήταν παρελκυστική, αν όχι ανύπαρκτη.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
22. Καταρχάς, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι το πεδίο της έρευνάς της στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται στην αξιολόγηση του κατά πόσον η Επιτροπή, αποφασίζοντας να περατώσει και/ή να μην προβεί σε περαιτέρω ενέργειες σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706, στον βαθμό που αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ της νέας νομοθεσίας που θεσπίστηκε από τη Regione Friuli-Venezia Giulia, δεν εκπλήρωσε δεόντως τα καθήκοντά της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή´s δεν εκτείνεται i) στη συμπεριφορά της Επιτροπής´s πριν από την καταχώριση της εν λόγω καταγγελίας επί παραβάσει και ii) στον χειρισμό από την Επιτροπή τυχόν περαιτέρω εξελίξεων που περιήλθαν σε γνώση της από τον καταγγέλλοντα το 2013.
23. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στην επιστολή της 20ής Ιουλίου 2011, η Επιτροπή δήλωσε ρητά ότι είχε αποφασίσει να περατώσει την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706. Ως εκ τούτου, δεν είναι πεπεισμένη από την εξήγηση της Commission´s ότι η καταγγελία παρέμεινε ανοικτή μετά την ημερομηνία αυτή.
24. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-36/11, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει νέα έρευνα κατά των ιταλικών αρχών στο πλαίσιο της καταγγελίας επί παραβάσει CHAP 2010/3706. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή κίνησε εκ νέου την καταγγελία παράβασης.
25. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι η νέα έρευνα αφορά, μεταξύ άλλων, τη συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ του περιφερειακού νόμου αριθ. 5 της 8ης Απριλίου 2011 της Friuli-Venezia Giulia. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προέβη σε περαιτέρω ενέργειες σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει CHAP 2010/3706, στον βαθμό που αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης της νέας νομοθεσίας που θέσπισε η Regione Friuli-Venezia Giulia.
26. Όσον αφορά τους καταγγέλλοντες´s, οι οποίοι θεωρούν ότι η δράση της Επιτροπής´s ήταν παρελκυστική, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο Διαμεσολαβητής έκρινε εύλογη την απόφαση της Επιτροπής´s να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-36/11 (βλ. ανωτέρω παράγραφο 9). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, η Επιτροπή κίνησε ταχέως νέα έρευνα σχετικά με τη συμβατότητα της νομοθεσίας στην υπόθεση Friuli-Venezia Giulia με το δίκαιο της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η άποψη του καταγγέλλοντος´s δεν είναι πειστική.
27. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την παρούσα καταγγελία.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για περαιτέρω έρευνες.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 28 Απριλίου 2014
[1] Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1).
[2] Υπόθεση C-36/11 Pioneer Hi Bred Italia Srl κατά Ministero delle Politiche agricole alimentari e forestali.
[3] Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).
[4] Υπόθεση C-542/12, Ποινική διαδικασία κατά Giorgio Fidenato, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.