FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 2218/2019/MDC σχετικά με την απόφαση του Εκτελεστικού Οργανισμού Έρευνας να θεωρήσει μη επιλέξιμες ορισμένες δαπάνες που δηλώθηκαν από εταίρο σε χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ έργο για τη διαλειτουργικότητα των μη επανδρωμένων οχημάτων (DARIUS)

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση του Εκτελεστικού Οργανισμού Έρευνας (REA) να θεωρήσει μη επιλέξιμες ορισμένες δαπάνες που δηλώθηκαν στο πλαίσιο έργου που συγχρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ: το έργο DARIUS για τη διαλειτουργικότητα των μη επανδρωμένων οχημάτων σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο ΕΟΕ ενήργησε με αντιφατικό και ασυνεπή τρόπο και δεν θα έπρεπε να θεωρήσει τις δαπάνες μη επιλέξιμες. Η Επιτροπή εξέφρασε διάφορες ανησυχίες σχετικά με τις διαπιστώσεις του ελέγχου στις οποίες βασίστηκε η εν λόγω απόφαση .

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο ΕΟΕ ενήργησε εύλογα και σύμφωνα με τη συμφωνία επιχορήγησης. Ως εκ τούτου, περάτωσε την έρευνα με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι μια μικρή επιχείρηση που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με καινοτόμα συστήματα διαχείρισης πληροφοριών. Έλαβε χρηματοδότηση στο πλαίσιο του έργου DARIUS [1], το οποίο συγχρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου για την έρευνα (7ο ΠΠ)[2], και αφορούσε τη διαλειτουργικότητα μη επανδρωμένων εναέριων, χερσαίων και θαλάσσιων οχημάτων σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης. Το έργο ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2012 και διήρκεσε τρία χρόνια.

2. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης εκτέλεσε εργασίες για το έργο μαζί με άλλους συμβούλους. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για το έργο, η επιχείρηση λειτουργούσε από αυτό που ο καταγγέλλων ονόμασε «ανεπίσημες εγκαταστάσεις» στην Ελλάδα. Η επιχείρηση ήταν επίσημα εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο.

3. Από τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ελέγχου που διενεργήθηκε τον Μάιο του 2015 διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις δαπάνες που δηλώθηκαν από τον καταγγέλλοντα δεν ήταν επιλέξιμες. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη διαπίστωση αυτή.

4. Στις 21 Νοεμβρίου 2016, ο ΕΟΕ απέστειλε στον καταγγέλλοντα «επιστολή συμπερασμάτων» μαζί με την τελική έκθεση ελέγχου. Η τελική έκθεση είχε προσαρμοστεί, ώστε να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, αλλά εξακολούθησε να θεωρεί ορισμένες από τις δαπάνες μη επιλέξιμες, συμπεριλαμβανομένων των «έμμεσων δαπανών» που σχετίζονται με τους συμβούλους.

5. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τα πορίσματα της τελικής έκθεσης ελέγχου. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ήταν ασυνεπές το γεγονός ότι ο έλεγχος είχε κρίνει μη επιλέξιμες τις έμμεσες δαπάνες των συμβούλων, διότι οι εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα (όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο), αλλά είχαν αποδεχθεί τις έμμεσες δαπάνες του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον ΕΟΕ να επανεξετάσει την αποδοχή της τελικής έκθεσης ελέγχου.

6. Στο πλαίσιο μεταγενέστερης αλληλογραφίας μεταξύ του ΕΟΕ και του καταγγέλλοντος, ο ΕΟΕ δήλωσε ότι η εγκατάσταση των αιτούντων αποτελεί σημαντικό κριτήριο για τον καθορισμό της χορήγησης επιχορηγήσεων για έργα και ότι ο καταγγέλλων είχε επιλεγεί ως εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και δεν είχε κοινοποιήσει στον ΕΟΕ ότι μετεγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, κάτι που ήταν υποχρεωμένος να πράξει βάσει της συμφωνίας επιχορήγησης. Δήλωσε επίσης ότι ισχύουν διαφορετικοί κανόνες για τους ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων και τους συμβούλους που προσλαμβάνουν [3].

7. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη θέση του ΕΟΕ. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η επιχείρηση δεν είχε μετεγκατασταθεί, αλλά είχε απλώς εκτελέσει τις εργασίες σε εγκαταστάσεις σε άλλη χώρα. Επισήμανε τις συμβουλές της υπηρεσίας υποστήριξης για την επικύρωση ερευνητικών ερευνών (Research Enquiry Service Validation Helpdesk, RES), η οποία ανέφερε ότι οι οντότητες που λαμβάνουν επιχορηγήσεις («δικαιούχοι») πρέπει να ενημερώνουν τον ΕΟΕ μόνο εάν αλλάξει η νόμιμη διεύθυνση του οργανισμού και όχι εάν ανοίξουν απλώς υποκατάστημα ή γραφείο σε διαφορετική διεύθυνση [4].

8. Στη συνέχεια, ο ΕΟΕ ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τη νόμιμη ίδρυση επίσημου υποκαταστήματος στην Ελλάδα, με σκοπό να κρίνει επιλέξιμες τις έμμεσες δαπάνες των συμβούλων.

9. Τον Σεπτέμβριο του 2019, ο ΕΟΕ δήλωσε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε παράσχει αποδεικτικά στοιχεία για την επίσημη καταχώριση υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εμμένει στα συμπεράσματα της έκθεσης ελέγχου.

10. Στις 5 Δεκεμβρίου 2019, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

11. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό της καταγγελίας ότι ο ΕΟΕ δεν έπρεπε να θεωρήσει μη επιλέξιμες ορισμένες έμμεσες δαπάνες που αφορούσαν τους συμβούλους.

12. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων, καθώς και την απάντηση του ΕΟΕ στην καταγγελία και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της απάντησης του ΕΟΕ.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η θέση του REA σχετικά με την επιλεξιμότητα των έμμεσων δαπανών των συμβούλων ήταν αντιφατική, δεδομένου ότι αποδέχθηκε τις έμμεσες δαπάνες του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε ότι οι «δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές»[5] δεν αποτελούν μέρος των συμβατικών διατάξεων, ο ΕΟΕ ενέκρινε την αναθεωρημένη τελική έκθεση ελέγχου, η οποία έκρινε τις δαπάνες μη επιλέξιμες βάσει της διάταξης των κατευθυντήριων γραμμών ότι οι εργασίες πρέπει να εκτελούνται στις επίσημες εγκαταστάσεις του «δικαιούχου». Υποστήριξε ότι οι ισχύοντες κανόνες [6] δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο δικαιούχος να διαθέτει ανεπίσημες εγκαταστάσεις σε άλλο κράτος μέλος.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο ΕΟΕ δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ζήτησε αποδεικτικά στοιχεία ότι είχε καταχωρίσει νόμιμα υποκατάστημα στην Ελλάδα, προκειμένου να θεωρήσει επιλέξιμες τις έμμεσες δαπάνες των εσωτερικών συμβούλων. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτή η πρόσθετη απαίτηση αντιβαίνει στη νομολογία της ΕΕ.[7] Πριν από τον έλεγχο, ο ΕΟΕ ουδέποτε ενημέρωσε ρητά τον καταγγέλλοντα ότι οι εσωτερικοί σύμβουλοι πρέπει να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις επίσημες εγκαταστάσεις του δικαιούχου. Επιπλέον, κατά την καταγγέλλουσα, η δήλωση του RES θέτει υπό αμφισβήτηση το γεγονός αυτό.

Τέλος, ο ΕΟΕ δεν είχε αντιμετωπίσει ζητήματα που αφορούσαν την αξιοπιστία του ελέγχου, για παράδειγμα την έλλειψη «τελικής συνεδρίασης» με τους ελεγκτές, παρά τις ασυνέπειες στην τελική έκθεση ελέγχου.

14. Στην απάντησή του προς τον Διαμεσολαβητή, ο REA επισήμανε ότι, βάσει της συμφωνίας επιχορήγησης, «[i] άμεσες δαπάνες είναι όλες οι επιλέξιμες δαπάνες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν από τον δικαιούχο ως άμεσα καταλογιζόμενες στο έργο, αλλά μπορούν να προσδιοριστούν και να αιτιολογηθούν από το λογιστικό του σύστημα ως πραγματοποιηθείσες σε άμεση σχέση με τις επιλέξιμες άμεσες δαπάνες που αποδίδονται στο έργο»[8] (η υπογράμμιση δική μου).

15. Το διαμέρισμα στην Ελλάδα, όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες για το έργο, ενοικιάστηκε από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και όχι από την ίδια την επιχείρηση. Δεδομένου ότι η επιχείρηση ήταν καταχωρισμένη μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ελεγκτές μπορούσαν να θεωρήσουν το διαμέρισμα ως χώρο της επιχείρησης μόνο εάν ήταν καταχωρισμένο ως τέτοιο στην Ελλάδα. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι λογαριασμοί της επιχείρησης δεν απαριθμούσαν τα έξοδα μίσθωσης, ο έλεγχος έκρινε ότι δεν ήταν έξοδα της επιχείρησης και δεν μπορούσαν να επιστραφούν.

16. Επιπλέον, ο REA δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν τον ενημέρωσε ότι στην εκτέλεση του έργου θα συμμετείχαν σύμβουλοι ή ότι οι εργασίες για το έργο δεν θα πραγματοποιούνταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά σε ιδιωτικό διαμέρισμα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον ΕΟΕ, αμφότερες οι περιστάσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιλεξιμότητα των δαπανών στο πλαίσιο της επιχορήγησης και, σύμφωνα με τη συμφωνία επιχορήγησης, ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος να την ενημερώσει σχετικά. Ο REA προσέθεσε ότι, αν είχε κοινοποιηθεί, πιθανότατα δεν θα είχε αποδεχθεί τέτοιους διακανονισμούς.

17. Παρά ταύτα, ο REA δήλωσε ότι, δεδομένης της εκτέλεσης των εργασιών, προσπάθησε να είναι όσο το δυνατόν πιο ευέλικτος και αποδέχθηκε τις άμεσες δαπάνες προσωπικού που σχετίζονται με τους συμβούλους, με βάση τα δικαιολογητικά έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο καταγγέλλων.

18. Ο REA εξήγησε ότι οι έμμεσες δαπάνες για τις εταιρείες υπολογίζονται με τη χρήση κατ’ αποκοπή ποσοστού 60% των άμεσων δαπανών προσωπικού του ιδιοκτήτη της επιχείρησης [9], και προστίθενται αυτόματα στις επιλέξιμες δαπάνες [10].

19. Ωστόσο, τα άτομα που προσλαμβάνονται απευθείας από τον δικαιούχο για να εργαστούν στο έργο βάσει σύμβασης που δεν πληροί τους όρους που καθορίζονται στη συμφωνία επιχορήγησης [11], θεωρούνται υπεργολάβοι που προσλαμβάνονται για την παροχή υπηρεσίας [12]. Οι δαπάνες των εν λόγω ατόμων μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμες με τις άμεσες δαπάνες προσωπικού (εσωτερικοί σύμβουλοι) μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένα κριτήρια.[13] Μολονότι οι σύμβουλοι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούσαν ένα από αυτά τα κριτήρια [14], ο ΕΟΕ αποδέχθηκε τις δαπάνες τους ως δαπάνες προσωπικού. Ωστόσο, σύμφωνα με τη συμφωνία επιχορήγησης [15], οι εν λόγω δαπάνες δεν συμπεριλήφθηκαν στον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή συντελεστή των έμμεσων δαπανών, δεδομένου ότι οι έμμεσες δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν από τον δικαιούχο, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο.

20. Ο ΕΟΕ ζήτησε αποδεικτικά στοιχεία για την καταχώριση υποκαταστήματος της επιχείρησης του καταγγέλλοντος στην Ελλάδα, διότι αυτό θα μπορούσε να του επιτρέψει να θεωρήσει τις δαπάνες επιλέξιμες, παρόλο που η επιχείρηση του καταγγέλλοντος δεν διαθέτει αριθμό ΦΠΑ ή επίσημη παρουσία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για την επίσημη καταχώριση υποκαταστήματος στην Ελλάδα και δεδομένου ότι οι δαπάνες μίσθωσης δεν περιλαμβάνονταν στους λογαριασμούς της επιχείρησης, ο ΕΟΕ έκρινε τις δαπάνες αυτές μη επιλέξιμες και ενέμεινε στην απόφασή του να απορρίψει τις έμμεσες δαπάνες των συμβούλων.

21. Ο ΕΟΕ έκρινε ότι η απάντηση που παρέχεται από το RES παρέχει γενική καθοδήγηση σχετικά με την επικαιροποίηση της νομικής κατάστασης μιας νομικής οντότητας (όπως η νομική μορφή, η νομική επωνυμία και η νομική διεύθυνση) στο μητρώο δικαιούχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δεν ισχύει για τη συμμετοχή νομικής οντότητας σε ειδική συμφωνία επιχορήγησης. Ως εκ τούτου, δεν επηρεάζει το κατά πόσον οι έμμεσες δαπάνες των συμβούλων ήταν επιλέξιμες. Επιπλέον, ο REA επισήμανε ότι το RES παρέχει μόνο γενικές κατευθύνσεις. Δεν μπορεί να παρέχει συμβουλές για συγκεκριμένες περιπτώσεις και οι απαντήσεις της δεν υπερισχύουν των συμβατικών διατάξεων ή των πορισμάτων του ελέγχου.

22. Ο ΕΟΕ δήλωσε ότι, όταν ολοκληρώθηκε ο επιτόπιος έλεγχος, υπήρχε σημαντικός αριθμός ελλειπουσών πληροφοριών. Ο καταγγέλλων είχε τη δυνατότητα να υποβάλει περαιτέρω έγγραφα και πληροφορίες, πράγμα που έπραξε έως τις 28 Ιουλίου 2015. Επιπλέον, οι ελεγκτές συζήτησαν ανεπίσημα τα ζητήματα που εντοπίστηκαν με τον καταγγέλλοντα μετά τον επιτόπιο έλεγχο.

23. Ο ΕΟΕ επισήμανε ότι ορισμένες από τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την προκαταρκτική έκθεση ελέγχου ελήφθησαν υπόψη στην τελική έκθεση ελέγχου. Η τελική έκθεση ελέγχου τροποποιήθηκε επίσης στη συνέχεια προκειμένου να ληφθούν υπόψη περαιτέρω παρατηρήσεις που απέστειλε ο καταγγέλλων στον ΕΟΕ μετά την περάτωση του ελέγχου. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών και κατόπιν συζητήσεων με τον ΕΟΕ, οι ελεγκτές τροποποίησαν την τελική έκθεση ελέγχου, κατά περίπτωση.

24. Ως εκ τούτου, ενώ δεν είχε πραγματοποιηθεί επίσημη «τελική συνεδρίαση», ο καταγγέλλων δεν στερήθηκε τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις. Αντιθέτως, οι παρατηρήσεις και οι πρόσθετες πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα ελήφθησαν υπόψη σε διάφορα στάδια, μεταξύ άλλων και μετά την επίσημη περάτωση της διαδικασίας ελέγχου. Ο ΕΟΕ είχε επίσης υπενθυμίσει στους ελεγκτές τη σημασία της περάτωσης των συνεδριάσεων στο τέλος των επιτόπιων ελέγχων.

25. Τέλος, ο REA δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να συγκριθούν οι έμμεσες δαπάνες των συμβούλων με τις δαπάνες μετακίνησης του ιδιοκτήτη της καταγγέλλουσας, δεδομένου ότι οι έμμεσες δαπάνες δεν καταχωρίζονταν στους λογαριασμούς της επιχείρησης.

26. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο ΕΟΕ δεν παρείχε καμία αιτιολόγηση ή εξήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εκτέλεση των καθηκόντων στις ανεπίσημες εγκαταστάσεις του στην Ελλάδα θα μπορούσε να επηρεάσει την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στόχος ήταν η ανάπτυξη λογισμικού, μια δραστηριότητα που δεν εξαρτάται από την τοποθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμη η κατάλληλη υποδομή, κάτι που ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι συνέβαινε στις ανεπίσημες εγκαταστάσεις του στην Ελλάδα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία επιχορήγησης δεν τον υποχρέωνε να ενημερώσει τον ΕΟΕ και να λάβει την έγκρισή του για την εκτέλεση του έργου σε εγκαταστάσεις άλλες από τις επίσημες εγκαταστάσεις του.

27. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την αναφορά του REA στις ανεπίσημες εγκαταστάσεις του δικαιούχου ως «ιδιωτικό διαμέρισμα». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν «σε γραφείο που είχε μισθωθεί για τον συγκεκριμένο σκοπό». Προς επίρρωση αυτού, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στη μίσθωση, η οποία αναφέρει ότι οι χώροι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για «επαγγελματικούς/εμπορικούς» σκοπούς.

28. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η απάντηση του RES δεν ήταν γενικές πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες επιχορήγησης, αλλά ήταν η απάντηση σε συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με το αν υπήρχε υποχρέωση κοινοποίησης του ανοίγματος ανεπίσημων εγκαταστάσεων σε χώρα διαφορετική από τη νόμιμη έδρα.

29. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι ο ΕΟΕ είχε αναγνωρίσει ότι, αν και η καταληκτική συνεδρίαση ήταν «υποχρεωτική», δεν είχε πραγματοποιηθεί. Αντ’ αυτού, ο ΕΟΕ απλώς υπενθύμισε στους ελεγκτές τη σημασία των εν λόγω συνεδριάσεων. Το γεγονός ότι της δόθηκαν διαφορετικές ευκαιρίες να υποβάλει παρατηρήσεις δεν μπορεί να αντικαταστήσει την έλλειψη καταληκτικής συνεδρίασης, ιδίως υπό το πρίσμα των σοβαρών ζητημάτων που είχε εγείρει ο καταγγέλλων και τα οποία εξακολουθούσαν να εκκρεμούν.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

30. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, παρά το γεγονός ότι οι δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν μέρος των συμβατικών διατάξεων, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της συνεπούς ερμηνείας των συμβατικών διατάξεων. Ο ΕΟΕ πρέπει να τις ακολουθεί για να διασφαλίζει ότι όλοι οι δικαιούχοι αντιμετωπίζονται ισότιμα και με συνέπεια.

31. Ο ΕΟΕ υιοθέτησε ευέλικτη προσέγγιση και αποφάσισε να αποδεχθεί τις άμεσες δαπάνες των συμβούλων, παρά τις επιφυλάξεις ως προς την ορθή τήρηση των συμβατικών διατάξεων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν υποχρεωμένη να υιοθετήσει μια ευέλικτη προσέγγιση και όσον αφορά τις έμμεσες δαπάνες των συμβούλων.

32. Ο καταγγέλλων επιμένει ότι οι σύμβουλοι πληρούσαν τα κριτήρια (που απαριθμούνται στις δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές) για να θεωρηθούν «εσωτερικοί σύμβουλοι». Ωστόσο, ένα από τα κριτήρια αυτά ορίζει ότι, για να θεωρηθεί εσωτερικός σύμβουλος, το άτομο «πρέπει να εργάζεται στις εγκαταστάσεις του δικαιούχου (εκτός από ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η τηλεργασία έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δύο μερών και υπό την προϋπόθεση ότι η πρακτική αυτή συμμορφώνεται πλήρως με τις διατάξεις σχετικά με την τηλεργασία και τις οδηγίες που παρέχονται από τον δικαιούχο όπως περιγράφεται ανωτέρω)». Όπως απέδειξε ο ΕΟΕ, το κριτήριο αυτό δεν πληρούται, δεδομένου ότι οι επίσημες εγκαταστάσεις του δικαιούχου βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα σε χώρο που ενοικιάστηκε από τον ιδιοκτήτη του δικαιούχου στο όνομά του και όχι στο όνομα της εταιρείας. Επιπλέον, δεν υπήρξε συμφωνία για την εξ αποστάσεως εκτέλεση των εργασιών του έργου (τηλεργασία). Μολονότι ο ΕΟΕ αποδέχθηκε τις άμεσες δαπάνες των συμβούλων, δεδομένου ότι οι εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί, δεν υπήρχαν σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι έμμεσες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν από τον δικαιούχο.

33. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν επίσης εύλογο ο ΕΟΕ να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο καταγγέλλων είχε καταχωρίσει υποκατάστημα στην Ελλάδα.

34. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης πειστική τη θέση του ΕΟΕ όσον αφορά την απάντηση που δόθηκε από το RES. Εν πάση περιπτώσει, το RES έδωσε την απάντησή του πολύ μετά την ολοκλήρωση του έργου. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες δεν επηρέασαν τις αποφάσεις που έλαβε ο καταγγέλλων σχετικά με τον τόπο από τον οποίο οι σύμβουλοι του καταγγέλλοντος προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια του έργου.

35. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια είναι ικανοποιημένη από το γεγονός ότι, παρά τη λυπηρή έλλειψη καταληκτικής συνάντησης μεταξύ του καταγγέλλοντος και των ελεγκτών, δόθηκε στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του ακόμη και μετά την περάτωση του ελέγχου. Ως εκ τούτου, η απουσία καταληκτικής συνεδρίασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε αρνητικό ουσιαστικό αντίκτυπο στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι ο ΕΟΕ υπενθύμισε στους ελεγκτές τη σημασία των καταληκτικών συνεδριάσεων.

36. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο ΕΟΕ υιοθέτησε ευέλικτη προσέγγιση και έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο ΕΟΕ να αποδεχθεί ορισμένες δαπάνες, ακόμη και όταν υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με την επιλεξιμότητά τους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ΕΟΕ δεν υιοθέτησε «αντιφατικές» θέσεις, αλλά προσπάθησε να επιτύχει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της αρχής της αναλογικότητας (προς όφελος του καταγγέλλοντος) και της αρχής της ίσης μεταχείρισης (προς όφελος όλων των άλλων δικαιούχων).

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από τον Εκτελεστικό Οργανισμό Έρευνας.

Ο καταγγέλλων και ο ΕΟΕ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια


Στρασβούργο, 16/9/2020

 

[1] Περισσότερες πληροφορίες: https://cordis.europa.eu/project/id/284851/reporting (στα αγγλικά).

[2] Περισσότερες πληροφορίες: https://ec.europa.eu/research/fp7/index_en.cfm.

[3] Ο ΕΟΕ παρέπεμψε στο άρθρο II.14.1 της συμφωνίας επιχορήγησης σχετικά με τους ιδιοκτήτες ΜΜΕ και στο άρθρο II.15.2.γ σχετικά με τους εσωτερικούς συμβούλους (τρίτοι). Το τελευταίο αναφέρει ότι «δεν μπορούν να καταλογιστούν κατ’ αποκοπή ποσά για έμμεσες δαπάνες στο κόστος των πόρων που διατίθενται από τρίτους και δεν χρησιμοποιούνται στις εγκαταστάσεις του δικαιούχου»(η υπογράμμιση προστέθηκε από τον ΕΟΕ).

[4] Στις 27 Οκτωβρίου 2017, το RES απάντησε ως εξής: «[η] εγκατάσταση υποκαταστήματος/επιχειρησιακού γραφείου σε διεύθυνση διαφορετική από την επίσημη διεύθυνση, η οποία δεν συνεπάγεται τροποποίηση της επίσημης διεύθυνσης, δεν χρειάζεται να κοινοποιείται στην υπηρεσία επικύρωσης του ΕΟΕ για την επικαιροποίηση των πληροφοριών που είναι καταχωρισμένες στο μητρώο δικαιούχων». https://ec.europa.eu/info/research-and-innovation/contact/research-enquiry-service-and-participant-validation_en

[5] Οδηγός οικονομικών θεμάτων σχετικά με τις έμμεσες δράσεις του 7ου ΠΠ: https://ec.europa.eu/research/participants/data/ref/fp7/89556/financial_guidelines_en.pdf.

[6] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1906/2006 με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, διαθέσιμος στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?qid=1581016858847&uri=CELEX:32006R1906

Ο κανονισμός αυτός έχει πλέον καταργηθεί, αλλά εφαρμοζόταν κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας επιχορήγησης.

[7] Ο καταγγέλλων παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-167/01 και στην απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 2411/2003/MHZ προς υποστήριξη αυτού του επιχειρήματος.

[8] Τα κριτήρια παρατίθενται στο άρθρο II.15.2 του παραρτήματος II των γενικών όρων της συμφωνίας επιχορήγησης.

[9] Οι άμεσες δαπάνες προσωπικού των ιδιοκτητών ΜΜΕ υπολογίζονται με βάση τον μαθηματικό τύπο που ορίζεται στο άρθρο II.14.1 παράγραφος 6 της συμφωνίας επιχορήγησης.

[10] Αυτό εξηγείται στις σελίδες 43 και 44 του οδηγού οικονομικών θεμάτων του 7ου ΠΠ.

[11] Άρθρο II.15.1, το οποίο καθορίζει τους όρους που ισχύουν για το προσωπικό του δικαιούχου.

[12] Σύμφωνα με το άρθρο II.7 της συμφωνίας επιχορήγησης.

[13] Αυτό εξηγείται στις σελίδες 61-68 του οδηγού οικονομικών θεμάτων του 7ου ΠΠ.

[14] Οι σύμβουλοι δεν εργάζονταν στις εγκαταστάσεις του δικαιούχου και δεν υπήρχε συμφωνία τηλεργασίας.

[15][15] Άρθρο II.15.2

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!