Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 715/2009/(VIK)ANA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 715/2009/(VIK)ANA - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 22 Απριλίου 2009 - Σύσταση σχετικά με Πέμπτη | 14 Οκτωβρίου 2010 - Απόφαση στις Δευτέρα | 01 Αυγούστου 2011
Ο καταγγέλλων είναι η βουλγαρική ένωση αφορολόγητων ειδών και λιανικού εμπορίου. Η καταγγελία αφορά τις δηλώσεις της Επιτροπής που δημοσιεύθηκαν σε έκθεση στο πλαίσιο του ΜΣΕ, σύμφωνα με τις οποίες (i) η βουλγαρική κυβέρνηση εξακολουθεί να ανέχεται τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών στα εξωτερικά σύνορα της Βουλγαρίας, (ii) τα καταστήματα αυτά σημείωσαν σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών το 2007 και (iii) αποτελούν σημείο επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα.
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι οι ανωτέρω δηλώσεις ήταν ανακριβείς και ατεκμηρίωτες. Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας περιλάμβανε τον χειρισμό από την Επιτροπή αιτήματος πρόσβασης στα πρακτικά συνεδρίασης. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, κατά τη σύνταξη της έκθεσης, ζήτησε τη γνώμη διαφόρων ανεξάρτητων πηγών, οι οποίες εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και του οργανωμένου εγκλήματος. Η Επιτροπή ενέμεινε στην άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδριάσεως για λόγους προστασίας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων.
Κατόπιν ελέγχου του φακέλου, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε σχέδια συστάσεων με τα οποία ζητούσε από την Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι οι δηλώσεις ii) και iii) δεν τεκμηριώνονταν από συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή του και ότι η δήλωση i) ήταν παραπλανητική. Επιπλέον, ζητεί από την Επιτροπή να λάβει μέτρα για τη βελτίωση των εκθέσεών της στο πλαίσιο του ΜΣΕ και να επιτρέψει την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επέτρεψε την πρόσβαση στα πρακτικά, αλλά δεν αποδέχθηκε τα υπόλοιπα σχέδια συστάσεων του Διαμεσολαβητή.
Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής επιβεβαίωσε τη διαπίστωσή του για κακοδιοίκηση όσον αφορά τις δηλώσεις της Επιτροπής στην έκθεσή του και διατύπωσε επικριτική παρατήρηση. Όσον αφορά την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασής του και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες. Η Διαμεσολαβήτρια προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση προς την Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εκθέσεις που εκδίδει στο πλαίσιο του ΜΣΕ συμμορφώνονται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα μπορούσε να εκδώσει κατάλληλες οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές προς τις υπηρεσίες της για να διασφαλίσει ότι οι δηλώσεις στις δημόσιες εκθέσεις περιέχουν ακριβείς πληροφορίες, τις οποίες η Επιτροπή θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι προσφέρει επαρκείς ευκαιρίες διαβούλευσης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των θιγόμενων μερών.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα καταγγελία αφορά τις αρχές που διέπουν τις δημόσιες εκθέσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο του «μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου» (ΜΣΕ)[1] και την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Η καταγγελία υποβλήθηκε από ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των βουλγαρικών επιχειρήσεων αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία.
2. Ο ΜΣΕ εγκρίθηκε στο πλαίσιο της προσχώρησης της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, τα άρθρα 37 και 38 της πράξης προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση i) επικείμενου κινδύνου για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ii) σοβαρών ελλείψεων όσον αφορά την υλοποίηση και την εφαρμογή από τη Βουλγαρία των κανόνων της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ασφάλειας [2]. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στις 13 Δεκεμβρίου 2006 για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Βουλγαρία όσον αφορά την επίτευξη ειδικών κριτηρίων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος [3].
3. Ο ΜΣΕ καθορίζει έξι ειδικά κριτήρια αναφοράς, τα οποία επισυνάπτονται στην απόφαση της Επιτροπής. Ειδικότερα, ο δείκτης αναφοράς 5 απαιτεί από τη Βουλγαρία «να λάβει περαιτέρω μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, ιδίως στα σύνορα και εντός της τοπικής αυτοδιοίκησης». Η Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με το καθήκον της παρακολούθησης της προόδου που σημειώνεται προς την επίτευξη των στόχων που προσδιορίζονται στα κριτήρια αναφοράς. Η Βουλγαρία υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή έως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους [4], και η Επιτροπή εκδίδει εκθέσεις "όπως και όποτε απαιτείται και τουλάχιστον κάθε έξι μήνες"[5].
4. Στις 14 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή εξέδωσε ενδιάμεση έκθεση στο πλαίσιο του ΜΣΕ («ενδιάμεση έκθεση») σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του κριτηρίου αναφοράς 5. Στην έκθεση αυτή, ανέφερε ότι: «Τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών στη βουλγαρική επικράτεια στα εξωτερικά σύνορα με την Τουρκία και τη Σερβία και τα πρατήρια αφορολόγητων ειδών στη βουλγαρική επικράτεια εξακολουθούν να είναι ανεκτά και σημείωσαν σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007. Αποτελούν κομβικό σημείο για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα.»
5. Λίγο αργότερα, η βουλγαρική κυβέρνηση πρότεινε αλλαγές στον νόμο περί αφορολόγητου εμπορίου του 2006, ο οποίος περιλάμβανε το κλείσιμο όλων των χερσαίων καταστημάτων αφορολόγητων ειδών και των πρατηρίων καυσίμων, την ανάκληση των αδειών και την απαλλοτρίωση όλων των κτιρίων που στεγάζουν τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων.
6. Με επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή, εκφράζοντας την ανησυχία του για τις προτάσεις της κυβέρνησης και αμφισβητώντας τις τρεις δηλώσεις που περιέχονται στην ενδιάμεση έκθεση, και συγκεκριμένα α) «εξακολουθούν να γίνονται ανεκτές», β) «σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών το 2007» και γ) «σημείο επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα».
7. Όσον αφορά την πρώτη δήλωση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι συνεπαγόταν ότι η λειτουργία καταστημάτων αφορολογήτων ειδών ήταν κατά κάποιο τρόπο παράνομη. Εξήγησε ότι τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών στα εξωτερικά χερσαία σύνορα της Βουλγαρίας λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο όπως τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών στα εξωτερικά χερσαία σύνορα άλλων κρατών μελών και ότι η τροποποίηση του νόμου περί αφορολόγητων ειδών του 2006 έγινε προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα του βουλγαρικού καθεστώτος με τη σχετική νομοθεσία της ΕΕ που ίσχυε πριν από την προσχώρηση της Βουλγαρίας στην ΕΕ.
8. Όσον αφορά τη δεύτερη δήλωση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ήταν εσφαλμένη. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημα στοιχεία από την Εθνική Υπηρεσία Τελωνείων της Βουλγαρίας (ΕΑΤ), τα οποία έδειξαν μείωση των πωλήσεων κατά 34,5% το 2007.
9. Όσον αφορά την τρίτη δήλωση, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η δήλωση αυτή έγινε χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν ήταν ενήμερος για οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με διαφθορά ή έγκλημα που αφορά συνοριακά καταστήματα αφορολόγητων ειδών στο βουλγαρικό έδαφος.
10. Ο καταγγέλλων ολοκλήρωσε την επιστολή του εκφράζοντας επιφυλάξεις σχετικά με τη διαδικασία που ακολούθησε η βουλγαρική κυβέρνηση για την τροποποίηση του νόμου περί ατελούς εμπορίου του 2006. Οι προτάσεις συντάχθηκαν εσπευσμένα και χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων. Η μόνη πιθανή εξήγηση για έναν τέτοιο τρόπο διαδικασίας επί του θέματος ήταν να υποτεθεί ότι η βουλγαρική κυβέρνηση είχε ενεργήσει σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής. Δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέφρασε δημόσια την ικανοποίησή της για τις προτάσεις της βουλγαρικής κυβέρνησης, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τη θέση της σχετικά με το αν είχε ζητήσει από τη βουλγαρική κυβέρνηση να κλείσει τα συνοριακά καταστήματα αφορολογήτων ειδών.
11. Στις 5 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή πραγματοποίησε συνάντηση με τον καταγγέλλοντα, τους εκπροσώπους και τους συμβούλους του («συνεδρίαση»). Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατά του τομέα των αφορολόγητων ειδών στην ενδιάμεση έκθεση και διαβίβασε στην Επιτροπή στοιχεία από τη βουλγαρική ΕΑΑ σχετικά με τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία. Σε αντίθεση με τη δήλωση της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεσή της, τα στοιχεία που ελήφθησαν από τη βουλγαρική ΕΑΑ έδειξαν σημαντική μείωση των πωλήσεων από το 2006 έως το 2007. Η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή να αποσύρει τους ισχυρισμούς της στην επόμενη έκθεσή της, η οποία επρόκειτο να δημοσιευθεί τον Ιούλιο του 2008.
12. Με επιστολή της 24ης Μαρτίου 2008, ο καταγγέλλων εξέθεσε λεπτομερώς τη λειτουργία και τον κύκλο εργασιών των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης.
13. Στην απάντησή της της 29ης Απριλίου 2008, η Επιτροπή διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι όλες οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις που υπέβαλε θα λαμβάνονταν υπόψη κατά την κατάρτιση της έκθεσης του Ιουλίου 2008. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι η απόφαση να κλείσουν τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων ήταν ανεξάρτητη απόφαση των βουλγαρικών αρχών, την οποία δεν έχει καμία εξουσία να διατάξει. Ωστόσο, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι χαιρέτισε την κυβερνητική πρόταση να κλείσουν τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων, τα οποία, βάσει πολυάριθμων ανεξάρτητων πηγών, εξέφρασαν ανησυχίες όσον αφορά τους δεσμούς τους με το οργανωμένο έγκλημα και την τοπική διαφθορά.
14. Στην ίδια επιστολή, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 [6].
15. Με επιστολή της 19ης Μαΐου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση για τα πρακτικά της συνεδρίασης. Στην ίδια επιστολή, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προς στήριξη της δήλωσής της ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών παρουσίασαν αύξηση του κύκλου εργασιών το 2007 και αποτελούσαν κεντρικό σημείο διαφθοράς και οργανωμένου εγκλήματος. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός διατυπώθηκε σε επίσημη έκθεση χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.
16. Εν τω μεταξύ, στις 23 Μαΐου 2008, το βουλγαρικό κοινοβούλιο ενέκρινε την πρόταση της κυβέρνησης για την τροποποίηση του νόμου περί αφορολόγητου εμπορίου του 2006 και το κλείσιμο των καταστημάτων αφορολόγητων ειδών και των πρατηρίων καυσίμων στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία και τη Σερβία.
17. Στις 2 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιβεβαιωτικής αίτησης και επισήμανε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2008 πρωτοκολλήθηκε στις 12 Ιουνίου 2008. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η προθεσμία για τη διεκπεραίωση της αίτησης θα έληγε στις 2 Ιουλίου 2008, αλλά ότι η προθεσμία αυτή θα έπρεπε να παραταθεί έως τις 25 Ιουλίου 2008.
18. Στις 23 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή δημοσίευσε την επόμενη έκθεσή της στο πλαίσιο του ΜΣΕ («έκθεση του Ιουλίου»), στην οποία ανέφερε ότι «η Βουλγαρία έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την τοπική διαφθορά, θεσπίζοντας νέες διοικητικές διαδικασίες, ιδίως για τη συνοριακή αστυνομία, οι οποίες μειώνουν τις δυνατότητες διαφθοράς. Η Βουλγαρία έκλεισε τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών και τα πρατήρια αφορολόγητων ειδών, τα οποία φέρεται να ήταν σημεία επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα.»[7]
19. Στις 24 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Στην επιστολή της, η Επιτροπή διατύπωσε μια προκαταρκτική παρατήρηση σύμφωνα με την οποία τα ιδιωτικά συμφέροντα του αιτούντος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε έγγραφο βάσει του κανονισμού 1049/2001. Αφού περιέγραψε τη λειτουργία του ΜΣΕ και αναφέρθηκε τόσο στην ενδιάμεση έκθεση όσο και στην έκθεση του Ιουλίου, η Επιτροπή δήλωσε ότι η δημοσιοποίηση των πρακτικών της συνεδρίασης θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο του ΜΣΕ και, ως εκ τούτου, καλύπτεται από την εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
20. Στις 17 Μαρτίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
21. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος κατά της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή:
(1) διατύπωσε εσφαλμένους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς κατά του βουλγαρικού τομέα αφορολόγητων ειδών στην ενδιάμεση έκθεσή της, την οποία δεν απέσυρε στην έκθεσή της του Ιουλίου.
(2) δεν παρέσχε πρόσβαση στα πρακτικά της συνάντησής της με τον καταγγέλλοντα στις 5 Μαρτίου 2008.
(3) καθυστέρησε τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος.
Η έρευνα
22. Στις 22 Απριλίου 2009, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε αίτημα γνωμοδότησης στην Επιτροπή.
23. Στις 6 Αυγούστου 2009, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στον Διαμεσολαβητή και ζήτησε να εξεταστεί κατά προτεραιότητα η παρούσα καταγγελία. Στις 11 Αυγούστου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 10.2 των διατάξεων εφαρμογής του Διαμεσολαβητή [8], ο Διαμεσολαβητής έκανε δεκτό το αίτημα.
24. Στις 28 Αυγούστου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε τη γνώμη της. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του.
25. Στις 8 Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή ότι έκρινε αναγκαίο να εξετάσει τα έγγραφα, τα οποία η Επιτροπή έλαβε υπόψη κατά τη σύνταξη του τμήματος 2.2.5 της ενδιάμεσης έκθεσής της, καθώς και τα πρακτικά της συνεδρίασης. Στις 10 Νοεμβρίου 2009, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο των ανωτέρω εγγράφων στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Στις 25 Νοεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε την έκθεση ελέγχου του στον καταγγέλλοντα. Στις 9 Δεκεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης.
26. Στις 14 Οκτωβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο συστάσεων στην Επιτροπή. Στις 22 Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε την εμπεριστατωμένη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Στις 29 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις επί της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής.
27. Στις παρατηρήσεις του επί της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο της παρούσας απόφασης στη βουλγαρική γλώσσα.
28. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 των διατάξεων εφαρμογής [9], η γλώσσα της διαδικασίας καθορίζεται από τη γλώσσα στην οποία υποβάλλεται η καταγγελία. Στην παρούσα καταγγελία, η ίδια η καταγγελία και σχεδόν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα υποβλήθηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα είχε το δικαίωμα να απορρίψει το αίτημα.
29. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο καταγγέλλων είναι ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα οικονομικών φορέων, οι οποίοι μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, είτε Βούλγαροι υπήκοοι είτε εγκατεστημένοι στη Βουλγαρία. Ταυτόχρονα, η έρευνα προσδίδει αξιοπιστία στην άποψη ότι η υπό εξέταση υπόθεση παρουσιάζει δημόσιο ενδιαφέρον για τη Βουλγαρία.
30. Υπό το πρίσμα αυτών των εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόρριψη του αιτήματος του καταγγέλλοντος θα αντέβαινε στην επίτευξη ενός από τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών σύμφωνα με το άρθρο 20 στοιχείο δ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [10] και το άρθρο 41 παράγραφος 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [11]. Ως εκ τούτου, αποδέχεται το αίτημα και θα παράσχει μετάφραση της παρούσας απόφασης στα βουλγαρικά μόλις αυτή καταστεί διαθέσιμη.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής κατά του βουλγαρικού τομέα αφορολόγητων ειδών
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
31. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τις δηλώσεις της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεσή της και ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής κατά του βουλγαρικού τομέα αφορολόγητων ειδών βασίζονταν σε ψευδή στοιχεία. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή βάσισε την ενδιάμεση έκθεσή της σε πληροφορίες που της παρασχέθηκαν από το Κέντρο Μελέτης της Δημοκρατίας (CSD), μια ΜΚΟ με έδρα τη Βουλγαρία, η οποία λαμβάνει χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Επιτροπή, παραλείποντας να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας στο πλαίσιο του ΜΣΕ.
32. Όσον αφορά το περιεχόμενο της ενδιάμεσης έκθεσης, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η δήλωση ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων «εξακολουθούν να είναι ανεκτά» υπαινίχθηκε ότι η λειτουργία των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών ήταν κατά κάποιο τρόπο παράνομη. Ωστόσο, τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών λειτουργούν στα εξωτερικά σύνορα άλλων κρατών μελών της ΕΕ με τρίτες χώρες. Επιπλέον, ο νόμος περί αφορολόγητου εμπορίου του 2006 που διέπει τη λειτουργία σημείων πώλησης αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία καταρτίστηκε σε στενή διαβούλευση με τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (TAXUD) της Επιτροπής, προκειμένου να εναρμονιστεί η βουλγαρική νομοθεσία με το κεκτημένο της Ένωσης.
33. Όσον αφορά τη δήλωση ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων "σημείωσαν σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007", ο καταγγέλλων προσκόμισε επίσημα στοιχεία από τη βουλγαρική ΕΑΑ για να αποδείξει ότι ο συνδυασμένος κύκλος εργασιών αφορολόγητων ειδών από το 2006 έως το 2007 σημείωσε μείωση 34,5%.
34. Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα συνοριακά καταστήματα αφορολόγητων ειδών της Βουλγαρίας αποτελούσαν «σημείο επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα», ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτόν τον ισχυρισμό. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν υπήρχαν αρχεία δικαστικών ερευνών για φορείς εκμετάλλευσης καταστημάτων αφορολογήτων ειδών ή πρατηρίων καυσίμων στη Βουλγαρία. Επιπλέον, η βουλγαρική ΕΑΑ έλεγξε τους λογαριασμούς όλων των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων καυσίμων σε διάστημα πέντε ετών. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επιστολή του διευθυντή του Οργανισμού στην οποία αναφέρεται ότι από τον έλεγχο δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη παραπτωμάτων στις δραστηριότητες των οικονομικών φορέων στα χερσαία σύνορα της Βουλγαρίας κατά την προαναφερθείσα περίοδο.
35. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε διαβουλευθεί με διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένων διπλωματικών αντιπροσωπειών από κράτη μέλη και τρίτες χώρες, εμπειρογνωμόνων, της κοινωνίας των πολιτών και των μέσων ενημέρωσης." Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ποτέ δεν δήλωσε, ούτε είχε την πρόθεση να ισχυριστεί, ότι το αδασμολόγητο εμπόριο γενικά είναι παράνομο. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι είχε επιφυλάξεις σχετικά με το εμπόριο αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία. Οι επιφυλάξεις της Επιτροπής αφορούσαν τις πρακτικές των επιχειρήσεων αφορολογήτων ειδών «οι οποίες φαίνονταν να αντιβαίνουν στην κοινοτική νομοθεσία για τον ΦΠΑ» και τη μεγάλη δυσκολία ελέγχου των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών που βρίσκονται στα χερσαία σύνορα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στη σύσταση του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (ΣΤΣ), της 16ης Ιουνίου 1960, σχετικά με τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών [12]. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι «οι πηγές της επιβεβαίωσαν ότι οι ανησυχίες του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας σχετικά με τον έλεγχο των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών στα χερσαία σύνορα αποδείχθηκαν ορθές στην περίπτωση της Βουλγαρίας».
36. Όσον αφορά τη δήλωσή της σχετικά με τη «σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007», η Επιτροπή υποστήριξε ότι «τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή δείχνουν σημαντική αύξηση των πωλήσεων κατά τη διάρκεια αρκετών ετών από το 2001». Η αύξηση του κύκλου εργασιών συνδεόταν με το οργανωμένο έγκλημα. Στην πραγματικότητα, η βουλγαρική κυβέρνηση φάνηκε να συμμερίζεται την ανάλυση αυτή αποφασίζοντας να κλείσει τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών.
37. Όσον αφορά τη δήλωση ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών αποτελούν «σημείο επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα», η Επιτροπή δεν πείστηκε από το επιχείρημα ότι κανένας ιδιοκτήτης καταστήματος αφορολογήτων ειδών δεν έχει καταδικαστεί ποτέ για κακούργημα.
38. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε τη γνώμη της δηλώνοντας ότι «κατά την εκπόνηση της ενδιάμεσης έκθεσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη διάφορες, συχνά εμπιστευτικές, πηγές πληροφοριών. Πολλές από τις πηγές εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με το λαθρεμπόριο και τις παρατυπίες που σχετίζονται με τη λειτουργία των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων καυσίμων." Με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν, η Επιτροπή επέκρινε τη λειτουργία των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και στην έκθεσή της του Ιουλίου χαιρέτισε "μια ανεξάρτητη απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης να κλείσει τα πρατήρια και τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών στα χερσαία σύνορα με τρίτες χώρες".
39. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επέκρινε τη γνώμη της Επιτροπής. Εν ολίγοις, υποστήριξε ότι "η Επιτροπή φαίνεται να στήριξε τους ισχυρισμούς της εξ ολοκλήρου σε πληροφορίες που δεν μπήκε στον κόπο να επαληθεύσει από πηγές που αρνείται να αποκαλύψει."Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε μια ενιαία, επαληθεύσιμη πηγή για να τεκμηριώσει τους σοβαρούς ισχυρισμούς κατά των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών.
40. Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών εξακολουθούν να είναι ανεκτά σε παραμεθόριες περιοχές της βουλγαρικής επικράτειας, γεγονός που συνεπάγεται ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών είναι κατά κάποιο τρόπο παράνομα, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει να συνεχίσει να επικαλείται την ανακοίνωση του 1960 για τον ΚΤΚ. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η νομοθεσία της ΕΕ επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και άλλους φόρους τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που πωλούνται από τα χερσαία συνοριακά καταστήματα αφορολόγητων ειδών, όπως ακριβώς και τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών που βρίσκονται σε αερολιμένες ή λιμένες [13].
41. Ταυτόχρονα, εάν η Επιτροπή ισχυριζόταν ότι πληροφορίες από ανώνυμες πηγές έδειχναν ότι σημειώνονταν παράνομες δραστηριότητες σε καταστήματα αφορολογήτων ειδών και πρατήρια καυσίμων, θα έπρεπε να εξηγήσει ποιες ήταν αυτές οι παραβάσεις, πότε σημειώθηκαν και ποιος ήταν υπεύθυνος.
42. Όσον αφορά τη δήλωση σχετικά με «σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007», ο καταγγέλλων απέρριψε την εξήγηση στη γνώμη της Επιτροπής ότι τα στατιστικά στοιχεία διαφέρουν σε σχέση με συγκεκριμένα έτη και ότι οι πωλήσεις αφορολόγητων ειδών σημείωσαν σημαντική αύξηση από το 2001. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν γνώριζε μια τέτοια διακύμανση. Κατά την άποψή της, τα στατιστικά στοιχεία που δημοσίευσε η εθνική αρμόδια αρχή της Βουλγαρίας αποτελούν το μοναδικό επίσημο αρχείο των αφορολόγητων πωλήσεων προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης στη Βουλγαρία. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν σαφώς μείωση των πωλήσεων μεταξύ 2006 και 2007 και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τη δήλωση της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεση.
43. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής για την υπεράσπιση της δήλωσης ότι τα βουλγαρικά καταστήματα αφορολογήτων ειδών αποτελούν «σημείο εστίασης της τοπικής διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος», ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι είναι «αδύνατα και [ότι] επιδεικνύουν μια εξαιρετική, μοναδική λογική». Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή αγνόησε το γεγονός ότι δεν υπήρχαν αρχεία δικαστικών ερευνών σε καταστήματα αφορολογήτων ειδών ή πρατήρια καυσίμων, καθώς και τον ολοκληρωμένο έλεγχο από την ΕΑΑ, ο οποίος δεν κατέδειξε παρατυπία. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η απουσία ποινικής καταδίκης δεν σήμαινε ότι όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες ήταν νόμιμες και νόμιμες. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι «είναι παράλογος και υπαινίσσεται ότι οι φορείς εκμετάλλευσης καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και πρατηρίων καυσίμων θα πρέπει να υποχρεωθούν να αποδείξουν με κάποιο τρόπο την αθωότητά τους έναντι της Επιτροπής και όχι να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποδείξει την αδικοπραξία τους».
44. Υπενθυμίζεται ότι μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τις πηγές που έλαβε υπόψη η Επιτροπή κατά τη σύνταξη του τμήματος 2.2.5 της ενδιάμεσης έκθεσής της, καθώς και τα πρακτικά της συνεδρίασης. Ο Διαμεσολαβητής συνέταξε έκθεση επιθεώρησης, την οποία διαβίβασε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις και στην οποία επισήμανε ότι η Επιτροπή έλαβε πληροφορίες από τη βουλγαρική κυβέρνηση, αλλά και από πρεσβείες κρατών μελών και τρίτων χωρών, εμπειρογνώμονες, ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς και τις υπηρεσίες της ίδιας της Επιτροπής. Ο φάκελος ελέγχου περιείχε πρόσφατες επιβεβαιώσεις μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με πληροφορίες που δόθηκαν προφορικά στην Επιτροπή από τις πρεσβείες των κρατών μελών. Αντίγραφο του φακέλου διαβιβάστηκε στους εκπροσώπους του Διαμεσολαβητή υπό τον όρο ότι δεν θα γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα [14].
45. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι εμπιστευτικές πηγές της Επιτροπής θα δικαιολογούσαν τους ευρείς ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατά του καταγγέλλοντος στην ενδιάμεση έκθεση. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει να αποδεχθεί τις πληροφορίες στην ονομαστική τους αξία που της υποβλήθηκαν, αλλά πρέπει να επιδιώξει να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν.
Η αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας που οδηγεί σε σχέδια συστάσεων
46. Στην αξιολόγησή του που οδήγησε σε σχέδια συστάσεων, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε προκαταρκτική παρατήρηση σημειώνοντας ότι δεν διενήργησε χωριστή έρευνα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προκειμένου i) να προβεί σε μεταγενέστερη σύγκριση με τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες βασίζονται οι δηλώσεις της Επιτροπής και ii) να αξιολογήσει κατά πόσον ήταν ορθές και τεκμηριωμένες. Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής επικέντρωσε την εξέτασή του στο κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη των εξηγήσεων που παρασχέθηκαν, οι δηλώσεις της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεση ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες. Για να είναι επαρκώς τεκμηριωμένες οι επίμαχες εν προκειμένω δηλώσεις, θα έπρεπε να αποδειχθεί επαρκής σύνδεσμος μεταξύ των δηλώσεων αυτών και των κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Επιπλέον, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία θα έπρεπε να είναι επαρκή υπό το πρίσμα του περιεχομένου των δηλώσεων και του πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν.
47. Το ζήτημα αν οι επίδικες δηλώσεις ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες ανέκυψε δύο φορές, πρώτον, στο στάδιο κατά το οποίο οι δηλώσεις αυτές περιλαμβάνονταν στην ενδιάμεση έκθεση, η οποία δημοσιεύθηκε· και δεύτερον, στο πλαίσιο των επακόλουθων επαφών με τον καταγγέλλοντα, μια ένωση που εκπροσωπεί συμφέροντα τα οποία επηρεάζονται άμεσα από τις δηλώσεις αυτές. Φυσικά, μια έκθεση στο πλαίσιο του ΜΣΕ δεν αναμένεται να παράσχει όλες τις αιτιολογήσεις για τις δηλώσεις που περιέχονται σε αυτήν. Κατά συνέπεια, το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή τεκμηρίωσε τις δηλώσεις αυτές θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο των επαφών της με τον καταγγέλλοντα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης χρήσιμο να ληφθεί υπόψη ότι ένας πολίτης που διαβάζει την έκθεση της Επιτροπής στο πλαίσιο του ΜΣΕ θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε στην κατοχή της συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσει τις δηλώσεις που έγιναν. Είναι σαφές ότι, εάν η Επιτροπή δεν τεκμηρίωσε τις δηλώσεις που έγιναν, τότε οι δηλώσεις αυτές πρέπει επίσης να τεκμαίρεται ότι είναι παραπλανητικές για τους πολίτες [15].
48. Το καθήκον της Επιτροπής να «τεκμηριώσει» τις δηλώσεις που έγιναν περιπλέκεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της ήταν εμπιστευτικού χαρακτήρα. Μολονότι το ζήτημα της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας έρευνας, το ζήτημα των τεκμηριωτικών διαπιστώσεων που διατυπώνονται, έστω και εν μέρει, βάσει εμπιστευτικών εγγράφων πρέπει επίσης να εξεταστεί παρεμπιπτόντως. Για τον σκοπό αυτό, ο Διαμεσολαβητής, εκτός από το να ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής, εξέτασε επίσης τα έγγραφα στα οποία η Επιτροπή βάσισε τα πορίσματά της. Ο Διαμεσολαβητής προχώρησε στην ανάλυσή του με βάση όλες τις πληροφορίες που έλαβε, τηρώντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, κατά περίπτωση.
49. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης των δηλώσεων της Επιτροπής με τους κανόνες και τις αρχές της χρηστής διοίκησης, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (ECGAB)[16] προβλέπει ότι:
«[...] ο υπάλληλος σέβεται τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος»[17], «[...] απέχει από κάθε αυθαίρετη ενέργεια που βλάπτει το κοινό [...]»[18] και «[...] λαμβάνει υπόψη τους σχετικούς παράγοντες και αποδίδει σε καθένα από αυτά τη δέουσα βαρύτητα στην απόφαση, αποκλείοντας κάθε άσχετο στοιχείο από την εξέταση».[19]
Επιπλέον, η χρηστή διοίκηση απαιτεί από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να ενεργούν με προσοχή, σύνεση [20] και επιμέλεια [21]. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν σαφές ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντά της στο πλαίσιο του ΜΣΕ κατά τρόπο αναλογικό, αμερόληπτο, αντικειμενικό και επιμελή [22].
50. Η Διαμεσολαβήτρια ανέλυσε τη δήλωση της Επιτροπής, η οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα 2.2.5 της ενδιάμεσης έκθεσής της, στις ακόλουθες τρεις διακριτές δηλώσεις:
α) Η βουλγαρική κυβέρνηση εξακολουθεί να ανέχεται τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων·
β) Ο κύκλος εργασιών των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων βενζίνης στα σύνορα της Βουλγαρίας σημείωσε αύξηση το 2007 σε σύγκριση με το 2006· και
γ) Τα βουλγαρικά συνοριακά καταστήματα αφορολόγητων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν κομβικό σημείο τοπικής διαφθοράς και οργανωμένου εγκλήματος.
51. Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε ότι η δήλωση «συνεχίζει να ανέχεται» συνδέεται με τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν «σημείο εστίασης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος» και είναι δυνητικά παραπλανητική όταν λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με το στοιχείο γ). Αν η Επιτροπή δικαιολογημένα δήλωσε δημοσίως ότι τα βουλγαρικά καταστήματα αφορολογήτων ειδών αποτελούσαν κομβικό σημείο για τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα, τότε θα μπορούσε βασίμως να δηλώσει ότι η Βουλγαρική Κυβέρνηση δεν πρέπει να συνεχίσει να τα ανέχεται. Αυτό οφείλεται στη σημασία του υπό εξέταση θέματος όσον αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, την εγκαθίδρυση ενός χώρου δικαιοσύνης, ελευθερίας και ασφάλειας, καθώς και σε δημοσιονομικές παραμέτρους που σχετίζονται με τους ιδίους πόρους της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η ανάλυση του Διαμεσολαβητή ξεκίνησε με τη δήλωση (γ).
52. Η Επιτροπή υπερασπίστηκε τη δήλωση αυτή αναφερόμενη σε εμπιστευτικές πληροφορίες που έλαβε από «πολλές πηγές ανεξάρτητες από εκείνες του καταγγέλλοντος», συμπεριλαμβανομένων πρεσβειών κρατών μελών και τρίτων χωρών, ΜΚΟ και των δικών της υπηρεσιών.
53. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε ούτε μία επαληθεύσιμη πηγή για να τεκμηριώσει τη δήλωση αυτή. Αντιθέτως, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν διεξαχθεί έρευνες ή διώξεις σχετικά με οποιοδήποτε περιστατικό διαφθοράς ή εγκλήματος. Επιπλέον, ο έλεγχος από την ΕΑΑ κατέδειξε ότι δεν υπήρξε παρατυπία κατά την τελευταία πενταετία.
54. Στην αξιολόγησή του που οδήγησε σε σχέδια συστάσεων, ο Διαμεσολαβητής τόνισε ότι η δημόσια δήλωση ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν «σημείο εστίασης της τοπικής διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος» είναι τόσο σοβαρή ώστε, για να τεκμηριωθεί δεόντως, πρέπει να υποστηρίζεται από επαρκώς πειστικά αποδεικτικά στοιχεία.
55. Ενώ ήταν σαφές ότι η ίδια η ενδιάμεση έκθεση δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με τις πηγές της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αποκτήθηκε πρόσβαση κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας. Είναι σημαντικό ότι ο Διαμεσολαβητής επιθεώρησε επίσης όλα τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στον φάκελο της Επιτροπής. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, παρόλο που τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν την Επιτροπή σε ανησυχίες, δεν πληρούσε το υψηλό όριο που απαιτείται για να δικαιολογήσει τη δημόσια δήλωσή της. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δήλωση της Επιτροπής δεν στηριζόταν σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της, αλλά σε απόψεις που της είχαν εκφραστεί εμπιστευτικά από δευτερεύουσες πηγές. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούσαν για να τεκμηριώσουν τη δημόσια δήλωση της Επιτροπής (γ).
56. Ως εκ τούτου, η δήλωση της Επιτροπής (α) ότι η Βουλγαρία «συνεχίζει να ανέχεται» τη λειτουργία καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και πρατηρίων καυσίμων είναι παραπλανητική.
57. Όσον αφορά τη δήλωση β), η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων όσον αφορά τη δήλωση σχετικά με τα αυξημένα έσοδα των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών το 2007. Επιπλέον, από την εξέταση του φακέλου από τον Διαμεσολαβητή δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τη δήλωση της Επιτροπής.
58. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι οι τρεις δημόσιες δηλώσεις που περιέχονται στην ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες (δηλώσεις β) και γ)) ή παραπλανητικές (δηλώσεις α)). Αυτό συνιστά κακοδιοίκηση.
59. Στη συνέχεια, η Διαμεσολαβήτρια εξέτασε την έκθεση του Ιουλίου, στην οποία η Επιτροπή ανέφερε ότι «η Βουλγαρία έκλεισε τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια αφορολογήτων ειδών που φέρονται να ήταν σημεία επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή επανέλαβε τους εσφαλμένους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της κατά των βουλγαρικών καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων καυσίμων.
60. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ήταν σαφές, βάσει του ανωτέρω αποσπάσματος από την έκθεση του Ιουλίου, ότι η Επιτροπή δεν επανέλαβε τις δηλώσεις της (α) και (β) από την ενδιάμεση έκθεση, αλλά προέβη σε σημαντική αλλαγή στη δήλωση (γ) εισάγοντας τη λέξη «υποτίθεται». Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές δεν ισοδυναμούσαν με απόσυρση των ισχυρισμών της Επιτροπής που περιέχονται στην ενδιάμεση έκθεση. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέσυρε τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της και η δήλωση αυτή δεν μπορεί να διορθώσει τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που εντοπίστηκαν εκ των προτέρων.
61. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι η απόφαση για το κλείσιμο των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων βενζίνης ήταν ανεξάρτητη απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης, ήταν προφανές, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή στην επιστολή της με ημερομηνία 24 Ιουλίου 2008, ότι η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής « οδήγησε στην απόφαση των βουλγαρικών αρχών να κλείσουν τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια βενζίνης».
62. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η πράξη προσχώρησης και ο ΜΣΕ αναθέτουν στην Επιτροπή ευρείες εξουσίες. Ειδικότερα, η πράξη προσχώρησης παρέχει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, σε περίπτωση που η Βουλγαρία δεν υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων προσχώρησης [23]. Ο ΜΣΕ διευκρινίζει ότι τα κατάλληλα μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν τομεακές εγγυήσεις, όπως η αναστολή της υποχρέωσης των κρατών μελών να αναγνωρίζουν και να εκτελούν βουλγαρικές δικαστικές αποφάσεις, όπως τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης [24]. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι εξαιρετικά σημαντικό η Επιτροπή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στο πλαίσιο του ΜΣΕ, να τηρεί τις αρχές της αναλογικότητας, της αμεροληψίας, της αντικειμενικότητας και της επιμέλειας. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Επιτροπή παρέχει στη βουλγαρική κυβέρνηση χρήσιμη τεχνική βοήθεια σε θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΜΣΕ [25], η Επιτροπή θα πρέπει να ασκεί τα διοικητικά της καθήκοντα στο πλαίσιο του ΜΣΕ με τη μέγιστη προσοχή και σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που περιγράφονται ανωτέρω.
63. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει όλες τις μη εμπιστευτικές πληροφορίες στα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να τεκμηριώσει τις δηλώσεις που περιέχονται σε δημόσιες εκθέσεις. Εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες, η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 και του εσωτερικού κανονισμού της και να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των ανησυχιών που εγείρει ένα ενδιαφερόμενο μέρος. Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση αιτιάσεως, οι οποίες αφορούν δηλώσεις σχετικά με τη σοβαρότητα της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στις εκθέσεις της για τον ΜΣΕ. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει ότι θα είναι σε θέση να τεκμηριώσει τις δηλώσεις της βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων. Εάν δεν είναι διαθέσιμες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρέπει, μετά από επιτόπιους ελέγχους και συνεδριάσεις, να συγκεντρώσουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες, θα πρέπει να διατίθεται πλήρως ανωνυμοποιημένη έκθεση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα τηρούσε τις αρχές της χρηστής διοίκησης που περιγράφονται ανωτέρω.
64. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί με σκοπό την εξεύρεση της σωστής ισορροπίας μεταξύ του δημόσιου συμφέροντος και τυχόν εμπλεκόμενων ιδιωτικών συμφερόντων και να παρέχει στα θιγόμενα μέρη την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσουν τις απόψεις τους με σκοπό την επίτευξη αντικειμενικής και ισορροπημένης αξιολόγησης. Η υποχρέωση πραγματικής διαβούλευσης τονίζεται στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είναι αντιπροσωπευτική ένωση [26]. Η ίδια η διαδικασία διαβούλευσης πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
65. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε τα ακόλουθα σχέδια συστάσεων:
"1. Στην επόμενη έκθεσή της στο πλαίσιο του ΜΣΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι δηλώσεις στην ενδιάμεση έκθεσή της της 14ης Φεβρουαρίου 2008 ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων «έχουν σημειώσει σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007» και ότι τα βουλγαρικά συνοριακά καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν «σημείο εστίασης για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα» δεν τεκμηριώθηκαν με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσει ότι η δήλωση ότι η βουλγαρική κυβέρνηση «συνεχίζει να ανέχεται τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων» ήταν παραπλανητική.
2. Λαμβάνοντας υπόψη τις ευρείες εξουσίες που της ανατίθενται στο πλαίσιο του ΜΣΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιώσει τις διαδικασίες της και να διασφαλίσει την αναλογικότητα, την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την επιμέλεια των εκθέσεών της που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΜΣΕ. Σύμφωνα με τις προτάσεις της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει κατάλληλες οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές προς τις υπηρεσίες της για να διασφαλίζει ότι οι δηλώσεις στις δημόσιες εκθέσεις περιέχουν ακριβείς πληροφορίες, τις οποίες η Επιτροπή θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι παρέχει επαρκείς δυνατότητες διαβούλευσης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των θιγόμενων μερών.»
Τα επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο συστάσεών του
66. Με τη λεπτομερή απάντησή της, η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τα σχέδια συστάσεων σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό. Η Επιτροπή επανέλαβε τη θέση της και υποστήριξε ότι οι δηλώσεις της σχετικά με τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων στην ενδιάμεση έκθεση βασίστηκαν σε στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από διάφορες ανεξάρτητες πηγές, όπως οι βουλγαρικές αρχές, εκπρόσωποι των κρατών μελών της ΕΕ και τρίτων χωρών και ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες. Τα στοιχεία αυτά κατέδειξαν έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων αφορολόγητων ειδών από τη Βουλγαρία και επανειλημμένες καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένου του λαθρεμπορίου, των δόλιων εισαγωγών και των δεσμών με τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τη λειτουργία καταστημάτων αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία. Ωστόσο, το κλείσιμο των καταστημάτων αφορολόγητων ειδών τον Ιούλιο του 2008 ήταν κυρίαρχη απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης. Η Επιτροπή κατέληξε στην απάντησή της δηλώνοντας ότι θεωρεί ότι οι εκθέσεις της στο πλαίσιο του ΜΣΕ πληρούν πλήρως τις απαιτήσεις της αναλογικότητας, της αμεροληψίας, της αντικειμενικότητας και της επιμέλειας, όπως ορίζονται στον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
67. Στις παρατηρήσεις της επί της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή απλώς επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ότι τα «αποδεικτικά στοιχεία» στα οποία στήριξε τις δηλώσεις της ήταν «επιτακτικά και πλήρως υποστηρικτικά». Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις διαθέσιμες πληροφορίες και διαπίστωσε στα σχέδια συστάσεών του ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες «δεν πληρούσαν το υψηλό όριο που απαιτείται για να δικαιολογηθούν» οι δηλώσεις της Επιτροπής.
68. Ο καταγγέλλων διαφώνησε επίσης με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το κλείσιμο των συνοριακών καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων βενζίνης στη Βουλγαρία τον Ιούλιο του 2008 ήταν «απόφαση κυριαρχίας της βουλγαρικής κυβέρνησης και, κατ' επέκταση, δεν συνδεόταν άμεσα με τις δηλώσεις της Επιτροπής στις εκθέσεις του ΜΣΕ». Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η δήλωση αυτή « έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη αναγνώριση της Επιτροπής ότι η ενδιάμεση έκθεσή της της 4ης Φεβρουαρίου 2008 είχε πράγματι οδηγήσει στην απόφαση των βουλγαρικών αρχών να κλείσουν τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια βενζίνης». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δηλώσεων της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεση και της επακόλουθης απόφασης της βουλγαρικής κυβέρνησης είναι σαφής.
69. Τέλος, ο καταγγέλλων διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τον παρόντα ισχυρισμό, οι οποίες προκλήθηκαν από την παραλαβή και την εξέταση των πρακτικών της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008 (βλ. κατωτέρω). Υποστήριξε, στο πλαίσιο αυτό, ότι τα πρακτικά θέτουν περαιτέρω υπό αμφισβήτηση τη δήλωση β) της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεσή της.
70. Στο πλαίσιο αυτό, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι τα πρακτικά αναφέρονται σε στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών των καταστημάτων αφορολόγητων ειδών που παρασχέθηκαν από το Κέντρο Μελέτης της Δημοκρατίας (CSD) και στα οποία βασίστηκε η Επιτροπή. Η σχετική έκθεση του ΚΑΤ περιλαμβάνει στοιχεία για τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών για το 2006, με παρέκταση των στοιχείων του 2005, αλλά όχι στοιχεία για τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών για το 2007. Κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2008, ο καταγγέλλων διαβίβασε στην Επιτροπή τα επίσημα στοιχεία των ΕΑΑ για το 2007, τα οποία κατέδειξαν μείωση των πωλήσεων κατά 34,5% από το 2006 έως το 2007 και αντέκρουσαν σαφώς τα αριθμητικά στοιχεία στα οποία φέρεται να βασίστηκε η Επιτροπή. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η έκθεση «International Narcotics Control Strategy Report 2007» του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν περιέχει απολύτως κανένα στοιχείο σχετικά με τις πωλήσεις πρατηρίων αφορολόγητων ειδών ή πρατηρίων καυσίμων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
71. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, διατύπωσε δύο σχέδια συστάσεων, ως εξής: 1) η Επιτροπή θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι δηλώσεις β) και γ) στην ενδιάμεση έκθεσή της δεν τεκμηριώθηκαν με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της, ενώ η δήλωση α) ήταν παραπλανητική· και 2) η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει μέτρα για τη βελτίωση των διαδικασιών της, να διασφαλίσει την αναλογικότητα, την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την επιμέλεια των εκθέσεών της για τον ΜΣΕ και να διασφαλίσει ότι προσφέρει επαρκείς ευκαιρίες διαβούλευσης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των θιγόμενων μερών.
72. Όσον αφορά το πρώτο σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή επιμένει ότι τα υποκείμενα αποδεικτικά στοιχεία είναι αδιάσειστα και υποστηρίζει πλήρως τις δηλώσεις που περιέχονται στην ενδιάμεση έκθεση.
73. Η προσέγγιση της Επιτροπής δεν είναι ούτε βάσιμη ούτε εποικοδομητική. Δεν είναι βάσιμη υπό το πρίσμα της σύγκρισης μεταξύ της σοβαρότητας των δηλώσεων της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεση και των αποδεικτικών στοιχείων του φακέλου. Δεν είναι εποικοδομητικό διότι η Επιτροπή αρνείται οποιαδήποτε παράβαση και δεν ασχολείται σοβαρά με το σχέδιο σύστασης της Διαμεσολαβήτριας. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια προσπαθεί να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους, κατά τους τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν μεταξύ της ενδιάμεσης έκθεσής της και της έκθεσης του Ιουλίου, η Επιτροπή συμπεριέλαβε «υποτίθεται» στη δήλωση γ) και απέσυρε εντελώς τη δήλωση β). Η προσέγγιση της Επιτροπής είναι λυπηρή επίσης επειδή βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν είναι διατεθειμένη να αποκαλύψει.
74. Για λόγους σαφήνειας, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επισημάνει ότι, όπως επισημαίνεται στο σχέδιο συστάσεών του και επαναλαμβάνεται στην παράγραφο 55 της παρούσας απόφασης, τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία «θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν την Επιτροπή σε ανησυχίες.» Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν πληρούσαν το υψηλό όριο που απαιτείται για να δικαιολογηθεί η δημόσια δήλωση ότι «τα βουλγαρικά συνοριακά καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν σημείο εστίασης της τοπικής διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος.» Ταυτόχρονα, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να αντικρούσει τις πληροφορίες που παρείχε η ΕΑΑ και να υποστηρίξει τη δήλωση ότι «ο κύκλος εργασιών των βουλγαρικών συνοριακών καταστημάτων αφορολόγητων ειδών και των πρατηρίων βενζίνης σημείωσε αύξηση το 2007 σε σύγκριση με το 2006».
75. Όσον αφορά το δεύτερο σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή δεν προέβαλε επιχειρήματα για να απαντήσει στην ανάλυση του Διαμεσολαβητή στα σημεία 49 έως 64 της παρούσας απόφασης. Κατέληξε απλώς στο συμπέρασμα ότι οι εκθέσεις του ΜΣΕ πληρούν πλήρως τις απαιτήσεις της αναλογικότητας, της αμεροληψίας, της αντικειμενικότητας και της επιμέλειας.
76. Φυσικά, η Επιτροπή είναι ευπρόσδεκτη να εκφράσει τις απόψεις της σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του ΜΣΕ. Ωστόσο, η απάντηση της Επιτροπής καθιστά αναγκαίο για τον Διαμεσολαβητή να αποσαφηνίσει την έννοια του σχεδίου σύστασής του εν προκειμένω. Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε ότι οι εκθέσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο του ΜΣΕ δεν συμμορφώνονται με τις προαναφερθείσες αρχές της χρηστής διοίκησης. Αντιθέτως, η έρευνα του Διαμεσολαβητή επικεντρώθηκε στην ενδιάμεση έκθεση του 2008. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή διευκολύνθηκε από την εξέταση του φακέλου. Βάσει του ελέγχου αυτού, κατέστη προφανές ότι οι δηλώσεις της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεση δεν μπορούσαν να στηριχθούν σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγεται εμμέσως ότι ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την Επιτροπή για την εκ μέρους της αξιολόγηση της σημασίας των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία ήταν διαθέσιμη στον φάκελο, και για την τελική χρήση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στις δημόσιες δηλώσεις που περιέχονται στην ενδιάμεση έκθεσή του.
77. Ωστόσο, η κριτική του Διαμεσολαβητή δεν περιορίζεται στην αδυναμία της Επιτροπής να τεκμηριώσει τις δηλώσεις της και στην αξιολόγηση και χρήση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Όπως φαίνεται στις παραγράφους 63 και 64 της παρούσας απόφασης, ο Διαμεσολαβητής προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και παρείχε καθοδήγηση σχετικά με το σχετικό ζήτημα της απόκτησης των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων για την αιτιολόγηση των εν λόγω δηλώσεων και, γενικότερα, καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο σύστασης του φακέλου της εν λόγω έκθεσης, με παράλληλο σεβασμό των συμφερόντων εμπιστευτικότητας. Για τον σκοπό αυτό, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να εκδίδει οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές προς τις υπηρεσίες της κατά τη διεξαγωγή μιας τέτοιας έρευνας, ώστε να διασφαλίζεται η ακρίβεια των πληροφοριών που λαμβάνουν. Αυτό διευκολύνεται με τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών στη συλλογή πληροφοριών, η οποία, εκτός από την παροχή βοήθειας στην Επιτροπή για την επίτευξη δίκαιης και ισορροπημένης αξιολόγησης, προσδίδει επίσης προστιθέμενη αξία στην παροχή πραγματικής δυνατότητας διαβούλευσης στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις [27].
78. Η εκ μέρους της Επιτροπής διατύπωση των ανωτέρω εκτιμήσεων στη λεπτομερή απάντησή της είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί. Ακόμη και αν η Επιτροπή είναι πεπεισμένη ότι δεν υπήρξε κανένα σφάλμα με τις δηλώσεις της ενδιάμεσης έκθεσής της, η οποία, δεδομένων των αλλαγών που επέφερε στην έκθεσή της του Ιουλίου τέσσερις μήνες αργότερα, δεν είναι καθόλου πειστική, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι διαδικασίες της Επιτροπής δεν μπορούν να βελτιωθούν. Ενώ ο Διαμεσολαβητής επαινεί συνεχώς τις βελτιώσεις στη συμπεριφορά των θεσμικών οργάνων και τον σεβασμό τους προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης, θεωρεί ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού, ενώ υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης. Ο Διαμεσολαβητής θα εκπλαγεί και θα απογοητευτεί εξίσου εάν η θέση της Επιτροπής θεωρηθεί ότι αποκλείει οποιαδήποτε βελτίωση. Η συστηματική ενθάρρυνση του Διαμεσολαβητή προς τα θεσμικά όργανα να ανεβάσουν τον πήχη και να βελτιώσουν την κουλτούρα των υπηρεσιών τους αποτελεί εκδήλωση μιας φιλοσοφίας που καθοδηγείται από τους πολίτες και στην οποία ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι συμφωνεί και η Επιτροπή.
79. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τα σχέδια συστάσεών του. Όσον αφορά τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που εντοπίζονται εδώ, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση και περαιτέρω παρατήρηση στο τελικό μέρος της παρούσας απόφασης.
80. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του καθεστώτος του, ο Διαμεσολαβητής, αφού διατυπώσει σχέδιο σύστασης και λάβει την εμπεριστατωμένη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.
81. Στην ετήσια έκθεσή του για το 1998, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ανεκτίμητη αξία για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να παρουσιάζονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα στα οποία το Κοινοβούλιο είναι σε θέση να αναλάβει δράση για να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή. Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.
82. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, παρόλο που η παρούσα έρευνα ανέδειξε σημαντικές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, τα πραγματικά περιστατικά που διακυβεύονται βρίσκονται στο παρελθόν. Τα διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από την υπόθεση αυτή μπορούν να εξεταστούν καλύτερα στη μελέτη παρακολούθησης μετά την αντίδραση της Επιτροπής στην επικριτική παρατήρηση του Διαμεσολαβητή και στην περαιτέρω παρατήρησή του. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν θα ήταν εποικοδομητικό να υποβληθεί στο Κοινοβούλιο ειδική έκθεση σχετικά με την υπόθεση αυτή.
83. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες, η Επιτροπή αναμένεται να αποστείλει την απάντησή της στον Διαμεσολαβητή εντός έξι μηνών από την παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει προσεκτικά την απάντηση της Επιτροπής στην επικριτική του παρατήρηση και την περαιτέρω παρατήρησή του.
Β. Πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
84. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι στις 29 Απριλίου 2009 η Επιτροπή απέρριψε την αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Δεν παρέσχε περαιτέρω εξηγήσεις για την άρνησή της [28].
85. Με επιστολή της 24ης Ιουλίου 2008, η Επιτροπή απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος του κανονισμού 1049/2001 [29]. Η εξαίρεση αυτή προβλέπει ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που συντάσσεται από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση και αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίησή του θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου.
86. Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή δήλωσε ότι το θέμα συζήτησης στη συνάντηση ήταν «η λειτουργία καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και πρατηρίων βενζίνης στα σύνορα, η οποία διερευνάται επί του παρόντος από την Επιτροπή στο πλαίσιο του Μηχανισμού Συνεργασίας και Ελέγχου (ΜΣΕ).» Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξήγησε ότι:
«Η δημοσιοποίηση των σημειώσεων σχετικά με τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2008 την παρούσα χρονική στιγμή θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δεδομένου ότι θα προέβλεψε τις θέσεις που μπορεί να λάβει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων παρακολούθησης στο πλαίσιο του ΜΣΕ, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της λειτουργίας καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και πρατηρίων καυσίμων στα σύνορα της Βουλγαρίας. Ανάλογα με το αποτέλεσμα των μελλοντικών εκθέσεων του ΜΣΕ, δεν αποκλείεται η Επιτροπή να πρέπει να λάβει περαιτέρω μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση της Βουλγαρίας με την κοινοτική νομοθεσία για τον ΦΠΑ. Η δημοσιοποίηση των ζητούμενων πρακτικών στο παρόν στάδιο θα περιόριζε το περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής και θα έθετε σε κίνδυνο την ευελιξία της και την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ.»
87. Η Επιτροπή αρνήθηκε επίσης τη μερική πρόσβαση. Όσον αφορά την επιτακτική απαίτηση δημοσίου συμφέροντος, έκρινε ότι το συμφέρον που επικαλείται ο καταγγέλλων είναι ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν θα μπορούσε να αντισταθμίσει «την ανάγκη προστασίας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά την παρακολούθηση των προσπαθειών της Βουλγαρίας για την εκπλήρωση των κριτηρίων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης, της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».
88. Στη γνώμη της, η Επιτροπή συνόψισε τα ανωτέρω επιχειρήματά της ως εξής:
«Στις 24 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή έλαβε απόφαση σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, αρνούμενη την πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001, η οποία προβλέπει ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που έχει συνταχθεί από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση, σχετικά με θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίησή του θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Η απόφαση αυτή εξηγούσε ότι η παρακολούθηση της προόδου της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του ΜΣΕ είναι μια συνεχής διαδικασία που θα συνεχιστεί έως ότου εκπληρωθούν όλα τα συμφωνηθέντα κριτήρια αξιολόγησης. Ανάλογα με το αποτέλεσμα των μελλοντικών εκθέσεων του ΜΣΕ, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει περαιτέρω μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση της Βουλγαρίας με την κοινοτική νομοθεσία για τον ΦΠΑ. Κατά συνέπεια, ήταν εύλογο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κοινοποίηση των ζητούμενων πρακτικών θα μείωνε το περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής και θα έθετε σε κίνδυνο την ευελιξία της και την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ.
Ούτε η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το συμφέρον που υπερασπίζεται ο καταγγέλλων, εκπρόσωπος της επιχείρησης αφορολόγητων ειδών στη Βουλγαρία, είναι ιδιωτικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η απόφαση της 24ης Ιουλίου 2008 εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του κανονισμού 1049/2001.»
89. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν διενήργησε δική της επιθεώρηση, έρευνα ή έλεγχο [30]. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή παρακράτησε τα πρακτικά της συνεδρίασης ώστε «να καλύψει τις αποτρόπαιες παραλείψεις της να ελέγξει και να επαληθεύσει τις μεταχειρισμένες πληροφορίες που χρησιμοποίησε για την υποβολή εκθέσεων στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου». Ο καταγγέλλων ρώτησε αν οι ισχυρισμοί εναντίον του ήταν συγκεκριμένη απόφαση στο πλαίσιο του ΜΣΕ και, εάν ναι, «γιατί η Επιτροπή να αρνηθεί επανειλημμένα ότι είχε κάποιο ρόλο στην απόφαση της προηγούμενης βουλγαρικής κυβέρνησης να κλείσει καταστήματα αφορολογήτων ειδών και πρατήρια καυσίμων; « Όσον αφορά το ζήτημα του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, δεδομένων των κυρώσεων που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή στο πλαίσιο του ΜΣΕ για τους πληθυσμούς της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, η λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ θα πρέπει να είναι διαφανής και ισχυρή».
90. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση ελέγχου, ο καταγγέλλων υποστήριξε περαιτέρω ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο ΜΣΕ κατά κάποιο τρόπο εξαιρείται πλήρως από τους συνήθεις κανόνες διαφάνειας δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη Συνθήκη Προσχώρησης ούτε στον ίδιο τον ΜΣΕ. Ο καταγγέλλων επιμένει ότι η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση «σε μια προσπάθεια να συγκαλύψει την εξάρτησή της από την ανάλυση των ΚΑΤ» κατά την προετοιμασία της ενδιάμεσης έκθεσης.
Η αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας που οδηγεί σε σχέδιο σύστασης
91. Στην ανάλυσή του, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [31], το οποίο ορίζει τα εξής: «Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.»
92. Το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, το οποίο ενσαρκώνει την επιδίωξη διαφάνειας, νομιμότητας και λογοδοσίας των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διασφαλίζεται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον κανονισμό 1049/2001. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Επιτροπής υφίσταται κατ’ αρχήν και ότι η απόφαση άρνησης πρόσβασης είναι έγκυρη μόνον εάν βασίζεται σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049 /2001 [32].
93. Λαμβανομένων υπόψη των στόχων που επιδιώκει ο κανονισμός 1049/2001, ιδίως του στόχου της εξασφάλισης της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής [33], τυχόν εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά [34].
94. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή της εξαίρεσης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εάν το θεσμικό όργανο έχει προηγουμένως εκτιμήσει: i) αν η πρόσβαση στο έγγραφο θα έθιγε συγκεκριμένα και πραγματικά το προστατευόμενο συμφέρον· και ii) και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού 1049/2001, δεν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Ωστόσο, ο κίνδυνος προσβολής προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Η ανωτέρω εκτίμηση πρέπει να προκύπτει από την απόφαση [35].
95. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής, στις αποφάσεις του για υποθέσεις που αφορούν το ίδιο θέμα, έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι:
«Το άρθρο 4 παράγραφος 3 αποσκοπεί στην προστασία της εσωτερικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων των θεσμικών οργάνων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ικανότητα λήψεως αποφάσεων του θεσμικού οργάνου μπορεί να διακυβευθεί αν τα έγγραφα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν αμέσως και άμεσα από το θεσμικό όργανο για την έκδοση μελλοντικής αποφάσεως δημοσιοποιηθούν πριν από τη λήψη της αποφάσεως αυτής. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να επέλθει λόγω του γεγονότος ότι μια τέτοια πρόωρη δημοσιοποίηση εγγράφων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση αδικαιολόγητης εξωτερικής πίεσης στο θεσμικό όργανο και/ή στις υπηρεσίες του (άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο). Η ικανότητα λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου μπορεί επίσης να διακυβευθεί εάν τα εσωτερικά έγγραφα δημοσιοποιηθούν μετά τη λήψη απόφασης (άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο). Ωστόσο, ο κίνδυνος να διακυβευθεί η ικανότητα λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου μειώνεται σημαντικά μετά τη λήψη απόφασης. Υπό αυτές τις συνθήκες, υπάρχει περιορισμένος μόνο κίνδυνος να ασκηθεί πράγματι αδικαιολόγητη εξωτερική πίεση στο θεσμικό όργανο ή στις υπηρεσίες του ως αποτέλεσμα της δημοσιοποίησης του εγγράφου.»[36]
96. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έθεσε το ερώτημα κατά πόσον η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο του ΜΣΕ.
97. Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και αρνήθηκε την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης με την αιτιολογία ότι: i) η λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ είναι μια συνεχής διαδικασία και, ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των ζητούμενων πρακτικών θα μείωνε το περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής και θα έθετε σε κίνδυνο την ευελιξία της και την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ· και, σε κάθε περίπτωση, ii) τα ιδιωτικά συμφέροντα του καταγγέλλοντος δεν μπορούν να υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος για την παρακολούθηση των προσπαθειών της Βουλγαρίας στον τομέα της δικαστικής μεταρρύθμισης, της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος.
98. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά. Όσον αφορά τον κίνδυνο διακινδύνευσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κίνδυνος για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής πρέπει να είναι σαφώς προβλέψιμος και όχι απλώς υποθετικός. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου που θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεών της.
99. Αντιθέτως, ο κίνδυνος είναι μάλλον υποθετικός. Στην ανάλυσή του στην αξιολόγηση που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αυτό ισχύει τόσο για λόγους χρονοδιαγράμματος όσο και για λόγους ουσίας. Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, η Επιτροπή δεν είναι πιθανό να ασχοληθεί με αυτές τις πτυχές του δείκτη αναφοράς 5 ή του δικαίου της Ένωσης για τον ΦΠΑ στις εκθέσεις της στο πλαίσιο του ΜΣΕ. Επί της ουσίας, η Επιτροπή δεν απέδειξε τη σχέση μεταξύ της δημοσιοποιήσεως των πρακτικών της συνεδριάσεως και του κινδύνου για τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών της.
100. Από μια πιο προσεκτική εξέταση του ζητήματος του χρονοδιαγράμματος προέκυψε ότι η Επιτροπή συγχέει τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα των καταστημάτων αφορολογήτων ειδών και των πρατηρίων βενζίνης στο πλαίσιο του κριτηρίου αναφοράς 5 – το οποίο εξέτασε στην ενδιάμεση έκθεσή της και στην έκθεση του Ιουλίου του 2008 – με τον τρέχοντα ΜΣΕ και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο αυτό. Αν γινόταν δεκτή η συλλογιστική της Επιτροπής, η όλη διαδικασία στο πλαίσιο του ΜΣΕ θα προστατευόταν πάντοτε από τη δημοσιοποίηση. Μια τέτοια προσέγγιση έρχεται προδήλως σε αντίθεση με τον σκοπό και τους σκοπούς του κανονισμού 1049/2001, καθώς και με την αρχή της διαφάνειας που ο κανονισμός αυτός περιλαμβάνει. Πράγματι, δεδομένου ότι η απόφαση σχετικά με τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά τα βουλγαρικά καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων είχε ήδη ληφθεί και εκφραστεί σαφώς στην ενδιάμεση έκθεσή της και στην έκθεση του Ιουλίου, η προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά την επίκληση του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος του κανονισμού 1049/2001 είναι αμφισβητήσιμη.
101. Όσον αφορά το ζήτημα της ουσίας, η προσέγγιση της Επιτροπής απηχεί επιχειρήματα που είχαν ήδη υποβληθεί στον Διαμεσολαβητή σε σχέση με τη δημοσιοποίηση εγγράφων από εσωτερικές συνεδριάσεις και ενημερώσεις. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι «[η] προσέγγισή του σαφώς δεν μπορεί να συμβαδίσει με την αρχή της στενής ερμηνείας της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο· «[37] Προκειμένου ο Διαμεσολαβητής να δεχθεί ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, η Επιτροπή πρέπει, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία, να παράσχει πειστικούς και βάσιμους λόγους για την άποψη αυτή στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης.
102. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η ανωτέρω αιτιολόγηση της Επιτροπής ήταν γενική, αφηρημένη και δεν υποστηρίχθηκε επαρκώς από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, με ορθό και αποτελεσματικό τρόπο, με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση των επίμαχων πρακτικών θα υπονόμευε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο του ΜΣΕ.
103. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα της Επιτροπής, δηλαδή ότι το συμφέρον του καταγγέλλοντος είναι ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν μπορεί να υπερισχύσει του δημόσιου συμφέροντος της «παρακολούθησης των προσπαθειών της Βουλγαρίας να εκπληρώσει τα κριτήρια αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης, της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος», το οποίο ανέφερε η Επιτροπή στην επιστολή της της 24ης Ιουλίου 2008 και υπερασπίστηκε στη γνωμοδότησή της, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το επιχείρημα αυτό είναι περισσότερο υπέρ παρά κατά της δημοσιοποίησης των πρακτικών της συνεδρίασης.
104. Εάν, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, το δημόσιο συμφέρον στην προκειμένη περίπτωση είναι η παρακολούθηση των προσπαθειών της Βουλγαρίας να εκπληρώσει τους δείκτες αναφοράς του ΜΣΕ, τότε το συμφέρον αυτό εξυπηρετείται καλύτερα από την πλήρη διαφάνεια των διαθέσιμων εγγράφων. Αυτό ισχύει ιδίως όταν το επίδικο έγγραφο αφορά τα πρακτικά συνάντησης μεταξύ της Επιτροπής και της αντιπροσωπευτικής ένωσης του βουλγαρικού τομέα αφορολόγητων ειδών για να συζητηθούν οι ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με τον εν λόγω τομέα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ήταν παρών στη συνεδρίαση και του επετράπη να κρατά σημειώσεις. Ως εκ τούτου, έχει πλήρη επίγνωση του περιεχομένου των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν. Η Επιτροπή θα προστατεύσει καλύτερα το δημόσιο συμφέρον παρέχοντας στο κοινό ακριβή πρακτικά της συνεδρίασης.
105. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης, βάσει της εξαίρεσης του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού αριθ. 1049/2001. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
106. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
«Η Επιτροπή θα πρέπει να επιτρέψει την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008.»
Τα επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
107. Όσον αφορά την πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008, η Επιτροπή επανέλαβε στην εμπεριστατωμένη γνώμη της ότι στήριξε την άρνησή της στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο επιτρέπει την άρνηση πρόσβασης σε εσωτερικά έγγραφα που θα προκαλούσαν ζημία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 7 του εν λόγω κανονισμού, η προστασία που παρέχεται στα πρακτικά της συνεδρίασης δεν δικαιολογείται πλέον βάσει του περιεχομένου του εγγράφου και ότι μπορεί πλέον να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού. Ωστόσο, η Επιτροπή τόνισε ότι οι μελλοντικές αιτήσεις πρόσβασης σε εσωτερικά έγγραφα που σχετίζονται με τον ΜΣΕ θα εξετάζονται κατά περίπτωση.
108. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση της Επιτροπής να δημοσιεύσει τα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008 και επιβεβαίωσε την ακρίβειά τους. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ζήτησε την κοινοποίηση των πρακτικών προκειμένου να επιστήσει την προσοχή στην επίκληση από την Επιτροπή ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων (παράγραφος 70 της παρούσας απόφασης) και να βοηθήσει τον Διαμεσολαβητή να τεκμηριώσει τη διαπίστωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
109. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού στα πρακτικά της συνεδρίασης και, ως εκ τούτου, να αποδεχθεί το τρίτο σχέδιο σύστασής του. Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται περαιτέρω δράση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.
110. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά το σκεπτικό της Επιτροπής για την απόφασή της να δημοσιοποιήσει τα πρακτικά. Λαμβανομένης υπόψη της έκθεσης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, δεν είναι επαρκώς σαφές από τη λεπτομερή απάντηση της Επιτροπής γιατί η προστασία που παρέχεται στα πρακτικά δεν δικαιολογείται πλέον σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού 1049/2001 [38]. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η πλήρης και πραγματική αποδοχή του σχεδίου σύστασής του θα συνεπαγόταν την παραδοχή ότι η απόρριψη της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 για τους λόγους που αναλύονται λεπτομερώς στις παραγράφους 91 έως 105 της παρούσας απόφασης.
Γ. Καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
111. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή σκόπιμα καθυστέρησε την απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση μέχρι τη δημοσίευση της έκθεσης του Ιουλίου. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι η χρονική στιγμή της απάντησης της Επιτροπής, η οποία έφθασε μόλις μία ημέρα μετά την έκθεση του Ιουλίου και δεν κατήργησε τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς κατά του καταγγέλλοντος, δεν ήταν συμπτωματική. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια κατανοεί ότι ο καταγγέλλων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή εσκεμμένα καθυστέρησε την απάντησή της μέχρι τη δημοσίευση της έκθεσης του Ιουλίου.
112. Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της επιβεβαιωτικής αίτησης οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήταν βέβαιη για το κατά πόσον η επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2008 συνιστούσε επιβεβαιωτική αίτηση. Η επιστολή δεν ανέφερε την άρνηση της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας (ΓΔ JFS) της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση στα πρακτικά μετά την αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος. Αντιθέτως, η επιστολή επικεντρώθηκε στην αντίκρουση της δήλωσης της Επιτροπής στο τμήμα 2.2.5 της ενδιάμεσης έκθεσης. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι εξέτασε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001.
113. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 επιτρέπει σε ένα θεσμικό όργανο να παρατείνει την προθεσμία απάντησης κατά 15 επιπλέον ημέρες μόνο σε «εξαιρετικές περιπτώσεις», όπως όταν η αίτηση αφορά «πολύ μεγάλο έγγραφο» ή «πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων». Στις περιπτώσεις αυτές, ένα θεσμικό όργανο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία "υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών ενημερώνεται εκ των προτέρων και αιτιολογείται λεπτομερώς ". Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων δεν είναι πεπεισμένος από τα επιχειρήματα της Επιτροπής ως προς τους λόγους για τους οποίους απαίτησε 14 εργάσιμες ημέρες μετά την καταχώριση για την αποστολή απόδειξης παραλαβής και 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες για να «προβεί σε πλήρη ανάλυση των ζητηθέντων εγγράφων», όταν η αίτηση αφορούσε μόνο την πρόσβαση στα πρακτικά μίας μόνο συνεδρίασης διάρκειας περίπου 45 λεπτών.
114. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης, η καταγγέλλουσα επανέλαβε τα κύρια επιχειρήματά της και υποστήριξε ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης στα πρακτικά καθυστέρησε μέχρι την έκδοση της έκθεσης του Ιουλίου, ώστε να αποφευχθεί τυχόν πρόσθετος έλεγχος από την καταγγέλλουσα.
Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας
115. Το άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 για την επεξεργασία των επιβεβαιωτικών αιτήσεων ορίζει τα εξής:
«1. Η επιβεβαιωτική αίτηση διεκπεραιώνεται αμέσως. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της εν λόγω αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε παρέχει πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και παρέχει πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 10 εντός της εν λόγω προθεσμίας είτε, με γραπτή απάντηση, αναφέρει τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησης.
2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα στην περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί κατά 15 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών ενημερώνεται εκ των προτέρων και αιτιολογείται λεπτομερώς.»
116. Επομένως, μετά την καταχώριση επιβεβαιωτικής αίτησης, η Επιτροπή πρέπει να απαντήσει στον αιτούντα εντός 15 εργάσιμων ημερών. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- η Επιτροπή πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων τον αιτούντα·
- η Επιτροπή πρέπει να αιτιολογεί λεπτομερώς την παράταση της προθεσμίας· και
- πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την καθυστέρηση, για παράδειγμα, όταν η αίτηση αφορά πολύ μεγάλο έγγραφο ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων.
117. Όσον αφορά τον παρόντα ισχυρισμό, η καθυστέρηση της Επιτροπής στη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος έχει δύο πτυχές: πρώτον, την καθυστέρηση της καταχωρίσεως της αιτήσεως και της αποδείξεως της παραλαβής της και, δεύτερον, την καθυστέρηση απαντήσεως στον προσφεύγοντα.
118. Όσον αφορά την καθυστέρηση της καταγραφής, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σαφές από την επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2008 ότι συνιστούσε επιβεβαιωτική αίτηση. Αυτό συνέβη διότι δεν ανέφερε την άρνηση της ΓΔ JFS να χορηγήσει πρόσβαση στα πρακτικά μετά την αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος· αντ' αυτού, η επιστολή του καταγγέλλοντος επικεντρώθηκε στην αντίκρουση της δήλωσης της Επιτροπής στο τμήμα 2.2.5 της ενδιάμεσης έκθεσης.
119. Επιπλέον, ο μόνος λόγος που προέβαλε η Επιτροπή για να υπερασπιστεί την καθυστέρηση στην απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος ήταν η «ανάγκη πλήρους ανάλυσης των ζητηθέντων εγγράφων».
120. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να προσδιορίσει ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος αποτελούσε επιβεβαιωτική αίτηση και, κατά συνέπεια, καθυστερώντας την καταχώρισή της, παρέλειψε να ενεργήσει στο επίπεδο επιμέλειας που αναμενόταν από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης. Συγχρόνως, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς λεπτομερώς την καθυστέρηση απαντήσεως. Επιπλέον, δεν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την καθυστέρηση στην απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Αφού εξέτασε τα πρακτικά της συνεδρίασης, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να επιβεβαιώσει ότι αυτά δεν αποτελούν πολύ μακροσκελές έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
121. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε στοιχεία που να τεκμηριώνουν το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή καθυστερούσε εσκεμμένα την απάντησή της έως τη δημοσίευση της έκθεσης του Ιουλίου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί α) ότι θα ήταν παραπλανητικό να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτόν τον ισχυρισμό και β) ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτήν την πτυχή της καταγγελίας.
Δ. Συμπεράσματα
Βάσει της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα συμπεράσματα που αναφέρονται κατωτέρω. Κάνει επίσης μια περαιτέρω παρατήρηση.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με τις δηλώσεις της Επιτροπής στην ενδιάμεση έκθεσή της της 14ης Φεβρουαρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από την Επιτροπή να είναι σε θέση να υπερασπίζεται τις δημόσιες δηλώσεις στις εκθέσεις της στο πλαίσιο του ΜΣΕ. Οι δηλώσεις που περιλαμβάνονται στην ενδιάμεση έκθεσή της, της 14ης Φεβρουαρίου 2008, ότι τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων "σημείωσαν σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια του 2007" και ότι τα βουλγαρικά συνοριακά καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων " αποτελούν σημείο επαφής για την τοπική διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα" δεν τεκμηριώθηκαν με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Επιπλέον, η δήλωση ότι η βουλγαρική κυβέρνηση «εξακολουθεί να ανέχεται τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα πρατήρια καυσίμων» ήταν παραπλανητική.
Ως εκ τούτου, ήταν περίπτωση κακοδιοίκησης να γίνουν οι παραπάνω δηλώσεις.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα πρακτικά της συνεδρίασης της 5ης Μαρτίου 2008, τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή έχουν ως εξής:
α) Η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή για την παροχή πρόσβασης στα πρακτικά της 5ης Μαρτίου 2008 και δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
β) Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα ήταν παραπλανητικό να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή εσκεμμένα καθυστέρησε τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος. Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρηση
Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εκθέσεις της που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΜΣΕ συμμορφώνονται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα μπορούσε να εκδώσει κατάλληλες οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές προς τις υπηρεσίες της για να διασφαλίσει ότι οι δηλώσεις που περιλαμβάνονται σε δημόσιες εκθέσεις περιέχουν ακριβείς πληροφορίες, τις οποίες η Επιτροπή θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι προσφέρει επαρκείς ευκαιρίες διαβούλευσης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των θιγόμενων μερών.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 1η Αυγούστου 2011
[1] Απόφαση 2006/929 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Βουλγαρία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ 2006, L 354, σ. 58).
[2] Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203).
[3] Απόφαση 2006/929 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Βουλγαρία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ 2006, L 354, σ. 58).
[4] Αιτιολογία Άρθρο 1 της απόφασης ΜΣΕ.
[5] Άρθρο 2 της απόφασης ΜΣΕ.
[6] Κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[7] Το ζήτημα δεν έχει αναφερθεί σε καμία από τις ακόλουθες εκθέσεις του ΜΣΕ (στις 12 Φεβρουαρίου 2009, στις 22 Ιουλίου 2009 και στις 23 Μαρτίου 2010).
[8] Αιτιολογία Το άρθρο 10 παράγραφος 2 της απόφασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων ορίζει τα εξής: Οι εκτελεστικές διατάξεις του Διαμεσολαβητή είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, http://www.ombudsman.europa.eu.
[9] «Η γλώσσα των διαδικασιών που διεξάγει ο Διαμεσολαβητής είναι μία από τις γλώσσες της Συνθήκης· σε περίπτωση καταγγελίας, τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη.»
[10] «Οι πολίτες της Ένωσης [...] έχουν, μεταξύ άλλων: ... το δικαίωμα να υποβάλλουν αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να απευθύνονται στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να απευθύνονται στα θεσμικά και συμβουλευτικά όργανα της Ένωσης σε οποιαδήποτε από τις γλώσσες της Συνθήκης και να λαμβάνουν απάντηση στην ίδια γλώσσα.»
[11] «Κάθε πρόσωπο μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες των Συνθηκών και πρέπει να έχει απάντηση στην ίδια γλώσσα».
[12] Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο ΚΤΚ, ο προκάτοχος του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων, "θεωρεί ότι η ύπαρξη τέτοιων καταστημάτων στα χερσαία σύνορα (οδική ή σιδηροδρομική κυκλοφορία) δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο δόλιας εισαγωγής. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας συνιστά στα μέλη του να μην ιδρύσουν καταστήματα αφορολόγητων ειδών σε άλλους χώρους εκτός των θαλάσσιων λιμένων και των τελωνειακών αερολιμένων και να περιορίσουν τις πωλήσεις σε καταστήματα αφορολόγητων ειδών σε ταξιδιώτες που αναχωρούν για το εξωτερικό δια θαλάσσης ή αεροπορικώς.»
[13] Οδηγία 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12).
[14] Σύμφωνα με το άρθρο 3.2 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.
[15] Βλ. σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1475/2005/(IP)GG, παράγραφος 1.18, η οποία αναφέρει: «Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να μεριμνούν ώστε οι δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν να είναι ακριβείς και μη παραπλανητικές και να διορθώνουν αμέσως τυχόν σφάλματα που ενδέχεται να προκύψουν. .... Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «παραπλανητικός» ... πρέπει επομένως να νοείται αντικειμενικά, δηλαδή υπό την έννοια ότι μια συγκεκριμένη δήλωση είναι πιθανό να ερμηνευθεί ανακριβώς από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται.»
[16] Διατίθεται στον ιστότοπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, http://www.ombudsman.europa.eu
[17] Άρθρο 6 παράγραφος 2 του ECGAB (αναλογικότητα).
[18] Άρθρο 8 παράγραφος 1 του ECGAB (Αμεροληψία και ανεξαρτησία).
[19] Άρθρο 9 του ECGAB (Αντικειμενικότητα).
[20] Υπόθεση C-47/07 P Masdar (UK) κατά Επιτροπής [2008] Συλλογή I-9761, σκέψεις 92-93.
[21] Βλ. απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1843/2007/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παράγραφος 48, και απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 524/2005/BB κατά του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αξιολόγησης Φαρμάκων, παράγραφος 2.12.
[22] Βλ. επίσης τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις σχέσεις του με το κοινό, που επισυνάπτεται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής, παράγραφος 3.
[23] Άρθρα 36 - 38 της Πράξης Προσχώρησης της Βουλγαρίας, που επιβεβαιώνονται επίσης στην Προοιμιακή ρήτρα (8) του ΜΣΕ.
[24] Προοίμιο (7) του ΜΣΕ.
[25] Άρθρο 1 παράγραφος 2 του ΜΣΕ.
[26] Βλ. επίσης άρθρο 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
[27] Άρθρο 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
[28] «Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία: ...
- τον σκοπό των επιθεωρήσεων, των ερευνών και των ελέγχων, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
[29] "Η πρόσβαση σε έγγραφο που έχει συνταχθεί από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή έχει παραληφθεί από θεσμικό όργανο, το οποίο αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον."
[30] Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν παρατήρησε ότι η Επιτροπή είχε μετατοπίσει τον λόγο άρνησης πρόσβασης στο έγγραφο που ζητήθηκε από το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση της αρχικής αίτησης στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο της επιβεβαιωτικής αίτησης.
[31] Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
[32] Υπόθεση C-64/05 Σουηδία κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 57 και υπόθεση C-266/05 P Sison κατά Συμβουλίου [2007] Συλλογή I-1233, σκέψη 62.
[33] Άρθρο 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001.
[34] Υπόθεση C-64/05 Σουηδία κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 66 και υπόθεση C-266/05 P Sison κατά Συμβουλίου [2007] Συλλογή I-1233, σκέψη 63.
[35] Υπόθεση T-2/03 Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-1121, σκέψη 69.
[36] Βλ. σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2502/2007/RT κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παράγραφος 30· Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 355/2007/TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παράγραφος 48.
[37] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1434/2004/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείο 1.22.
[38] "Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3 ισχύουν μόνο για την περίοδο κατά την οποία η προστασία δικαιολογείται βάσει του περιεχομένου του εγγράφου."