Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 101/2004/GG
Σύσταση
Υπόθεση 101/2004/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 26 Ιανουαρίου 2004 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 24 Νοεμβρίου 2004 - Απόφαση στις Τετάρτη | 17 Δεκεμβρίου 2008
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ιστορικό και χρονολογία των γεγονότωνΑπό την 1η Οκτωβρίου 1994 έως τις 30 Ιουνίου 1996, ο καταγγέλλων, υπάλληλος της Επιτροπής, εργάστηκε ως επιστημονικός βοηθός στη μονάδα πυρηνικής χημείας του Ινστιτούτου Υπερουρανίων Στοιχείων («ITU») στην Καρλσρούη. Η ITU αποτελεί μέρος του Κοινού Κέντρου Ερευνών («JRC»), μιας Γενικής Διεύθυνσης («ΓΔ») της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Από την 1η Ιουλίου 1996 έως τις 30 Απριλίου 1999, ο καταγγέλλων εργάστηκε στη μονάδα πυρηνικής ασφάλειας και υποδομής της ITU. Υπό την ιδιότητα αυτή, και από τον Ιούλιο του 1997 περίπου, ασχολήθηκε με τη μεταφορά ραδιενεργών υλικών. Ο καταγγέλλων εργάζεται πλέον σε άλλη ΓΔ της Επιτροπής.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2002, και στο πλαίσιο διοικητικής ενστάσεως βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, η καταγγέλλουσα υπέβαλε στη ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» αίτηση με την οποία ζητούσε την έναρξη έρευνας σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοικήσεως στον τομέα της προστασίας από τις ακτινοβολίες και όσον αφορά τις μεταφορές ραδιενεργών υλικών, ιδίως όσον αφορά την ITU. Στην αίτησή της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι αυτές οι περιπτώσεις κακοδιοίκησης οφείλονταν σε ένα εντελώς ανεπαρκές, κατά την άποψή της, σύστημα διαχείρισης και ελέγχου και σε ελλείψεις όσον αφορά την κατάρτιση του προσωπικού. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το αρμόδιο προσωπικό της ΓΔ JRC ήταν έκτακτοι υπάλληλοι και, ως εκ τούτου, μπορούσαν να εκβιαστούν ευκολότερα. Υποστήριξε επίσης ότι η τήρηση από την ανώτατη διοίκηση των υποχρεώσεών της στους τομείς της ασφάλειας και της προστασίας από τις ακτινοβολίες υπόκειται σε απολύτως ανεπαρκή έλεγχο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σημαντικός αριθμός του προσωπικού φοβόταν το ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων στην προσωπική του κατάσταση σε περίπτωση που επέλεγε να τηρήσει τους κανόνες για την ασφάλεια και την προστασία από την ακτινοβολία.
Στο σημείωμα αυτό επισυνάπτονταν πίνακας στον οποίο η καταγγέλλουσα απαριθμούσε και περιέγραφε τα εννέα σοβαρότερα περιστατικά ή πτυχές της δραστηριότητας της ITU, τα οποία, κατά την άποψή της, έπρεπε να εξεταστούν και τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: 1) εκτέλεση μεταφορών ραδιενεργών υλικών παρά το γεγονός ότι το αρμόδιο προσωπικό δεν είχε υποβληθεί στην απαιτούμενη εκπαίδευση και εξετάσεις· 2) οργανωτικά ελαττώματα που είχαν ως αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η ομαλή αναπλήρωση σε περιπτώσεις απουσίας προσωπικού· (3) εσκεμμένα παράνομη μεταφορά και εξαγωγή ραδιενεργών υλικών τον Ιούνιο, τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 1997· εσκεμμένα παράνομη μεταφορά ραδιενεργών υλικών τον Οκτώβριο του 1998 χωρίς τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα· (5) παραλαβή παράνομης αποστολής ραδιενεργού υλικού, η οποία δηλώθηκε αρχικά ως κανονικό φορτίο τον Μάρτιο του 1999 και στη συνέχεια αποσιωπήθηκε, μαζί με την καταστροφή των σχετικών εγγράφων· 6) εσφαλμένος χειρισμός των διελεύσεων εξωτερικού προσωπικού για τις οποίες διαπιστώθηκε έκθεση σε ακτινοβολία και μη κοινοποίηση περιστατικού στις εποπτικές αρχές· 7) χρησιμοποίηση προσωπικού εντελώς ακατάλληλου για τη θέση του και μη απομάκρυνση των ενδιαφερομένων σε περίπτωση σοβαρού παραπτώματος· (8) διάφορα περιστατικά που έχουν ως αποτέλεσμα μολύνσεις· και (9) ανάθεση εργασιών απολύμανσης/καταστροφής σε επιχείρηση που δεν διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται στην προσφορά. Ο κατάλογος ανέφερε επίσης πιθανούς μάρτυρες, έγγραφα που θα μπορούσαν να είναι σχετικά και τα υπεύθυνα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το σημαντικότερο από αυτά τα περιστατικά ήταν το τρίτο. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η σχετική μεταφορά αφορούσε ραδιενεργό υλικό (προφανώς 1 g οξειδίου του ουρανίου) και θα έπρεπε να είχε παρασκευαστεί από την ίδια. Η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι στη συνέχεια ανακάλυψε ότι το υλικό είχε ήδη αποσταλεί ως κανονικό φορτίο με υπηρεσία ταχυμεταφοράς στο Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αποστολή έπρεπε να δηλωθεί ως αποστολή επικίνδυνων εμπορευμάτων και να αποσταλεί μέσω εξειδικευμένης εταιρείας. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο κατάλληλος τρόπος αποστολής θα ήταν περίπου δεκαπλάσιος και θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, ο κ. R., αναπληρωτής προϊστάμενος της αρμόδιας μονάδας, της είχε επιβεβαιώσει κατά τον κρίσιμο χρόνο τα γεγονότα αυτά και την είχε επίσης ενημερώσει ότι ο κ. L., προϊστάμενος μονάδας, γνώριζε τι είχε συμβεί.
Στο σημείωμά της προς την Επιτροπή, η καταγγέλλουσα επισήμανε επίσης ότι φαίνεται να υπάρχουν προβλήματα και σε άλλες υπηρεσίες (Ispra, Geel, επιθεώρηση Ευρατόμ στο Λουξεμβούργο, ΓΔ Ενέργειας και Μεταφορών και ΓΔ Περιβάλλοντος), αν και επισήμανε ότι, στο πλαίσιο αυτό, βασιζόταν σε πληροφορίες που είχε λάβει από συναδέλφους που είχαν εργαστεί εκεί. Τέλος, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο σταθμός BNFL στο Sellafield (και το Ηνωμένο Βασίλειο ως έχει) φαίνεται να αντιμετωπίστηκε με τη μεγαλύτερη επιείκεια, παρά τα πολυάριθμα περιστατικά και τις περιπτώσεις στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι κανόνες για την καταχώριση του πυρηνικού υλικού και για την προστασία από την ακτινοβολία. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο κ. C., πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, κατείχε πλέον ηγετική θέση εκεί και ότι ο κ. K., πρώην υπάλληλος της εν λόγω μονάδας, εργάστηκε στη συνέχεια για την υπηρεσία της Επιτροπής που είναι αρμόδια για το Sellafield. Καταλήγει λέγοντας ότι θα ήταν ίσως σκόπιμο να διεξαχθεί στενότερη έρευνα και για το σημείο αυτό.
Στις 9 Οκτωβρίου 2002, ο L. διορίστηκε νέος διευθυντής της ITU από την 1η Νοεμβρίου 2002.
Με σημείωμα της 16ης Οκτωβρίου 2002, η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, να της χορηγήσει απαλλαγή όσον αφορά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 17 και 19 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ώστε να είναι σε θέση να καταθέσει σε οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία.
Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, της ζητήθηκε στη συνέχεια να αποσύρει το αίτημά της της 16ης Οκτωβρίου 2002.
Στις 4 και 6 Νοεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων εξετάστηκε από τη Διεύθυνση IDOC (Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων) της ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης («ΓΔ ADMIN»).
Στις 18 Νοεμβρίου 2002, η ΓΔ ADMIN/IDOC διαβίβασε το θέμα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»).
Η καταγγέλλουσα εξετάστηκε από την OLAF σχετικά με τους ισχυρισμούς της στις 8 Ιανουαρίου 2003. Στις 14 Ιανουαρίου 2003, η OLAF ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η παραγραφή κάλυπτε όλα τα περιστατικά της ITU που είχε αναφέρει.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2003, η OLAF ενημέρωσε σχετικά το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Μεταφορών («UVM») του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης (2).
Στις 28 Φεβρουαρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η αιτίαση αυτή αφορούσε, κατά την άποψή της, τη σιωπηρή απόρριψη των αιτημάτων της 16ης Σεπτεμβρίου και της 16ης Οκτωβρίου 2002. Στο ίδιο σημείωμα, ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης περαιτέρω διοικητική έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά των ανώτατων διευθυντικών στελεχών της Επιτροπής και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Επιτροπής ως φορέα αρμόδιου για τέσσερις πυρηνικές εγκαταστάσεις. Προς επίρρωση του αιτήματός της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις έπρεπε να πληρούν την προϋπόθεση της αξιοπιστίας («Zuverlässigkeit»). Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο διευθυντής της ITU δεν πληρούσε αυτόν τον όρο, δεδομένου ότι είχε επιτρέψει στον τότε αναπληρωτή του να αποστείλει εσκεμμένα ραδιενεργό υλικό στις ΗΠΑ ως κανονικό φορτίο χωρίς την απαραίτητη δήλωση. Προσθέτει ότι σοβαρά περιστατικά σημειώθηκαν και σε άλλα ερευνητικά κέντρα τα τελευταία χρόνια, αλλά ότι η Επιτροπή δεν έκρινε αναγκαίο να αποκαλύψει ή να διορθώσει αυτές τις ελλείψεις, ιδίως όσον αφορά την ανώτατη διοίκησή της. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στη μεταφορά ενός δήθεν κενού εμπορευματοκιβωτίου από το Geel μέσω Λουξεμβούργου στον κατασκευαστή στην Αγγλία, το οποίο στην πραγματικότητα περιείχε δείγμα στο οποίο υπήρχε πλουτώνιο. Η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο η ΓΔ ADMIN χειρίστηκε το αίτημά της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί ως προσπάθεια δολιοφθοράς των ερευνών.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2003, η ΓΔ ADMIN εξουσιοδότησε τον καταγγέλλοντα να καταθέσει στην UVM. Η τελευταία άκουσε τον καταγγέλλοντα στις 5 Μαρτίου 2003.
Με επιστολή της 1ης Απριλίου 2003, η OLAF πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν προτίθετο να διεξαγάγει η ίδια έρευνα, αλλά ότι είχε ενημερώσει αντ’ αυτής την UVM.
Στις 29 Απριλίου 2003, η UVM απέστειλε επιστολή στην OLAF προκειμένου να της γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα των ερευνών που είχε διεξαγάγει. Η UVM επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ήταν αξιόπιστες στο σύνολό τους. Επισήμανε ότι έλειπε τεκμηρίωση όσον αφορά την εσωτερική κατάρτιση σχετικά με τη νομοθεσία για τα επικίνδυνα εμπορεύματα για την υπό εξέταση περίοδο από το 1993 και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην κατάρτιση των «υπεύθυνων προσώπων» που ορίστηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα επικίνδυνα εμπορεύματα, καθώς και στην κοινοποίηση των τιμών ακτινοβολίας σε εξωτερικές επιχειρήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην κοινοποίηση των αποστολών στην αρμόδια γερμανική αρχή. Η UVM δήλωσε, ωστόσο, ότι σε καμία από τις εννέα περιπτώσεις τα σφάλματα δεν προκλήθηκαν από έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων ή από ανεπαρκή κατάρτιση του προσωπικού. Επισήμανε επίσης ότι σε καμία από τις υποθέσεις που παραπέμφθηκαν δεν είχε καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί σαφής ή κολάσιμη παράβαση, εκ μέρους του προσωπικού της ITU, της νομοθεσίας περί ακτινοπροστασίας ή της νομοθεσίας περί επικίνδυνων εμπορευμάτων.
Σε σημείωμα που επισυνάπτεται στην επιστολή, η UVM σχολίασε τα διάφορα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων. Όσον αφορά το τρίτο σημείο (την αποστολή υλικού στις ΗΠΑ), η UVM επισήμανε ότι φαινόταν ότι η σχετική μεταφορά είχε σχεδιαστεί προσεκτικά, αλλά, σύμφωνα με τα διαθέσιμα έγγραφα, δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ το ΚΚΕρ. Η UVM επισήμανε ότι τα έγγραφα που προορίζονταν για τον παραλήπτη εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην ITU, πλήρη και χωρίς υπογραφές, και ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το υλικό είχε εγκαταλείψει το αρμόδιο τμήμα της ITU. Σύμφωνα με την UVM, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να συγχέει δύο μεταφορές, δεδομένου ότι είχε πράγματι πραγματοποιηθεί αποστολή στις ΗΠΑ κατά τη σχετική ημερομηνία, η οποία ωστόσο δεν αφορούσε ραδιενεργό δείγμα.
Η UVM επισήμανε ότι τα σημεία 7 και 9 που έθεσε ο καταγγέλλων δεν είχαν εξεταστεί, δεδομένου ότι αφορούσαν μόνο εσωτερικά θέματα της Επιτροπής.
Με δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης και 18ης Ιουλίου 2003, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι δεν είχε λάβει ακόμη απάντηση στο σημείωμά της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002. Αμφισβήτησε επίσης τον διορισμό του K. στη θέση του διευθυντή και δήλωσε ότι η υπόθεση του K./C. δεν είχε κοινοποιηθεί στις γερμανικές αρχές ή σε άλλες εθνικές αρχές.
Στις 29 Ιουλίου 2003, η καταγγέλλουσα υπέβαλε ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της σιωπηρής απόρριψης του αιτήματός της της 28ης Φεβρουαρίου 2003 για διεξαγωγή νέας εσωτερικής έρευνας. Στο σημείωμά της, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε ιδίως στην προαναφερθείσα παράτυπη μεταφορά από το Geel μέσω Λουξεμβούργου στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1999.
Με σημείωμα της 31ης Ιουλίου 2003, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ ADMIN απάντησε στα αιτήματα της καταγγέλλουσας της 16ης Σεπτεμβρίου και της 16ης Οκτωβρίου 2002 και στην καταγγελία της της 28ης Φεβρουαρίου 2003. Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα αιτήματα αυτά δεν απορρίφθηκαν σιωπηρά. Επιπλέον, έκρινε ότι, δεδομένου ότι τόσο η OLAF όσο και οι γερμανικές αρχές είχαν εξετάσει τα στοιχεία που προέβαλε η καταγγέλλουσα και δεδομένου ότι τόσο η IDOC όσο και η OLAF είχαν λάβει θέση σχετικά με τα ζητήματα αυτά, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε λάβει όλα τα δυνατά μέτρα για να αποσαφηνίσει και να αποφανθεί επί των ισχυρισμών της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω εσωτερικές έρευνες υπό τις περιστάσεις αυτές. Η Επιτροπή σημείωσε, ωστόσο, ότι, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, την εποχή εκείνη διεξαγόταν διεξοδική εσωτερική επανεξέταση εντός της ΓΔ JRC και ότι η τελική έκθεση σχετικά με την εν λόγω εσωτερική έρευνα αναμενόταν να είναι διαθέσιμη προς το τέλος του 2003. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό το πρόσθετο στοιχείο απέδειξε την επαγρύπνηση της Επιτροπής όσον αφορά το έργο των υπηρεσιών της και την αποφασιστικότητά της να λάβει μέτρα για τη βελτίωση του έργου αυτού. Το έγγραφο της UVM της 29ης Απριλίου 2003 επισυνάφθηκε στο έγγραφο της Επιτροπής. Στο σημείωμά της, η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, όσον αφορά τα περαιτέρω ζητήματα που θίγονται στα ηλεκτρονικά μηνύματα της καταγγέλλουσας της 14ης και 18ης Ιουλίου 2003, δεν ήταν σε θέση να προβεί σε καμία ενέργεια βάσει των όσων η ίδια η καταγγέλλουσα, στο σημείωμά της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, είχε ονομάσει «υποψίες» ή «έμμεσες πληροφορίες».
Στις 12 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία κατά της άρνησης της Επιτροπής να λάβει περαιτέρω εσωτερικά μέτρα, όπως αναφέρεται στην επιστολή της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2003. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η καταγγελία αυτή βασιζόταν στο άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Έκρινε ότι η επιστολή της UVM δεν κάλυπτε όλα τα ζητήματα που είχε θέσει και ότι η Επιτροπή έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να διεξαγάγει τη δική της έρευνα επί των ζητημάτων αυτών. Ο καταγγέλλων υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με τα πορίσματα της UVM. Όσον αφορά ειδικότερα το τρίτο ζήτημα, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το γεγονός ότι τα έγγραφα για τη μεταφορά εξακολουθούσαν να είναι διαθέσιμα στην ITU δεν αποδείκνυε ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταφορά, όπως είχε καταλήξει η ίδια η UVM όσον αφορά το τέταρτο ζήτημα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ισχυρισμός ότι η μεταφορά που είχε αποσταλεί αφορούσε υλικό που δεν ήταν ραδιενεργό δεν ήταν πειστικός και ότι δεν υπήρξε σύγχυση. Υποστήριξε ότι το γεγονός ότι το σχετικό δείγμα είχε στη συνέχεια επιστραφεί στην ITU από τις ΗΠΑ, το οποίο είχε δηλωθεί ορθώς ως μεταφορά ραδιενεργών υλικών, δεν είχε ληφθεί υπόψη. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν φαίνεται να έχει καταβληθεί καμία προσπάθεια για τον έλεγχο των σχετικών πραγματικών περιστατικών με τον παραλήπτη της μεταφοράς στις ΗΠΑ. Υποστήριξε επίσης ότι ο R., τον οποίο είχε ρωτήσει επί του θέματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, της είχε γνωστοποιήσει ότι η μεταφορά είχε πραγματοποιηθεί, ότι επρόκειτο για μεταφορά ραδιενεργού υλικού και ότι ο L. γνώριζε ότι η μεταφορά είχε πραγματοποιηθεί μέσω ταχυμεταφορέα και όχι με τη διαδικασία που προβλεπόταν για τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων. Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι απαιτείται επειγόντως έρευνα. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η UVM, η οποία ήταν υπεύθυνη για τον έλεγχο της ITU και δεν φαινόταν να έχει κάνει καλή δουλειά, είχε συμφέρον να υποβαθμίσει τη σημασία των περιστατικών.
Στην επιστολή της με ημερομηνία 12 Αυγούστου 2003, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι ορισμένα από τα σημεία που αφορούν την Επιτροπή δεν είχαν ακόμη απαντηθεί.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής προκειμένου να ζητήσει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αφορούσαν τα σχετικά θέματα και τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή (1) της OLAF, (2) της ΓΔ ADMIN ή της IDOC και (3) της ITU ή της ΓΔ JRC. Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου το ίδιο αίτημα στις 16 Οκτωβρίου 2003, χαρακτηρίζοντάς το ως επιβεβαιωτική αίτηση.
Με σημείωμα της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, η OLAF ενημέρωσε τη ΓΔ ADMIN/IDOC ότι, αφού εξέτασε τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 29ης Ιουλίου και της 12ης Αυγούστου 2003, δεν έκρινε αναγκαίο να συνεχίσει την έρευνά της.
Με επιστολή της 22ας Οκτωβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η επιστολή της 20ής Σεπτεμβρίου 2003 δεν φαινόταν να έχει περιέλθει σε αυτήν και ότι, ως εκ τούτου, θα θεωρούσε την επιβεβαιωτική αίτησή της (η οποία είχε καταχωριστεί στις 22 Οκτωβρίου 2003) ως αίτηση πρόσβασης που πρέπει να εξεταστεί εντός 15 εργάσιμων ημερών.
Με επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2003, η ΓΔ ADMIN ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της OLAF και του ΚΚΕρ, θα λάμβανε χωριστές απαντήσεις από τους εν λόγω φορείς. Όσον αφορά τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN και της IDOC, η Επιτροπή εξήγησε ότι η πρόσβαση έπρεπε να απορριφθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων, στον βαθμό που υπήρχαν, περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η πρόσβαση έπρεπε επίσης να απορριφθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση και του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού.
Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή, η οποία εστάλη με συστημένη επιστολή, δεν περιήλθε στον καταγγέλλοντα πριν από τις 18 Νοεμβρίου 2003.
Ελλείψει απάντησης στην αίτησή της για πρόσβαση, η καταγγέλλουσα υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 16 Νοεμβρίου 2003.
Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2003, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ JRC απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Ο Γενικός Διευθυντής σημείωσε επίσης ότι θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων «θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά την προσπάθεια που απαιτείται για να επιτραπεί η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα σε σχέση με τις πρόσθετες πληροφορίες που θα αποκτούσατε — οι οποίες είναι «μηδενικές».
Στις 21 Νοεμβρίου 2003, ο κ. Kinnock, μέλος της Επιτροπής αρμόδιο για διοικητικά θέματα, απηύθυνε επιστολή στην καταγγέλλουσα σχετικά με τις δύο καταγγελίες της, της 29ης Ιουλίου 2003 και της 12ης Αυγούστου 2003. Ο Kinnock θεώρησε ότι οι δύο αυτές διοικητικές ενστάσεις ήταν απαράδεκτες, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, μπορεί να υποβληθεί διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής ή ρητής απορρίψεως αιτήσεως, αλλά όχι διοικητικής ενστάσεως. Υποστήριξε επίσης ότι οι καταγγελίες αφορούσαν αποφάσεις που δεν συνιστούν μέτρα που επηρεάζουν άμεσα και προσωπικά τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, ο κ. Kinnock εξήγησε επίσης ότι θεωρούσε, παραπέμποντας στην επιστολή της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2003, ότι τυχόν περαιτέρω μέτρα σχετικά με τα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων ήταν «ακατάλληλα». Όσον αφορά την παράτυπη μεταφορά από το Geel στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1999, ο κ. Kinnock εξήγησε ότι είχε ξεκινήσει εσωτερικός έλεγχος σχετικά με το περιστατικό αυτό, το οποίο περιέγραψε ως «εκ παραδρομής αποστολή δείγματος που περιείχε δόση πλουτωνίου». Ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχαν ληφθεί άμεσα μέτρα για τη βελτίωση των οδηγιών λειτουργίας και των διαδικασιών με σκοπό την πρόληψη παρόμοιων περιστατικών ή παρατυπιών. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σχετικά με τον κ. K. και τον κ. C., ο κ. Kinnock σημείωσε ότι η καταγγέλλουσα δεν διέθετε άμεσες πληροφορίες, αλλά βασίστηκε σε όσα είχε ακούσει σχετικά με την εικαζόμενη συμπεριφορά τρίτων. Kinnock εξηγεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί διαβιβάστηκαν στην IDOC, την OLAF και το ΚΚΕρ. Με σημείωμα της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, η OLAF είχε δηλώσει, κατά τον K. Kinnock, ότι δεν θεωρούσε αναγκαία την έναρξη νέας έρευνας. Η OLAF είχε επίσης επισημάνει ότι ο έλεγχος της ITU από την UVM δεν είχε αποκαλύψει γεγονότα που θα δικαιολογούσαν τη λήψη περαιτέρω μέτρων από την πλευρά της OLAF.
Την 1η Δεκεμβρίου 2003, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τη λεγόμενη «δεύτερη επιβεβαιωτική αίτηση» («Drittantrag») για πρόσβαση. Επέμεινε, ωστόσο, ότι η προθεσμία απάντησης που ενεργοποιήθηκε με την επιβεβαιωτική αίτησή της δεν θα πρέπει να επηρεαστεί. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι το πείσμα με το οποίο η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί τις προτάσεις της την έκανε να διερωτηθεί εάν η σχετική αποστολή το 1997 περιείχε «μόνο» ουράνιο ή και πλουτώνιο, οπότε θα είχε διαπραχθεί έγκλημα. Η καταγγέλλουσα απέστειλε την επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου 2003 και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 1 και 2 Δεκεμβρίου 2003. Στις 3 Δεκεμβρίου 2003, απέστειλε «συμπλήρωμα» σχετικά με την άρνηση της ΓΔ ΚΚΕρ να παράσχει πρόσβαση στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Σε σημείωμα της 10ης Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής έκρινε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση της καταγγέλλουσας της 16ης Νοεμβρίου 2003 (η οποία είχε παραληφθεί από την Επιτροπή στις 19 Νοεμβρίου 2003) είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η ΓΔ ADMIN είχε απαντήσει στο αρχικό αίτημά της στις 13 Νοεμβρίου, η OLAF στις 17 Νοεμβρίου και η ΓΔ JRC στις 20 Νοεμβρίου 2003. Ενώ εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση, η Γενική Γραμματεία ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι τα ηλεκτρονικά της μηνύματα της 1ης και 2ας Δεκεμβρίου 2003 που είχαν καταχωριστεί στις 3 Δεκεμβρίου 2003 θα διεκπεραιώνονταν ως επιβεβαιωτικές αιτήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN και της ΓΔ JRC και ότι θα λάμβανε απάντηση εντός 15 εργάσιμων ημερών, δηλαδή έως τις 5 Ιανουαρίου 2004.
Αφού η καταγγέλλουσα εξέφρασε τη διαφωνία της με αυτή την ερμηνεία του κανονισμού 1049/2001 σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 17 Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία επιβεβαίωσε την άποψή της σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 18 Δεκεμβρίου 2003. Η Γενική Γραμματεία επεσήμανε επίσης ότι, λόγω των πολύπλοκων ζητημάτων, η προθεσμία απάντησης έπρεπε να παραταθεί κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες, δηλαδή έως τις 26 Ιανουαρίου 2004.
Η καταγγελία στον ΔιαμεσολαβητήΣτην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 2ας Ιανουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η καταγγελία της αφορούσε τη ΓΔ ADMIN, τη ΓΔ JRC και τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, καθώς και την OLAF. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής αντιμετωπίζει την OLAF ως αυτοτελή κοινοτικό οργανισμό, η καταγγελία σχετικά με την OLAF καταχωρίστηκε χωριστά (220/2004/GG)(3).
Στην καταγγελία της κατά της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1) Η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN/IDOC και της ΓΔ JRC·
(2) Η Επιτροπή δεν εξέτασε εγκαίρως και εξαντλητικά την αρχική αίτηση πρόσβασης της 16ης Οκτωβρίου 2003·
(3) Δηλώνοντας ότι η επιβεβαιωτική αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου, η Επιτροπή παραβίασε τον νόμο, αρνήθηκε τη δικαιοσύνη της και διέπραξε κατάχρηση εξουσίας·
(4) Η Επιτροπή δεν διερεύνησε και δεν παρακολούθησε δεόντως τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που απαριθμούνται στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, ιδίως την τρίτη από αυτές·
(5) Για περισσότερο από ένα έτος, η Επιτροπή παραβίαζε τον γερμανικό «Atomgesetz» (νόμο περί πυρηνικής ενέργειας) και τη γερμανική «Strahlenschutzverordnung» (διάταγμα για την προστασία από την ακτινοβολία), δεδομένου ότι η ITU εξακολουθούσε να διευθύνεται από πρόσωπα που δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις και αξιοπιστία·
(6) η ΓΔ ADMIN προσπάθησε να τη φιμώσει και την παρενόχλησε·
(7) Η Επιτροπή ήταν ανίκανη όσον αφορά τον χειρισμό πυρηνικών καυσίμων και τους νομικούς κανόνες σχετικά με τη δραστηριότητα αυτή·
(8) Η Επιτροπή ήταν απρόθυμη και ανίκανη να διασφαλίσει την τήρηση των κανόνων στις δικές της υπηρεσίες·
(9) Η Επιτροπή ήταν ανίκανη όσον αφορά τη διεξαγωγή εσωτερικών ερευνών, ελέγχων και μέτρων για τη διασφάλιση της ποιότητας στον πυρηνικό τομέα· και
(10) Η Επιτροπή ευνόησε και προήγαγε διευθυντικά στελέχη που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι υπήρχε ουσιαστικό δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των σχετικών κανόνων ασφαλείας για τον χειρισμό και τη μεταφορά ραδιενεργών υλικών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο μόνος στόχος που επεδίωκε η Επιτροπή ήταν να συγκαλύψει το όλο θέμα.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι πολλοί λογιστικοί και άλλοι έλεγχοι έχουν διενεργηθεί στην ITU από το 1997, τόσο από τις υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και από εξωτερικούς αξιολογητές, και ότι η ITU υπόκειται επιπλέον σε τακτικό έλεγχο από την UVM και την Επιθεώρηση Ευρατόμ της Επιτροπής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι έλεγχοι από τις υπηρεσίες της Επιτροπής (4) αποδείχθηκαν απολύτως άσκοποι. Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε κατά πόσον η Επιτροπή ήταν πλέον σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει του άρθρου 2β (προστασία της υγείας) και του άρθρου 2ε (εξασφαλίζοντας ότι το πυρηνικό υλικό χρησιμοποιείται μόνο για τον σκοπό που προβλέπεται για αυτό και όχι για την παραγωγή πυρηνικών όπλων) της Συνθήκης Ευρατόμ.
Όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι ούτε η ΓΔ ADMIN ούτε η ΓΔ JRC είχαν απαντήσει στην αρχική αίτηση εντός 15 εργάσιμων ημερών.
Όσον αφορά το ζήτημα του εκφοβισμού και της παρακώλυσης, η καταγγέλλουσα τόνισε ότι το πρώτο μέτρο της IDOC ήταν να της ζητήσει να αποσύρει το αίτημά της της 16ης Οκτωβρίου 2002 και ότι η συστηματική παράλειψη απάντησης στις επιστολές της συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας, αρνησιδικία και παρακώλυση.
Ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1) Τα ζητούμενα έγγραφα θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν ή η Επιτροπή θα πρέπει να δηλώσει ότι δεν υπήρχαν·
(2) Εάν η ανωτέρω επιλογή δεν είναι δυνατή, ο Διαμεσολαβητής, το προσωπικό του ή μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να επιθεωρούν τα έγγραφα·
(3) Οι ισχυρισμοί της σχετικά με την υπόθεση 3 που αναφέρεται στον κατάλογό της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 θα πρέπει να επαληθευτούν·
(4) Θα πρέπει να συναχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα, δηλαδή να τερματιστεί η παράνομη κατάσταση εντός της ITU· και
(5) Θα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης στο σύνολο της Επιτροπής (ιδίως στη ΓΔ ADMIN).
Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης από τον Διαμεσολαβητή να δραστηριοποιηθεί σύμφωνα με την απόφαση K(2002)845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002 (οι κανόνες για την «καταγγελία δυσλειτουργιών»).
Επιστολή του καταγγέλλοντος της 9ης Φεβρουαρίου 2004Με επιστολή της 9ης Φεβρουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει στα ηλεκτρονικά της μηνύματα της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 2003 με επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 2004 και είχε δημοσιοποιήσει ορισμένα έγγραφα που αφορούσαν τη ΓΔ ADMIN και την IDOC. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι ορισμένα έγγραφα στα οποία η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει πρόσβαση δεν υπήρχαν και διατήρησε την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα. Η καταγγέλλουσα υπέβαλε ορισμένα συμπεράσματα που συνήγαγε από τα έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση και διατύπωσε ορισμένες ερωτήσεις που, κατά την άποψή της, δεν έχουν ακόμη απαντηθεί.
Η καταγγέλλουσα ενημέρωσε επίσης τον Διαμεσολαβητή ότι στις 15 Ιανουαρίου 2004 απέστειλε επιστολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με την απόφαση K(2002)845 της Επιτροπής και του ζήτησε να δραστηριοποιηθεί.
Επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Μαρτίου 2004Στην επιστολή της με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε λάβει σημαντικό αριθμό εγγράφων από την Επιτροπή μετά την απόφαση της ΓΔ JRC της 19ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτησή της για πρόσβαση. Ο καταγγέλλων υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα.
Τα έγγραφα αυτά περιελάμβαναν εσωτερικό σημείωμα της ITU με ημερομηνία 15 Απριλίου 2003 και στο οποίο περιγράφονταν τα αποτελέσματα του ελέγχου της UVM.
Φαίνεται χρήσιμο να παρατεθούν τα σημαντικότερα μέρη του παρόντος εγγράφου, με την προσθήκη των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος (με πλάγιους χαρακτήρες):
- Όσον αφορά τις γνώσεις των υπευθύνων, ο Δρ V. είχε διοριστεί το 1993 ως υπεύθυνος για τις επικίνδυνες μεταφορές («Gefahrgutbeauftragter»). Ο Δρ V. είχε περάσει τα σχετικά μαθήματα κατάρτισης στις οδικές μεταφορές (ADR) από το 1993 και στις αεροπορικές μεταφορές (IATA), συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών ανανεώσεων. Τα πρόσωπα που πραγματοποιούν μεταφορές ραδιενεργών υλικών μόνα τους μπορούν να εκπαιδεύονται εσωτερικά από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τις επικίνδυνες μεταφορές, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εκδοθεί πιστοποιητικά για την εν λόγω εκπαίδευση. Τέτοια πιστοποιητικά δεν είχαν εκδοθεί. Ο V. είχε ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών μόλις την άνοιξη του 1998. Ο καταγγέλλων το είχε πράξει τον Φεβρουάριο του 1998. Επομένως, πριν από την ημερομηνία αυτή δεν υπήρχε κανείς που να έχει παρακολουθήσει τη σχετική εκπαίδευση, παρά το γεγονός ότι η ITU πραγματοποιούσε περίπου 50 αεροπορικές μεταφορές ετησίως. Η έκθεση της UVM της 29ης Απριλίου 2003 επέκρινε το γεγονός ότι η B. ασχολήθηκε με τις μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων χωρίς να διαθέτει τα σχετικά πιστοποιητικά εκπαιδεύσεως. Ως εκ τούτου, εξακολουθούσαν να υπάρχουν προβλήματα στον τομέα αυτό στην ITU.
- Όσον αφορά τη μεταφορά 1 g απεμπλουτισμένου ουρανίου (UO2) στο Brookhaven στις 22 Ιουλίου 1997, ήταν απίθανο να είχε πραγματοποιηθεί η μεταφορά αυτή. Δεν υπήρχε απόδειξη παραλαβής ή άλλα έγγραφα μεταφοράς και δεν είχε γίνει καμία τροποποίηση στο μητρώο αποθεμάτων της ITU. Η άφιξη ενός τέτοιου φορτίου δεν ήταν επίσης «ανιχνεύσιμη» στο Brookhaven. Ήταν επίσης απίθανο το ραδιενεργό υλικό που είχε παραδοθεί από το Brookhaven λίγες ημέρες πριν να είχε επιστραφεί στην ίδια ποσότητα. Ήταν επίσης ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο η μεταφορά αυτή θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί κατά παράβαση των κανόνων, ενώ, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα μεταφοράς, ορισμένες μεταφορές 1 g απεμπλουτισμένου ουρανίου είχαν ήδη αποσταλεί εκ των προτέρων ως μεταφορές ραδιενεργών υλικών. Η ίδια η ITU δέχθηκε, όσον αφορά την περίπτωση που αναφέρεται στο σημείο 4 του καταλόγου του καταγγέλλοντος, ότι η ύπαρξη εγγράφων μεταφοράς και η απουσία τροποποίησης του μητρώου αποθεμάτων δεν αποδείκνυαν ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταφορά. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο R. είχε δηλώσει ότι είχε συμφωνηθεί με το Brookhaven ημερομηνία για την εξέταση και ότι ο χειρισμός της μεταφοράς ως ραδιενεργού υλικού θα απαιτούσε υπερβολικά πολύ χρόνο και θα ήταν υπερβολικά δαπανηρός. Κατά τους μήνες από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1997, η ITU αντιμετώπισε εξαιρετική κατάσταση, δεδομένου ότι η Z., υπεύθυνη για τη διαχείριση των ραδιενεργών μεταφορών, ήταν άρρωστη. Αυτό είχε οδηγήσει σε διάφορα προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών καθυστερήσεων.
- Όσον αφορά τη μεταφορά 1,64 g απεμπλουτισμένου ουρανίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1998 (περίπτωση 4 του καταλόγου του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002), η μεταφορά αυτή είχε πράγματι πραγματοποιηθεί. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, όλοι είχαν το δικαίωμα να κατέχουν έως και 197 g φυσικού ουρανίου ή απεμπλουτισμένου ουρανίου. Δόθηκαν οδηγίες ότι το υλικό θα πρέπει να παραδοθεί από φύλακα ασφαλείας. Αυτή η απόκλιση από τις συνήθεις διαδικασίες εξηγούσε γιατί τα έγγραφα που προορίζονταν να συνοδεύουν το υλικό εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κεντρική μονάδα τήρησης λογιστικών βιβλίων. Δεν υπήρξε σημείωμα από την αρμόδια υπηρεσία προς το μητρώο αποθεμάτων σχετικά με την εν λόγω μεταφορά. Ως εκ τούτου, όσον αφορά το μητρώο αποθεμάτων, η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε. Η UVM δεν είχε θεωρήσει το περιστατικό αυτό ως παραβίαση του νόμου, αλλά θεώρησε ότι ήταν μια περίπτωση μικρής απροσεξίας ("kleinere Schlamperei"). Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι περίπου 200 μεταφορές ραδιενεργών υλικών πραγματοποιήθηκαν στην ITU σε ένα έτος, οι τρεις «μικρές απροσεξίες» που επικρίθηκαν από τον καταγγέλλοντα ανήλθαν μόνο σε ένα κλάσμα αυτών των μεταφορών. Το προαναφερθέν όριο για την ποσότητα που μπορεί να κατέχει ένα πρόσωπο δεν ισχύει για τα ραδιενεργά υλικά.
- Όσον αφορά τη μεταφορά ραδιενεργού υλικού από τη Γαλλία στην ITU (περίπτωση 5 του καταλόγου του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002), η ποσότητα που είχε επιτραπεί σε ένα άτομο να κατέχει τότε ήταν 6,2 g Th. Η σχετική μεταφορά περιείχε 5,1 g Th. Η αποστολή δεν είχε γίνει ως ένα από τα επικίνδυνα εμπορεύματα, όπως απαιτείται από τους σχετικούς κανόνες. Η ITU δεν είχε κοινοποιήσει το γεγονός αυτό στις γερμανικές αρχές, δεδομένου ότι η ποσότητα δεν υπερέβαινε το προαναφερθέν όριο. Το σχετικό κατώτατο όριο δεν ίσχυε για τις μεταφορές ραδιενεργών υλικών. Το περιστατικό έπρεπε να είχε αναφερθεί.
Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η έκθεση ελέγχου («Έλεγχος ακτινοπροστασίας στην ITU») της 22ας Ιανουαρίου 2004, στην οποία είχε πρόσβαση, κάλυπτε μόνο το έτος 2003. Επισημαίνει ότι είναι σημαντικό το γεγονός ότι η εν λόγω έκθεση δεν ασχολείται με τις επικρίσεις που διατύπωσε η UVM μετά τον έλεγχό της το 2003. Η καταγγέλλουσα επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή την είχε ενημερώσει ότι δεν υπήρχαν περαιτέρω επιστολές ή σημειώματα για τον φάκελο της ITU και της ΓΔ JRC σχετικά με τα ζητήματα που έθιξε. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το γεγονός αυτό υπογράμμισε τη μικρή σημασία που αποδίδει η Επιτροπή στο θέμα.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η μεταφορά στο Brookhaven το καλοκαίρι του 1997 αφορούσε μη ραδιενεργό δείγμα. Κατά την άποψή της, η δήλωση σε σημείωμα της ITU της 2ας Φεβρουαρίου 2004 (στο οποίο είχε πρόσβαση) ότι δεν υπήρχαν αρχεία σχετικά με την ημερομηνία και τη φύση των αποστολών στο Brookhaven (εκτός από τις αποστολές ουρανίου, ποσειδώνιου και πλουτωνίου) αψήφησε την πεποίθησή της, δεδομένου ότι ερχόταν σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική στα εργαστήρια και τις βασικές απαιτήσεις κάθε διαχείρισης της ποιότητας. Ο καταγγέλλων αποδέχθηκε, ωστόσο, ότι η απουσία τέτοιων εγγράφων δεν συνιστούσε απόδειξη, με αυστηρά νομικούς όρους, του γεγονότος ότι είχε πραγματοποιηθεί παράνομη μεταφορά ραδιενεργού υλικού. Πρόσθεσε ότι το περίμενε αυτό. Κατά την άποψή της, σαφή αποδεικτικά στοιχεία θα μπορούσαν να αποκτηθούν μόνον εάν το υλικό είχε καταχωριστεί ορθώς κατά την παραλαβή του στο Brookhaven. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι αυτό συνέβαινε. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε, ωστόσο, ότι το γεγονός ότι δεν υπήρχε τεκμηριωμένη μέτρηση για την αποδέσμευση του σχετικού υλικού από την ελεγχόμενη περιοχή σε κάθε περίπτωση συνιστούσε παραβίαση των κανόνων. Το σημείο αυτό επίσης δεν αναφέρθηκε στην έκθεση ελέγχου για το 2003.
Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι στις 19 Μαρτίου 2004 είχε ζητήσει από την Επιτροπή πρόσβαση σε περαιτέρω έγγραφα και συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της καταγγελίας της.
Η καταγγέλλουσα κατέληξε ζητώντας από τον Διαμεσολαβητή να την βοηθήσει να αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία έγγραφα ή να τα ελέγξει ο ίδιος.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η προσέγγιση του ΔιαμεσολαβητήΣτις 26 Ιανουαρίου 2004, και αφού εξέτασε την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε επιστολή στην Επιτροπή προκειμένου να της ζητήσει να γνωμοδοτήσει επί της καταγγελίας, στο μέτρο που αυτή απευθυνόταν στην Επιτροπή.
Όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος να δραστηριοποιηθεί και ο Διαμεσολαβητής βάσει της απόφασης K(2002)845 της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002 (οι κανόνες για την «καταγγελία δυσλειτουργιών»), ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η OLAF και οι αρμόδιες γερμανικές αρχές είχαν ήδη ενημερωθεί για το θέμα. Ως εκ τούτου, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θεωρούσε ότι δεν ήταν αναγκαίο να προβεί σε καμία ενέργεια όσον αφορά την εν λόγω απόφαση σε αυτό το στάδιο της έρευνάς του.
Στον βαθμό που η καταγγελία απευθυνόταν στην OLAF, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι ήταν σκόπιμο να καταχωριστεί αυτή η πτυχή της υπόθεσης ως χωριστή καταγγελία με νέα στοιχεία αναφοράς (καταγγελία 220/2004/GG)(5).
Στην επιστολή του της 26ης Ιανουαρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει τη γνώμη της έως τις 30 Απριλίου 2004.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2004 και στις 22 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε σημαντικές περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή. Για να μπορέσει η Επιτροπή να διαθέσει επαρκή χρόνο για τις παρατηρήσεις της, έκρινε σκόπιμο να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή της γνώμης έως τις 31 Μαΐου 2004.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή του αιτήματος του καταγγέλλοντος για την έναρξη διοικητικής έρευναςΟ καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
(1) Η Επιτροπή αρνήθηκε να διερευνήσει δεόντως και να αναλάβει δράση σχετικά με τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης στην ITU που απαριθμούνται στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, καθώς και σχετικά με παραβάσεις του γερμανικού νόμου για την πυρηνική ενέργεια και του διατάγματος για την προστασία από την ακτινοβολία κατά την αντιμετώπιση των πυρηνικών καυσίμων και των σχετικών κανονισμών·
(2) Η Επιτροπή ήταν απρόθυμη και ανίκανη να διασφαλίσει ότι οι υπηρεσίες της τηρούν τους κανόνες·
(3) Η Επιτροπή διεξήγαγε εσωτερικές έρευνες, ελέγχους και μέτρα διασφάλισης της ποιότητας σε σχέση με την πυρηνική ενέργεια με ανίκανο τρόπο·
(4) Η Επιτροπή επιβράβευσε τα διευθυντικά στελέχη που δεν τήρησαν τους κανόνες·
(5) Η καταγγέλλουσα υποψιαζόταν ότι η ΓΔ ADMIN είχε διαβιβάσει μόνο εν μέρει τις καταγγελίες της στην IDOC ή/και στην OLAF· και
(6) Η ΓΔ ADMIN προσπάθησε να τη φιμώσει και την παρενόχλησε.
Υπήρξαν διαδικαστικές διαφορές μεταξύ της διαδικασίας καταγγελίας δυσλειτουργιών και των καταγγελιών και αιτημάτων που υποβλήθηκαν από υπαλλήλους βάσει του άρθρου 90 παράγραφοι 1 και 2. Οι τελευταίες υπόκεινται σε προθεσμίες, ώστε οι υπάλληλοι να μπορούν να αποφασίσουν αν επιθυμούν να συνεχίσουν τις υποθέσεις με διοικητική ένσταση ή δικαστική προσφυγή, όπως ορίζεται αντίστοιχα στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι ανωτέρω προθεσμίες δεν ίσχυαν για τη διαδικασία καταγγελίας δυσλειτουργιών.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της απόφασης της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002 σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών, ο υπάλληλος που επιθυμούσε να θέσει υπόψη του Διαμεσολαβητή ή του Κοινοβουλίου πραγματικά περιστατικά τα οποία γνώριζε στο πλαίσιο των καθηκόντων του, έπρεπε να ενημερώσει πρώτα την Επιτροπή, προκειμένου να της δώσει επαρκή χρόνο για να λάβει τα κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά.
Η διαδικασία καταγγελίας δυσλειτουργιών δεν προσδιόρισε την έννοια του επαρκούς χρόνου, η οποία εξαρτάται από την πολυπλοκότητα των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση.
Όσον αφορά τα σημεία 1) έως 4) των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών πτυχών:
Η πρώτη πτυχή αφορούσε τους ισχυρισμούς που είχε διατυπώσει η καταγγέλλουσα σχετικά με ορισμένες παρατυπίες στην ITU πριν από το σημείωμά της της 12ης Αυγούστου 2003. Όσον αφορά τα συμπεράσματα των γερμανικών αρχών (βλ. την επιστολή της UVM της 29ης Απριλίου 2003), η Επιτροπή έκρινε ότι κανένα περαιτέρω μέτρο δεν ήταν χρήσιμο εν προκειμένω. Η μονάδα εσωτερικού ελέγχου του ΚΚΕρ είχε επίσης διενεργήσει έλεγχο σχετικά με την ακτινοπροστασία στην ITU. Ακόμη και αν ο έλεγχος δεν είχε ως ειδικό στόχο να απαντήσει στις καταγγελίες του καταγγέλλοντος, τα σημεία που τέθηκαν στις καταγγελίες είχαν εξεταστεί κατά τη διάρκεια των σχετικών ερευνών.
Η δεύτερη πτυχή αφορούσε τους έμμεσους ισχυρισμούς που η καταγγέλλουσα είχε αναπτύξει σε γενικές γραμμές στο σημείωμά της της 12ης Αυγούστου 2003 σχετικά με τους Κ. και C. Μολονότι η καταγγέλλουσα είχε επιβεβαιώσει ότι δεν είχε αποδείξεις, είχε προσθέσει σε πολύ γενικές και έμμεσες γραμμές ορισμένους ισχυρισμούς. Όσον αφορά το σημείο αυτό, τα σημειώματα του καταγγέλλοντος της 29ης Ιουλίου 2003 και της 12ης Αυγούστου 2003 είχαν αποσταλεί στην IDOC, την OLAF και το ΚΚΕρ. Η OLAF είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε αυτό που ο καταγγέλλων ονόμαζε «υπόθεση C./K.». Η OLAF δεν προέβη σε αξιολόγηση ή διερεύνηση τυχόν ισχυρισμών στο πλαίσιο αυτό.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο σημείο 5, αμφότερα τα σημειώματα του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 και της 16ης Οκτωβρίου 2002 απεστάλησαν από τη ΓΔ ADMIN στην IDOC, με σημείωμα της 28ης Οκτωβρίου 2002, και από την IDOC στην OLAF, με σημείωμα της 18ης Νοεμβρίου 2002.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο σημείο 6), η Επιτροπή δεν προσπάθησε ποτέ να παρενοχλήσει ή να εκφοβίσει τον καταγγέλλοντα. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοιους ισχυρισμούς. Αντί να προσπαθήσει να την αποσιωπήσει, η Επιτροπή είχε πράγματι υποστηρίξει την καταγγέλλουσα εκφράζοντας τις ανησυχίες της σχετικά με πιθανές παρατυπίες, δίνοντάς της την άδεια, στις 28 Φεβρουαρίου 2003, να συμμετάσχει στην ακρόαση της UVM στις 5 Μαρτίου 2003.
Εν κατακλείδι, ελήφθησαν όλα τα κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας (1) με τη χορήγηση των κατάλληλων εγκρίσεων βάσει των άρθρων 17 και 19 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, (2) με τη στήριξή της ώστε να εκφράσει τις ανησυχίες της σχετικά με πιθανές παρατυπίες στην IDOC και στις γερμανικές αρχές και (3) με την ενημέρωση της OLAF.
Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί της καταγγέλλουσας σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή του αιτήματός της για την κίνηση διοικητικής έρευνας ήταν εντελώς αβάσιμοι.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας σχετικά με τις αιτήσεις της για πρόσβαση σε έγγραφα, δηλαδή την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001Στην καταγγελία της της 2ας Ιανουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς όσον αφορά την εξέταση της αίτησής της για πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001:
(1) Οι απαντήσεις στην αρχική αίτηση της 16ης Οκτωβρίου 2003 δεν τηρούσαν την προθεσμία·
(2) Το γεγονός ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση της 16ης Νοεμβρίου 2003 ήταν άνευ αντικειμένου συνιστά άρνηση ενέργειας και κατάχρηση εξουσίας («Rechtsbeugung, Rechtsverweigerung und Machtmissbrauch»)·
(3) Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι της είχε στερηθεί το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001. Αμφισβήτησε τις εκτιμήσεις της ΓΔ ADMIN και του ΚΚΕρ κατά το αρχικό στάδιο. Επιβεβαίωσε ότι θα μπορούσε να υπάρχει μόνο ένας λόγος για την άρνηση της πρόσβασής της στα ζητούμενα έγγραφα, δηλαδή ότι τα έγγραφα θα αποδείκνυαν ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταφορά μη ραδιενεργού υλικού στις ΗΠΑ, αλλά μόνο παράνομη μεταφορά ραδιενεργού υλικού και ότι η Επιτροπή ήθελε να το κρύψει· και
(4) Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα που είχε ζητήσει θα πρέπει να της αποσταλούν ή ότι θα πρέπει να ενημερωθεί εάν δεν υπήρχε κάποιο από τα ζητούμενα έγγραφα.
Στις 26 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε συμπληρωματική καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή προβάλλοντας τους ακόλουθους περαιτέρω ισχυρισμούς και ισχυρισμούς όσον αφορά την εξέταση της αίτησής της για πρόσβαση σε έγγραφα:
(5) Εξακολουθούσε να μην επιτρέπεται η πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα·
(6) Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα δεν υπήρχαν· και
(7) Το γεγονός ότι θα πρέπει να απαιτηθεί παρέμβαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την υιοθέτηση ημιεποικοδομητικής στάσης από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ήταν λυπηρό και υποδείκνυε αδυναμίες στις εσωτερικές διαδικασίες της Επιτροπής.
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, η προθεσμία απάντησης στην αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος έληξε στις 12 Νοεμβρίου 2003. Η ΓΔ ADMIN απάντησε στις 13 Νοεμβρίου 2003, η OLAF στις 17 Νοεμβρίου 2003 και το ΚΚΕρ στις 20 Νοεμβρίου 2003. Επομένως, ήταν αληθές ότι οι απαντήσεις στην αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος δεν τηρούσαν την προβλεπόμενη προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών. Από τυπική άποψη, ήταν σαφές ότι, πριν από τη λήξη της προθεσμίας, οι υπηρεσίες θα έπρεπε να είχαν παρατείνει τις προθεσμίες κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001. Θα ήταν δικαιολογημένο να γίνει επίκληση του πολύ μεγάλου αριθμού των ζητηθέντων εγγράφων, του πολύ μεγάλου εύρους των αιτήσεων και της πολυπλοκότητας των αιτήσεων, δεδομένου ότι έπρεπε να εκτιμηθεί σε ποιο βαθμό η δημοσιοποίηση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή μιας υπηρεσίας θα μπορούσε να υπονομεύσει τους σκοπούς των ερευνών που διεξάγονται από τις άλλες υπηρεσίες. Ωστόσο, οι υπηρεσίες δεν παρέτειναν την προθεσμία. Αντ’ αυτού, προσπάθησαν να απαντήσουν το συντομότερο δυνατόν, χωρίς να καταφύγουν σε συγκρατημένη απάντηση. Στην προαναφερθείσα επεξηγηματική επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2003 και στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 18ης (6) Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία εξέφρασε τη λύπη της εξ ονόματος της Επιτροπής για το γεγονός ότι οι τρεις υπηρεσίες δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την προθεσμία σε πρώτο βαθμό.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 16 Νοεμβρίου 2003. Ο μόνος λόγος για την εν λόγω επιβεβαιωτική αίτηση ήταν η απουσία απάντησης στην αρχική αίτησή της. Αυτή η επιβεβαιωτική αίτηση ήταν απλώς μια επανάληψη της αρχικής αίτησης. Εάν η Επιτροπή δεν είχε κηρύξει την εν λόγω επιβεβαιωτική αίτηση άνευ αντικειμένου, παρά το γεγονός ότι οι απαντήσεις στην αρχική αίτηση είχαν αποσταλεί εν τω μεταξύ, η καταγγέλλουσα θα είχε στερηθεί το δικαίωμά της να αιτιολογήσει την επιβεβαιωτική αίτησή της σύμφωνα με τα επιχειρήματα που εκτίθενται στις απαντήσεις στην αρχική αίτηση, δηλαδή δεν θα ήταν σε θέση να αναπτύξει τα επιχειρήματά της ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν συμφώνησε με την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε σε πρώτο βαθμό. Αν οι απαντήσεις στην αρχική της αίτηση είχαν αποσταλεί εγκαίρως, δεν θα είχε απλώς επαναλάβει την αρχική της αίτηση, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ανέπτυξε τα επιχειρήματά της στα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα της 1ης Δεκεμβρίου 2003 και της 3ης Δεκεμβρίου 2003 που καταχωρίστηκαν ως επιβεβαιωτικές αιτήσεις. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβεβαιωτική αίτηση που υποβλήθηκε ελλείψει απαντήσεως ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι είχε διασταυρωθεί με τις απαντήσεις που είχαν αποσταλεί ελαφρώς εκπρόθεσμα και ότι, αντιθέτως, τα ηλεκτρονικά μηνύματα της 1ης και της 3ης Δεκεμβρίου 2003 έπρεπε να θεωρηθούν ως πραγματικές επιβεβαιωτικές αιτήσεις. Με άλλα λόγια, η καταγγέλλουσα ουδέποτε στερήθηκε το δικαίωμά της να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στα σημεία 3-7 ανωτέρω, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:
Ο κανονισμός 1049/2001 και η απόφαση 2001/937 της Επιτροπής (οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού) καθορίζουν σαφώς τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή πρέπει να χειρίζεται τις αιτήσεις πρόσβασης στα έγγραφα και τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, όταν ο αιτών δεν είναι ικανοποιημένος με την απόφαση που έλαβε το θεσμικό όργανο στο αρχικό στάδιο και στο στάδιο της εσωτερικής προσφυγής. Εν προκειμένω, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την άσκηση προσφυγής κατά απόφασης της Επιτροπής, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε υποβάλει την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή στις 2 Ιανουαρίου 2004, ενώ η προθεσμία απάντησης της Επιτροπής στις επιβεβαιωτικές αιτήσεις δεν έληγε πριν από τις 26 Ιανουαρίου 2004. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα σχολιάσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος σχετικά με τις αξιολογήσεις που έγιναν από το ΚΚΕρ και τη ΓΔ ADMIN σε πρώτο βαθμό, αλλά θα αναφερθεί στις απαντήσεις που έδωσε ο Γενικός Γραμματέας εξ ονόματος της Επιτροπής στις 27 Ιανουαρίου 2004 και στις 19 Φεβρουαρίου 2004 μετά τις δύο επιβεβαιωτικές αιτήσεις που καταχωρίστηκαν στις 3 Δεκεμβρίου 2003, στις οποίες η Επιτροπή κατάφερε τελικά να εξετάσει διεξοδικά αυτές τις εξαιρετικά περίπλοκες αιτήσεις. Για τον λόγο αυτό, είναι αυτονόητο ότι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στο σημείο 7 δεν είναι μόνο αβάσιμος αλλά και δυσφημιστικός.
Ο γενικός κανόνας ήταν ότι ο πολίτης είχε δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή. Οι μόνες εξαιρέσεις από αυτόν τον γενικό κανόνα απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Οι προαναφερθείσες απαντήσεις της 27ης Ιανουαρίου 2004 και της 19ης Φεβρουαρίου 2004 εξηγούν σαφώς τους λόγους για τους οποίους δεν χορηγήθηκε πρόσβαση σε όλα τα ζητούμενα έγγραφα. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος που παρατίθενται στο σημείο 3 ανωτέρω ήταν εντελώς αβάσιμοι.
Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα ήταν δικαίωμα πρόσβασης σε υφιστάμενα και αναγνωρίσιμα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιώσει ότι οι υπάλληλοί της είχαν αφιερώσει πολύ χρόνο για να εντοπίσουν τα έγγραφα που ανταποκρίνονταν στα διάφορα αιτήματα του καταγγέλλοντος, να εκτιμήσουν αν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν ή όχι και να δημιουργήσουν φωτοαντίγραφα των εγγράφων στα οποία μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση.
Επιπλέον, από τη στιγμή που ένα έγγραφο γνωστοποιήθηκε βάσει του κανονισμού 1049/2001, έπρεπε να γνωστοποιηθεί σε οποιονδήποτε κατόπιν αιτήματος. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με ό,τι φαινόταν να πιστεύει η καταγγέλλουσα, ο κανονισμός 1049/2001 δεν της παρείχε κανένα προνομιακό δικαίωμα πρόσβασης στους φακέλους «της» ή σε οποιοδήποτε έγγραφο, προκειμένου να διεξαγάγει τη δική της έρευνα. Προφανώς, αυτό δεν την εμπόδισε να διεξαγάγει οποιαδήποτε έρευνα επιθυμούσε με τα έγγραφα στα οποία της χορηγήθηκε πρόσβαση δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
Λαμβάνοντας υπόψη τον πολύ μεγάλο αριθμό των ζητηθέντων εγγράφων, το πεδίο εφαρμογής των αιτήσεων και την πολυπλοκότητα των αιτήσεων, καθώς και το γεγονός ότι, παρά τις περιστάσεις αυτές, οι απαντήσεις απεστάλησαν μόνο ελαφρώς εκτός της προθεσμίας, χωρίς οι υπηρεσίες να καταφύγουν σε παράταση της προθεσμίας κατά την απάντηση στην αρχική αίτηση, τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος είχαν, στην πράξη, γίνει σεβαστά.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο ισχυρισμός σχετικά με την “Rechtsbeugung, Rechtsverweigerung und Machtmissbrauch” όσον αφορά το γεγονός ότι η επιβεβαιωτική αίτηση της 16ης Νοεμβρίου 2003 είχε κηρυχθεί άνευ αντικειμένου ήταν εντελώς αβάσιμος.
Οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί που παρατίθενται στα σημεία 3) και 4) ήταν απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε υποβάλει την καταγγελία της πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την επιβεβαιωτική απάντηση και πριν λάβει τις προαναφερθείσες απαντήσεις στις επιβεβαιωτικές αιτήσεις της, στερώντας έτσι από την Επιτροπή τη δυνατότητα να επανεξετάσει, εσωτερικά, τις αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε πρώτο βαθμό. Για τον ίδιο λόγο, ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στο σημείο 7) ήταν εντελώς αβάσιμος.
Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, οι ισχυρισμοί που διατυπώνονται στα σημεία 5) και 6) ήταν επίσης προδήλως αβάσιμοι.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της και υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Δεν ισχυρίστηκε ότι τα περιστατικά που κατέγραψε οφείλονταν σε έλλειψη εκπαίδευσης ή γνώσεων. Η έλλειψη της σχετικής κατάρτισης συνιστά αφ’ εαυτής παράβαση του νόμου. Αυτό που ήταν σοβαρό ήταν ότι η παραβίαση των κανόνων που περιγράφονται στην υπόθεση αριθ. 3 είχε διαπραχθεί εσκεμμένα και με πλήρη γνώση του νόμου. Πρόσωπο υπεύθυνο για θέματα που σχετίζονται με την προστασία από την ακτινοβολία, το οποίο εκ προθέσεως παραβίασε τους κανόνες για την προστασία από την ακτινοβολία, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόπιστο, όπως απαιτείται από τον γερμανικό νόμο για την πυρηνική ενέργεια. Η εντολή καταστροφής εγγράφων που δόθηκε από ένα τέτοιο πρόσωπο έθεσε επίσης υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του τελευταίου.
Η εξέταση των εγγράφων που είχε λάβει επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της, ιδίως όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 3. Σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, κανένα υλικό (ούτε καν biro ή χαρτιά) δεν μπορούσε να αφαιρεθεί από ελεγχόμενη περιοχή χωρίς μέτρηση, ειδάλλως έπρεπε να θεωρηθεί ραδιενεργό. Ωστόσο, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είχε πραγματοποιηθεί μια τέτοια μέτρηση.
Στην απάντησή της της 1ης Ιουνίου 2004 στην αίτησή της για πρόσβαση σε περαιτέρω έγγραφα, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι η φορτωτική («Lieferschein») για τη σχετική μεταφορά δεν μπορούσε να βρεθεί. Θεωρήθηκε ότι το έγγραφο αυτό είχε εν τω μεταξύ καταστραφεί. Όπως αναφέρθηκε ήδη στην επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, ήταν φυσικό να μην βρεθούν αποδεικτικά στοιχεία για παράνομη μεταφορά ραδιενεργού υλικού στην ITU, αλλά θα μπορούσαν, αν όχι καθόλου, να βρεθούν μόνο στο Brookhaven.
Δεν υπήρχε περίπτωση τα σφάλματα που διέπραξαν τα διευθυντικά στελέχη να είχαν αρνητικές συνέπειες για τα πρόσωπα αυτά. Αυτό αποδείχθηκε από τις υποθέσεις αριθ. 2 και 3 (του καταλόγου της στην επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2002), όπου η αδράνεια των V., S. και M. είχε καταστρέψει την υγεία της Z., του προσώπου που ήταν υπεύθυνο για την οργάνωση της μεταφοράς ραδιενεργών υλικών.
Ακόμη και αν η αίτηση της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 έπρεπε να εξεταστεί σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002 σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών (και όχι σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης), η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της παρούσας απόφασης, να την ενημερώσει σχετικά με τον χρόνο που προβλεπόταν να διαρκέσει η έρευνα. Ούτε η Επιτροπή ούτε η OLAF το είχαν πράξει. Της ζητήθηκε μόνο να αποσύρει το αίτημά της.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς κατά των C. και K., αυτοί βασίστηκαν πράγματι σε πληροφορίες που παρασχέθηκαν από συναδέλφους. Ωστόσο, δεν υπήρχε λόγος να μην γίνει πιστευτή αυτή η πληροφορία. Η πρόσβαση σε περαιτέρω έγγραφα είχε ζητηθεί στο πλαίσιο αυτό στις 18 Φεβρουαρίου 2004. Η απόρριψη του αιτήματος αυτού από την Επιτροπή ήταν νομικώς ορθή. Η μόνη δυνατότητα που είχε πλέον ήταν να ενεργήσει τελικά βάσει των κανόνων για την «καταγγελία δυσλειτουργιών» (άρθρα 22α και 22β του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Ως εκ τούτου, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ή να προσφύγει στο Κοινοβούλιο επί του θέματος.
Φαίνεται ότι προέκυψαν προβλήματα όσον αφορά τη διαβίβαση του αιτήματός της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 στην IDOC και στην OLAF, κανένα από τα οποία δεν φαίνεται να έχει λάβει το πλήρες κείμενο του εν λόγω αιτήματος.
Της είχε ζητηθεί επανειλημμένα, τηλεφωνικώς, να αποσύρει το αίτημά της της 16ης Οκτωβρίου 2002, προτού καν αρχίσει οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με τα περιστατικά που απαριθμούσε. Δεν υπήρχε νομική βάση για το αίτημα αυτό.
Όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι είχε υποβάλει τις αιτήσεις πρόσβασης μόνο επειδή η Επιτροπή είχε απορρίψει ή δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τις αιτήσεις ή τις καταγγελίες που είχε υποβάλει από τις 16 Σεπτεμβρίου 2002. Εάν η Επιτροπή είχε διεκπεραιώσει σωστά τις εν λόγω αιτήσεις και καταγγελίες, δεν θα ήταν αναγκαίο να υποβάλει τις εν λόγω αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.
Το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001 προέβλεπε σαφώς ότι μια επιβεβαιωτική αίτηση μπορεί να υποβληθεί εάν η αίτηση δεν απαντηθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό. Η ερμηνεία της Επιτροπής κατέστησε τη διάταξη αυτή κενή περιεχομένου. Η Επιτροπή διάβασε την επιβεβαιωτική αίτηση της 16ης Νοεμβρίου 2003 στις 17 Νοεμβρίου 2003. Ως εκ τούτου, η προθεσμία απάντησης ήταν η 9η Δεκεμβρίου 2003. Ως εκ τούτου, η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή είχε υποβληθεί δεόντως.
Ο καταγγέλλων κατέληξε ζητώντας από τη Διαμεσολαβήτρια να μην περατώσει την έρευνα με επικριτική παρατήρηση σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά να εξετάσει τα σχετικά ζητήματα σε γενικότερη βάση, π.χ. μέσω αυτεπάγγελτης έρευνας ή σύστασης προς την Επιτροπή. Ζήτησε επίσης από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει την καταγγελία της σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2002 σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις1.1 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει σοβαρά ζητήματα. Ωστόσο, πριν από την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν ορισμένα προκαταρκτικά σημεία.
1.2 Στην καταγγελία της της 2ας Ιανουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα διατύπωσε δέκα ισχυρισμούς και πέντε ισχυρισμούς. Η Επιτροπή αντιλήφθηκε ότι στη νέα επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 26ης Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τρεις περαιτέρω ισχυρισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να επεκταθεί η έρευνά του σε περαιτέρω ζητήματα που έθεσε η καταγγέλλουσα στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ώστε να μην καθυστερήσει η έρευνά του σχετικά με την αρχική καταγγελία. Αυτό ισχύει ιδίως για τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος (1) ότι ορισμένα διευθυντικά στελέχη της ITU είχαν καταστρέψει την υγεία της κας Z., του υπεύθυνου για την οργάνωση των μεταφορών ραδιενεργού υλικού, και (2) ότι η Επιτροπή δεν την είχε ενημερώσει (του καταγγέλλοντος), σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της απόφασης K(2002)845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002 (οι κανόνες για την «καταγγελία δυσλειτουργιών»), σχετικά με το χρονικό διάστημα που προβλεπόταν να διαρκέσει η έρευνα. Ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία σχετικά με τα ζητήματα αυτά, αφού προηγουμένως προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες προσεγγίσεις προς την Επιτροπή.
1.3 Δεδομένου του αριθμού των ισχυρισμών και των ισχυρισμών που περιλαμβάνονταν στην αρχική καταγγελία (και ενδεχομένως στη συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντος της 26ης Μαρτίου 2004), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επιπλέον ότι, για να είναι τόσο αποτελεσματική όσο και χρήσιμη, η παρούσα έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στα σημαντικότερα ζητήματα. Η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί της καταγγέλλουσας εγείρουν βασικά δύο βασικά ζητήματα, και συγκεκριμένα (1) το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή χειρίστηκε ορθά την επιστολή της καταγγέλλουσας της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει έρευνα για ορισμένα περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, έλαβαν χώρα στην ITU και 2) το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή χειρίστηκε σωστά και ορθά τα αιτήματα της καταγγέλλουσας για πρόσβαση σε έγγραφα. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η παρούσα έρευνά του θα πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτά τα δύο κύρια ζητήματα.
1.4 Όσον αφορά το πρώτο από τα δύο αυτά κύρια ζητήματα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο τέταρτος από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος (7) αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης του καταγγέλλοντος. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, η Επιτροπή δεν διερεύνησε και δεν παρακολούθησε δεόντως τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που αναφέρονται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, ιδίως την τρίτη από αυτές. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο πέμπτος ισχυρισμός της καταγγέλλουσας (σύμφωνα με τον οποίο, για περισσότερο από ένα έτος, η Επιτροπή παραβίαζε τον γερμανικό νόμο περί πυρηνικής ενέργειας και τη γερμανική εντολή προστασίας από τις ακτινοβολίες, δεδομένου ότι η ITU εξακολουθούσε να διευθύνεται από πρόσωπα που δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις και αξιοπιστία) και οι ισχυρισμοί της αριθ. 4 (σύμφωνα με τους οποίους θα πρέπει να επαληθευτούν οι ισχυρισμοί της όσον αφορά την υπόθεση 3 που αναφέρεται στον κατάλογό της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002) και 5 (σύμφωνα με τους οποίους θα πρέπει να συναχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα, δηλαδή να τερματιστεί η παράνομη κατάσταση εντός της ITU) συνδέονται άμεσα με αυτόν τον κύριο ισχυρισμό και εξαρτώνται από αυτόν.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το ίδιο συμπέρασμα ισχύει για τους ισχυρισμούς αριθ. 7 (σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή ήταν ανίκανη όσον αφορά τον χειρισμό πυρηνικών καυσίμων και τους νομικούς κανόνες σχετικά με τη δραστηριότητα αυτή), 8 (σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή ήταν απρόθυμη και ανίκανη να διασφαλίσει την τήρηση των κανόνων στις δικές της υπηρεσίες), 9 (σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή ήταν ανίκανη όσον αφορά τη διεξαγωγή εσωτερικών ερευνών, ελέγχων και μέτρων για τη διασφάλιση της ποιότητας στον πυρηνικό τομέα) και 10 (σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή ευνόησε και προώθησε διευθυντικά στελέχη που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες) και τον πέμπτο ισχυρισμό (σύμφωνα με τον οποίο θα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της Επιτροπής στο σύνολό της (ιδίως της ΓΔ ADMIN). Πράγματι, ο Διαμεσολαβητής θα ήταν σε θέση να εξετάσει αυτούς τους ισχυρισμούς και αυτόν τον ισχυρισμό μόνο εάν η Επιτροπή είχε προβεί σε διεξοδική εξέταση των περιστατικών στην ITU στα οποία αναφέρθηκε η καταγγέλλουσα στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η έρευνά του σχετικά με το πρώτο από τα δύο κύρια ζητήματα που προσδιορίστηκαν ανωτέρω θα πρέπει να επικεντρωθεί στο ερώτημα κατά πόσον αυτό συνέβη, δηλαδή στον τέταρτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
1.6 Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 και σε μεταγενέστερη αλληλογραφία της με την Επιτροπή, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε επίσης σε προβλήματα που κατά την άποψή της υπήρχαν σε άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής (Ispra, Geel, επιθεώρηση Ευρατόμ στο Λουξεμβούργο, ΓΔ Ενέργειας και Μεταφορών και ΓΔ Περιβάλλοντος) και διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον κ. C., πρώην υπάλληλο της Επιτροπής, ο οποίος τώρα φαίνεται να κατέχει ηγετική θέση στο εργοστάσιο BNFL στο Sellafield, και τον κ. K., πρώην υπάλληλο του εν λόγω εργοστασίου, ο οποίος προφανώς εργάστηκε στη συνέχεια για το τμήμα της Επιτροπής που είναι υπεύθυνο για το Sellafield. Η καταγγέλλουσα αποδέχεται ότι οι σχετικές δηλώσεις δεν βασίζονται στη δική της εμπειρία, αλλά σε πληροφορίες που ισχυρίζεται ότι έλαβε από συναδέλφους που εργάζονται στις σχετικές υπηρεσίες. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν ήταν απολύτως σαφές εάν ο καταγγέλλων επιθυμούσε να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Όσον αφορά τα εικαζόμενα προβλήματα σε άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών σχετικά με αυτές τις πτυχές της υπόθεσης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς κατά του κ. C. και του κ. K., η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή για το θέμα αυτό ή να την υποβάλει στο Κοινοβούλιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
1.7 Στον έκτο ισχυρισμό της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η ΓΔ ADMIN είχε προσπαθήσει να τη φιμώσει και την είχε παρενοχλήσει. Στο πλαίσιο αυτό, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ιδιαίτερα ότι η Επιτροπή της είχε ζητήσει, τηλεφωνικά, να αποσύρει το αίτημά της της 16ης Οκτωβρίου 2002, προτού καν αρχίσει οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με τα περιστατικά που κατέγραψε. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα έθεσε (όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια) σοβαρά ζητήματα στο εν λόγω αίτημα και ότι η γερμανική εποπτική αρχή επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι οι ισχυρισμοί της ήταν αξιόπιστοι στο σύνολό τους, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα είχε ενεργήσει καταχρηστικά εάν είχε πράγματι προσπαθήσει να κάνει την καταγγέλλουσα να αποσύρει το αίτημά της της 16ης Οκτωβρίου 2002. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή απέφυγε να σχολιάσει το συγκεκριμένο θέμα. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης χρήζει διεξοδικότερου ελέγχου. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η διεξαγωγή έρευνας σχετικά με το θέμα αυτό (η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη λήψη των μαρτυριών των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων της Επιτροπής) θα καθυστερούσε την εξέταση του κύριου ζητήματος, δηλαδή του ζητήματος κατά πόσον η Επιτροπή δεν διερεύνησε και δεν παρακολούθησε δεόντως τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που απαριθμούνται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, ιδίως την τρίτη από αυτές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το ζήτημα αυτό δεν θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Η καταγγέλλουσα είναι ελεύθερη να υποβάλει νέα καταγγελία σχετικά με το θέμα αυτό, εφόσον το επιθυμεί, προσδιορίζοντας (αν είναι δυνατόν) τους υπαλλήλους της Επιτροπής που της ζήτησαν να αποσύρει το αίτημά της.
1.8 Όσον αφορά το δεύτερο κύριο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε δύο τέτοια αιτήματα, το ένα στις 16 Οκτωβρίου 2003 (8) και το άλλο στις 19 Μαρτίου 2004 (δηλαδή μετά την υποβολή της παρούσας καταγγελίας). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα καταγγελία αφορά μόνο τον χειρισμό από την Επιτροπή του πρώτου από τα αιτήματα αυτά.
1.9 Η καταγγέλλουσα υπέβαλε τρεις ισχυρισμούς σχετικά με το θέμα αυτό, και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή (1) εσφαλμένα παρέλειψε να της επιτρέψει την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN/IDOC και της ΓΔ JRC, (2) παρέλειψε να εξετάσει την αρχική αίτηση πρόσβασης της 16ης Οκτωβρίου 2003 εγκαίρως και εξαντλητικά και (3) αρνήθηκε τη δικαιοσύνη της και διέπραξε κατάχρηση εξουσίας κηρύσσοντας την επιβεβαιωτική αίτηση άνευ αντικειμένου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι δύο τελευταίες καταγγελίες, οι οποίες αφορούν διαδικαστικές πτυχές, μπορούν να εξεταστούν από κοινού. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης δύο ισχυρισμούς σχετικά με το θέμα αυτό, και συγκεκριμένα (1) ότι τα ζητούμενα έγγραφα θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν ή ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δηλώσει ότι δεν υπήρχαν και (2) ότι, εάν η ανωτέρω επιλογή δεν είναι δυνατή, ο Διαμεσολαβητής, το προσωπικό του ή μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να επιθεωρήσουν τα έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι δύο αυτοί ισχυρισμοί θα πρέπει να εξεταστούν καλύτερα μαζί με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα.
2 Μη ορθή διερεύνηση και παρακολούθηση των περιπτώσεων κακοδιοίκησης που αναφέρονται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 20022.1 Ο καταγγέλλων, υπάλληλος της Επιτροπής, εργάστηκε στο Ινστιτούτο Υπερουρανίων Στοιχείων ("ITU") στην Καρλσρούη από το 1994 έως το 1999. Η ITU αποτελεί μέρος του Κοινού Κέντρου Ερευνών («JRC»), μιας Γενικής Διεύθυνσης («ΓΔ») της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2002, η καταγγέλλουσα υπέβαλε αίτημα στη ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης, με το οποίο ζητούσε την έναρξη έρευνας σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στον τομέα της προστασίας από τις ακτινοβολίες και όσον αφορά τις μεταφορές ραδιενεργών υλικών, ιδίως όσον αφορά την ITU. Στην αίτησή της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι αυτές οι περιπτώσεις κακοδιοίκησης οφείλονταν σε ένα εντελώς ανεπαρκές, κατά την άποψή της, σύστημα διαχείρισης και ελέγχου και σε ελλείψεις όσον αφορά την κατάρτιση του προσωπικού.
Στο σημείωμα αυτό επισυνάπτονταν πίνακας στον οποίο η καταγγέλλουσα απαριθμούσε και περιέγραφε τα εννέα σοβαρότερα περιστατικά ή πτυχές της δραστηριότητας της ITU, τα οποία, κατά την άποψή της, έπρεπε να εξεταστούν και τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: 1) Εκτέλεση μεταφορών ραδιενεργών υλικών παρά το γεγονός ότι το αρμόδιο προσωπικό δεν είχε υποβληθεί στην απαιτούμενη εκπαίδευση και εξετάσεις. 2) οργανωτικά ελαττώματα που είχαν ως αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η ομαλή αναπλήρωση σε περιπτώσεις απουσίας προσωπικού· (3) εσκεμμένα παράνομη μεταφορά και εξαγωγή ραδιενεργών υλικών τον Ιούνιο, τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 1997· εσκεμμένα παράνομη μεταφορά ραδιενεργών υλικών τον Οκτώβριο του 1998 χωρίς τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα· (5) παραλαβή παράνομης αποστολής ραδιενεργού υλικού, η οποία δηλώθηκε αρχικά ως κανονικό φορτίο τον Μάρτιο του 1999 και στη συνέχεια αποσιωπήθηκε, μαζί με την καταστροφή των σχετικών εγγράφων· 6) εσφαλμένος χειρισμός των διελεύσεων εξωτερικού προσωπικού για τις οποίες διαπιστώθηκε έκθεση σε ακτινοβολία και μη κοινοποίηση περιστατικού στις εποπτικές αρχές· 7) χρησιμοποίηση προσωπικού εντελώς ακατάλληλου για τη θέση του και μη απομάκρυνση των ενδιαφερομένων σε περίπτωση σοβαρού παραπτώματος· (8) διάφορα περιστατικά που έχουν ως αποτέλεσμα μολύνσεις· και (9) ανάθεση εργασιών απολύμανσης/καταστροφής σε επιχείρηση που δεν διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται στην προσφορά. Ο κατάλογος ανέφερε επίσης πιθανούς μάρτυρες, έγγραφα που θα μπορούσαν να είναι σχετικά και τα υπεύθυνα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το σημαντικότερο από αυτά τα περιστατικά ήταν το τρίτο. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η σχετική μεταφορά αφορούσε ραδιενεργό υλικό (προφανώς 1 g οξειδίου του ουρανίου) και θα έπρεπε να είχε παρασκευαστεί από την ίδια. Η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι στη συνέχεια ανακάλυψε ότι το υλικό είχε ήδη αποσταλεί ως κανονικό φορτίο με υπηρεσία ταχυμεταφοράς στο Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αποστολή έπρεπε να δηλωθεί ως αποστολή επικίνδυνων εμπορευμάτων και να αποσταλεί μέσω εξειδικευμένης εταιρείας. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο κατάλληλος τρόπος αποστολής θα ήταν περίπου δεκαπλάσιος και θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, ο κ. R., αναπληρωτής προϊστάμενος της αρμόδιας μονάδας, της είχε επιβεβαιώσει κατά τον κρίσιμο χρόνο τα γεγονότα αυτά και την είχε επίσης ενημερώσει ότι ο κ. L., προϊστάμενος μονάδας, γνώριζε τι είχε συμβεί.
2.2 Στις 4 και 6 Νοεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων εξετάστηκε από την Direction IDOC (Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων) της ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης («ΓΔ ADMIN») της Επιτροπής. Στις 18 Νοεμβρίου 2002, η ΓΔ ADMIN/IDOC διαβίβασε το θέμα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»). Η καταγγέλλουσα εξετάστηκε από την OLAF σχετικά με τους ισχυρισμούς της στις 8 Ιανουαρίου 2003. Στις 13 Φεβρουαρίου 2003, η OLAF ενημέρωσε σχετικά το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Μεταφορών («UVM») του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης (9). Η τελευταία άκουσε τον καταγγέλλοντα στις 5 Μαρτίου 2003.
Στις 29 Απριλίου 2003, η UVM απέστειλε επιστολή στην OLAF προκειμένου να της γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα των ερευνών που είχε διεξαγάγει. Η UVM επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ήταν αξιόπιστες στο σύνολό τους. Επισήμανε ότι έλειπε τεκμηρίωση όσον αφορά την εσωτερική κατάρτιση σχετικά με τη νομοθεσία για τα επικίνδυνα εμπορεύματα για την υπό εξέταση περίοδο από το 1993 και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην κατάρτιση των «υπεύθυνων προσώπων» που ορίστηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα επικίνδυνα εμπορεύματα, καθώς και στην κοινοποίηση των τιμών ακτινοβολίας σε εξωτερικές επιχειρήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην κοινοποίηση των αποστολών στην αρμόδια γερμανική αρχή. Η UVM δήλωσε, ωστόσο, ότι σε καμία από τις εννέα περιπτώσεις τα σφάλματα δεν προκλήθηκαν από έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων ή από ανεπαρκή κατάρτιση του προσωπικού. Επισήμανε επίσης ότι σε καμία από τις υποθέσεις που παραπέμφθηκαν δεν είχε καταστεί δυνατός ο εντοπισμός σαφούς ή κολάσιμης παραβάσεως της νομοθεσίας περί ακτινοπροστασίας ή της νομοθεσίας περί επικίνδυνων εμπορευμάτων από το προσωπικό της ITU.
Σε σημείωμα που επισυνάπτεται στην επιστολή, η UVM σχολίασε τα διάφορα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων. Όσον αφορά το τρίτο σημείο (την αποστολή υλικού στις ΗΠΑ), η UVM επισήμανε ότι φαινόταν ότι η σχετική μεταφορά είχε σχεδιαστεί προσεκτικά, αλλά, σύμφωνα με τα διαθέσιμα έγγραφα, δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ το ΚΚΕρ. Η UVM επισήμανε ότι τα έγγραφα που προορίζονταν για τον παραλήπτη εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην ITU, πλήρη και χωρίς υπογραφές, και ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το υλικό είχε εγκαταλείψει το αρμόδιο τμήμα της ITU. Σύμφωνα με την UVM, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να συγχέει δύο μεταφορές, δεδομένου ότι είχε πράγματι πραγματοποιηθεί αποστολή στις ΗΠΑ κατά τη σχετική ημερομηνία, η οποία ωστόσο δεν αφορούσε ραδιενεργό δείγμα.
Η UVM επισήμανε ότι τα σημεία 7 και 9 που έθεσε ο καταγγέλλων δεν είχαν εξεταστεί, δεδομένου ότι αφορούσαν μόνο εσωτερικά θέματα της Επιτροπής.
Σε σημείωμα της 31ης Ιουλίου 2003, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ ADMIN έκρινε ότι, δεδομένου ότι τόσο η OLAF όσο και οι γερμανικές αρχές είχαν εξετάσει τα στοιχεία που προέβαλε η καταγγέλλουσα και δεδομένου ότι τόσο η IDOC όσο και η OLAF είχαν λάβει θέση σχετικά με τα ζητήματα αυτά, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε λάβει όλα τα δυνατά μέτρα για να αποσαφηνίσει και να αποφανθεί επί των ισχυρισμών της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω εσωτερικές έρευνες υπό τις περιστάσεις αυτές. Η Επιτροπή σημείωσε, ωστόσο, ότι, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, την εποχή εκείνη διεξαγόταν διεξοδική εσωτερική επανεξέταση εντός της ΓΔ JRC και ότι η τελική έκθεση σχετικά με την εν λόγω εσωτερική έρευνα αναμενόταν να είναι διαθέσιμη προς το τέλος του 2003. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό το πρόσθετο στοιχείο απέδειξε την επαγρύπνηση της Επιτροπής όσον αφορά το έργο των υπηρεσιών της και την αποφασιστικότητά της να λάβει μέτρα για τη βελτίωση του έργου αυτού. Το έγγραφο της UVM της 29ης Απριλίου 2003 επισυνάφθηκε στο έγγραφο της Επιτροπής.
Στις 21 Νοεμβρίου 2003, και απαντώντας σε περαιτέρω επιστολές του καταγγέλλοντος, ο κ. Kinnock, μέλος της Επιτροπής αρμόδιο για διοικητικά θέματα, επιβεβαίωσε τη θέση αυτή σε επιστολή του προς τον καταγγέλλοντα.
2.3 Στην καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή τον Ιανουάριο του 2004, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν διερεύνησε και δεν παρακολούθησε δεόντως τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης που απαριθμούνται στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, ιδίως την τρίτη από αυτές.
2.4 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, όσον αφορά τα συμπεράσματα των γερμανικών αρχών (βλ. την επιστολή της UVM της 29ης Απριλίου 2003), η Επιτροπή έκρινε ότι κανένα περαιτέρω μέτρο δεν ήταν χρήσιμο εν προκειμένω. Η μονάδα εσωτερικού ελέγχου του ΚΚΕρ είχε επίσης διενεργήσει έλεγχο σχετικά με την ακτινοπροστασία στην ITU. Ακόμη και αν ο έλεγχος δεν είχε ως ειδικό στόχο να απαντήσει στις καταγγελίες του καταγγέλλοντος, τα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων είχαν εξεταστεί κατά τη διάρκεια των σχετικών ερευνών.
2.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή φαίνεται να ενήργησε γρήγορα αφού έλαβε γνώση των ισχυρισμών που διατύπωσε η καταγγέλλουσα στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002. Ο καταγγέλλων εξετάστηκε από τη Διεύθυνση IDOC της ΓΔ ADMIN στις αρχές Νοεμβρίου 2002. Λίγο αργότερα, η IDOC παρέπεμψε την υπόθεση στην OLAF, η οποία άκουσε επίσης τον καταγγέλλοντα και στη συνέχεια αποφάσισε να ενημερώσει σχετικά το αρμόδιο υπουργείο της Γερμανίας (UVM). Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε ισχυρισμούς σχετικά με τις έρευνες που διενήργησαν η IDOC και η OLAF και δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει ότι οι δύο αυτοί φορείς δεν έδωσαν τη δέουσα προσοχή στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
2.6 Η καταγγέλλουσα κλήθηκε σε ακρόαση από την UVM στις 5 Μαρτίου 2003. Στις 29 Απριλίου 2003, η UVM ενημέρωσε την Επιτροπή για τα πορίσματα της εξέτασής της. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει μόνο περιπτώσεις κακοδιοίκησης στη δραστηριότητα των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών, είναι προφανές ότι δεν είναι σε θέση να επανεξετάσει την εξέταση της UVM και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε η τελευταία. Ο καταγγέλλων, ο οποίος γνωρίζει το γεγονός αυτό, υποστήριξε βασικά ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε σωστά αφού ενημερώθηκε για τα πορίσματα της UVM. Επομένως, το αποφασιστικό ζήτημα είναι αν είναι ορθή η θέση της Επιτροπής κατά την οποία, μετά την περάτωση της έρευνας της UVM, δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνες των δικών της υπηρεσιών. Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό αφορά τη θέση που έλαβε η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, ένα κοινοτικό θεσμικό όργανο, εμπίπτει σαφώς στην εντολή του Διαμεσολαβητή.
2.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η UVM, στην επιστολή της 29ης Απριλίου 2003 και στο επεξηγηματικό σημείωμα που επισυνάπτεται στην εν λόγω επιστολή, επισήμανε ότι δεν είχε εξετάσει δύο (σημεία 7 και 9) από τα εννέα σημεία που είχε θέσει ο καταγγέλλων, δεδομένου ότι τα σημεία αυτά αφορούσαν μόνο εσωτερικά ζητήματα της Επιτροπής. Δεδομένου ότι τα σημεία αυτά δεν είχαν εξεταστεί από την UVM, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αναφορά της Επιτροπής στα πορίσματα της UVM δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να είχαν διεξαχθεί περαιτέρω έρευνες σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Παρεμπιπτόντως, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η εξέταση από την UVM ενδέχεται επίσης να αποκάλυψε και άλλες πτυχές που έθεσε ο καταγγέλλων. Στην επιστολή της με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 2002, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα είχαν καταστραφεί σε σχέση με το πέμπτο περιστατικό που ανέφερε σε αυτήν. Ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στα πορίσματα της UVM. Ωστόσο, η UVM δεν φαίνεται να έκρινε αναγκαίο να εξετάσει λεπτομερώς τον ισχυρισμό αυτό.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι το έγγραφο της UVM της 29ης Απριλίου 2003 επισημαίνει ορισμένες ελλείψεις στο πλαίσιο της ITU, ιδίως όσον αφορά την κατάρτιση των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για την οργάνωση των μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το σχετικό νομικό και κανονιστικό πλαίσιο βασίζεται στη σημασία της υπαγωγής του χειρισμού ραδιενεργών υλικών σε ιδιαίτερα αυστηρά πρότυπα. Επομένως, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιον τρόπο το γεγονός ότι η UVM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί σαφής ή κολάσιμη παράβαση της νομοθεσίας περί ακτινοπροστασίας ή της νομοθεσίας περί επικίνδυνων εμπορευμάτων από το προσωπικό της ITU θα αρκούσε για να παράσχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να θεωρήσει ότι δεν ήταν αναγκαίες περαιτέρω εσωτερικές έρευνες. Κρίνοντας από τη διατύπωση της σχετικής επιστολής, φαίνεται ότι η UVM εφάρμοσε τα αυστηρά πρότυπα του ποινικού δικαίου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι οι αρχές της ορθής διοικητικής πρακτικής υποχρεώνουν τη διοίκηση όχι μόνο να αποφεύγει τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, αλλά και να οργανώνει τις διοικητικές της διαδικασίες όσο το δυνατόν καλύτερα. Κατά την άποψή του, αυτό το υψηλότερο πρότυπο είναι ιδιαίτερα αναγκαίο σε έναν ευαίσθητο τομέα όπως ο παρών, ο οποίος αφορά τον χειρισμό επικίνδυνων προϊόντων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο επεξηγηματικό σημείωμα που επισυνάπτεται στην επιστολή της 29ης Απριλίου 2003, η UVM σημειώνει ότι προσπάθησε να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος εξετάζοντας τα διαθέσιμα έγγραφα και πραγματοποιώντας συνεντεύξεις με τους υπεύθυνους. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το συμπέρασμα της UVM ότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει σαφή ή κολάσιμη παράβαση δεν σήμαινε τίποτε άλλο από το ότι, βάσει των στοιχείων που αποδείκνυαν ότι η UVM δεν είχε εξετάσει καμία τέτοια διαπίστωση. Η διαπίστωση αυτή προφανώς δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα βάσει περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν ορθή διοικητική πρακτική να εξεταστούν τα πορίσματα της UVM και να αξιολογηθούν τα (τυχόν) συμπεράσματα που έπρεπε να εξαχθούν από αυτά για τις εργασιακές πρακτικές της ITU. Ωστόσο, εκτός από ένα σημείωμα που συνέταξε η ITU στις 15 Απριλίου 2003 και το οποίο θα συζητηθεί αργότερα (βλ. σημείο 2.11), από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη σε μια τέτοια εσωτερική επανεξέταση αφού ενημερώθηκε για τα πορίσματα της UVM.
2.9 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε έλεγχο της ITU σχετικά με την προστασία από τις ακτινοβολίες, ο οποίος διενεργήθηκε από τη μονάδα εσωτερικού ελέγχου του ΚΚΕρ. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, παρόλο που ο εν λόγω έλεγχος δεν είχε ως ειδικό στόχο να απαντήσει στις καταγγελίες του καταγγέλλοντος, τα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων είχαν ωστόσο εξεταστεί σε αυτόν. Ωστόσο, στην επιστολή της με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι η έκθεση ελέγχου «Έλεγχος της ακτινοπροστασίας στην ITU» της 22ας Ιανουαρίου 2004, στην οποία είχε πρόσβαση, κάλυπτε μόνο το έτος 2003 και δεν εξέτασε τις επικρίσεις που διατύπωσε η UVM μετά τον έλεγχό της το 2003. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στο επιχείρημα αυτό. Επιπλέον, από την εξέταση της σχετικής έκθεσης προκύπτει ότι η άποψη του καταγγέλλοντος δεν φαίνεται αβάσιμη.
2.10 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προαναφερθείσα έκθεση ελέγχου έδειξε ότι ο χειρισμός επικίνδυνων εμπορευμάτων στην ITU λειτουργεί πλέον ικανοποιητικά και σύμφωνα με όλους τους σχετικούς κανόνες, δεν θα ήταν προφανές ότι δεν θα ήταν πλέον αναγκαία η κατάλληλη εξέταση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος σχετικά με περιστατικά που έλαβαν χώρα το 1997 και το 1998. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις πρέπει να πληρούν την προϋπόθεση της αξιοπιστίας («Zuverlässigkeit»). Κατά την άποψη της καταγγέλλουσας, τα περιστατικά που περιέγραψε στην επιστολή της της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 έδειξαν ότι ο διευθυντής της ITU δεν πληρούσε αυτόν τον όρο, δεδομένου ότι είχε επιτρέψει στον τότε αναπληρωτή του να αποστείλει εσκεμμένα ραδιενεργό υλικό στις ΗΠΑ ως κανονικό φορτίο χωρίς την απαραίτητη δήλωση (το τρίτο από τα περιστατικά που αναφέρονται στην επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2002). Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν σχολίασε το επιχείρημα αυτό.
2.11 Ο καταγγέλλων απέδωσε τη μεγαλύτερη σημασία σε αυτό το τελευταίο περιστατικό, δηλαδή στην εικαζόμενη αποστολή ραδιενεργού υλικού στις ΗΠΑ το 1997. Όσον αφορά το περιστατικό αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η UVM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το σχετικό υλικό είχε εγκαταλείψει την ITU. Στο πλαίσιο αυτό, η UVM επισήμανε το γεγονός ότι τα σχετικά έγγραφα που προβλέπονταν για τη μεταφορά εξακολουθούσαν να είναι διαθέσιμα στην ITU και ότι δεν υπήρξε καμία τροποποίηση όσον αφορά το μητρώο αποθεμάτων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παρατήρησε ορθά ότι, όσον αφορά μια άλλη μεταφορά (περιστατικό αριθ. 4 στον κατάλογο του καταγγέλλοντος), η UVM είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε πραγματοποιηθεί παρόλο που τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν εγκαταλείψει την ITU και παρόλο που δεν υπήρξε καμία τροποποίηση όσον αφορά το μητρώο αποθεμάτων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να καταβληθεί διεξοδική προσπάθεια για την αποσαφήνιση του εν λόγω περιστατικού. Ωστόσο, στο σημείωμά της της 15ης Απριλίου 2003 σχετικά με τα αποτελέσματα του ελέγχου από την UVM, η ITU αναφέρει απλώς ότι ήταν «απίθανο» ότι η μεταφορά αυτή είχε πραγματοποιηθεί. Το σημείωμα αναφέρει επίσης ότι η άφιξη της σχετικής αποστολής δεν ήταν «ιχνηλάσιμη»(10) στο Brookhaven (11). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι δηλώσεις αυτές δεν αρκούν για να καταδείξουν ότι καταβλήθηκε η δέουσα προσπάθεια για να εξακριβωθεί αν η αποστολή είχε φθάσει στον παραλήπτη και τι περιείχε. Το σημείωμα της 15ης Απριλίου 2003 ισχυρίζεται επίσης ότι θα ήταν «ανεξήγητο» γιατί η σχετική μεταφορά θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί κατά παράβαση των κανόνων, ενώ πολλές άλλες είχαν αποσταλεί με τον κατάλληλο τρόπο. Ωστόσο, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι είχε ενημερωθεί από τον κ. R. κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι είχε συμφωνηθεί με το Brookhaven ημερομηνία για την εξέταση και ότι ο χειρισμός της μεταφοράς ως ραδιενεργού υλικού θα απαιτούσε υπερβολικά μεγάλο χρόνο και θα ήταν υπερβολικά δαπανηρός. Και πάλι, το σημείο αυτό δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί από την Επιτροπή. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι R. και L. εξετάστηκαν ποτέ ως μάρτυρες από την Επιτροπή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στην επιστολή της της 22ας Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι, ακόμη και αν η μεταφορά στην οποία είχε αναφερθεί αφορούσε μη ραδιενεργό υλικό, οποιαδήποτε τέτοια μεταφορά θα προϋπέθετε τεκμηριωμένη μέτρηση για την αποδέσμευση του εν λόγω υλικού από την ελεγχόμενη περιοχή της ITU. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι δεν υπήρχαν έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι είχε πραγματοποιηθεί μια τέτοια μέτρηση.
2.12 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε συναφή ερωτήματα τα οποία θα έπρεπε να είχε εξετάσει η Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να τονίσει για άλλη μια φορά ότι η παρούσα υπόθεση αφορά πιθανή παραβίαση των κανόνων ασφαλείας σχετικά με τον χειρισμό ραδιενεργών υλικών. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην εξέταση των ισχυρισμών στον τομέα αυτό, ιδίως των ισχυρισμών που έχουν δηλωθεί από αρμόδια αρχή (την UVM στην προκειμένη περίπτωση) ως αξιόπιστοι στο σύνολό τους. Το γεγονός ότι σε μία από τις περιπτώσεις (πέμπτο περιστατικό) η ίδια η UVM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε πραγματοποιηθεί μεταφορά που δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες θα έπρεπε να είχε ωθήσει την Επιτροπή σε ακόμη μεγαλύτερη σύνεση.
2.13 Τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων εξετάστηκαν από την Επιτροπή υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων της UVM είναι το σημείωμα που συνέταξε η ITU στις 15 Απριλίου 2003, επί του οποίου ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη σχολιάσει ανωτέρω. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το ζήτημα κατά πόσον στην περίπτωση τέτοιων σοβαρών ισχυρισμών είναι σκόπιμο να ανατεθεί η εξέτασή τους στο ίδιο το όργανο στο οποίο απευθύνονται οι ισχυρισμοί αυτοί. Θεωρεί, ωστόσο, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στο προαναφερθέν σημείωμα η ITU έκρινε ότι η UVM είχε θεωρήσει το πέμπτο περιστατικό που ανέφερε ο καταγγέλλων (μεταφορά 1,64 g απεμπλουτισμένου ουρανίου που δεν ήταν σύμφωνη με τους σχετικούς κανόνες) ασήμαντη απροσεξία («kleinere Schlamperei») και ότι υποστήριξε ότι, δεδομένου του γεγονότος ότι πραγματοποιήθηκαν περίπου 200 μεταφορές ραδιενεργών υλικών στην ITU σε ένα έτος, οι τρεις «μικρές απροσεξίες» που επικρίθηκαν από τον καταγγέλλοντα ανήλθαν μόνο σε ένα κλάσμα αυτών των μεταφορών. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, η στάση απέναντι στους κανόνες ασφαλείας που επιδεικνύει το παρόν σημείωμα δεν είναι πιθανό να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες.
2.13 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε εξέταση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος κατά τρόπο κατάλληλο και διεξοδικό, όπως θα μπορούσε να αναμένεται υπό το πρίσμα της σοβαρότητας των ισχυρισμών αυτών. Αυτό συνιστά κακοδιοίκηση.
3 Μη ορθή διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα3.1 Στις 20 Σεπτεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής προκειμένου να ζητήσει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αφορούσαν τα σχετικά θέματα και τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή (1) της ΓΔ ADMIN ή της IDOC και (2) της ITU ή της ΓΔ JRC (12). Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου το ίδιο αίτημα στις 16 Οκτωβρίου 2003, χαρακτηρίζοντάς το ως επιβεβαιωτική αίτηση. Με επιστολή της 22ας Οκτωβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η επιστολή της 20ής Σεπτεμβρίου 2003 δεν φαινόταν να έχει περιέλθει σε αυτήν και ότι, ως εκ τούτου, θα θεωρούσε την επιβεβαιωτική αίτησή της (η οποία είχε καταχωριστεί στις 22 Οκτωβρίου 2003) ως αίτηση πρόσβασης προς εξέταση.
Με επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2003, η ΓΔ ADMIN ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ΚΚΕρ, θα λάμβανε χωριστή απάντηση από το ΚΚΕρ. Όσον αφορά τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN και της IDOC, η Επιτροπή εξήγησε ότι η πρόσβαση έπρεπε να απορριφθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων, στον βαθμό που υπήρχαν, περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η πρόσβαση έπρεπε επίσης να απορριφθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση και του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού. Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή, η οποία εστάλη με συστημένη επιστολή, δεν περιήλθε στον καταγγέλλοντα πριν από τις 18 Νοεμβρίου 2003.
Ελλείψει απάντησης στην αίτησή της για πρόσβαση, η καταγγέλλουσα υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 16 Νοεμβρίου 2003.
Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2003, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ JRC απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Ο Γενικός Διευθυντής σημείωσε επίσης ότι θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων «θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά την προσπάθεια που απαιτείται για να επιτραπεί η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα σε σχέση με τις πρόσθετες πληροφορίες που θα αποκτούσατε — οι οποίες είναι «μηδενικές».
Την 1η Δεκεμβρίου 2003, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τη λεγόμενη «δεύτερη επιβεβαιωτική αίτηση» («Drittantrag») για πρόσβαση. Επέμεινε, ωστόσο, ότι η προθεσμία απάντησης που ενεργοποιήθηκε με την επιβεβαιωτική αίτησή της δεν θα πρέπει να επηρεαστεί. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι το πείσμα με το οποίο η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί τις προτάσεις της την έκανε να διερωτηθεί εάν η σχετική αποστολή το 1997 περιείχε «μόνο» ουράνιο ή και πλουτώνιο, οπότε θα είχε διαπραχθεί έγκλημα. Η καταγγέλλουσα απέστειλε την επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου 2003 και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 1 και 2 Δεκεμβρίου 2003. Στις 3 Δεκεμβρίου 2003, απέστειλε «συμπλήρωμα» σχετικά με την άρνηση της ΓΔ ΚΚΕρ να παράσχει πρόσβαση στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Σε σημείωμα της 10ης Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής έκρινε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση της καταγγέλλουσας της 16ης Νοεμβρίου 2003 (η οποία είχε παραληφθεί από την Επιτροπή στις 19 Νοεμβρίου 2003) είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η ΓΔ ADMIN είχε απαντήσει στο αρχικό αίτημά της στις 13 Νοεμβρίου, η OLAF στις 17 Νοεμβρίου και η ΓΔ JRC στις 20 Νοεμβρίου 2003. Ενώ εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση, η Γενική Γραμματεία ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι τα ηλεκτρονικά της μηνύματα της 1ης και 2ας Δεκεμβρίου 2003 που είχαν καταχωριστεί στις 3 Δεκεμβρίου 2003 θα διεκπεραιώνονταν ως επιβεβαιωτικές αιτήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN και της ΓΔ JRC και ότι θα λάμβανε απάντηση εντός 15 εργάσιμων ημερών, δηλαδή έως τις 5 Ιανουαρίου 2004.
Αφού η καταγγέλλουσα εξέφρασε τη διαφωνία της με αυτή την ερμηνεία του κανονισμού 1049/2001 σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 17 Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία επιβεβαίωσε την άποψή της σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 18 Δεκεμβρίου 2003. Η Γενική Γραμματεία επεσήμανε επίσης ότι, λόγω των πολύπλοκων ζητημάτων, η προθεσμία απάντησης έπρεπε να παραταθεί κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες, δηλαδή έως τις 26 Ιανουαρίου 2004.
3.2 Στην καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή τον Ιανουάριο του 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε ισχυρισμό σχετικά με την ουσία της απόφασης της Επιτροπής και δύο ισχυρισμούς σχετικά με διαδικαστικές πτυχές. Όπως προαναφέρθηκε, τα δύο τελευταία θα εξεταστούν από κοινού. Φαίνεται σκόπιμο να συζητηθούν πρώτα αυτοί οι ισχυρισμοί.
3.3 Όσον αφορά τις διαδικαστικές πτυχές, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή 1) παρέλειψε να εξετάσει εγκαίρως και εξαντλητικά την αρχική αίτηση πρόσβασης της 16ης Οκτωβρίου 2003 και 2) αρνήθηκε τη δικαιοσύνη της και διέπραξε κατάχρηση εξουσίας κηρύσσοντας την επιβεβαιωτική αίτηση άνευ αντικειμένου.
3.4 Η Επιτροπή δέχθηκε ότι οι απαντήσεις της ΓΔ ADMIN (που απεστάλησαν στις 13 Νοεμβρίου 2003) και της ΓΔ JRC (που απεστάλησαν στις 20 Νοεμβρίου 2003) στην αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος δεν τηρούσαν την προβλεπόμενη προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών, η οποία είχε λήξει στις 12 Νοεμβρίου 2003. Από τυπική άποψη, ήταν σαφές ότι, πριν από τη λήξη της προθεσμίας, οι υπηρεσίες θα έπρεπε να είχαν παρατείνει τις προθεσμίες κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, οι υπηρεσίες προσπάθησαν να απαντήσουν το συντομότερο δυνατόν χωρίς να καταφύγουν σε ενδιάμεση απάντηση. Σε επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2003 και σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης (13ης) Δεκεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία εξέφρασε τη λύπη της εξ ονόματος της Επιτροπής για το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την προθεσμία σε πρώτο βαθμό.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 16 Νοεμβρίου 2003. Ο μόνος λόγος για την εν λόγω επιβεβαιωτική αίτηση ήταν η απουσία απάντησης στην αρχική αίτησή της. Αυτή η επιβεβαιωτική αίτηση ήταν απλώς μια επανάληψη της αρχικής αίτησης. Εάν η Επιτροπή δεν είχε κηρύξει την εν λόγω επιβεβαιωτική αίτηση άνευ αντικειμένου, παρά το γεγονός ότι οι απαντήσεις στην αρχική αίτηση είχαν αποσταλεί εν τω μεταξύ, η καταγγέλλουσα θα είχε στερηθεί το δικαίωμά της να αιτιολογήσει την επιβεβαιωτική αίτησή της σύμφωνα με τα επιχειρήματα που εκτίθενται στις απαντήσεις στην αρχική αίτηση, δηλαδή δεν θα ήταν σε θέση να αναπτύξει τα επιχειρήματά της ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν συμφώνησε με την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε σε πρώτο βαθμό. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβεβαιωτική αίτηση που υποβλήθηκε ελλείψει απαντήσεως ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι είχε διασταυρωθεί με τις απαντήσεις που είχαν αποσταλεί ελαφρώς εκπρόθεσμα και ότι, αντιθέτως, τα ηλεκτρονικά μηνύματα της 1ης και της 3ης Δεκεμβρίου 2003 έπρεπε να θεωρηθούν ως πραγματικές επιβεβαιωτικές αιτήσεις. Με άλλα λόγια, η καταγγέλλουσα ουδέποτε στερήθηκε το δικαίωμά της να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.
3.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της δεν κατόρθωσαν να απαντήσουν στο αίτημα του καταγγέλλοντος της 16ης Οκτωβρίου 2003 εντός της σχετικής προθεσμίας της 12ης Νοεμβρίου 2003. Οι σχετικές απαντήσεις απεστάλησαν στις 13 και 20 Νοεμβρίου 2003. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
Γενικότερα, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τον κανονισμό 1049/2001 για τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα περιλαμβάνει δύο στάδια, δηλαδή μια αρχική αίτηση και μια επιβεβαιωτική αίτηση. Το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού προβλέπει ότι η αρχική αίτηση πρέπει να απαντηθεί εντός 15 εργάσιμων ημερών (εκτός εάν ο φορέας κάνει χρήση της δυνατότητας παράτασης της εν λόγω καθυστέρησης που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού). Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τη θέση του υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που μπορεί να διατυπώσει ο αιτών σχετικά με την απόφαση που αφορά την αρχική αίτηση (14). Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού, η παράλειψη του θεσμικού οργάνου να απαντήσει εντός της προθεσμίας αυτής παρέχει στον αιτούντα το δικαίωμα να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση. Επομένως, η παράλειψη ενός θεσμικού οργάνου να απαντήσει σε μια αρχική αίτηση δεν εμποδίζει τον προσφεύγοντα να συνεχίσει την εξέταση της υποθέσεώς του. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής έχει επανειλημμένα λάβει τη θέση ότι η απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων πρέπει να προβεί στις «κατάλληλες» προηγούμενες προσεγγίσεις προτού μπορέσει να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, σημαίνει ότι ο καταγγέλλων πρέπει να έχει υποβάλει τόσο αρχική όσο και επιβεβαιωτική αίτηση βάσει του κανονισμού 1049/2001. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι έρευνές του δεν θα πρέπει κανονικά να αφορούν την πιθανή παράλειψη ενός θεσμικού οργάνου να απαντήσει σε μια αρχική αίτηση. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν το θεσμικό όργανο δεν είχε απαντήσει σε επιβεβαιωτική αίτηση. Μια τέτοια παράλειψη δεν θα εμπόδιζε τον αιτούντα να συνεχίσει την αίτησή του ενώπιον δικαστηρίου ή ενώπιον του Διαμεσολαβητή, όπως διευκρινίζει το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού. Ωστόσο, ελλείψει απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση, ο καταγγέλλων δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιους ουσιαστικούς λόγους βασίστηκε η άρνηση παροχής πρόσβασης. Επομένως, η μη απάντηση σε επιβεβαιωτική αίτηση θα μπορούσε να θίξει την ικανότητα του αιτούντος να συνεχίσει την υπόθεσή του.
3.6 Όσον αφορά τη διεκπεραίωση των επιβεβαιωτικών αιτήσεων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι η παράλειψη του θεσμικού οργάνου να απαντήσει σε μια αρχική αίτηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας «επιτρέπει στον αιτούντα να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δέχεται ότι οι υπηρεσίες της δεν απάντησαν στην αίτηση του καταγγέλλοντος εντός της προθεσμίας της 12ης Νοεμβρίου 2003. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο καταγγέλλων είχε σαφώς το δικαίωμα να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση στις 16 Νοεμβρίου 2003. Όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, ο κανονισμός 1049/2001 δεν προβλέπει τη δυνατότητα να δηλωθεί ότι μια επιβεβαιωτική αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με το θέμα αυτό δεν ήταν ορθή.
Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα υπέβαλε, την 1η και την 3η Δεκεμβρίου 2003, αυτό που ονόμασε «δεύτερη επιβεβαιωτική αίτηση» («Drittantrag»). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια τέτοια περαιτέρω εφαρμογή δεν προβλέπεται από τον κανονισμό 1049/2001. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η λύση που υιοθέτησε η Επιτροπή, αν και δεν ήταν σωστή αυτή καθαυτή, προοριζόταν να είναι όσο το δυνατόν πιο εποικοδομητική και χρήσιμη. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
3.7 Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κακώς δεν της επέτρεψε την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΓΔ ADMIN/IDOC και της ΓΔ JRC. Ισχυρίστηκε επίσης ότι (1) τα ζητούμενα έγγραφα θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν ή ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δηλώσει ότι δεν υπήρχαν· και ότι (2) εάν η ανωτέρω επιλογή δεν είναι δυνατή, ο Διαμεσολαβητής, το προσωπικό του ή μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να επιθεωρούν τα έγγραφα.
3.8 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος, δεδομένου ότι η προθεσμία απάντησης της Επιτροπής στις επιβεβαιωτικές αιτήσεις (26 Ιανουαρίου 2004) δεν είχε ακόμη λήξει όταν η καταγγέλλουσα υπέβαλε την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή στις 2 Ιανουαρίου 2004.
Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι οι απαντήσεις της 27ης Ιανουαρίου 2004 και της 19ης Φεβρουαρίου 2004 εξηγούσαν σαφώς τους λόγους για τους οποίους δεν χορηγήθηκε πρόσβαση σε όλα τα ζητηθέντα έγγραφα και ότι, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν επίσης αβάσιμος.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι, λαμβανομένου υπόψη του πολύ μεγάλου αριθμού των ζητηθέντων εγγράφων, της έκτασης των αιτήσεων και της πολυπλοκότητας των αιτήσεων, καθώς και του γεγονότος ότι, παρά τις περιστάσεις αυτές, οι απαντήσεις απεστάλησαν μόνο ελαφρώς εκτός της προθεσμίας, χωρίς οι υπηρεσίες να προσφύγουν σε παράταση της προθεσμίας κατά την απάντηση στην αρχική αίτηση, τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος είχαν, στην πράξη, τηρηθεί.
3.9 Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος με την αιτιολογία ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε προβεί στις προηγούμενες ενέργειες όταν υπέβαλε καταγγελία στη Διαμεσολαβήτρια. Όπως προαναφέρθηκε, ο Διαμεσολαβητής πράγματι θεωρεί ότι σε υποθέσεις που αφορούν την πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001, ο καταγγέλλων πρέπει να έχει κάνει χρήση της δυνατότητας να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση προτού μπορέσει να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι πρέπει να έχει υποβληθεί επιβεβαιωτική αίτηση, αλλά και ότι η προθεσμία που προβλέπεται για την απάντηση στις εν λόγω αιτήσεις πρέπει να έχει λήξει πριν από την υποβολή καταγγελίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, η επιβεβαιωτική αίτηση πρέπει να διεκπεραιώνεται εντός 15 εργάσιμων ημερών «από την καταχώριση». Δεδομένου ότι η επιβεβαιωτική αίτηση φαίνεται να καταχωρίστηκε από την Επιτροπή στις 19 Νοεμβρίου 2003, η σχετική προθεσμία ήταν η 10η Δεκεμβρίου 2003. Είναι σαφές ότι η επιστολή που απηύθυνε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα εκείνη την ημέρα δεν συνιστά απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση. Ούτε η παρούσα επιστολή συνιστά απόφαση παράτασης της σχετικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού. Η σχετική επιστολή ενημερώνει μόνο τον καταγγέλλοντα ότι η απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση έπρεπε να αποσταλεί έως τις 5 Ιανουαρίου 2004. Η προσέγγιση αυτή βασίστηκε στην άποψη της Επιτροπής ότι η επιβεβαιωτική αίτηση της 16ης Νοεμβρίου 2003 είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και ότι η «δεύτερη επιβεβαιωτική αίτηση» της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου θα έπρεπε να θεωρηθεί ως επιβεβαιωτική αίτηση. Ωστόσο, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω (βλ. σημείο 3.6), η άποψη αυτή ήταν εσφαλμένη. Επομένως, το έγγραφο της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 2003 δεν τροποποίησε την προθεσμία απαντήσεως στην επιβεβαιωτική αίτηση που έληξε την ίδια ημέρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να συμμεριστεί την άποψη της Επιτροπής ότι ο σχετικός ισχυρισμός που διατυπώθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2004 ήταν απαράδεκτος.
Για λόγους πληρότητας, μπορεί να είναι χρήσιμο να προστεθεί ότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή έκρινε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 26ης Μαρτίου 2004 συνιστούσε συμπληρωματική καταγγελία στην οποία ο καταγγέλλων ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι εξακολουθούσε να μην του επιτρέπεται η πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα. Με βάση την άποψη της ίδιας της Επιτροπής, τουλάχιστον αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός (ο οποίος αφορά την ουσία της άρνησης παροχής πρόσβασης σε ορισμένα έγγραφα) θα πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτός.
3.10 Όσον αφορά το βάσιμο του ισχυρισμού της καταγγέλλουσας, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι είχε υποβάλει τις αιτήσεις πρόσβασης μόνο επειδή η Επιτροπή είχε απορρίψει ή δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τις αιτήσεις ή τις καταγγελίες που είχε υποβάλει από τις 16 Σεπτεμβρίου 2002. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, εάν η Επιτροπή είχε χειριστεί σωστά αυτά τα αιτήματα και τις καταγγελίες, δεν θα ήταν αναγκαίο να υποβάλει αυτά τα αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι ο καταγγέλλων θεωρεί ότι το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα εξαρτάται από το πρώτο κύριο ζήτημα που εντόπισε ο Διαμεσολαβητής (βλ. σημείο 1.3 ανωτέρω). Υπό τις συνθήκες αυτές, και δεδομένου ότι θα διατυπωθεί σχέδιο σύστασης σχετικά με το τελευταίο προαναφερθέν ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε έγγραφα στο παρόν στάδιο. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για τους δύο ισχυρισμούς που διατύπωσε σχετικά ο καταγγέλλων.
4 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε ορθή και διεξοδική εξέταση των εικαζόμενων περιπτώσεων κακοδιοίκησης που απαριθμούνται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του αρμόδιου γερμανικού υπουργείου που παρατίθενται στην επιστολή του τελευταίου της 29ης Απριλίου 2003.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 28 Φεβρουαρίου 2005. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στην καταγγελία της και στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει την καταγγελία της επίσης σύμφωνα με την απόφαση K(2002)845 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2002 (οι κανόνες για την «καταγγελία δυσλειτουργιών»). Υπό το πρίσμα της προσέγγισης που υιοθέτησε όσον αφορά την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω διερεύνησης του εν λόγω αιτήματος.
Στρασβούργο, 24 Νοεμβρίου 2004
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Η Καρλσρούη, έδρα της ITU, βρίσκεται στη Βάδη-Βυρτεμβέργη.
(3) Η καταγγελία αυτή διευθετήθηκε στη συνέχεια κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του σχετικά με την υπόθεση αυτή με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2004.
(4) Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι γνώριζε το γεγονός ότι η εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή δεν της επέτρεπε να διερευνήσει τη δραστηριότητα της UVM.
(5) Όπως προαναφέρθηκε (βλ. υποσημείωση 1), η υπόθεση αυτή έχει έκτοτε διευθετηθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον καταγγέλλοντα.
(6) Η Επιτροπή αναφέρεται στο "19" Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος που υπέβαλε ο καταγγέλλων φέρει ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 2003.
(7) Σημείο 3.4 της καταγγελίας της 2ας Ιανουαρίου 2004.
(8) Ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η αρχική αίτηση πρόσβασης της 20ής Σεπτεμβρίου 2003 δεν περιήλθε στις υπηρεσίες της.
(9) Η Καρλσρούη, έδρα της ITU, βρίσκεται στη Βάδη-Βυρτεμβέργη.
(10) Τα ανεστραμμένα κόμματα είναι επίσης στο πρωτότυπο.
(11) Δηλαδή, το Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven στις ΗΠΑ.
(12) Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της OLAF. Το αίτημα αυτό (το οποίο οδήγησε στην καταγγελία 220/2004/GG) δεν θα εξεταστεί εδώ.
(13) Η Επιτροπή αναφέρεται στο «19» Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος που υπέβαλε ο καταγγέλλων φέρει ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 2003.
(14) Η χρησιμότητα της διαδικασίας αυτής καθίσταται πρόδηλη εάν συγκριθεί η απάντηση της ΓΔ JRC της 20ής Νοεμβρίου 2003 με την απάντηση της 19ης Φεβρουαρίου 2004 του ίδιου οργανισμού στην επιβεβαιωτική αίτηση.