FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις καταγγελίες 271/2000/(IJH)JMA και 277/2000/(IJH)JMA

(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αρχικές καταγγελίες αφορούσαν την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε δύο διαφορετικές εκθέσεις που συνέταξε ανεξάρτητος σύμβουλος -En Act International- κατόπιν αιτήματος του θεσμικού οργάνου σχετικά με τη συμμόρφωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ με δύο κοινοτικές οδηγίες για τα απόβλητα (οδηγία 75/442/ΕΟΚ) και τα επικίνδυνα απόβλητα (οδηγία 91/689/ΕΟΚ), καθώς και με την οδηγία για τους οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ). Η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να δημοσιοποιήσει επιλεγμένα τμήματα των ζητηθέντων εγγράφων μόνο με την αιτιολογία ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στις εκθέσεις καλύπτονταν από την εξαίρεση που αφορούσε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (επιθεωρήσεις και έρευνες) που προβλέπεται στον κώδικα δεοντολογίας σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (απόφαση 94/90/ΕΚ).

Η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η εξαίρεση που βασίζεται σε επιθεωρήσεις και έρευνες της απόφασης 94/90/ΕΚ θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν τα ζητούμενα έγγραφα έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που συνδέεται με διαδικασία επί παραβάσει. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση σε έγγραφα της Επιτροπής με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω έγγραφα συνδέονταν με επιθεωρήσεις και έρευνες.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις αιτήσεις του καταγγέλλοντος της 16ης Φεβρουαρίου 1999 και της 17ης Μαΐου 1999 και να παράσχει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα, εκτός εάν ισχύουν οι εξαιρέσεις που περιέχονται στην απόφαση 94/90/ΕΚ.


ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ

Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει αντίγραφα δύο διαφορετικών εκθέσεων που συνέταξε ανεξάρτητος σύμβουλος -En Act International - κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ με δύο κοινοτικές οδηγίες για τα απόβλητα (οδηγία 75/442/ΕΟΚ) και τα επικίνδυνα απόβλητα (οδηγία 91/689/ΕΟΚ), καθώς και με την οδηγία για τους οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ).

Όσον αφορά την έκθεση σχετικά με τη συμμόρφωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ με τις οδηγίες για τα απόβλητα και τα επικίνδυνα απόβλητα, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στις υπηρεσίες της Επιτροπής ζητώντας αντίγραφο του εγγράφου στις 31 Αυγούστου 1998. Στην απάντησή τους της 11ης Ιανουαρίου 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συμφώνησαν να δημοσιοποιήσουν επιλεγμένα τμήματα του εγγράφου μόνο με την αιτιολογία ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση καλύπτονταν από την εξαίρεση που αφορά την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (επιθεωρήσεις και έρευνες) που προβλέπεται στον κώδικα δεοντολογίας σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (απόφαση 94/90/ΕΚ). Στο έγγραφο που διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, οι πληροφορίες που πιθανώς ενέπιπταν στην εξαίρεση αυτή είχαν διαγραφεί από την αρχική έκθεση. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 16 Φεβρουαρίου 1999. Στις 19 Μαρτίου 1999, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής επικύρωσε την απόφαση που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες (ΓΔ ENV) με την αιτιολογία ότι οι εξαιρούμενες πληροφορίες αποτελούσαν μέρος των προκαταρκτικών ερευνών της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει.

Στις 27 Ιανουαρίου 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε δεύτερο αίτημα στις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με την πρόσβαση στην έκθεση για τη συμμόρφωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ με την οδηγία για τους οικοτόπους. Η απάντηση της ΓΔ ENV της 4ης Μαρτίου 1999 έκανε δεκτή την αίτηση, αν και μόνο εν μέρει. Ορισμένες παράγραφοι του δημοσιευμένου κειμένου είχαν διαγραφεί με την αιτιολογία ότι οι πληροφορίες αυτές καλύπτονταν από την εξαίρεση που αφορούσε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (επιθεωρήσεις και έρευνες) της απόφασης 94/90/ΕΚ. Στις 17 Μαΐου 1999, ο κ. Trojan επικύρωσε την απόφαση που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες (ΓΔ ENV).

Ως εκ τούτου, στις καταγγελίες του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής να απορρίψει εν μέρει τις αιτήσεις του για πρόσβαση στα δύο έγγραφα ήταν παράνομες.

Προέβαλε τους ακόλουθους λόγους:

θ) Η εξαίρεση για λόγους δημόσιου συμφέροντος δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ανεξάρτητο και αντικειμενικό έγγραφο τρίτου μέρους. Οι ανεξάρτητες εκθέσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην απόφαση 94/90/ΕΚ δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε αυτό το είδος εγγράφων. Προκειμένου να καταστεί η Επιτροπή υπόλογη στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, το κοινό θα πρέπει να έχει πρόσβαση στις ανεξάρτητες συμβουλές που έχει λάβει η Επιτροπή.

ii) Τα ζητούμενα έγγραφα δεν αφορούσαν συγκεκριμένη «έρευνα», αλλά αποτελούσαν το πολύ ένα προοίμιο μιας πιθανής έρευνας. Ως εκ τούτου, οι εκθέσεις δεν καταρτίστηκαν αποκλειστικά για τους σκοπούς συγκεκριμένης έρευνας, ούτε ήταν εσωτερικά έγγραφα σχετικά με την έρευνα μιας υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου. Προς στήριξη της θέσης του, ο καταγγέλλων επικαλέστηκε την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-92/98 (Interporc Im- und Export GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3521, σκέψη 40), σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο περιόρισε την έννοια των εγγράφων που σχετίζονται με την εξαίρεση των δικαστικών διαδικασιών στα έγγραφα που συνέταξε η Επιτροπή αποκλειστικά για τους σκοπούς συγκεκριμένων δικαστικών διαδικασιών. Κατ’ αναλογία, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε συντάξει έκθεση που θα καλυπτόταν από την απαλλαγή από την έρευνα αποκλειστικά για τους σκοπούς συγκεκριμένης έρευνας.

iii) Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των εγγράφων, η Επιτροπή θα μπορούσε να αρνηθεί την πρόσβαση σε τμήματα των εγγράφων αυτών μόνο βάσει της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην ανάγκη προστασίας του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών του θεσμικού οργάνου. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε πραγματική ισορροπία συμφερόντων πριν λάβει θέση επί του αιτήματος του καταγγέλλοντος.

iv) Η Επιτροπή παρέλειψε να παράσχει επαρκή αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ούτε για τους λόγους για τους οποίους το διαγραφέν υλικό σχετιζόταν με την πιθανή κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει ούτε για το αντικείμενο το οποίο αφορούσε το διαγραφέν υλικό.

v) Η Επιτροπή ενήργησε κατά παράβαση της Σύμβασης του Aarhus για τα περιβαλλοντικά δικαιώματα των πολιτών, η οποία είχε υπογραφεί από το θεσμικό όργανο τον Ιούνιο του 1998. Το άρθρο 4, στοιχείο γ ́, της Συμβάσεως περιέχει μια στενά καθορισμένη εξαίρεση σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από δημόσια αρχή.


Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Οι γνώμες της Επιτροπής

Στις γνώμες της, η Επιτροπή εξήγησε καταρχάς το ιστορικό αμφότερων των υποθέσεων.

Αιτιολόγησε τις αποφάσεις της να παράσχει μερική μόνο πρόσβαση στις δύο ζητηθείσες εκθέσεις ως εξής:

θ) Εφαρμογές εξαιρέσεων σε ανεξάρτητο και αντικειμενικό έγγραφο τρίτου μέρους: Η Επιτροπή έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα είχαν παραγγελθεί και πληρωθεί από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρούνται έγγραφα που συντάσσονται από την Επιτροπή. Εάν το θεσμικό όργανο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα έγγραφα ήταν έγγραφα τρίτων, η πρόσβαση θα είχε απορριφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 94/90/ΕΚ.

ii) Οι εκθέσεις δεν αφορούσαν συγκεκριμένες «έρευνες»: Η Επιτροπή επέμεινε στο γεγονός ότι οι εκθέσεις αφορούσαν συγκεκριμένες έρευνες, δηλαδή την ορθή εφαρμογή από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ των οδηγιών για τα απόβλητα και τα επικίνδυνα απόβλητα, καθώς και της οδηγίας για τους οικοτόπους. Μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω εγγράφων, και κυρίως ως αποτέλεσμα αυτών, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κίνησαν τρεις αυτεπάγγελτες έρευνες οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει.

Όσον αφορά τις συγκεκριμένες πληροφορίες που διαγράφηκαν από τις εκθέσεις, η Επιτροπή τόνισε ότι αφορούν τη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο. Επισήμανε ότι είχαν κινηθεί τρεις υποθέσεις ιδίας πρωτοβουλίας (B-1998/2391, B-1998/2392 και B-1999/2119) για την περαιτέρω αξιολόγηση της εφαρμογής των οδηγιών για τα απόβλητα και τα επικίνδυνα απόβλητα και της οδηγίας για τους οικοτόπους στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Γιβραλτάρ. Οι εκθέσεις αποτελούσαν μέρος ερευνών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ.

Προς στήριξη της θέσης του, το θεσμικό όργανο παρέπεμψε στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Αναφέρθηκε στην υπόθεση T-105/95 (WWF UK κατά Επιτροπής), στην οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εμπιστευτικότητα την οποία τα κράτη μέλη δικαιούνται να αναμένουν από την Επιτροπή σε παρόμοιες υποθέσεις δικαιολογεί, στο πλαίσιο της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, την άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με έρευνες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση T-309/97 (Bavarian Lager Co. κατά Επιτροπής), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικών με το στάδιο της έρευνας, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους, θα μπορούσε να υπονομεύσει την ορθή διεξαγωγή της έρευνας. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί ο στόχος αυτός, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να αρνηθεί την πρόσβαση σε προπαρασκευαστικό έγγραφο σχετικά με το στάδιο έρευνας της διαδικασίας βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης.

iii) Ανάγκη στάθμισης του συμφέροντος: Οι αποφάσεις που έλαβε το θεσμικό όργανο με τις οποίες αρνήθηκε την πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα βασίζονταν μόνο στην εξαίρεση που αφορούσε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι η εξαίρεση που αφορά την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαδικασιών του θεσμικού οργάνου δεν προβλήθηκε για να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

iv) Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας: Κατά την άποψη της Επιτροπής, η παροχή λεπτομερέστερων πληροφοριών σχετικά με τα διαγραμμένα τμήματα κάθε εγγράφου θα απαιτούσε να αποκαλυφθεί το περιεχόμενό τους και, με τον τρόπο αυτό, ο σκοπός των αποφάσεων του θεσμικού οργάνου θα είχε ακυρωθεί.

v) Παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ ́, της Συμβάσεως του Aarhus: Η Επιτροπή τόνισε ότι η άρνησή της να παράσχει πλήρη πρόσβαση στις εκθέσεις είχε ληφθεί βάσει της αποφάσεως 94/90/ΕΚ. Εξήγησε ότι η υπογραφή της σύμβασης του Aarhus από την Επιτροπή τον Ιούνιο του 1998 συνοδευόταν από δήλωση με την οποία τα κοινοτικά όργανα συμφώνησαν να εφαρμόσουν τη σύμβαση στο πλαίσιο των υφιστάμενων και μελλοντικών κανόνων τους για την πρόσβαση στα έγγραφα. Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι η σύμβαση δεν παρέχει απόλυτο δικαίωμα πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, αλλά προβλέπει λόγους δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος για τους οποίους οι αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες μπορούν να απορριφθούν. Επισήμανε, τέλος, ότι η σύμβαση δεν έχει ακόμη κυρωθεί.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στις αρχικές καταγγελίες.

Κατά την άποψή του, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να θεωρήσει τη μελέτη ως μέρος μιας έρευνας, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να την ενημερώσει. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τις ημερομηνίες της έρευνας ούτε ισχυρίστηκε ότι η μελέτη αποτέλεσε τη βάση για την εν λόγω έρευνα. Θεωρεί ότι μια έρευνα μπορεί να είναι μόνο μεταγενέστερη των πορισμάτων της μελέτης. Χαρακτηρίζοντας όλα όσα έγιναν κατά την εκτέλεση του καθήκοντος αυτού ως «έρευνα», ακόμη και όταν δεν υπήρχε αλληλογραφία ή διαπραγμάτευση μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, το θεσμικό όργανο επιδίωξε να αποκλείσει την εκτέλεσή του από τον δημόσιο έλεγχο.

Περαιτέρω έρευνες

Προκειμένου να ελεγχθεί το περιεχόμενο των εκθέσεων, δύο μέλη του προσωπικού της Γραμματείας του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τα σχετικά έγγραφα στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις 9 Ιουνίου 2000.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Φύση των εκθέσεων που συντάσσονται από τρίτο μέρος

1.1 Ο καταγγέλλων είχε ζητήσει από την Επιτροπή να λάβει αντίγραφα δύο διαφορετικών εκθέσεων που συνέταξε ανεξάρτητος σύμβουλος -En Act International- κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής. Αντικείμενο των εκθέσεων αυτών ήταν η συμμόρφωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ με δύο κοινοτικές οδηγίες για τα απόβλητα (οδηγία 75/442/ΕΟΚ (2), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ (3)) και τα επικίνδυνα απόβλητα (οδηγία 91/689/ΕΟΚ (4)), καθώς και με την οδηγία για τους οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ (5)).

Δεδομένου ότι τα ζητηθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί από τρίτο μέρος, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την εφαρμογή της απόφασης 94/90/ΕΚ από την Επιτροπή. Θεωρεί ότι οι ανεξάρτητες εκθέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην απόφαση 94/90/ΕΚ δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε αυτό το είδος εγγράφων.

1.2 Η Επιτροπή τόνισε ότι τα ζητούμενα έγγραφα παραγγέλθηκαν και πληρώθηκαν από το θεσμικό όργανο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρούνται έγγραφα που συντάσσονται από την Επιτροπή. Επιπλέον, το θεσμικό όργανο πρόσθεσε ότι, εάν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα έγγραφα ήταν έγγραφα τρίτων, η πρόσβαση θα είχε απορριφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 94/90/ΕΚ.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή φέρει την πρωταρχική ευθύνη για τη σύνταξη, τη χρήση και την αξιολόγηση των ζητούμενων εγγράφων. Το θεσμικό όργανο επέλεξε τον σύμβουλο και ανέθεσε την εκπόνηση των εκθέσεων. Οι υπηρεσίες της ήταν οι αποκλειστικοί αποδέκτες του τελικού έργου. Φαίνεται επίσης ότι η εταιρεία συμβούλων που συνέταξε τα έγγραφα δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Επιτροπής.

Δεδομένης της φύσης των εγγράφων και του ρόλου της Επιτροπής, είναι εύλογο να θεωρούνται οι εκθέσεις αυτές ως έγγραφα της Επιτροπής, στα οποία θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες της απόφασης 94/90/ΕΚ (6).

1.4 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Άρνηση παροχής πρόσβασης βάσει της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος

2.1 Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την εφαρμογή από την Επιτροπή της εξαίρεσης που αφορά την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (επιθεωρήσεις και έρευνες) ως δικαιολογία για τη μη δημοσιοποίηση τμημάτων των εκθέσεων. Κατά την άποψή του, τα ζητούμενα έγγραφα δεν αφορούσαν συγκεκριμένη «έρευνα», αλλά αποτελούσαν το πολύ προοίμιο πιθανής έρευνας.

2.2 Η Επιτροπή πιστεύει ότι τα διαγραφέντα τμήματα των εκθέσεων αφορούν τη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει κινήσει τρεις αυτεπάγγελτες διαδικασίες κατά του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει των πορισμάτων των εν λόγω εκθέσεων. Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι οι εκθέσεις αποτελούσαν μέρος έρευνας που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει.

2.3 Προκειμένου να αξιολογηθεί το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που βασίζεται στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος, φαίνεται πρώτα αναγκαίο να χαρακτηριστεί το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, όπως κατοχυρώνεται στην απόφαση 94/90/ΕΚ, και η φύση των πιθανών εξαιρέσεων για την άσκησή του.

Στόχος της απόφασης 94/90/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής είναι η εφαρμογή της αρχής της μεγαλύτερης δυνατής πρόσβασης των πολιτών στις πληροφορίες, με σκοπό την ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα των θεσμικών οργάνων και της εμπιστοσύνης του κοινού στη διοίκηση. Η απόφαση 94/90/ΕΚ είναι πράξη που παρέχει στους πολίτες νόμιμα δικαιώματα πρόσβασης σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής και προορίζεται να εφαρμόζεται γενικά στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.

2.4 Το θεσμικό όργανο μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο της Επιτροπής μόνο βάσει των εξαιρέσεων που απαριθμούνται στον κώδικα δεοντολογίας που επισυνάπτεται στην απόφαση. Οι εξαιρέσεις αυτές αφορούν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες), του ατόμου και της ιδιωτικής ζωής, του εμπορικού και βιομηχανικού απορρήτου, των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και της εμπιστευτικότητας.

Όπως ερμηνεύονται από τα κοινοτικά δικαστήρια, οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενά, ώστε να μην παρεμποδίζεται η εφαρμογή της γενικής αρχής της «ευρύτερης δυνατής πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή»(7).

2.5 Κατά την ερμηνεία της έννοιας των επιθεωρήσεων και των ερευνών, τα κοινοτικά δικαστήρια δικαιολόγησαν τη χρήση αυτής της ειδικής εξαίρεσης όταν το ζητούμενο έγγραφο αφορά έρευνες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασία επί παραβάσει (8). Στις περιπτώσεις αυτές, το στάδιο της έρευνας ταυτίστηκε με την περίοδο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους (9). Η ανταλλαγή αυτή πραγματοποιείται μόλις η Επιτροπή καταλήξει για πρώτη φορά στο συμπέρασμα ότι ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει ορθά το κοινοτικό δίκαιο.

2.6 Η ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής των «επιθεωρήσεων και ερευνών», όπως προτείνει η Επιτροπή, θα μπορούσε να αποκλείσει τη δημοσιοποίηση κάθε εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου και το οποίο ενδέχεται να έχει σημασία για τον ρόλο του ως θεματοφύλακα της Συνθήκης δυνάμει του άρθρου 211 της Συνθήκης ΕΚ (10). Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να αποκλειστεί η πρόσβαση του κοινού σε ολόκληρες κατηγορίες εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο σχετίζεται με τη συμμόρφωση των κρατών μελών με το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, τα οποία ενδέχεται να παρέχουν στην Επιτροπή πραγματικά ή νομικά στοιχεία προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει στο μέλλον.

Θα μπορούσε επίσης να θέσει υπό αμφισβήτηση την πρόσβαση του κοινού σε ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία για τον έλεγχο της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΚ: τις εκθέσεις της Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών που αφορούν το περιβάλλον (11). Η δημοσίευση και η ευρεία διάδοση αυτών των εγγράφων στο κοινό έχουν επαινεθεί ευρέως από την Επιτροπή (12), παρόλο που το περιεχόμενό τους αφορά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των κρατών μελών με το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει.

2.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξαίρεση που βασίζεται σε επιθεωρήσεις και έρευνες θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν τα ζητούμενα έγγραφα έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που συνδέεται με διαδικασία επί παραβάσει.

Οι δύο εκθέσεις στην παρούσα υπόθεση ανατέθηκαν πριν από οποιαδήποτε έρευνα και με αποκλειστικό σκοπό την εξέταση των επιλογών που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή. Επιπλέον, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε τις αιτήσεις του για πρόσβαση στις εκθέσεις, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν είχε κινήσει καμία διαδικασία επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης, ούτε είχε προφανώς ξεκινήσει κανένα από τα προκαταρκτικά της στάδια.

2.8 Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση σε έγγραφα της Επιτροπής με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω έγγραφα συνδέονταν με επιθεωρήσεις και έρευνες. Η ενέργεια αυτή συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.9 Στις επιστολές του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων προέβαλε επίσης ορισμένους πρόσθετους λόγους. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αρνήθηκε εσφαλμένα την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα και ότι θα πρέπει να επανεξετάσει τις αποφάσεις της στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης των λόγων αυτών.

3 Συμπέρασμα

Οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την υπόθεση αυτή αποκάλυψαν κρούσμα κακοδιοίκησης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η εξεύρεση φιλικής λύσης, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

 

Το σχέδιο σύστασης

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις αιτήσεις του καταγγέλλοντος της 16ης Φεβρουαρίου 1999 και της 17ης Μαΐου 1999 και να επιτρέψει την πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα, εκτός εάν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην απόφαση 94/90/ΕΚ.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη πριν από τις 30 Ιουνίου 2001. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.

Στρασβούργο, 12 Μαρτίου 2001

 

τον Jacob Söderman

(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113/15).

(2) ΕΕ L 194 της 25.7.1975, σ. 39.

(3) ΕΕ L 78 της 26.3.1991, σ. 32.

(4) ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 20.

(5) ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7.

(6) Ο Διαμεσολαβητής είχε εκφράσει παρόμοια θέση βάσει του ρόλου που διαδραμάτισε η Επιτροπή στην προετοιμασία εγγράφου στην απόφασή της σχετικά με την καταγγελία 1045/21.11.96/BH/IRL/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής· Ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το 1998, σ. 156.

(7) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-174/98P και C-189/98P, Κάτω Χώρες και Van der Wal κατά Επιτροπής, [2000] Συλλογή I-1, σκέψη 45· υπόθεση T-20/99, Denkavit Nederland κατά Επιτροπής [δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί] της 13.09.2000· σκέψη 45.

(8) Υπόθεση T-105/95, WWF UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-0313, σκέψη 63.

(9) Υπόθεση T-309/97, Bavarian Lager Co. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3217, σκέψη 46. Τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν καταφύγει σε διαφορετικά πρότυπα προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον ένα έγγραφο ενεργοποιεί την εφαρμογή μίας από τις εξαιρέσεις για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Ως εκ τούτου, το δικαστικό πρότυπο που εφαρμόζεται στα έγγραφα που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές διαδικασίες είναι ότι η Επιτροπή πρέπει να έχει καταρτίσει το έγγραφο αποκλειστικά για τους σκοπούς συγκεκριμένων δικαστικών διαδικασιών (βλ. υπόθεση T-92/98, Interporc Im- und Export GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3521, σκέψη 40).

(10) Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αξίζει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή εφάρμοσε διαφορετικό κριτήριο στην πρότασή της για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (έγγραφο COM (2000) 30 τελικό/2). Ο προτεινόμενος κανονισμός δεν εξομοιώνει τα έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασία επί παραβάσει με εκείνα που προσκομίζονται κατά τη διάρκεια επιθεωρήσεων και ερευνών. Αντ’ αυτού, έχει ορίσει δύο χωριστές κατηγορίες, στο πλαίσιο της εξαίρεσης που αφορά το δημόσιο συμφέρον, οι οποίες σχετίζονται αντίστοιχα με τις επιθεωρήσεις και τις έρευνες, καθώς και με τις διαδικασίες επί παραβάσει.

(11) Βλέπε οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 48).

(12) 13η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου-1995, ΕΕ C 303 της 14.01.1996, σ. 48.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!