Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 3699/2006/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Σύσταση
Υπόθεση 3699/2006/ELB - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 23 Ιανουαρίου 2007 - Σύσταση σχετικά με Τρίτη | 16 Δεκεμβρίου 2008 - Απόφαση στις Τρίτη | 06 Απριλίου 2010
(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1])
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Η καταγγελία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή από δύο δικηγόρους («οι καταγγέλλοντες») εξ ονόματος της εταιρείας Α.
2. Οι καταγγέλλοντες είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει στους πελάτες τους πρόσβαση, βάσει του κανονισμού 1049/2001 [2], σε έγγραφα που αναφέρονται σε απόφαση που έλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την εταιρεία Β στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού («απόφαση»)[3]. Οι καταγγέλλοντες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα στο πλαίσιο εθνικής διαφοράς στην οποία η εταιρεία Α ζητούσε αποζημίωση για την εικαζόμενη ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα της παραβίασης του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού από την εταιρεία Β.
3. Η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά βάσει των ακόλουθων εξαιρέσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001:
- την προστασία του σκοπού της έρευνας· και
- την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
4. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να παράσχει στον πελάτη τους πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση. Ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να παράσχει στον πελάτη τους πρόσβαση στα έγγραφα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
5. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος, στις 23 Ιανουαρίου 2007, τη διαβίβασε στην Επιτροπή. Στις 2 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν στις 28 Σεπτεμβρίου 2007.
6. Στις 21 Απριλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει στις υπηρεσίες του να επιθεωρήσουν τα έγγραφα στα οποία οι καταγγέλλοντες είχαν ζητήσει πρόσβαση. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαΐου 2008. Στις 9 Ιουνίου 2008, οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν για τον εν λόγω έλεγχο και έλαβαν αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου.
7. Στις 16 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας φιλική λύση στην καταγγελία. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 13 Οκτωβρίου 2008. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν στις 27 Οκτωβρίου 2008.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Ισχυρισμός περί παράνομης άρνησης παροχής πρόσβασης σε έγγραφα και συναφής αξίωση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
8. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από την Επιτροπή να τους παράσχει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση.
9. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά. Επισήμαναν επίσης ότι ο κανονισμός 1049/2001, όταν απαριθμεί τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, δεν αναφέρεται σε κατηγορία που αποτελείται από έγγραφα που σχετίζονται με εκκρεμείς υποθέσεις. Πρόσθεσε ότι η άρνηση πρόσβασης επειδή μια υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη θα σήμαινε ότι η πρόσβαση θα απαγορευόταν πάντα μέχρι να κλείσει η υπόθεση. Οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν, στο πλαίσιο αυτό, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [4]. Υπενθύμισαν επίσης ότι η έρευνα της Επιτροπής είχε στην πραγματικότητα ολοκληρωθεί.
10. Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν επίσης ότι τα ζητηθέντα έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση μόνο για την παροχή γενικών πληροφοριών. Διευκρίνισαν επίσης ότι τα έγγραφα αυτά δεν μνημονεύονται στην απόφαση του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, οι λόγοι που προέβαλε η εταιρεία Γ στην αίτηση αναιρέσεως της απόφασης του Πρωτοδικείου δεν αφορούν τα έγγραφα αυτά.
11. Οι καταγγέλλοντες θεώρησαν επίσης ότι οι πληροφορίες συγκεντρώθηκαν πριν από αρκετά χρόνια. Δεδομένου ότι εν τω μεταξύ έχουν επέλθει αλλαγές στην αγορά, οι πληροφορίες δεν είναι πλέον εμπορικά ευαίσθητες. Υποστήριξαν ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε πριν από μερικά χρόνια, χωρίς να ελέγξει αν εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων πρόσβασης.
12. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, το δικαίωμα αποζημίωσης και το δικαίωμα υπεράσπισης της εταιρείας Α συνιστούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το δικαίωμα υπεράσπισης των καταναλωτών, οι οποίοι, ως αποτέλεσμα των καταχρηστικών πρακτικών που καταδίκασε η Επιτροπή, υποχρεώθηκαν να αγοράσουν προϊόντα της εταιρείας Γ.
13. Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα έγγραφα στα οποία οι καταγγέλλοντες ζήτησαν πρόσβαση της επέτρεπαν να αποδείξει, στο πλαίσιο αντιμονοπωλιακής έρευνας, τον εσκεμμένο και στρατηγικό χαρακτήρα της παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού από την εταιρεία Β. Η έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης από την Επιτροπή. Η εταιρεία Γ άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όταν η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της όσον αφορά την επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης των καταγγελλόντων, η προσφυγή εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όταν το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, η εταιρία C άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενώπιον του Δικαστηρίου.
14. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης από το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένη να επανεξετάσει τα σχετικά έγγραφα προκειμένου να λάβει νέα απόφαση. Η παροχή πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα αυτά, πριν από την έκδοση νέας απόφασης της Επιτροπής, θα έθετε σε κίνδυνο τον στόχο της έρευνας. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα καλύπτονταν από το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
15. Όσον αφορά την αναφορά των καταγγελλόντων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής, η Επιτροπή εξήγησε ότι, ενώ η επανέναρξη της έρευνας για την εταιρεία Β μπορεί να είναι αβέβαιη, δεν είναι καθαρά υποθετική. Εν ολίγοις, αν η απόφαση ακυρωθεί από το Δικαστήριο, η Επιτροπή θα πρέπει να διεξαγάγει νέα έρευνα, βάσει των στοιχείων του φακέλου από τη στιγμή που προέκυψε το πρόβλημα που προκάλεσε την ακύρωση.
16. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα νομολογία δεν απαγορεύει την εφαρμογή της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία έρευνας στην παρούσα υπόθεση και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 εφαρμόζεται έως το τέλος της νομικής διαδικασίας.
17. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα προέρχονται από τις εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα της Επιτροπής. Ορισμένα έγγραφα προέρχονται από την εταιρεία Δ και συνίστανται στην απάντηση της εταιρείας Δ στο αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Τα άλλα έγγραφα είναι εσωτερικά έγγραφα, τα οποία η Επιτροπή έλαβε κατά τον έλεγχο των γραφείων της εταιρείας Β.
18. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα έγγραφα περιέχουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές, τη λειτουργία και την ανάπτυξη των οικείων εταιρειών. Όσον αφορά τα έγγραφα της εταιρείας Δ, αναφέρεται σαφώς ότι είναι εμπιστευτικά, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονται. Όσον αφορά τα άλλα έγγραφα, η εταιρεία Β δήλωσε ότι περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες. Η εταιρεία Β αντιτάχθηκε μάλιστα στη δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς και των περιγραφών των εν λόγω εγγράφων στη μη εμπιστευτική έκδοση της απόφασης. Την εποχή εκείνη, η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα της εταιρείας Β και αποφάσισε ότι τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν εμπιστευτικά. Η Επιτροπή προέβη σε λεπτομερή ανάλυση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να προσδιορίσει τον ευαίσθητο χαρακτήρα του περιεχομένου τους. Η ανάλυση αυτή ήταν παρόμοια με την εξέταση που θα είχε διενεργήσει στο πλαίσιο αίτησης πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001.
19. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έκρινε περιττό να συμβουλευθεί εκ νέου τους συντάκτες των εν λόγω εγγράφων, δεδομένου ότι ήταν σαφές ότι δεν θα έπρεπε να χορηγηθεί πρόσβαση σε αυτά ή να τα εξετάσει εκ νέου στο πλαίσιο του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της είχαν ήδη διενεργήσει συγκεκριμένη αξιολόγηση σε παρόμοιες περιστάσεις.
20. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η προστασία των εμπορικών συμφερόντων που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 αποτελεί έκφραση της υποχρέωσης της Επιτροπής να τηρεί το επιχειρηματικό απόρρητο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 287 της συνθήκης ΕΚ [5] και στο άρθρο 20 του κανονισμού 17/62 [αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 [6]]. Ο κανόνας αυτός υποχρεώνει την Επιτροπή να προστατεύει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα επιχειρηματικά απόρρητα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εταιρείες βασίζονται στους κανόνες της πολιτικής ανταγωνισμού και στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, τα οποία καθορίζουν ποιες πληροφορίες μπορεί να παρέχει η Επιτροπή σε τρίτους. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να παράσχει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και δεν μπορεί να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.
21. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συλλογιστική των καταγγελλόντων όσον αφορά το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δείχνει ότι υπάρχει ιδιωτικό συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και όχι δημόσιο συμφέρον. Το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον είναι, κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί αποτελεσματικά τις εξουσίες της και να διασφαλίζει ότι δεν θίγονται οι κανόνες ανταγωνισμού και τα έννομα συμφέροντα των οικείων εταιρειών όσον αφορά τα εμπορικά συμφέροντα.
22. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι τα επίμαχα έγγραφα είναι σύντομα και δεν περιέχουν τμήματα στα οποία θα μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση. Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζονταν στο σύνολό τους στα εν λόγω έγγραφα.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
23. Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν την παροχή έγκυρων και πειστικών επιχειρημάτων σε περίπτωση απόρριψης αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 [7].
24. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1049/2001,
«Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, με την επιφύλαξη των αρχών, των προϋποθέσεων και των περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό (...) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή θεσμικού οργάνου, δηλαδή στα έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού στα ζητούμενα έγγραφα, διότι η πρόσβαση αυτή θα υπονόμευε τον σκοπό της έρευνας της Επιτροπής σχετικά με την εταιρεία Β και θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρείας Β και/ή της εταιρείας Δ, χωρίς να υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.
25. Όσον αφορά την προστασία του σκοπού της έρευνας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οποιαδήποτε δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα υπονόμευε τον σκοπό της έρευνας για την εταιρεία Β. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η διοικητική διαδικασία δεν θα ολοκληρωθεί οριστικά έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής.
26. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι ο κίνδυνος υπονόμευσης ενός προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός [8].
27. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι είναι αβέβαιο αν το Δικαστήριο θα ακυρώσει την απόφαση.
28. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση, δεν είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή θα κινήσει εκ νέου διοικητική διαδικασία. Μολονότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να κινήσει εκ νέου διοικητική διαδικασία εάν οι λόγοι ακύρωσης αφορούν τυπικά ελαττώματα [9] ή παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας [10], η ακύρωση απόφασης από τον κοινοτικό δικαστή δεν μπορεί να οδηγήσει σε επανάληψη της διαδικασίας όταν το ελάττωμα που οδήγησε στην ακύρωση της απόφασης δεν μπορεί στη συνέχεια να διορθωθεί από την Επιτροπή. Επομένως, δεν είναι βέβαιο ότι η διοικητική διαδικασία θα επαναληφθεί ακόμη και αν ακυρωθεί η απόφαση.
29. Ακόμη και αν η απόφαση ακυρωθεί, και ακόμη και αν η Επιτροπή κινήσει εκ νέου τη διοικητική διαδικασία κατά της εταιρίας Β, η απλή ύπαρξη έρευνας δεν συνεπάγεται ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα έθιγε την έρευνα αυτή. Προκειμένου να αποδείξει ότι η έρευνα θα υπονομευόταν από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει, συγκεκριμένα και σε σχέση με καθένα από τα έγγραφα, τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε την εν λόγω έρευνα, για παράδειγμα, αποδεικνύοντας ότι η δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου θα την εμπόδιζε να χρησιμοποιήσει το έγγραφο αυτό για τη διαπίστωση παράβασης των άρθρων 81 ΕΚ ή 82 ΕΚ από την εταιρεία Β [11] ή θα την εμπόδιζε να συλλέξει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Όπως επισημάνθηκε από τους καταγγέλλοντες, το Πρωτοδικείο, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [12], δήλωσε ότι
«το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι η προστασία «του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου», εφαρμόζεται μόνον αν η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ολοκλήρωση επιθεωρήσεως, έρευνας ή οικονομικού ελέγχου». (Η υπογράμμιση δική μου)
30. Ο Διαμεσολαβητής δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου να υπονομεύσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον σκοπό έρευνας. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Διαμεσολαβητή, κάθε άρνηση παροχής πρόσβασης μπορεί να είναι έγκυρη και πειστική μόνον εάν επεξηγείται με σαφήνεια και ακρίβεια ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η γνωστοποίηση θα υπονομεύσει την έρευνα [13]. Επομένως, θα ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί ανάλυση του συγκεκριμένου περιεχομένου του εγγράφου αυτού προκειμένου να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε, εν προκειμένω, ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε ως ανεπαρκή την αξιολόγηση εγγράφων βάσει κατηγοριών και όχι βάσει των πραγματικών πληροφοριών που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα [14]. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το θεσμικό όργανο δεν πρέπει να βασίζεται σε απλούς ισχυρισμούς, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνονται με λεπτομερή επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει την άρνησή του να χορηγήσει πρόσβαση [15]. Αντιθέτως, θα πρέπει να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά το συμφέρον που προστατεύεται από εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [16].
31. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν προέβαλε λεπτομερή επιχειρήματα, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εγγράφων, προκειμένου να αποδείξει ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα υπονόμευε τον σκοπό οποιασδήποτε μελλοντικής έρευνας. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν συμφώνησε ότι η Επιτροπή είχε παράσχει έγκυρη και πειστική εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η εξαίρεση εφαρμόζεται στην κοινοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες.
32. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι οποιαδήποτε δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρείας Β και/ή της εταιρείας Δ.
33. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001, «[α]όσον αφορά έγγραφα τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση της παραγράφου 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.»
Υπενθύμισε επίσης τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία:
«(...) όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού επιβάλλει στα θεσμικά όργανα την υποχρέωση να διαβουλεύονται με τον ενδιαφερόμενο τρίτο προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο πρέπει ή δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί. Ως εκ τούτου, τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται να διαβουλεύονται με τον ενδιαφερόμενο τρίτο εάν είναι σαφές αν το έγγραφο πρέπει ή όχι να δημοσιοποιηθεί.»[17]
34. Σημείωσε ότι η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τις εταιρείες Β και Δ κατά τη δημοσίευση της απόφασης. Όσον αφορά τα πρώτα έγγραφα, τα οποία συνέταξε η εταιρεία Δ, αυτά χαρακτηρίστηκαν εμπιστευτικά από την εταιρεία Δ. Όσον αφορά τα άλλα έγγραφα, η εταιρεία Β δήλωσε στην Επιτροπή ότι περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες.
35. Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, «(...) η εξέταση στην οποία πρέπει, καταρχήν, να προβεί το θεσμικό όργανο για να εφαρμόσει μια εξαίρεση πρέπει να πραγματοποιείται με συγκεκριμένο τρόπο και να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης»[18].
Τα κοινοτικά δικαστήρια δήλωσαν περαιτέρω ότι «μια τέτοια εξέταση μπορεί να μην είναι αναγκαία όταν, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι προφανές ότι η πρόσβαση πρέπει να απορριφθεί ή, αντιθέτως, να χορηγηθεί. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, μεταξύ άλλων, εάν ορισμένα έγγραφα είτε, πρώτον, καλύπτονταν προδήλως στο σύνολό τους από εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης είτε, αντιστρόφως, ήταν προδήλως προσβάσιμα στο σύνολό τους είτε, τέλος, είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο συγκεκριμένης, εξατομικευμένης αξιολόγησης από την Επιτροπή υπό παρόμοιες περιστάσεις»[19].
36. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ανάλυσή της έδειξε ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν σαφώς ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σχετικά με τις εμπορικές στρατηγικές, καθώς και τη λειτουργία και την ανάπτυξη των εν λόγω εταιρειών. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, δεδομένης της περιορισμένης έκτασης των εγγράφων, δεν ήταν δυνατή η μερική πρόσβαση.
37. Κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο των εγγράφων προκειμένου να αξιολογήσουν τις εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή όσον αφορά τον εμπορικά ευαίσθητο χαρακτήρα των εγγράφων. Μετά από προσεκτική εξέταση όλων των εγγράφων, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάθε έγγραφο περιείχε σαφώς εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε από αυτά τα έγγραφα θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα τρίτων. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατή η μερική πρόσβαση.
38. Για να καταλήξει στο ανωτέρω συμπέρασμα, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη το επιχείρημα των καταγγελλόντων ότι η αγορά έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, υπό το πρίσμα της προσεκτικής εξέτασης των εγγράφων από τις υπηρεσίες του, οι πληροφορίες που περιέχονται στα ζητούμενα έγγραφα παραμένουν εμπορικά ευαίσθητες.
39. Ακόμη και αν ένα έγγραφο περιέχει εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο αυτό να εκτιμήσει, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, αν υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού.
40. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η εταιρεία Α απαιτεί πρόσβαση στα έγγραφα που ζητούνται από την Επιτροπή προκειμένου να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το δικαίωμα της εταιρείας Α να αξιώσει αποζημίωση αποτελεί «ιδιωτικό συμφέρον» και όχι «δημόσιο συμφέρον».
41. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, στο έγγραφο εργασίας της που συνοδεύει τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ [20], η Επιτροπή δήλωσε ότι:
«η αύξηση του επιπέδου των αγωγών αποζημίωσης (...) θα έχει ως θετικό αποτέλεσμα την αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος για τους δυνητικούς παραβάτες. Πράγματι, οι αγωγές αποζημίωσης μπορούν να συμπληρώσουν τη δημόσια επιβολή, αυξάνοντας τον κίνδυνο διοικητικών κυρώσεων και τον κίνδυνο αποζημίωσης των θυμάτων (...)»[21].
Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι
«[]οι αγωγές αποζημίωσης και η επιβολή τους από τις δημόσιες αρχές συνδέονται κατ’ ανάγκη σε κάποιο βαθμό μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη επιβολή τόσο από τις δημόσιες αρχές όσο και μέσω ιδιωτικών ενεργειών θα αυξήσει την αποτροπή και θα αυξήσει την πιθανότητα οι παραβάτες να επωμιστούν το κόστος της προκληθείσας ζημίας»[22].
Στο ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι:
«[α]ν οι αποδέκτες μιας εντολής γνωστοποίησης ήταν σε θέση να επικαλεστούν μια γενική άμυνα εμπιστευτικότητας για να εμποδίσουν την αποκάλυψη οποιωνδήποτε εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, η πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαπίστωση της αλήθειας θα γινόταν συχνά πρακτικά αδύνατη»[23]
και ότι
«[στ]ή εάν δικαιολογείται αποκλεισμός ή περιορισμός της γνωστοποίησης, τα συμφέροντα προστασίας της εμπιστευτικότητας θα πρέπει να υπερισχύουν σαφώς των συμφερόντων του ενάγοντος, τα οποία συνήθως συμπίπτουν με το δημόσιο συμφέρον , για την αποτελεσματική αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας»[24]. (Η υπογράμμιση δική μου)
42. Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε επίσης ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση C-453/99 [25], δήλωσε τα εξής:
«Η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου [81] της συνθήκης και, ειδικότερα, η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο [81 παράγραφος 1] θα διακυβευόταν εάν δεν υπήρχε η δυνατότητα κάθε ιδιώτης να αξιώσει αποζημίωση για ζημίες που του προκλήθηκαν από σύμβαση ή από συμπεριφορά ικανή να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
Πράγματι, η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος ενισχύει τη λειτουργία των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και αποθαρρύνει συμφωνίες ή πρακτικές, συχνά συγκεκαλυμμένες, οι οποίες είναι ικανές να περιορίσουν ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Από την άποψη αυτή, οι αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην Κοινότητα.»
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αγωγές αποζημίωσης συνδέονται στενά με τη δημόσια επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού και ότι εξυπηρετούν την προώθηση ενός «δημόσιου συμφέροντος» (επιπλέον της προώθησης ενός «ιδιωτικού συμφέροντος»). Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι, ενώ η εταιρεία Α μπορεί να έχει ιδιωτικό συμφέρον να ζητήσει αποζημίωση, η αγωγή αποζημίωσης εξυπηρετεί επίσης δημόσιο συμφέρον.
43. Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σε περίπτωση εφαρμογής μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο να εξακριβώσει αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου [26]. Εν ολίγοις, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο να σταθμίσει το ειδικό συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί με τη μη δημοσιοποίηση του εγγράφου με το δημόσιο συμφέρον να καταστεί προσβάσιμο το έγγραφο [27]. Το γενικό συμφέρον στην παρούσα υπόθεση είναι ότι οι αγωγές αποζημίωσης αυξάνουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού.
44. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, κατά δική της παραδοχή, η Επιτροπή δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε αξιολόγηση όσον αφορά το κατά πόσον η ανάγκη διευκόλυνσης των αγωγών αποζημίωσης συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παράλειψη διενέργειας τέτοιας αξιολόγησης συνιστά πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης. Προκειμένου να εξαλειφθεί αυτή η πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
«Η Επιτροπή θα μπορούσε να προβεί σε κατάλληλη εξέταση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση σε σχέση με τα έγγραφα που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει υπόψη το δημόσιο συμφέρον για τη διευκόλυνση της ιδιωτικής επιβολής, όπως προσδιορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και στη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ».
45. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, μεταξύ των παραγόντων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον τα έγγραφα που αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης πρόσβασης περιέχουν πράγματι πληροφορίες οι οποίες μπορεί, γενικά, να είναι χρήσιμες σε οποιαδήποτε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να αφορούν ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους, όπως η εταιρεία Α, και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού και της ζημίας που προκλήθηκε στους εν λόγω τρίτους. Εάν τα έγγραφα περιέχουν πράγματι πληροφορίες που μπορεί να είναι χρήσιμες για να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να αξιολογήσει τυχόν αγωγή αποζημίωσης που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, ο Διαμεσολαβητής τεκμαίρει ότι είναι πιθανότερο να υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων.
46. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση είναι το κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο μπορεί πράγματι να ζητήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 [28]. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε, εν προκειμένω, ότι, ενώ τα εθνικά δικαστήρια είναι ειδικά εξουσιοδοτημένα να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό 1/2003 και την εφαρμοστέα νομολογία [29], ενδέχεται να είναι δύσκολο για ένα εθνικό δικαστήριο να υποβάλει τέτοια αιτήματα, εκτός εάν γνωρίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει έγγραφα που ενδέχεται να είναι συναφή με την αγωγή αποζημίωσης που έχει υποβληθεί ενώπιόν του. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να μην είναι πιθανό να ζητήσει από την Επιτροπή να του παράσχει έγγραφα, εκτός εάν γνωρίζει ότι τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν πληροφορίες που ενδέχεται να είναι κρίσιμες όσον αφορά τη ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους και/ή όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού και της ζημίας που προκλήθηκε στους εν λόγω τρίτους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει αν i) έχει ήδη προβεί (μέσω, για παράδειγμα, των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην απόφασή της) ή ii) μπορεί επί του παρόντος να προβεί (μέσω, για παράδειγμα, απευθείας αλληλογραφίας με το εθνικό δικαστήριο) στη γνώση του εθνικού δικαστηρίου ότι κατέχει έγγραφα που ενδέχεται να είναι κρίσιμα για τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, προκειμένου να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να ασκήσει το δικαίωμά του να ζητήσει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
47. Η Επιτροπή υποστήριξε καταρχάς ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης [30].
48. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες αναφέρονταν μόνο σε ιδιωτικό συμφέρον για γνωστοποίηση. Ανέφερε ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης συμπληρώνουν γενικά τη δημόσια επιβολή και, ως εκ τούτου, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, πρωταρχικός στόχος των καταγγελλόντων είναι η άσκηση ιδιωτικής αγωγής αποζημίωσης προς το συμφέρον του πελάτη τους. Η Επιτροπή παρέπεμψε στη σκέψη 138 των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής [31], όπου το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δικαίωμα άμυνας του προσφεύγοντος σε μια υπόθεση αποτελεί ιδιωτικό συμφέρον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το συμφέρον των καταγγελλόντων να αποκτήσουν πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δεν συνιστούσε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
49. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα εμπίπτουν στα αμιγώς διοικητικά καθήκοντα της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, όπως επιβεβαίωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-403/05, το συμφέρον του κοινού να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφο δυνάμει της αρχής της διαφάνειας δεν έχει την ίδια βαρύτητα στην περίπτωση εγγράφου που συντάσσεται στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας με σκοπό την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των συγκεντρώσεων ή του δικαίου του ανταγωνισμού εν γένει, όπως στην περίπτωση εγγράφου που αφορά διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας το κοινοτικό όργανο ενεργεί ως νομοθέτης [32]. Η κατάσταση των καταγγελλόντων είναι παρόμοια με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση T-403/05. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, κατά την έννοια του κανονισμού, πρέπει να έχει αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως αυτά που αφορούν την άσκηση προσφυγής κατά των κοινοτικών οργάνων, δεδομένου ότι τα εν λόγω ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα δεν αποτελούν κρίσιμο στοιχείο [33]. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, για λόγους διαφάνειας, δημοσιεύει μη εμπιστευτικές εκδοχές των αντιμονοπωλιακών αποφάσεών της.
50. Αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η διευκόλυνση αγωγής αποζημιώσεως συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων, θα έπρεπε να παρέχει έγγραφα σχετικά με υποθέσεις συμπράξεων κάθε φορά που η αίτηση υποβάλλεται προς στήριξη αγωγής αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου, η απόφαση γνωστοποίησης των ζητηθέντων εγγράφων θα είχε εκτεταμένες συνέπειες. Εάν η Επιτροπή γνωστοποιούσε τα ζητηθέντα έγγραφα, θα ενημέρωνε την επιχειρηματική κοινότητα ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας ανταγωνισμού θα δημοσιοποιηθούν εάν υποβληθεί αίτηση πρόσβασης σε σχέση με αγωγή αποζημίωσης, ακόμη και αν η γνωστοποίηση αυτή θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας. Αυτό θα συνιστούσε σαφή παραβίαση των υποχρεώσεων της Επιτροπής βάσει του άρθρου 287 ΕΚ και του άρθρου 28 του κανονισμού 1/2003 [34] και, ως εκ τούτου, θα εξέθετε την Κοινότητα σε αγωγές αποζημίωσης εναντίον της. Επιπλέον, μια τέτοια δημοσιοποίηση θα οδηγούσε σε μια κατάσταση όπου οι επιχειρήσεις θα μείωναν τη συνεργασία τους στο απολύτως ελάχιστο και θα ήταν πολύ απρόθυμες να υποβάλουν πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή αντιμονοπωλιακών ερευνών. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα επηρέαζε σοβαρά την ικανότητα της Επιτροπής να επιβάλλει την κοινοτική νομοθεσία περί ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να εκπληρώνει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί από τη συνθήκη ΕΚ.
51. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες διαφώνησαν με την Επιτροπή. Θεώρησαν ότι η καταπολέμηση των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών, μέσω της συνδρομής ιδιωτικών αγωγών αποζημιώσεως, συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το αίτημα του Διαμεσολαβητή να εξετάσει το ενδεχόμενο να ενημερώσει το εθνικό δικαστήριο ότι κατέχει έγγραφα τα οποία ενδέχεται να είναι σημαντικά για τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Σημείωσαν ότι, παρά το καθήκον εμπιστευτικότητας που υπέχει, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στα έγγραφα αυτά στην απόφασή της. Ομοίως, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή του δικαστηρίου σε αυτά τα έγγραφα. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι τα εθνικά δικαστήρια είτε δεν γνώριζαν είτε ήταν απρόθυμα να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα που υπάρχει βάσει του κανονισμού 1/2003 να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
52. Ο Διαμεσολαβητής διαφωνεί με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης. Ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου στο οποίο απευθύνεται η αίτηση πρόσβασης. Το γεγονός ότι ειδικοί κανόνες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παρέχουν σε συγκεκριμένα μέρη ειδικά δικαιώματα πρόσβασης στα ίδια έγγραφα δεν συνεπάγεται ότι αίτηση πρόσβασης του κοινού στα ίδια έγγραφα δεν μπορεί επίσης να υποβληθεί βάσει του κανονισμού 1049/2001. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Πρωτοδικείο δήλωσε ότι:
«(...) το γεγονός ότι μια επιχείρηση που μετέχει σε συγκέντρωση δεν έχει δικαίωμα προσβάσεως στα εσωτερικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 802/2004 δεν σημαίνει ότι αποκλείεται κάθε πρόσωπο, όποιο και αν είναι αυτό, να έχει δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα αυτά βάσει των αρχών του κανονισμού 1049/2001»[35].
Εν ολίγοις, η ύπαρξη προνομιακών δικαιωμάτων πρόσβασης βάσει ειδικών κανονισμών δεν αποκλείει τη δυνατότητα αίτησης πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001.
53. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε από την Επιτροπή για πρώτη φορά στην απάντησή της στην πρότασή του για φιλική λύση. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν απέρριψε την αίτηση πρόσβασης των καταγγελλόντων και την επιβεβαιωτική αίτησή τους με την αιτιολογία ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμοζόταν στα ζητηθέντα έγγραφα.
54. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, εάν θεωρούσε ότι η διευκόλυνση μιας αγωγής αποζημίωσης συνιστά «υπερισχύον δημόσιο συμφέρον», θα έπρεπε να παρέχει έγγραφα σχετικά με υποθέσεις αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας κάθε φορά που υποβάλλεται αίτημα προς υποστήριξη αγωγής αποζημίωσης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η δήλωση αυτή μπορεί να είναι παραπλανητική. Η ύπαρξη δημόσιου συμφέροντος για την ιδιωτική επιβολή της νομοθεσίας δεν προϋποθέτει ότι, σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω δημόσιο συμφέρον θα αποτελούσε «υπέρτερο» δημόσιο συμφέρον. Το κατά πόσον το δημόσιο συμφέρον στην ιδιωτική επιβολή αποτελεί «υπερισχύον» δημόσιο συμφέρον μπορεί να απαντηθεί μόνο με τη στάθμιση του δημόσιου συμφέροντος στην ιδιωτική επιβολή, αφενός, και των συμφερόντων στα οποία βασίζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, αφετέρου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά την εξέταση συγκεκριμένης αίτησης πρόσβασης, η Επιτροπή θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση δεν υπερισχύει του συμφέροντος για τη μη δημοσιοποίηση του εγγράφου.
55. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θα ασχοληθεί πρώτα με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτων και στη συνέχεια με την προστασία του σκοπού της έρευνας.
Η προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτων
56. Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι:
«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία:
- εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, (...)
εκτός εάν για τη γνωστοποίηση υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»
Η άποψη του Διαμεσολαβητή, όπως αναφέρεται στην πρότασή του για φιλική λύση, ήταν ότι τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα τρίτων. Ωστόσο, η εξαίρεση όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ισχύει μόνον εφόσον δεν υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή πρέπει να σταθμίζει το συμφέρον που πρέπει να προστατεύεται με τη μη δημοσιοποίηση με το δημόσιο συμφέρον.
57. Με βάση το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής που συνοδεύει τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ [36] και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-453/99 [37], ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το δημόσιο συμφέρον στην παρούσα υπόθεση είναι ότι οι αγωγές αποζημίωσης αυξάνουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαφωνεί με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι στην παρούσα υπόθεση διακυβεύεται μόνο ιδιωτικό συμφέρον. Πράγματι, όπως αναφέρει η ίδια η Επιτροπή, στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, «οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης συμπληρώνουν τη δημόσια επιβολή και εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον». Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι, στην υπόθεση T-22/02, η Επιτροπή υποστήριξε ότι: «(...) η ύπαρξη μέσων έννομης προστασίας για αστικές ζημίες μπορεί επίσης να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, στον βαθμό που είναι ικανά να αποτρέψουν την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού. Το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί ότι τα ένδικα αυτά μέσα είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ»[38].
58. Η Επιτροπή παρέπεμψε στην υπόθεση T-403/05 [39], η οποία, κατά την άποψή της, είναι παρόμοια με την παρούσα υπόθεση, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ότι δεν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων στους καταγγέλλοντες.
59. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί με το συμπέρασμα της Επιτροπής. Επισημαίνει ότι η ενάγουσα στην υπόθεση T-403/05 είχε επίσης ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της Επιτροπής λόγω σφαλμάτων που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο κοινοποίησης συγκέντρωσης [40]. Το μόνο «δημόσιο» συμφέρον που υποστήριξε ο προσφεύγων στην υπόθεση αυτή ήταν «το δημόσιο συμφέρον για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, στο πλαίσιο αυτό, η ενάγουσα υποστήριξε ότι η πρόσβαση στο έγγραφο θα της παρείχε τη δυνατότητα να προβάλει καλύτερα τα επιχειρήματά της στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής. Εν ολίγοις, το συμφέρον για τη διευκόλυνση της «χρηστής απονομής της δικαιοσύνης» συνδεόταν αποκλειστικά με το γεγονός ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να βοηθήσει την ενάγουσα να κερδίσει την αγωγή αποζημίωσης. Η ενάγουσα δεν προέβαλε κανένα άλλο συμφέρον, διακριτό από το συμφέρον για την επιτυχή άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως.
60. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το σχετικό δημόσιο συμφέρον πρέπει να είναι «αντικειμενικό και γενικό και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως αυτά που αφορούν την άσκηση προσφυγής κατά των κοινοτικών οργάνων». Το Δικαστήριο σημείωσε στη συνέχεια ότι «τα εν λόγω ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα δεν αποτελούν στοιχείο που έχει σημασία για τη στάθμιση των συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού». Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί από την υπόθεση T-403/05 είναι ότι το συμφέρον για την επιτυχή εκδίκαση μιας υπόθεσης αποζημίωσης, χωρίς καμία αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο διακριτό δημόσιο συμφέρον που είναι αντικειμενικό και γενικού χαρακτήρα, δεν έχει σημασία για τη στάθμιση συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
61. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, οι καταγγέλλοντες άσκησαν αγωγή αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά εταιρείας για την οποία η Επιτροπή είχε διαπιστώσει παράβαση του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν πρόσβαση στα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά της εταιρίας αυτής. Δεν αμφισβητείται ότι ο πελάτης των καταγγελλόντων έχει ιδιωτικό συμφέρον να ασκήσει την εν λόγω αγωγή αποζημιώσεως. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται ανωτέρω, υπάρχει επίσης δημόσιο συμφέρον να αποτρέπονται οι εταιρείες από το να παραβιάζουν τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού. Η ίδια η Επιτροπή έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η υλοποίηση αυτού του δημόσιου συμφέροντος μπορεί να διευκολυνθεί με την επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς. Αυτό το δημόσιο συμφέρον να αποτρέπονται οι εταιρείες από το να παραβιάζουν τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού διακρίνεται σαφώς από το ιδιωτικό συμφέρον να λαμβάνουν αποζημίωση από μια συγκεκριμένη εταιρεία. Επιπλέον, το δημόσιο συμφέρον να αποτρέπονται οι επιχειρήσεις από την παράβαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού έχει σαφώς αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα.
62. Εν ολίγοις, η εξαίρεση όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων πρέπει να σταθμίζεται με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να εξακριβωθεί αν, στην πραγματικότητα, το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει του συμφέροντος για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί στην πλήρη αυτή ανάλυση και να αιτιολογήσει δεόντως τη μεταγενέστερη απόφασή της.
63. Η στάθμιση που περιγράφεται στην παράγραφο 62 πρέπει να πραγματοποιείται για κάθε έγγραφο στο οποίο ζητείται πρόσβαση και πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.
64. Ο χαρακτηρισμός μιας σειράς εγγράφων ως περιεχόντων εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες δεν συνεπάγεται ότι όλα αυτά τα έγγραφα είναι εξίσου ευαίσθητα. Ο ευαίσθητος χαρακτήρας των εγγράφων μπορεί να ποικίλλει στον βαθμό που ορισμένες πληροφορίες μπορεί να είναι εξαιρετικά ευαίσθητες, ενώ άλλες πληροφορίες μπορεί να είναι λιγότερο ευαίσθητες. Επομένως, κατά τη διενέργεια της ανάλυσης που περιγράφεται στο σημείο 62, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου, καθώς και τη φύση και τη σημασία των εμπορικών συμφερόντων που πρέπει να προστατεύονται, προκειμένου να σταθμίζει με ακρίβεια το ιδιωτικό συμφέρον με το δημόσιο συμφέρον.
Η προστασία του σκοπού της έρευνας
65. Στην απάντησή της στην πρόταση για φιλική λύση, η Επιτροπή παρουσίασε ένα νέο επιχείρημα. Υποστήριξε ότι, εάν η Επιτροπή δημοσιοποιούσε τα ζητούμενα έγγραφα, θα ενημέρωνε την επιχειρηματική κοινότητα ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια της αντιμονοπωλιακής διαδικασίας θα δημοσιοποιούνταν, ακόμη και αν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των επιχειρήσεων.
66. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε άλλη εξαίρεση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, και συγκεκριμένα στην προστασία του σκοπού μιας έρευνας.
67. Ο Διαμεσολαβητής έχει πλήρη επίγνωση του δημόσιου συμφέροντος να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τον ρόλο της όσον αφορά την επιβολή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Η ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες αποτελεί σημαντικό στοιχείο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εκτέλεση του ρόλου της.
68. Ωστόσο, μολονότι γίνεται δεκτό ότι, όσον αφορά την ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες, μπορεί να εφαρμοστεί η εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού της έρευνας, εντούτοις η εξαίρεση αυτή πρέπει επίσης να σταθμίζεται με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να εξακριβωθεί αν, στην πραγματικότητα, το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει του συμφέροντος για την προστασία του σκοπού της έρευνας. Εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί στην πλήρη αυτή ανάλυση και να αιτιολογήσει δεόντως τη μεταγενέστερη απόφασή της.
69. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι αναγκαίο, κατά τη διενέργεια της στάθμισης, να γίνεται διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών εγγράφων:
- έγγραφα που υποβάλλονται οικειοθελώς στην Επιτροπή στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·
- έγγραφα που ελήφθησαν κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 [41]·
- έγγραφα που ελήφθησαν μετά από έλεγχο που διενήργησε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 [42].
70. Ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι αναγκαίο, για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, να διασφαλίζεται η προστασία των πληροφοριών που υποβάλλονται οικειοθελώς στην Επιτροπή στο πλαίσιο προγράμματος επιείκειας, ιδίως όταν παρέχεται πλήρης επιείκεια στο μέρος που υποβάλλει τις πληροφορίες. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης δεν θα πρέπει να διακυβεύεται.
71. Ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η αποτελεσματικότητα του προγράμματος επιείκειας να εξαρτάται επίσης από την εμπιστοσύνη του αιτούντος ότι η Επιτροπή δεν θα κοινοποιήσει τα έγγραφα σε τρίτους. Εν προκειμένω, όμως, κανένα από τα ζητηθέντα έγγραφα δεν περιήλθε στην Επιτροπή στο πλαίσιο αιτήσεως επιείκειας.
72. Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 επιτρέπει στην Επιτροπή να απαιτεί από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες στην Επιτροπή. Καταρχήν, ένα μέρος που είναι αποδέκτης αίτησης βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να απορρίψει την εν λόγω αίτηση ή να παρακρατήσει ορισμένες πληροφορίες. Μπορεί να είναι εύλογο να υποτεθεί ότι, παρά την υποχρέωση απάντησης σε αίτηση βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να διαθέτουν, ιδίως στην περίπτωση αιτήσεων παροχής πληροφοριών με ευρεία διατύπωση, ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή [43]. Είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ότι οι ίδιες πληροφορίες θα παρέχονται στην Επιτροπή εάν υπάρχει πιθανότητα δημοσιοποίησης των εν λόγω πληροφοριών. Στην παρούσα υπόθεση, τα έγγραφα της εταιρείας Δ συγκεντρώθηκαν βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 [44] (το οποίο ισοδυναμεί με το ισχύον άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003). Αφού εξέτασε τα έγγραφα αυτά κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η κοινολόγηση των εν λόγω εγγράφων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες.
73. Σε αντίθεση με τις κατηγορίες εγγράφων που περιγράφονται στις παραγράφους 71-72 ανωτέρω, τα έγγραφα που λαμβάνονται μετά από έλεγχο που διενεργείται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 (ο οποίος, μετά από τη λεγόμενη «αυγή επιδρομή») λαμβάνονται χωρίς τη συγκατάθεση ή τη συνεργασία του υπό έρευνα μέρους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί ότι οι εξουσίες της Επιτροπής για τη συγκέντρωση τέτοιων εγγράφων θα επηρεαστούν αρνητικά με οποιονδήποτε τρόπο από το γεγονός ότι ενδέχεται τελικά να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω έγγραφα. Στην παρούσα υπόθεση, ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα ελήφθησαν από την Επιτροπή στο πλαίσιο ελέγχου που διενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 17 [45] (το οποίο ισοδυναμεί με το ισχύον άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003) στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Β. Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων δεν θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στην ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες.
74. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, να σταθμίσει το συμφέρον για την προστασία των εγγράφων που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της έρευνάς της με το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει, όσον αφορά τα έγγραφα της εταιρείας Δ, να αξιολογήσει κατά πόσον η προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών και η ικανότητά της να συλλέγει πληροφορίες υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος να αποτρέπει τις εταιρείες από την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΚ. Όσον αφορά τα έγγραφα της εταιρείας Β, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον η προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών υπερισχύει του δημόσιου συμφέροντος να αποτρέπονται οι εταιρείες από την παραβίαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
75. Οι προεκτεθείσες σταθμίσεις απαιτούν επίσης από το θεσμικό όργανο να αξιολογήσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου προκειμένου να εξακριβώσει σε ποιο βαθμό το έγγραφο αυτό μπορεί να είναι κρίσιμο, γενικώς, για οποιονδήποτε τρίτο, στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω). Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του αν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση είναι το αν το εθνικό δικαστήριο μπορεί πράγματι να ζητήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω)[46].
76. Όσον αφορά τον φόβο της Επιτροπής ότι μπορεί να εκτεθεί σε αγωγές αποζημίωσης εάν δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης εάν δημοσιοποιήσει έγγραφα σύμφωνα με τους κανόνες περί δημοσιοποίησης που είναι δεσμευτικοί για αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που είναι σύμφωνοι με τον κανονισμό 1049/2001.
77. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να αρνείται να διενεργήσει την πλήρη ανάλυση που απαιτείται βάσει του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή να σταθμίσει το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση με την εξαίρεση όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων και, στην περίπτωση των εγγράφων της εταιρείας Δ, την εξαίρεση όσον αφορά την προστασία του σκοπού μιας έρευνας, προκειμένου να εξακριβώσει αν, στην πραγματικότητα, το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει των εν λόγω συμφερόντων. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, υποβάλλει αντίστοιχο σχέδιο σύστασης κατωτέρω.
78. Το παρόν σχέδιο σύστασης αφορά μόνο τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή όσον αφορά τα έγγραφα στα οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Δεν προδικάζει το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Εναπόκειται στην Επιτροπή να διεκπεραιώσει αυτή τη διαδικασία. Ο σκοπός του παρόντος σχεδίου σύστασης είναι πανομοιότυπος με τον σκοπό της πρότασης φιλικής λύσης: η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε πλήρη ανάλυση όσον αφορά τα έγγραφα στα οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση δυνάμει του κανονισμού 1049/2001.
Β. Το σχέδιο σύστασης
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει πλήρη ανάλυση όσον αφορά τα έγγραφα στα οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001, συμπεριλαμβανομένης κατάλληλης επανεξέτασης του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση σε σχέση με τα έγγραφα που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Μαρτίου 2009. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 16 Δεκεμβρίου 2008
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ), ΕΕ 1994, L 113.
[2] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145).
[3] Η εταιρεία Γ (νόμιμος διάδοχος της εταιρείας Β) άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής. Στη συνέχεια, η εταιρεία C άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
[4] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-2023. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Franchet και Byk κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «(...) το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι η προστασία «του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου», εφαρμόζεται μόνον αν η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ολοκλήρωση επιθεωρήσεως, έρευνας ή οικονομικού ελέγχου. (...) το να επιτραπεί να καλύπτονται τα διάφορα έγγραφα που αφορούν επιθεωρήσεις, έρευνες ή λογιστικούς ελέγχους από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού αριθ. 1049/2001 έως ότου αποφασιστεί η συνέχεια που πρέπει να δοθεί θα εξαρτούσε την πρόσβαση στα έγγραφα της ΥΕΕ από ένα αβέβαιο, μελλοντικό και ενδεχομένως μακρινό γεγονός, ανάλογα με την ταχύτητα και την επιμέλεια των διαφόρων αρχών.»
[5] Το άρθρο 287 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει τα εξής:
"Τα μέλη των οργάνων της Κοινότητας, τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Κοινότητας υποχρεούνται, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, ιδίως πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις, τις εμπορικές τους σχέσεις ή τα κοστολογικά τους στοιχεία."
[6] Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1).
[7] Απόφαση επί της καταγγελίας 1463/2005/TN.
[8] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P Σουηδία κατά Συμβουλίου και λοιπών [2008], δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 43.
[9] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-305/94, T-306/94, T-307/94, T-313/94, T-314/94, T-315/94, T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94 Limburgse Vinyl κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή II-931.
Η παράγραφος 151 έχει ως εξής: «Λαμβανομένου υπόψη του γενικού αυτού σκοπού και της αποστολής που ανατέθηκε στην Επιτροπή, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, μολονότι, μετά την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994 περί ακυρώσεως της αποφάσεως του 1988, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εκδώσει την απόφαση για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των προσαπτόμενων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, δεν εμποδίστηκε να το πράξει (...)»(η υπογράμμιση δική μου).
[10] Βλ. υπόθεση T-37/91 ICI κατά Επιτροπής [1995] Συλλογή II-1901.
Το άρθρο 72 ορίζει τα εξής: "Ομοίως, η έλλειψη αντικειμενικότητας που προβάλλει η Επιτροπή, η οποία, κατά την προσφεύγουσα, ερμήνευσε ορισμένα έγγραφα κατά τρόπο που αλλοιώνει το νόημά τους, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του ελέγχου της ορθότητας της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας ικανή να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως και, ενδεχομένως, την επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας»(η υπογράμμιση δική μου).
Βλ. επίσης υπόθεση C-395/96 P, Compagnie Maritime Belge Transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-1365.
[11] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι η δημοσιοποίηση εγγράφου που περιέχεται στον φάκελο της Επιτροπής καθιστά αυτομάτως το έγγραφο αυτό άχρηστο για τους σκοπούς της διαπίστωσης παράβασης του άρθρου 81 ΕΚ ή του άρθρου 82 ΕΚ. Η άποψη αυτή θα σήμαινε ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, για την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ ή 82 ΕΚ, πληροφορίες που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Η άποψη αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, ιδίως διότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί τακτικά πληροφορίες που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ως αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
[12] Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.
[13] Απόφαση επί της καταγγελίας 1844/2005/GG.
[14] Υπόθεση T-123/99 JT's Corporation κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή II-3269, σκέψη 46 και υπόθεση T-2/03 Verein fûr Konsumenteninformation κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-1121, σκέψη 73.
[15] Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 63.
[16] Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 49.
[17] Υπόθεση T-168/02 IFAW κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-4135, σκέψεις 55-56.
[18] Υπόθεση T-237/02 Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής [2006] Συλλογή II-5131, σκέψη 77· βλ. επίσης υπόθεση T-36/04 API κατά Επιτροπής, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 54.
[19] Υπόθεση T-36/04 API κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 58.
[20] Λευκή Βίβλος σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ, COM(2008)165 τελικό· Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, SEC(2008) 404.
[21] Παράγραφος 15.
[22] Παράγραφος 20.
[23] Σκέψη 114.
[24] Σκέψη 116.
[25] Υπόθεση C-453/99 Courage κατά Crehan [2001] Συλλογή I-629, σκέψεις 26-27.
[26] Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 44.
[27] Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 45.
[28] Το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής: "1. Στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να τους διαβιβάσει πληροφορίες που έχει στην κατοχή της ή τη γνώμη της για θέματα που αφορούν την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού. (...)»
[29] Υπόθεση C-2/88 IMM Zwartveld [1990] I-03365, σκέψη 22, όπου αναφέρεται ότι «εναπόκειται σε κάθε κοινοτικό όργανο να συνδράμει ενεργά τις εθνικές αυτές δικαστικές διαδικασίες, προσκομίζοντας έγγραφα στο εθνικό δικαστήριο (...)».
[30] Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην υποσημείωση 24, τμήμα 104 του εγγράφου εργασίας.
[31] Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.
[32] Υπόθεση T-403/05 My Travel κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψη 49.
[33] Προαναφερθείσα απόφαση My Travel κατά Επιτροπής, σκέψη 65.
[34] Το άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:
«(...) η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, οι υπάλληλοί τους, το λοιπό προσωπικό τους και άλλα πρόσωπα που εργάζονται υπό την εποπτεία των εν λόγω αρχών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό άλλων αρχών των κρατών μελών, δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες τις οποίες απέκτησαν ή αντάλλαξαν κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.»
[35] Προαναφερθείσα υπόθεση T-403/05, σκέψη 89.
[36] Βλ. υποσημείωση 24.
[37] Προαναφερθείσα υπόθεση C-453/99 Courage κατά Crehan.
[38] Υπόθεση T-22/02 Sumitomo Chemical κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-4065, σκέψη 128.
[39] Προαναφερθείσα υπόθεση T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής.
[40] Υπόθεση T-212/03 My Travel κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008. Το σφάλμα, στο οποίο στηρίχθηκε η αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής, ήταν σφάλμα κατά την εκτίμηση συγκεντρώσεως κοινοποιηθείσας δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1).
[41] Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:
«Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να απαιτεί από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.»
[42] Το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:
«Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί όλους τους αναγκαίους ελέγχους σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.»
[43] Το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας μιας εταιρείας μπορεί, ωστόσο, να είναι αμελητέο όταν η αίτηση παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή είναι πολύ συγκεκριμένη.
[44] Άρθρο 11 του κανονισμού αριθ. 17: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ο οποίος ίσχυε τότε (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25).
[45] Άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ο οποίος ίσχυε τότε.
[46] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το επιχείρημά του, το οποίο εκτίθεται στην πρότασή του για φιλική λύση, σχετικά με το καθήκον συνεργασίας της Επιτροπής με τα εθνικά δικαστήρια.