FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 3699/2006/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η καταγγελία αφορά την άρνηση της Επιτροπής να δεχθεί αίτηση προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού. Τα έγγραφα αναφέρονταν σε απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Οι καταγγέλλοντες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης που ασκήθηκε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της εταιρείας για την οποία η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι παραβίαζε το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Η Επιτροπή αιτιολόγησε την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση, αφενός, για την προστασία του σκοπού της έρευνας και, αφετέρου, για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.

Αφού εξέτασε τα έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι περιείχαν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες. Ωστόσο, επισήμανε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, η πρόσβαση του κοινού σε εμπιστευτικά έγγραφα μπορεί να εξακολουθήσει να επιτρέπεται εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή, στην πρότασή του για φιλική λύση και στο σχέδιο σύστασής του, να σταθμίσει το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση με την προστασία του σκοπού μιας έρευνας και την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον να δημοσιοποιούνται έγγραφα εάν, ως εκ τούτου, το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ θα αυξανόταν με τη διευκόλυνση της άσκησης αγωγών αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Η Επιτροπή διαφώνησε, κατ’ αρχήν, ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων στην υπό κρίση υπόθεση ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, πραγματοποίησε τη στάθμιση που ζήτησε ο Διαμεσολαβητής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του και περάτωσε την υπόθεση.

Προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να προωθήσει το δημόσιο συμφέρον για ιδιωτική επιβολή της νομοθεσίας, αναφέροντας, όταν απαντά σε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα των φακέλων ανταγωνισμού της Επιτροπής, i) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή (βάσει του κανονισμού αριθ. 1/2003 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού) και ii) αν τα εν λόγω έγγραφα ενδέχεται να είναι χρήσιμα για αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Η καταγγελία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή από δύο δικηγόρους («οι καταγγέλλοντες») εξ ονόματος της εταιρείας Α.

2. Οι καταγγέλλοντες είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει στους πελάτες τους πρόσβαση, βάσει του κανονισμού 1049/2001 [1], σε έγγραφα που αναφέρονται σε απόφαση που έλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («απόφαση»)[2]. Οι καταγγέλλοντες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα σε ένδικες διαφορές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στις οποίες η εταιρεία Α επιδίωκε να επιτύχει αποζημίωση για τη ζημία που φέρεται να υπέστη λόγω παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ.

3. Η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά βάσει των ακόλουθων εξαιρέσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001:

  • την προστασία του σκοπού της έρευνας· και
  • την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

4. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να παράσχει στον πελάτη τους πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση. Ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να παράσχει στον πελάτη τους πρόσβαση στα έγγραφα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

5. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος, στις 23 Ιανουαρίου 2007, τη διαβίβασε στην Επιτροπή. Στις 2 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν στις 28 Σεπτεμβρίου 2007.

6. Στις 21 Απριλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει στις υπηρεσίες του να επιθεωρήσουν τα έγγραφα στα οποία οι καταγγέλλοντες είχαν ζητήσει πρόσβαση. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαΐου 2008. Στις 9 Ιουνίου 2008, οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν για τον εν λόγω έλεγχο και έλαβαν αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου.

7. Στις 16 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας φιλική λύση στην καταγγελία. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 13 Οκτωβρίου 2008. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν στις 27 Οκτωβρίου 2008.

8. Στις 16 Δεκεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή. Στις 24 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν την 1η Οκτωβρίου 2009.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Ισχυρισμός περί παράνομης άρνησης παροχής πρόσβασης σε έγγραφα και συναφής αξίωση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

9. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από την Επιτροπή να τους παράσχει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση.

10. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά. Επισήμαναν επίσης ότι ο κανονισμός 1049/2001, όταν απαριθμεί τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, δεν αναφέρεται σε κατηγορία που αποτελείται από έγγραφα που σχετίζονται με εκκρεμείς υποθέσεις. Πρόσθεσε ότι η άρνηση πρόσβασης επειδή μια υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη θα σήμαινε ότι η πρόσβαση θα απαγορευόταν πάντα μέχρι να κλείσει η υπόθεση. Οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν, στο πλαίσιο αυτό, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [3]. Επισήμαναν επίσης ότι η έρευνα της Επιτροπής είχε πράγματι περατωθεί.

11. Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν επίσης ότι τα ζητηθέντα έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση μόνο για την παροχή γενικών πληροφοριών. Προσέθεσαν ότι τα έγγραφα αυτά δεν μνημονεύονται στην απόφαση του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, οι λόγοι που προέβαλε η εταιρία Γ με την αίτησή της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν παραπέμπουν στα έγγραφα αυτά.

12. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν επίσης ότι οι πληροφορίες συγκεντρώθηκαν το 2001 και, ως εκ τούτου, δεδομένων των αλλαγών που σημειώθηκαν στην αγορά έκτοτε, οι πληροφορίες δεν είναι πλέον εμπορικά ευαίσθητες. Υποστήριξαν ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε πριν από μερικά χρόνια, χωρίς να ελέγξει αν εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων πρόσβασης.

13. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, το δικαίωμα αποζημίωσης και το δικαίωμα υπεράσπισης της εταιρείας Α συνιστούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το δικαίωμα υπεράσπισης των καταναλωτών, οι οποίοι, ως αποτέλεσμα των καταχρηστικών πρακτικών που καταδίκασε η Επιτροπή, υποχρεώθηκαν να αγοράσουν τα προϊόντα της εταιρείας Γ.

14. Στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα έγγραφα στα οποία οι καταγγέλλοντες ζήτησαν πρόσβαση της επέτρεπαν να αποδείξει τον εσκεμμένο και στρατηγικό χαρακτήρα της παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού από την εταιρεία Β. Η έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης από την Επιτροπή. Η εταιρεία Γ άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όταν η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της όσον αφορά την επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης των καταγγελλόντων, η προσφυγή εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όταν το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, η εταιρία C άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

15. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης από το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένη να επανεξετάσει τα σχετικά έγγραφα προκειμένου να λάβει νέα απόφαση. Η παροχή πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα αυτά, πριν από την έκδοση νέας απόφασης της Επιτροπής, θα έθετε σε κίνδυνο τον στόχο της έρευνας. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα καλύπτονταν από το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.

16. Όσον αφορά την αναφορά των καταγγελλόντων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής, η Επιτροπή εξήγησε ότι, ενώ η επανέναρξη της έρευνας για την εταιρεία Β μπορεί να είναι αβέβαιη, δεν είναι καθαρά υποθετική. Εν κατακλείδι, αν η απόφαση ακυρωθεί από το Δικαστήριο, η Επιτροπή θα πρέπει να διεξαγάγει νέα έρευνα, βάσει των στοιχείων του φακέλου, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ανέκυψε το πρόβλημα που προκάλεσε την ακύρωση.

17. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα νομολογία δεν απαγορεύει την εφαρμογή της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία έρευνας στην παρούσα υπόθεση και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 εφαρμόζεται έως το τέλος της νομικής διαδικασίας.

18. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι τα πέντε έγγραφα που ζητήθηκαν προέρχονται από τις εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα της Επιτροπής. Δύο έγγραφα προέρχονται από την εταιρεία Δ και συνίστανται στην απάντηση της εταιρείας Δ στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής και σε ένα από τα παραρτήματά της. Τα άλλα έγγραφα είναι αντίγραφα των εσωτερικών ανταλλαγών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εταιρείας Β, τα οποία έλαβε η Επιτροπή κατά τον έλεγχο των γραφείων της εταιρείας Β.

19. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα πέντε έγγραφα περιέχουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές, τη λειτουργία και την ανάπτυξη των οικείων εταιρειών. Όσον αφορά τα δύο πρώτα έγγραφα, στο εξώφυλλο της απαντήσεως της εταιρίας Δ αναφέρεται ότι, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των περιεχομένων πληροφοριών, το σύνολο της απαντήσεως και τα παραρτήματά της είναι εμπιστευτικά. Όσον αφορά τα τρία άλλα έγγραφα, η εταιρεία Β δήλωσε ότι περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες. Όταν συντάχθηκε το μη εμπιστευτικό κείμενο της απόφασης, η εταιρεία Β αντιτάχθηκε ακόμη και στη δημοσίευση των παραπομπών και των περιγραφών των εν λόγω εγγράφων που αποτελούσαν αρχικά μέρος του εμπιστευτικού κειμένου της απόφασης. Την εποχή εκείνη, η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα της εταιρείας Β και αποφάσισε ότι τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν εμπιστευτικά και περιόρισε τις παραπομπές στα εν λόγω έγγραφα στη δημοσιευμένη έκδοση σε αριθμούς σελίδων. Η Επιτροπή προέβη σε λεπτομερή ανάλυση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να προσδιορίσει τον ευαίσθητο χαρακτήρα του περιεχομένου τους. Η ανάλυση αυτή ήταν παρόμοια με την εξέταση που θα είχε διενεργήσει στο πλαίσιο αίτησης πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001.

20. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έκρινε περιττό να συμβουλευθεί εκ νέου τους συντάκτες των εν λόγω εγγράφων, δεδομένου ότι ήταν σαφές ότι δεν θα έπρεπε να χορηγηθεί πρόσβαση σε αυτά ή να τα εξετάσει εκ νέου στο πλαίσιο του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της είχαν ήδη διενεργήσει συγκεκριμένη αξιολόγηση σε παρόμοιες περιστάσεις.

21. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η προστασία των εμπορικών συμφερόντων που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 αποτελεί έκφραση της υποχρέωσης της Επιτροπής να τηρεί το επιχειρηματικό απόρρητο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 339 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 287 της συνθήκης ΕΚ)[4] και στο άρθρο 20 του κανονισμού 17/62 [αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 [5]]. Ο κανόνας αυτός υποχρεώνει την Επιτροπή να προστατεύει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα επιχειρηματικά απόρρητα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εταιρείες βασίζονται στους κανόνες της πολιτικής ανταγωνισμού και στη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, τα οποία καθορίζουν ποιες πληροφορίες μπορεί να παρέχει η Επιτροπή σε τρίτους. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να παράσχει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και δεν μπορεί να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.

22. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συλλογιστική των καταγγελλόντων όσον αφορά το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δείχνει ότι υπάρχει ιδιωτικό συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και όχι δημόσιο συμφέρον. Το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον είναι, κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί αποτελεσματικά τις εξουσίες της και να διασφαλίζει ότι δεν θίγονται οι κανόνες ανταγωνισμού και το έννομο συμφέρον των οικείων εταιρειών όσον αφορά τα εμπορικά συμφέροντα.

23. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι τα επίμαχα έγγραφα είναι σύντομα και δεν περιέχουν τμήματα στα οποία θα μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση. Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζονταν στο σύνολό τους στα εν λόγω έγγραφα.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

24. Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν την παροχή έγκυρων και πειστικών επιχειρημάτων σε περίπτωση απόρριψης αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 [6].

25. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1049/2001,

«Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, με την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό [...]. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή θεσμικού οργάνου, δηλαδή στα έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού στα ζητούμενα έγγραφα, διότι η πρόσβαση αυτή θα υπονόμευε τόσο τον σκοπό της έρευνας της Επιτροπής για την εταιρεία Β όσο και την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρείας Β και/ή της εταιρείας Δ, χωρίς να υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.

26. Όσον αφορά την προστασία του σκοπού της έρευνας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οποιαδήποτε δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα υπονόμευε τον σκοπό της έρευνας για την εταιρεία Β. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η διοικητική διαδικασία δεν θα ολοκληρωθεί οριστικά έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής.

27. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο κίνδυνος υπονόμευσης ενός προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός [7].

28. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι είναι αβέβαιο αν το Δικαστήριο θα ακυρώσει την απόφαση.

29. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση, δεν είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή θα κινήσει εκ νέου διοικητική διαδικασία. Μολονότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να κινήσει εκ νέου διοικητική διαδικασία εάν οι λόγοι ακύρωσης αφορούν τυπικά ελαττώματα [8] ή παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας [9], η ακύρωση απόφασης από τον κοινοτικό δικαστή δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκ νέου κίνηση διαδικασίας όταν το ελάττωμα που οδήγησε στην ακύρωση της απόφασης δεν μπορεί στη συνέχεια να διορθωθεί από την Επιτροπή. Επομένως, δεν είναι βέβαιο ότι η διοικητική διαδικασία θα επαναληφθεί, ακόμη και αν ακυρωθεί η απόφαση.

30. Ακόμη και αν η απόφαση ακυρωθεί, και ακόμη και αν η Επιτροπή κινήσει εκ νέου τη διοικητική διαδικασία κατά της εταιρίας Β, η απλή ύπαρξη έρευνας δεν συνεπάγεται ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα έθιγε την έρευνα αυτή. Προκειμένου να αποδείξει ότι η έρευνα θα υπονομευόταν από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει, συγκεκριμένα και σε σχέση με καθένα από τα έγγραφα, τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση θα έθιγε την έρευνα αυτή, για παράδειγμα, αποδεικνύοντας ότι η δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου θα την εμπόδιζε να χρησιμοποιήσει το έγγραφο αυτό για τη διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ) ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 82 ΕΚ) από την εταιρεία Β [10], ή θα την εμπόδιζε να συλλέξει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Όπως επισημάνθηκε από τους καταγγέλλοντες, το Πρωτοδικείο, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [11], δήλωσε ότι

«το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι η προστασία «του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου», έχει εφαρμογή μόνον αν η δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ολοκλήρωση επιθεωρήσεως, έρευνας ή οικονομικού ελέγχου». (Η υπογράμμιση δική μου)

31. Ο Διαμεσολαβητής δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου να υπονομεύσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον σκοπό έρευνας. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Διαμεσολαβητή, κάθε άρνηση παροχής πρόσβασης μπορεί να είναι έγκυρη και πειστική μόνον εάν επεξηγείται με σαφήνεια και ακρίβεια ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η γνωστοποίηση θα υπονομεύσει την έρευνα [12]. Επομένως, θα ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί ανάλυση του συγκεκριμένου περιεχομένου του εγγράφου αυτού προκειμένου να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε, εν προκειμένω, ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε ως ανεπαρκή την αξιολόγηση εγγράφων βάσει κατηγοριών και όχι βάσει των πραγματικών πληροφοριών που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα [13]. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το θεσμικό όργανο δεν πρέπει να βασίζεται σε απλούς ισχυρισμούς, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνονται με λεπτομερή επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει την άρνησή του να χορηγήσει πρόσβαση [14]. Αντιθέτως, θα πρέπει να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά το συμφέρον που προστατεύεται από εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [15].

32. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν προέβαλε λεπτομερή επιχειρήματα που να λαμβάνουν υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εγγράφων, προκειμένου να αποδείξει ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα υπονόμευε τον σκοπό οποιασδήποτε μελλοντικής έρευνας. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν συμφώνησε ότι η Επιτροπή είχε παράσχει έγκυρη και πειστική εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η εξαίρεση εφαρμόζεται στην κοινοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες.

33. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι οποιαδήποτε δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρείας Β και/ή της εταιρείας Δ.

34. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001, «[ό]σον αφορά έγγραφα τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση της παραγράφου 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι».

Υπενθύμισε επίσης τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία:

«... όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού επιβάλλει στα θεσμικά όργανα την υποχρέωση να διαβουλεύονται με τον ενδιαφερόμενο τρίτο προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο πρέπει ή δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί. Ως εκ τούτου, τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται να διαβουλεύονται με τον ενδιαφερόμενο τρίτο εάν είναι σαφές αν το έγγραφο πρέπει ή όχι να δημοσιοποιηθεί.»[16]

35. Σημείωσε ότι η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη της εταιρείας Β και της εταιρείας Δ κατά τη δημοσίευση της απόφασης. Όσον αφορά τα δύο πρώτα έγγραφα, τα οποία συνέταξε η εταιρεία Δ, αυτά χαρακτηρίστηκαν εμπιστευτικά από την εταιρεία Δ. Όσον αφορά τα άλλα τρία έγγραφα, η εταιρεία Β δήλωσε στην Επιτροπή ότι περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες.

36. Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, «[...] η εξέταση στην οποία πρέπει, κατ’ αρχήν, να προβεί το θεσμικό όργανο για να εφαρμόσει μια εξαίρεση πρέπει να πραγματοποιείται με συγκεκριμένο τρόπο και να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης»[17].

Τα κοινοτικά δικαστήρια δήλωσαν περαιτέρω ότι «μια τέτοια εξέταση μπορεί να μην είναι αναγκαία όταν, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι προφανές ότι η πρόσβαση πρέπει να απορριφθεί ή, αντιθέτως, να χορηγηθεί. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, μεταξύ άλλων, εάν ορισμένα έγγραφα είτε, πρώτον, καλύπτονταν προδήλως στο σύνολό τους από εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης είτε, αντιστρόφως, ήταν προδήλως προσβάσιμα στο σύνολό τους είτε, τέλος, είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο συγκεκριμένης, εξατομικευμένης αξιολόγησης από την Επιτροπή υπό παρόμοιες περιστάσεις»[18].

37. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ανάλυσή της έδειξε ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν σαφώς ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σχετικά με τις εμπορικές στρατηγικές, καθώς και τη λειτουργία και την ανάπτυξη των εν λόγω εταιρειών. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, δεδομένης της περιορισμένης έκτασης των εγγράφων, δεν ήταν δυνατή η μερική πρόσβαση.

38. Κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο των πέντε εγγράφων προκειμένου να αξιολογήσουν την εξήγηση που έδωσε η Επιτροπή όσον αφορά τον εμπορικά ευαίσθητο χαρακτήρα των εγγράφων. Μετά από προσεκτική εξέταση και των πέντε εγγράφων, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάθε έγγραφο περιείχε σαφώς εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε από αυτά τα έγγραφα θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα τρίτων. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατή η μερική πρόσβαση.

39. Για να καταλήξει στο ανωτέρω συμπέρασμα, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη το επιχείρημα των καταγγελλόντων ότι η αγορά έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, υπό το πρίσμα της προσεκτικής εξέτασης των εγγράφων από τις υπηρεσίες του, οι πληροφορίες που περιέχονται στα ζητούμενα έγγραφα παραμένουν εμπορικά ευαίσθητες.

40. Ακόμη και αν ένα έγγραφο περιέχει εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο αυτό να εκτιμήσει, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού.

41. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η εταιρεία Α απαιτεί πρόσβαση στα έγγραφα που ζητούνται από την Επιτροπή προκειμένου να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της εταιρείας Γ ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι το δικαίωμα της εταιρείας Α να αξιώσει αποζημίωση από την εταιρεία Γ αποτελεί «ιδιωτικό συμφέρον» και όχι «δημόσιο συμφέρον».

42. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στο έγγραφο εργασίας που συνόδευε τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ [19], η Επιτροπή δήλωσε ότι:

«η αύξηση του επιπέδου των αγωγών αποζημίωσης θα έχει ως θετικό αποτέλεσμα την αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος για τους δυνητικούς παραβάτες. Πράγματι, οι αγωγές αποζημίωσης μπορούν να συμπληρώσουν τη δημόσια επιβολή, αυξάνοντας τον κίνδυνο διοικητικών κυρώσεων, τον κίνδυνο αποζημίωσης της βλάβης που προκλήθηκε στα θύματα ...»[20]

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι

«Οι αγωγές αποζημίωσης και η επιβολή τους από τις δημόσιες αρχές συνδέονται αναγκαστικά σε κάποιο βαθμό μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη επιβολή τόσο από τις δημόσιες αρχές όσο και μέσω ιδιωτικών ενεργειών θα αυξήσει την αποτροπή και θα αυξήσει την πιθανότητα οι παραβάτες να επωμιστούν το κόστος της προκληθείσας ζημίας».[21]

Στο ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι:

«[i] εάν οι αποδέκτες μιας εντολής γνωστοποίησης ήταν σε θέση να επικαλεστούν μια γενική άμυνα εμπιστευτικότητας για να εμποδίσουν την αποκάλυψη οποιωνδήποτε εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, η πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαπίστωση της αλήθειας θα γινόταν συχνά πρακτικά αδύνατη.»[22]

και ότι

«[στ] ή για να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της γνωστοποίησης, τα συμφέροντα προστασίας της εμπιστευτικότητας θα πρέπει να υπερισχύουν σαφώς των συμφερόντων του ενάγοντος, τα οποία συνήθως συμπίπτουν με το δημόσιο συμφέρον, για την αποτελεσματική αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας»[23] (η υπογράμμιση δική μου).

43. Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε επίσης ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση C-453/99 [24], δήλωσε τα εξής:

«Η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου [81] της Συνθήκης και, ειδικότερα, η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο [81 παράγραφος 1] θα διακυβευόταν εάν δεν υπήρχε η δυνατότητα κάθε ιδιώτης να αξιώσει αποζημίωση για ζημίες που του προκλήθηκαν από σύμβαση ή από συμπεριφορά ικανή να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

Πράγματι, η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος ενισχύει τη λειτουργία των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και αποθαρρύνει συμφωνίες ή πρακτικές, συχνά συγκεκαλυμμένες, οι οποίες είναι ικανές να περιορίσουν ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Από την άποψη αυτή, οι αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην Κοινότητα.»

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αγωγές αποζημίωσης συνδέονται στενά με τη δημόσια επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού και ότι εξυπηρετούν την προώθηση ενός «δημόσιου συμφέροντος» (επιπλέον της προώθησης ενός «ιδιωτικού συμφέροντος»). Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι, ενώ η εταιρεία Α μπορεί να έχει ιδιωτικό συμφέρον να ζητήσει αποζημίωση από την εταιρεία Γ, η αγωγή αποζημίωσης εξυπηρετεί επίσης δημόσιο συμφέρον.

44. Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σε περίπτωση εφαρμογής μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο να εξακριβώσει αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση συγκεκριμένου εγγράφου [25]. Εν ολίγοις, εναπόκειται στο θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο να σταθμίσει το ιδιαίτερο συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί με τη μη δημοσιοποίηση του εγγράφου με το δημόσιο συμφέρον να καταστεί προσβάσιμο το έγγραφο [26]. Το γενικό συμφέρον στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι οι αγωγές αποζημιώσεως αυξάνουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης.

45. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, κατά δική του παραδοχή, η Επιτροπή δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε αξιολόγηση όσον αφορά το κατά πόσον η ανάγκη διευκόλυνσης των αγωγών αποζημίωσης κατά της εταιρείας Γ συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που θα δικαιολογούσε τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παράλειψη διενέργειας τέτοιας αξιολόγησης συνιστά πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης. Προκειμένου να διορθωθεί αυτή η πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

«Η Επιτροπή θα μπορούσε να προβεί σε κατάλληλη εξέταση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση σε σχέση με τα έγγραφα που ζήτησαν οι καταγγέλλοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει υπόψη το δημόσιο συμφέρον για τη διευκόλυνση της ιδιωτικής επιβολής, όπως προσδιορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και στη Λευκή Βίβλο για τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ».

46. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, μεταξύ των παραγόντων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον τα έγγραφα που αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης πρόσβασης περιέχουν πράγματι πληροφορίες οι οποίες μπορεί, γενικά, να είναι χρήσιμες σε οποιαδήποτε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να αφορούν ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους, όπως η εταιρεία Α, και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ και της ζημίας που προκλήθηκε στους εν λόγω τρίτους. Εάν τα έγγραφα περιέχουν πράγματι πληροφορίες που μπορεί να είναι χρήσιμες για να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να αξιολογήσει τυχόν αγωγή αποζημίωσης που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, ο Διαμεσολαβητής τεκμαίρει ότι είναι πιθανότερο να υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων.

47. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση είναι το κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο μπορεί πράγματι να ζητήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 [27]. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε, στο πλαίσιο αυτό, ότι, ενώ τα εθνικά δικαστήρια είναι ειδικά εξουσιοδοτημένα να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό 1/2003 και την εφαρμοστέα νομολογία [28], ενδέχεται να είναι δύσκολο για ένα εθνικό δικαστήριο να υποβάλει τέτοια αιτήματα, εκτός εάν γνωρίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει έγγραφα που ενδέχεται να είναι σημαντικά για την αγωγή αποζημίωσης που εκκρεμεί ενώπιόν του. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να μην είναι πιθανό να ζητήσει από την Επιτροπή να του παράσχει έγγραφα, εκτός εάν γνωρίζει ότι τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν πληροφορίες που ενδέχεται να είναι κρίσιμες όσον αφορά τη ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους και/ή όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ και της ζημίας που προκλήθηκε στους εν λόγω τρίτους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει αν i) έχει ήδη προβεί (μέσω, για παράδειγμα, πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην απόφασή της) ή ii) μπορεί επί του παρόντος να προβεί (μέσω, για παράδειγμα, απευθείας αλληλογραφίας με το εθνικό δικαστήριο) στη γνώση του εθνικού δικαστηρίου ότι κατέχει έγγραφα που ενδέχεται να είναι κρίσιμα για τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, προκειμένου να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να ασκήσει το δικαίωμά του να ζητήσει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

48. Η Επιτροπή υποστήριξε καταρχάς ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης [29].

49. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες αναφέρονταν μόνο σε ιδιωτικό συμφέρον για γνωστοποίηση. Ανέφερε ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης συμπληρώνουν γενικά τη δημόσια επιβολή και, ως εκ τούτου, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, πρωταρχικός στόχος των καταγγελλόντων είναι η άσκηση ιδιωτικής αγωγής αποζημίωσης προς το συμφέρον του πελάτη τους. Η Επιτροπή παρέπεμψε στη σκέψη 138 των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής [30], όπου το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δικαίωμα άμυνας του προσφεύγοντος σε μια υπόθεση αποτελεί ιδιωτικό συμφέρον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το συμφέρον των καταγγελλόντων να αποκτήσουν πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δεν συνιστούσε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.

50. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα εμπίπτουν στα αμιγώς διοικητικά καθήκοντα της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, όπως επιβεβαίωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-403/05, το συμφέρον του κοινού να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφο δυνάμει της αρχής της διαφάνειας δεν έχει την ίδια βαρύτητα στην περίπτωση εγγράφου που συντάσσεται στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, το οποίο αποσκοπεί στην εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των συγκεντρώσεων ή του δικαίου του ανταγωνισμού εν γένει, όπως στην περίπτωση εγγράφου που αφορά διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας το κοινοτικό όργανο ενεργεί ως νομοθέτης [31]. Η κατάσταση των καταγγελλόντων είναι παρόμοια με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση T-403/05. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, κατά την έννοια του κανονισμού, πρέπει να έχει αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως αυτά που αφορούν την άσκηση προσφυγής κατά των κοινοτικών οργάνων, δεδομένου ότι τα εν λόγω ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα δεν αποτελούν κρίσιμο στοιχείο [32]. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, για λόγους διαφάνειας, δημοσιεύει μη εμπιστευτικές εκδοχές των αντιμονοπωλιακών αποφάσεών της.

51. Αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η διευκόλυνση αγωγής αποζημιώσεως συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων, θα έπρεπε να παρέχει έγγραφα σχετικά με υποθέσεις συμπράξεων κάθε φορά που η αίτηση υποβάλλεται προς στήριξη αγωγής αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου, η απόφαση γνωστοποίησης των ζητούμενων εγγράφων θα είχε εκτεταμένες συνέπειες. Αν η Επιτροπή δημοσιοποιούσε τα ζητηθέντα έγγραφα, θα ενημέρωνε την επιχειρηματική κοινότητα ότι οι πληροφορίες που θα συλλέγονταν στο πλαίσιο της διαδικασίας ανταγωνισμού θα δημοσιοποιούνταν σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως προσβάσεως στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, ακόμη και αν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας. Αυτό θα συνιστούσε σαφή παραβίαση των υποχρεώσεων της Επιτροπής βάσει του άρθρου 339 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 287 της συνθήκης ΕΚ) και του άρθρου 28 του κανονισμού 1/2003 [33] και, ως εκ τούτου, θα εξέθετε την Κοινότητα σε αγωγές αποζημίωσης εναντίον της. Επιπλέον, μια τέτοια δημοσιοποίηση θα οδηγούσε σε μια κατάσταση όπου οι επιχειρήσεις θα μείωναν τη συνεργασία τους στο απολύτως ελάχιστο και θα ήταν πολύ απρόθυμες να υποβάλουν πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή αντιμονοπωλιακών ερευνών. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα επηρέαζε σοβαρά την ικανότητα της Επιτροπής να επιβάλλει το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ και, ως εκ τούτου, να εκπληρώνει τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τη Συνθήκη.

52. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες διαφώνησαν με την Επιτροπή. Θεώρησαν ότι η καταπολέμηση των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών, μέσω της συνδρομής ιδιωτικών αγωγών αποζημιώσεως, συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το αίτημα του Διαμεσολαβητή να εξετάσει το ενδεχόμενο να ενημερώσει το εθνικό δικαστήριο ότι κατέχει έγγραφα τα οποία ενδέχεται να είναι σημαντικά για τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Σημείωσαν ότι, παρά το καθήκον εμπιστευτικότητας που υπέχει, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στα έγγραφα αυτά στην απόφασή της. Ομοίως, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή των εθνικών δικαστηρίων στα έγγραφα αυτά. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι τα εθνικά δικαστήρια είτε δεν γνώριζαν είτε ήταν απρόθυμα να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα που υπάρχει βάσει του κανονισμού 1/2003, να ζητήσουν έγγραφα από την Επιτροπή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης

53. Ο Διαμεσολαβητής διαφώνησε με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης. Ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου στο οποίο απευθύνεται η αίτηση πρόσβασης. Το γεγονός ότι ειδικοί κανόνες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παρέχουν σε συγκεκριμένα μέρη ειδικά δικαιώματα πρόσβασης στα ίδια έγγραφα δεν συνεπάγεται ότι αίτηση πρόσβασης του κοινού στα ίδια έγγραφα δεν μπορεί επίσης να υποβληθεί βάσει του κανονισμού 1049/2001. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το Πρωτοδικείο δήλωσε ότι:

«[...] το γεγονός ότι μια επιχείρηση που μετέχει σε συγκέντρωση δεν έχει δικαίωμα προσβάσεως στα εσωτερικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 802/2004 δεν σημαίνει ότι αποκλείεται κάθε πρόσωπο, όποιο και αν είναι αυτό, να έχει δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα αυτά βάσει των αρχών του κανονισμού 1049/2001»[34].

Εν ολίγοις, η ύπαρξη προνομιακών δικαιωμάτων πρόσβασης βάσει ειδικών κανονισμών δεν αποκλείει τη δυνατότητα αίτησης πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001.

54. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε από την Επιτροπή για πρώτη φορά στην απάντησή της στην πρότασή του για φιλική λύση. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν απέρριψε την αίτηση πρόσβασης των καταγγελλόντων και την επιβεβαιωτική αίτησή τους με την αιτιολογία ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμοζόταν στα ζητηθέντα έγγραφα.

55. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, εάν θεωρούσε ότι η διευκόλυνση μιας αγωγής αποζημίωσης συνιστά «υπερισχύον δημόσιο συμφέρον», θα έπρεπε να διαβιβάζει έγγραφα σχετικά με υποθέσεις αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας κάθε φορά που υποβάλλεται αίτημα προς υποστήριξη αγωγής αποζημίωσης, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η δήλωση αυτή μπορεί να είναι παραπλανητική. Η ύπαρξη δημόσιου συμφέροντος στην ιδιωτική επιβολή της νομοθεσίας δεν σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτό το δημόσιο συμφέρον θα αποτελούσε «υπερισχύον» δημόσιο συμφέρον. Το κατά πόσον το δημόσιο συμφέρον στην ιδιωτική επιβολή αποτελεί «υπερισχύον» δημόσιο συμφέρον μπορεί να απαντηθεί μόνο με στάθμιση του δημόσιου συμφέροντος στην ιδιωτική επιβολή, αφενός, με τα συμφέροντα στα οποία στηρίζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, αφετέρου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά την εξέταση συγκεκριμένης αίτησης πρόσβασης, η Επιτροπή θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση δεν υπερισχύει της μη δημοσιοποίησης ενός εγγράφου.

56. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής ασχολήθηκε πρώτα με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτων και, στη συνέχεια, με την προστασία του σκοπού μιας έρευνας.

Η προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτων

57. Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι:

«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία:

- εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, [...]

εκτός εάν για τη γνωστοποίηση υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

Η άποψη του Διαμεσολαβητή, όπως αναφέρεται στην πρότασή του για φιλική λύση, ήταν ότι τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα τρίτων. Ωστόσο, η εξαίρεση όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ισχύει μόνον εφόσον δεν υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή πρέπει να σταθμίζει το συμφέρον που πρέπει να προστατεύεται με τη μη δημοσιοποίηση με το δημόσιο συμφέρον.

58. Με βάση το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής που συνοδεύει τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβάσεις των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ [35] και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-453/99 [36], ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το δημόσιο συμφέρον στην παρούσα υπόθεση απορρέει από την εκτίμηση ότι οι αγωγές αποζημίωσης αυξάνουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαφώνησε με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι στην παρούσα υπόθεση διακυβεύεται μόνο ιδιωτικό συμφέρον. Πράγματι, όπως αναφέρει η ίδια η Επιτροπή, στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, «οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης συμπληρώνουν τη δημόσια επιβολή και εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον». Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι, στην υπόθεση T-22/02, η Επιτροπή υποστήριξε ότι: «… η ύπαρξη μέσων έννομης προστασίας για αστικές ζημίες μπορεί επίσης να εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, στον βαθμό που ενδέχεται να αποτρέπουν την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού. Το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί ότι τα ένδικα αυτά μέσα είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ»[37].

59. Η Επιτροπή παρέπεμψε στην υπόθεση T-403/05 [38], την οποία θεώρησε παρόμοια με την παρούσα υπόθεση, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ότι δεν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων στους καταγγέλλοντες.

60. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμφώνησε με το συμπέρασμα της Επιτροπής. Σημείωσε ότι η ενάγουσα στην υπόθεση T-403/05 είχε επίσης ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της Επιτροπής λόγω σφαλμάτων που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο κοινοποίησης συγκέντρωσης [39]. Το μόνο «δημόσιο» συμφέρον που ο προσφεύγων υποστήριξε ότι διακυβεύεται στην υπόθεση T-403/05 ήταν «το δημόσιο συμφέρον για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η ενάγουσα υποστήριξε ότι η πρόσβαση στο επίμαχο έγγραφο θα της παρείχε τη δυνατότητα να προβάλει καλύτερα τα επιχειρήματά της στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε κατά της Επιτροπής. Εν ολίγοις, το συμφέρον για τη διευκόλυνση της «χρηστής απονομής της δικαιοσύνης» συνδεόταν αποκλειστικά με το γεγονός ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να βοηθήσει την ενάγουσα να κερδίσει την αγωγή αποζημίωσης. Η ενάγουσα δεν προέβαλε κανένα άλλο συμφέρον, διακριτό από το συμφέρον για την επιτυχή άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως.

61. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το σχετικό δημόσιο συμφέρον πρέπει να είναι «αντικειμενικό και γενικό και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως αυτά που αφορούν την άσκηση προσφυγής κατά των κοινοτικών οργάνων». Το Δικαστήριο σημείωσε στη συνέχεια ότι «τα εν λόγω ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα δεν αποτελούν στοιχείο που έχει σημασία για τη στάθμιση των συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού». Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί από την υπόθεση T-403/05 είναι ότι το συμφέρον για την επιτυχή εκδίκαση μιας υπόθεσης αποζημίωσης, χωρίς καμία αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο διακριτό δημόσιο συμφέρον που είναι αντικειμενικό και γενικού χαρακτήρα, δεν έχει σημασία για τη στάθμιση συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.

62. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, οι καταγγέλλοντες άσκησαν αγωγή αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά εταιρείας για την οποία η Επιτροπή είχε διαπιστώσει παραβίαση του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν πρόσβαση σε έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή προκειμένου να διευκολυνθεί η αγωγή αποζημίωσης κατά της εν λόγω εταιρείας. Δεν αμφισβητείται ότι ο πελάτης των καταγγελλόντων έχει ιδιωτικό συμφέρον να ασκήσει την εν λόγω αγωγή αποζημιώσεως. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται ανωτέρω, διακυβεύεται επίσης το δημόσιο συμφέρον στον βαθμό που η ενέργεια των καταγγελλόντων θα χρησίμευε στην αποτροπή άλλων εταιρειών από την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Η ίδια η Επιτροπή έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η υλοποίηση αυτού του δημόσιου συμφέροντος μπορεί να διευκολυνθεί με την επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς. Αυτό το δημόσιο συμφέρον αποτροπής των εταιρειών από την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ διακρίνεται σαφώς από το ιδιωτικό συμφέρον λήψης αποζημίωσης από συγκεκριμένη εταιρεία. Επιπλέον, το δημόσιο συμφέρον να αποτρέπονται οι επιχειρήσεις από την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ έχει σαφώς αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα.

63. Εν ολίγοις, η εξαίρεση όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων πρέπει να σταθμίζεται με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να εξακριβωθεί αν το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει, στην πραγματικότητα, του συμφέροντος για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Επομένως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αναλύσει διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά και να αιτιολογήσει τη μεταγενέστερη απόφασή της.

64. Η στάθμιση που περιγράφεται στην παράγραφο 63 πρέπει να πραγματοποιείται για κάθε έγγραφο στο οποίο ζητείται πρόσβαση και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου.

65. Ο χαρακτηρισμός μιας σειράς εγγράφων ως περιεχόντων εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες δεν συνεπάγεται ότι όλα τα έγγραφα είναι εξίσου ευαίσθητα. Ο ευαίσθητος χαρακτήρας των εγγράφων μπορεί να ποικίλλει στον βαθμό που ορισμένες πληροφορίες μπορεί να είναι εξαιρετικά ευαίσθητες, ενώ άλλες πληροφορίες μπορεί να είναι λιγότερο ευαίσθητες. Επομένως, κατά τη διενέργεια της ανάλυσης που περιγράφεται στο σημείο 63, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου, καθώς και τη φύση και τη σημασία των εμπορικών συμφερόντων που πρέπει να προστατεύονται, προκειμένου να εξισορροπούνται με ακρίβεια τα ιδιωτικά και τα δημόσια συμφέροντα.

Η προστασία του σκοπού της έρευνας

66. Στην απάντησή της στην πρόταση για φιλική λύση, η Επιτροπή παρουσίασε ένα νέο επιχείρημα. Υποστήριξε ότι, αν επρόκειτο να δημοσιοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα, το μήνυμα που θα έστελνε στην επιχειρηματική κοινότητα θα ήταν ότι οι πληροφορίες που θα συλλέγονταν στο πλαίσιο της αντιμονοπωλιακής διαδικασίας θα δημοσιοποιούνταν, ακόμη και αν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των επιχειρήσεων.

67. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε άλλη εξαίρεση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, και συγκεκριμένα στην προστασία του σκοπού μιας έρευνας.

68. Ο Διαμεσολαβητής είχε πλήρη επίγνωση του δημόσιου συμφέροντος να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τον ρόλο της όσον αφορά την επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ). Η ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες αποτελεί σημαντικό στοιχείο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εκτέλεση του ρόλου της.

69. Ωστόσο, μολονότι γίνεται δεκτό ότι, όσον αφορά την ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες, μπορεί να εφαρμοστεί η εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού της έρευνας, εντούτοις η εξαίρεση αυτή πρέπει επίσης να σταθμίζεται με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να εξακριβωθεί αν, στην πραγματικότητα, το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει του συμφέροντος για την προστασία του σκοπού της έρευνας. Εναπόκειται και πάλι στην Επιτροπή να προβεί στην πλήρη αυτή ανάλυση και να αιτιολογήσει τη μεταγενέστερη απόφασή της.

70. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι είναι αναγκαίο, κατά τη στάθμιση συμφερόντων μεταξύ τους, να γίνεται διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών εγγράφων:

  • έγγραφα που υποβάλλονται οικειοθελώς στην Επιτροπή στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·
  • έγγραφα που ελήφθησαν κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 [40]·
  • έγγραφα που ελήφθησαν μετά από έλεγχο που διενήργησε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 [41].

71. Ο Διαμεσολαβητής δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι αναγκαίο, για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, να διασφαλιστεί η προστασία των πληροφοριών που υποβάλλονται οικειοθελώς στην Επιτροπή στο πλαίσιο προγράμματος επιείκειας, ιδίως όταν παρέχεται πλήρης επιείκεια στο μέρος που υποβάλλει τις πληροφορίες. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης δεν θα πρέπει να διακυβεύεται.

72. Ο Διαμεσολαβητής δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η αποτελεσματικότητα του προγράμματος επιείκειας να εξαρτάται επίσης από την εμπιστοσύνη του αιτούντος ότι η Επιτροπή δεν θα κοινοποιήσει τα έγγραφα σε τρίτους. Εν προκειμένω, όμως, κανένα από τα ζητηθέντα έγγραφα δεν περιήλθε στην Επιτροπή στο πλαίσιο αιτήσεως επιείκειας.

73. Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 επιτρέπει στην Επιτροπή να απαιτεί από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες στην Επιτροπή. Καταρχήν, ένα μέρος που είναι αποδέκτης αίτησης βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να απορρίψει την εν λόγω αίτηση ή να παρακρατήσει ορισμένες πληροφορίες. Μπορεί να είναι εύλογο να υποτεθεί ότι, παρά την υποχρέωση απάντησης σε αίτηση βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να διαθέτουν, ιδίως στην περίπτωση αιτήσεων παροχής πληροφοριών με ευρεία διατύπωση, ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή [42]. Είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή θα λάβει τις ίδιες πληροφορίες εάν υπάρχει πιθανότητα δημοσιοποίησης των πληροφοριών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, τα έγγραφα της εταιρείας Δ συγκεντρώθηκαν βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 [43], το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 που εφαρμόζεται σήμερα. Μετά την εξέταση των εν λόγω εγγράφων κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι η κοινολόγηση των εν λόγω εγγράφων θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες.

74. Σε αντίθεση με τις κατηγορίες εγγράφων που περιγράφονται στις παραγράφους 72-73 ανωτέρω, τα έγγραφα που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα της λεγόμενης «αυγής επιδρομής», δηλαδή ενός ελέγχου που διενεργείται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003, πρώην άρθρο 14 του κανονισμού 17 [44], λαμβάνονται χωρίς τη συγκατάθεση ή τη συνεργασία του υπό έρευνα μέρους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν συμφώνησε ότι οι εξουσίες της Επιτροπής για τη συγκέντρωση τέτοιων εγγράφων θα επηρεάζονταν αρνητικά με οποιονδήποτε τρόπο από το γεγονός ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω έγγραφα. Στην παρούσα υπόθεση, τρία από τα ζητηθέντα έγγραφα ελήφθησαν από την Επιτροπή στο πλαίσιο ελέγχου που διενήργησε σύμφωνα με το πρώην άρθρο 14 του κανονισμού 17, στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Β. Ως εκ τούτου, η πιθανή δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων δεν θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στην ικανότητα της Επιτροπής να συλλέγει πληροφορίες.

75. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, να σταθμίσει το συμφέρον της προστασίας των εγγράφων που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της έρευνάς της με το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει, όσον αφορά τα έγγραφα της εταιρείας Δ, να αξιολογεί κατά πόσον η προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών και η ικανότητά της να συλλέγει πληροφορίες υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος της αποτροπής των εταιρειών από την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Όσον αφορά τα έγγραφα της εταιρείας Β, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον η προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών υπερισχύει του δημόσιου συμφέροντος για την αποτροπή των εταιρειών από την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ.

76. Η στάθμιση των συμφερόντων μεταξύ τους, όπως περιγράφεται ανωτέρω, απαιτεί επίσης από το θεσμικό όργανο να αξιολογεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον ένα έγγραφο μπορεί να έχει γενική σημασία για οποιονδήποτε τρίτο στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω). Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση, είναι το κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητήσει αποτελεσματικά πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω)[45].

77. Όσον αφορά τον φόβο της Επιτροπής ότι μπορεί να εκτεθεί σε αγωγές αποζημίωσης εάν δημοσιοποιήσει έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής ήταν της άποψης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης εάν δημοσιοποιήσει έγγραφα σύμφωνα με τους κανόνες περί δημοσιοποίησης που είναι δεσμευτικοί για αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που είναι σύμφωνοι με τον κανονισμό 1049/2001.

78. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή εξακολούθησε να αρνείται να διενεργήσει την πλήρη ανάλυση που απαιτείται βάσει του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή να σταθμίσει το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση με την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων και, στην περίπτωση των εγγράφων της εταιρείας Δ, την εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού μιας έρευνας, προκειμένου να εξακριβώσει αν, στην πραγματικότητα, το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει των εν λόγω συμφερόντων. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, υπέβαλε αντίστοιχο σχέδιο σύστασης.

79. Το σχέδιο σύστασης αφορούσε μόνο τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Επιτροπή όσον αφορά τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Δεν προδικάζει την έκβαση της διαδικασίας. Εναπόκειται στην Επιτροπή να διεκπεραιώσει αυτή τη διαδικασία. Το σχέδιο σύστασης και η πρόταση φιλικής λύσης είχαν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή να συστήσουν και να προτείνουν στην Επιτροπή να προβεί σε πλήρη ανάλυση των εγγράφων στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

80. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή εξέτασε κατ’ αρχάς αν αγωγή αποζημιώσεως μπορεί να συνιστά δημόσιο συμφέρον. Αναφέρθηκε στις υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής [46] και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα υπεράσπισης δεν μπορεί να συνιστά, αυτό καθαυτό, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση ενός εγγράφου. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι, στην υπόθεση T-403/05, MyTravel κατά Επιτροπής [47], το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας από επιχείρηση κατά του κοινοτικού οργάνου, ο σκοπός της προσφεύγουσας να αποκτήσει πρόσβαση στα έγγραφα προκειμένου να μπορέσει να προβάλει καλύτερα την άποψή της στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως δεν συνιστά, αυτός καθεαυτόν, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον γνωστοποιήσεως, το οποίο θα μπορούσε να υπερισχύσει της εξαιρέσεως του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001.

81. Η Επιτροπή δεν συμφώνησε με την ερμηνεία του Διαμεσολαβητή ότι υφίσταται δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του κανονισμού 1049/2001 απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών πρόσβαση επικαλείται τη δυνατότητα άσκησης αγωγής αποζημίωσης. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, βάσει του κανονισμού 1049/2001, δεν παρέχεται πρόσβαση σε έγγραφα για συγκεκριμένο καθορισμένο σκοπό. Μόλις χορηγηθεί πρόσβαση σε ένα άτομο, τα έγγραφα καθίστανται κοινό κτήμα και είναι προσβάσιμα σε όλους. Ως εκ τούτου, το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον πρέπει να ισχύει για το σύνολο του «κοινού» και δεν μπορεί να ισχύει μόνο για το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση. Επιπλέον, η απόφαση του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 καταδεικνύει ότι πρέπει να διακρίνεται το γενικό συμφέρον που συνίσταται σε ένα θεμελιώδες δικαίωμα από το γεγονός ότι αυτό εκδηλώνεται ατομικώς σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

82. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισήμανε ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως και οι ιδιωτικές αγωγές αποζημιώσεως για παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας αυξάνουν εν γένει την αποτελεσματικότητα των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ) και μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Με τον τρόπο αυτό, επιδιώκουν δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, δεδομένης της πολύ σοβαρής ζημίας που μπορεί να προκληθεί σε μια επιχείρηση μέσω της κοινολόγησης εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, τα συμφέροντα αυτά πρέπει να προστατεύονται με μέσα που σταθμίζουν δίκαια την ανάγκη αποζημίωσης έναντι των νόμιμων συμφερόντων των επιχειρήσεων. Πράγματι, το δικαίωμα των επιχειρήσεων να διαθέτουν επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες εμπορικές πληροφορίες που προστατεύονται από τα κοινοτικά όργανα κατοχυρώνεται επίσης στη Συνθήκη δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 287 ΕΚ) και επαναλαμβάνεται στο παράγωγο δίκαιο. Όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ-353/94, Postbank NV κατά Επιτροπής [48], ακόμη και όταν προσφέρει τη συνεργασία της σε εθνικές δικαιοδοσίες, η Επιτροπή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θίξει τις εγγυήσεις που παρέχουν στους ιδιώτες οι κοινοτικές διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

83. Σε γενικές γραμμές, οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης συμπληρώνουν τη δημόσια επιβολή, δεδομένου ότι «συμβάλλουν σημαντικά στη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην Κοινότητα».[49] Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το έγγραφο εργασίας που συνοδεύει τη Λευκή Βίβλο για τις αγωγές αποζημίωσης λόγω παραβίασης των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ, στο οποίο αναφέρθηκε ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση, ορίζει ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης. Το άρθρο 104 του εν λόγω εγγράφου ορίζει τα εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 255 ΕΚ και ο κανονισμός 1049/2001 που καθορίζουν τις αρχές, τους όρους και τα όρια της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή κοινοτικών θεσμικών οργάνων δεν συνιστούν κατά κανόνα κατάλληλη νομική βάση για την απόκτηση πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία με σκοπό την άσκηση ιδιωτικών αγωγών αποζημίωσης». Η υποσημείωση 50 του εγγράφου εργασίας εξηγεί περαιτέρω ότι: «Τα πρόσωπα που ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα δυνάμει του [κανονισμού 1049/2001] δεν υποχρεούνται να αιτιολογούν το αίτημά τους. Εάν ένα έγγραφο είναι προσβάσιμο βάσει του εν λόγω κανονισμού, οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση. Κατά συνέπεια, η γνωστοποίηση σε ένα πρόσωπο έχει ως αποτέλεσμα το έγγραφο να καθίσταται κοινό κτήμα, καθώς είναι προσβάσιμο σε οποιονδήποτε άλλο. Ως εκ της φύσεώς τους, τα έγγραφα που υποβάλλονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο αντιμονοπωλιακών διαδικασιών ενδέχεται να περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, η δημοσιοποίηση των οποίων θα μπορούσε να θίξει τα έννομα συμφέροντα των οικείων επιχειρήσεων. Επιπλέον, το δημόσιο συμφέρον, για παράδειγμα η προστασία του σκοπού επιθεώρησης και έρευνας κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001, μπορεί επίσης να απαιτεί την προστασία των πληροφοριών αυτών. Ως εκ τούτου, οι διάδικοι σε αστικές διαδικασίες αποζημίωσης δεν θα πρέπει να βασίζονται στον εν λόγω κανονισμό για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία για την αξίωση αποζημίωσης.»

84. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του εγγράφου εργασίας στην παρούσα υπόθεση για να δικαιολογηθεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του κανονισμού 1049/2001.

85. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέτασε το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε εγγράφου, σταθμίζοντας το συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί με τη μη δημοσιοποίηση με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν η εκτίμηση αυτή οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εν προκειμένω υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση. Δύο από τα ζητηθέντα έγγραφα προέρχονται από την εταιρεία Δ. Το πρώτο έγγραφο αποτελεί απάντηση της εταιρείας Δ στο αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Το παρόν έγγραφο περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα των προϊόντων που παραδίδονται από την εταιρεία Δ σε διαφορετικούς πελάτες. Το δεύτερο έγγραφο είναι μια επιστολή της εταιρείας Δ προς την εταιρεία Γ σχετικά με τις παραδόσεις προϊόντων.

86. Τα τρία άλλα έγγραφα περιέχουν εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία της εταιρείας Β. Τα έγγραφα αυτά παρέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με την προμήθεια προϊόντων και χρησιμοποιούνται στην απόφαση για την παρουσίαση της στρατηγικής της εταιρείας Β. Με άλλα λόγια, παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία για παραβίαση του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ.

87. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα πέντε έγγραφα να είναι κρίσιμα όσον αφορά τις αξιώσεις αποζημιώσεως τρίτων. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, η Επιτροπή εξέτασε επίσης κατά πόσον ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί πράγματι να ζητήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003.

88. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η απόφασή της περιλαμβάνει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω πέντε έγγραφα. Η απόφαση αναφέρει το περιεχόμενο των εγγράφων και γίνεται σαφής αναφορά στον αριθμό σελίδας του φακέλου στον οποίο βρίσκεται το έγγραφο. Οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες από την απόφαση της Επιτροπής παρέχουν στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να ζητούν αποτελεσματική πρόσβαση στα έγγραφα βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003.

89. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η χρήση του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003 είναι η μόνη κατάλληλη νομική βάση για την απόκτηση πρόσβασης στα έγγραφα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις που θα δικαιολογούσαν άρνηση σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-2/88 Zwartveld [50], δηλαδή επιτακτικοί λόγοι που σχετίζονται με την ανάγκη αποφυγής οποιασδήποτε παρέμβασης στη λειτουργία και την ανεξαρτησία των Κοινοτήτων και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 επιτρέπει, κατ’ αρχήν, τη λήψη εγγράφων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος τα έγγραφα να καταστούν δημόσια. Πράγματι, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση T-353/94 [51], το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, ιδίως των επιχειρηματικών απορρήτων.

90. Η Επιτροπή έκρινε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1049/2001 και υπό το πρίσμα της τρέχουσας νομολογίας, δεν μπορεί να αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση. Ως εκ τούτου, δεν απαιτούνταν περαιτέρω συγκριτική αξιολόγηση των συμφερόντων που έπρεπε να προστατευθούν. Επιπλέον, ακόμη και αν υπήρχε δημόσιο συμφέρον, η δημοσιοποίηση των εγγράφων δεν θα ήταν δικαιολογημένη, διότι το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει την προστασία του δημοσίου συμφέροντος μέσω ειδικής διαδικασίας κατά την οποία τα έγγραφα που περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες δεν χρειάζεται να καθίστανται προσβάσιμα στο ευρύ κοινό.

91. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα εν λόγω έγγραφα να παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης και ότι, έμμεσα, ενθάρρυνε το εθνικό δικαστήριο να ζητήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003, ώστε τα έγγραφα αυτά να μην δημοσιοποιηθούν. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από τον Διαμεσολαβητή να επαναλάβει την πρόταση που απηύθυνε στην Επιτροπή στην πρότασή του για φιλική λύση, δηλαδή να επικοινωνήσει με το εθνικό δικαστήριο για να το ενθαρρύνει να υποβάλει το αίτημα αυτό.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

92. Προκαταρκτικά, και όπως αναφέρεται στο σχέδιο σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 1049/2001 αποτελεί κατάλληλη νομική βάση για την εξέταση των αιτήσεων πρόσβασης του κοινού στα επίμαχα εν προκειμένω έγγραφα [52]. Το γεγονός ότι η πρόσβαση σε έγγραφα φακέλου διαγωνισμού που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή μπορεί να παρέχεται σε ορισμένα προνομιούχα μέρη δυνάμει ειδικών κανονισμών δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται και στα εν λόγω έγγραφα [53].

93. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι πολλά έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της Επιτροπής σε διαδικασίες του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ θα περιέχουν, δεδομένης της ίδιας της φύσης των εν λόγω διαδικασιών, επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες [54]. Εάν μια συγκεκριμένη ανάλυση ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή της Επιτροπής οδηγεί ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο περιέχει επιχειρηματικά απόρρητα και/ή άλλες εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα αυτά μπορεί να δοθεί μόνο εάν υπάρχει «υπέρτερο δημόσιο συμφέρον» για τη γνωστοποίηση [55].

94. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο ακριβής σκοπός του σχεδίου σύστασής του ήταν να ζητήσει από την Επιτροπή να διενεργήσει την πλήρη ανάλυση που απαιτείται βάσει του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή να αξιολογήσει κατά πόσον υπάρχει «υπέρτερο δημόσιο συμφέρον» για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων. Ωστόσο, κατά την κατάρτιση του σχεδίου σύστασης, η Διαμεσολαβήτρια δεν διατύπωσε παραδοχές όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας ανάλυσης.

95. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει «δημόσιο συμφέρον», κατά την έννοια του κανονισμού 1049/2001, για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, μόλις χορηγηθεί πρόσβαση σε ένα πρόσωπο, το έγγραφο καθίσταται κοινό κτήμα. Στη βάση αυτή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον πρέπει να ισχύει για το σύνολο του κοινού».

96. Εν προκειμένω, είναι προφανές ότι οι καταγγέλλοντες έχουν ιδιωτικό συμφέρον να αποκτήσουν πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα. Συγκεκριμένα, ο πελάτης των καταγγελλόντων επιθυμεί να λάβει τα έγγραφα προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητές του να λάβει αποζημίωση από εταιρεία η οποία διαπιστώθηκε ότι παραβίασε το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι ο ατομικός λόγος για τον οποίο ο αιτών ζητεί πρόσβαση δεν αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του κατά πόσον θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση [56].

97. Υπάρχει, ωστόσο, εκτός από το ιδιωτικό συμφέρον για την επιδίκαση αποζημίωσης από εταιρεία που έχει ήδη παραβιάσει το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ, και δημόσιο συμφέρον για την ενίσχυση της ιδιωτικής επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ενώ το ευρύ κοινό δεν λαμβάνει άμεσα αποζημίωση από τέτοιες αγωγές αποζημίωσης, το συμφέρον του ευρύτερου κοινού εξυπηρετείται ωστόσο από το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που έχουν οι επιτυχείς αγωγές αποζημίωσης στη μελλοντική συμπεριφορά όλων των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αυξημένη αποτελεσματικότητα του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ έχει γενικά θετικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστική δομή όλων των αγορών στην ΕΕ, παρέχοντας έτσι στους καταναλωτές πρόσβαση σε καλύτερα προϊόντα και/ή χαμηλότερες τιμές. Η αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ, το οποίο, με τη σειρά του, αυξάνει την αποτελεσματικότητά του, είναι, ως εκ τούτου, προς το συμφέρον όλων των πολιτών της ΕΕ.

98. Εν ολίγοις, οι επιχειρήσεις αυτές θα είναι λιγότερο πιθανό να παραβιάζουν το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ και, ως εκ τούτου, λιγότερο πιθανό να βλάψουν τους καταναλωτές της ΕΕ εν γένει, εάν αντιληφθούν ότι υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να ευδοκιμήσουν οι αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά επιχειρήσεων που παραβιάζουν το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι ιδιωτικές αγωγές αποζημίωσης για παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας επιδιώκουν επίσης «δημόσιο συμφέρον»[57].

99. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι όταν ένας αιτών μπορεί (επίσης) να έχει χωριστό ιδιωτικό συμφέρον για την απόκτηση πρόσβασης σε έγγραφο, αυτό δεν αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να επηρεάζει, θετικά ή αρνητικά, την ανάλυση του κατά πόσον υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Όσον αφορά το σημείο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή παραπέμπει στις αποφάσεις Franchet και Byk [58] για να υποστηρίξει ότι «είναι αναγκαίο να διαχωριστεί το γενικό συμφέρον από το γεγονός ότι εκδηλώνεται μεμονωμένα σε μια συγκεκριμένη υπόθεση».[59] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Πρωτοδικείο δήλωσε στις αποφάσεις Franchet και Byk:

«Το γενικό συμφέρον που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Είναι βεβαίως αληθές ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αποτελεί, αυτό καθεαυτό, γενικό συμφέρον. Ωστόσο, το γεγονός ότι το δικαίωμα αυτό εκδηλώνεται εν προκειμένω από το ατομικό συμφέρον των προσφευγόντων να αμυνθούν συνεπάγεται ότι το συμφέρον που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν είναι γενικό, αλλά μάλλον ιδιωτικό»[60].

100. Εν κατακλείδι, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι στην υπόθεση Franchet και Byk δεν μπορούσε να γίνει καμία διάκριση μεταξύ του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (το οποίο, in abstracto, θα ήταν γενικού συμφέροντος) και της εκδηλώσεως του δικαιώματος αυτού στην υπόθεση που εκδίκασε το Δικαστήριο (το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εκδηλώθηκε, στην υπόθεση Franchet και Byk, ως ατομικό συμφέρον των προσφευγουσών να αμυνθούν). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εν προκειμένω, το γενικό συμφέρον είναι η αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που έχουν οι επιτυχείς αγωγές αποζημίωσης στη μελλοντική συμπεριφορά όλων των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης. Αυτό το γενικό δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με το ειδικό συμφέρον των καταγγελλόντων. Εν ολίγοις, στην παρούσα υπόθεση, το γενικό συμφέρον (αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ στη μελλοντική συμπεριφορά όλων των επιχειρήσεων) μπορεί να διακριθεί σαφώς από το συμφέρον των καταγγελλόντων (το οποίο συνίσταται στην καταβολή αποζημίωσης στο πλαίσιο ειδικής αγωγής αποζημίωσης)[61].

101. Ομοίως, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή παραπέμπει εκ νέου στην υπόθεση MyTravel [62]. Διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας από επιχείρηση κατά του κοινοτικού οργάνου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο σκοπός της προσφεύγουσας, ο οποίος συνίστατο στην πρόσβαση στα έγγραφα προκειμένου να προβάλει καλύτερα τα επιχειρήματά της στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως [63], δεν συνιστά, αυτός καθαυτόν, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, δυνάμενο να υπερισχύσει της εξαιρέσεως του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001. Όπως σημειώνεται στο σχέδιο σύστασής του (βλ. παραγράφους 60-62 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ήδη ότι το μόνο «δημόσιο συμφέρον» που υποστήριξε ο προσφεύγων στην υπόθεση MyTravel ήταν «το δημόσιο συμφέρον για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, στο πλαίσιο αυτό, η ενάγουσα υποστήριξε ότι η πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα θα της παρείχε τη δυνατότητα να προβάλει καλύτερα τα επιχειρήματά της στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής. Εν κατακλείδι, το συμφέρον διευκολύνσεως της «χρηστής απονομής της δικαιοσύνης» συνδεόταν, στην υπόθεση εκείνη, αποκλειστικά με το γεγονός ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων μπορούσε να βοηθήσει την ενάγουσα να κερδίσει την αγωγή αποζημιώσεως. Η ενάγουσα δεν προέβαλε κανένα άλλο συμφέρον, διακριτό από το συμφέρον για την επιτυχή άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το σχετικό δημόσιο συμφέρον πρέπει να είναι «αντικειμενικό και γενικό και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως αυτά που αφορούν την άσκηση προσφυγής κατά των κοινοτικών οργάνων»(η υπογράμμιση δική μου). Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι «τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα δεν αποτελούν κρίσιμο στοιχείο για τη στάθμιση των συμφερόντων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού». Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί από το MyTravel είναι ότι το συμφέρον για την επιτυχή εκδίκαση μιας υπόθεσης αποζημίωσης, χωρίς να γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο διακριτό δημόσιο συμφέρον που είναι αντικειμενικό και γενικού χαρακτήρα, δεν θα έχει σημασία για τη στάθμιση συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, το γενικό συμφέρον (η αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος για το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ όσον αφορά τη μελλοντική συμπεριφορά όλων των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ) μπορεί να διακριθεί σαφώς από το συμφέρον των καταγγελλόντων (το οποίο συνίσταται στην καταβολή αποζημίωσης στο πλαίσιο ειδικής αγωγής αποζημίωσης). Αυτό το διακριτό δημόσιο συμφέρον έχει επίσης αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα.

102. Μολονότι υπάρχει ασφαλώς δημόσιο συμφέρον για την ενίσχυση της ιδιωτικής επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι θα υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων στην παρούσα υπόθεση. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει, καταρχάς, ότι, προκειμένου το δημόσιο συμφέρον να ενισχύσει την ιδιωτική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ υπονοώντας ότι θα υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων, τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να είναι σημαντικά για τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται αγωγών αποζημίωσης. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι η Επιτροπή, στην εμπεριστατωμένη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, δήλωσε ότι τα εν λόγω έγγραφα ενδέχεται να περιέχουν πληροφορίες που ενδέχεται να είναι χρήσιμες όσον αφορά τις αγωγές αποζημίωσης.

103. Το γεγονός και μόνον ότι υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων δεν απαιτεί τη δημοσιοποίηση των εγγράφων σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001. Προκειμένου η δημοσιοποίηση να είναι νομικά υποχρεωτική, το δημόσιο συμφέρον πρέπει να υπερισχύει των συμφερόντων της μη δημοσιοποίησης.

104. Μολονότι η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, τάχθηκε κατά της ανάγκης να πραγματοποιηθεί η στάθμιση που απαιτείται βάσει του κανονισμού 1049/2001, εντούτοις, παρά τα επιχειρήματά της, προέβη στην ενέργεια αυτή. Εν ολίγοις, στάθμισε το συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί με τη μη δημοσιοποίηση με το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Ο Διαμεσολαβητής, πρώτον, συγχαίρει την Επιτροπή για αυτή τη θετική προσέγγιση, η οποία, στην πράξη, σημαίνει ότι η Επιτροπή ήταν πρόθυμη να ακολουθήσει το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.

105. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από την Επιτροπή να παράσχει λεπτομερείς και πειστικές εξηγήσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποίησε τη στάθμιση που απαιτείται βάσει του κανονισμού 1049/2001. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Διαμεσολαβητή, κάθε άρνηση παροχής πρόσβασης μπορεί να είναι έγκυρη και πειστική μόνον εάν επεξηγείται με σαφήνεια και ακρίβεια ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η γνωστοποίηση θα υπονομεύσει την έρευνα [64]. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι μια διεξοδική αξιολόγηση απαιτεί από την Επιτροπή να λάβει θέση όσον αφορά το επίπεδο της ζημίας που θα προκαλούσε η γνωστοποίηση στο συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση και τον βαθμό στον οποίο το κοινό θα επωφελείτο από τη γνωστοποίηση. Το επίπεδο της ζημίας που προκαλείται από τη δημοσιοποίηση μπορεί στη συνέχεια να συγκριθεί με το όφελος για το δημόσιο συμφέρον που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να καθοριστεί αν το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση υπερισχύει της ζημίας που προκαλείται από τη δημοσιοποίηση. Για να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό, πρέπει να αναλυθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εγγράφων. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει εκ νέου, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε ως ανεπαρκή την αξιολόγηση εγγράφων βάσει κατηγοριών και όχι βάσει των συγκεκριμένων πληροφοριών που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα [65]. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το θεσμικό όργανο δεν πρέπει να στηρίζεται σε απλούς ισχυρισμούς οι οποίοι ουδόλως τεκμηριώνονται με λεπτομερή επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την άρνησή του να παράσχει πρόσβαση [66].

106. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή παρέπεμψε στην υπόθεση T-353/94 (Postbank NV κατά Επιτροπής)[67]. Ενώ η παρούσα υπόθεση δεν αφορά άμεσα το ζήτημα της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα (αφορά την άμεση συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι σημαντική όσον αφορά την εκτίμηση της σχετικής σημασίας που τα κοινοτικά δικαστήρια θεωρούν ότι πρέπει να αποδοθεί στην προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και των επιχειρηματικών απορρήτων που αποκτά η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασιών ανταγωνισμού. Στην υπόθεση εκείνη, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«Ωστόσο, προσφέροντας τη συνεργασία της στα εθνικά δικαστήρια, η Επιτροπή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θίξει τις εγγυήσεις που παρέχουν στους ιδιώτες οι κοινοτικές διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Δηλιμίτης, σκέψη 53). Η τήρηση των εγγυήσεων αυτών επιβάλλει στην Επιτροπή να λαμβάνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι το δικαίωμα των οικείων επιχειρήσεων στην προστασία των πληροφοριών αυτών δεν θίγεται από τη διαβίβαση των εγγράφων στα εθνικά δικαστήρια ή κατά τη διάρκειά της, όταν ζητείται από επιχείρηση να προσκομίσει ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων έγγραφα που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και επιχειρηματικά απόρρητα. Οι προφυλάξεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν, ιδίως, την ενημέρωση των τελευταίων για τα έγγραφα ή αποσπάσματα εγγράφων που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή επιχειρηματικά απόρρητα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, εναπόκειται τότε στο εθνικό δικαστήριο να εγγυηθεί την προστασία της εμπιστευτικότητας αυτών των πληροφοριών ή των επιχειρηματικών απορρήτων.»[68]

Επομένως, από την απόφαση Postbank προκύπτει ότι, στο μέτρο που πρέπει να λαμβάνονται σημαντικές προφυλάξεις ακόμη και κατά την απευθείας διαβίβαση τέτοιων πληροφοριών σε εθνικό δικαστήριο, πρέπει να αποδίδεται πολύ μεγάλη σημασία στην ανάγκη προστασίας των εγγράφων που περιέχουν τέτοιες πληροφορίες [69].

107. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δύο από τα ζητηθέντα έγγραφα προέρχονται από την εταιρεία Δ. Το πρώτο έγγραφο αποτελεί απάντηση της εταιρείας Δ στο αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών. Το παρόν έγγραφο περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα των προϊόντων που παραδίδονται από την εταιρεία Δ σε διαφορετικούς πελάτες. Το δεύτερο έγγραφο είναι μια επιστολή της εταιρείας Δ προς την εταιρεία Γ σχετικά με τις παραδόσεις προϊόντων. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η εξήγηση αυτή αρκεί για να καταδειχθεί ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν πληροφορίες που είναι εμπορικά πολύ ευαίσθητες.

108. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα άλλα τρία έγγραφα περιέχουν εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία της εταιρίας Β. Παρέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με την προμήθεια προϊόντων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση αυτή αρκεί επίσης για να καταδειχθεί ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες.

109. Κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων αυτών, ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει δεόντως υπόψη το γεγονός ότι ο βαθμός λεπτομέρειας που απαιτείται από την Επιτροπή κατά την παροχή των εν λόγω εξηγήσεων δεν μπορεί ποτέ να είναι τέτοιος ώστε να απαιτεί από την Επιτροπή να αποκαλύψει τις εμπιστευτικές πληροφορίες που περιέχονται στα υπό εξέταση έγγραφα [70].

110. Αντιθέτως, όσον αφορά τον βαθμό στον οποίο υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα ακόλουθα ερωτήματα είναι κρίσιμα για την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο το κοινό θα επωφελούνταν από τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων:

α) Σε ποιον βαθμό θα μπορούσαν τα έγγραφα να είναι χρήσιμα για τον προσδιορισμό του βάσιμου χαρακτήρα των αγωγών αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, σε ποιον βαθμό η δημοσιοποίηση είναι χρήσιμη για την ενίσχυση της ιδιωτικής επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ; Εν ολίγοις, πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι τα έγγραφα σε αγωγές αποζημίωσης;

β) Υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις, εκτός από την παροχή πρόσβασης του κοινού στα ζητούμενα έγγραφα, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτύχουν το ίδιο τελικό αποτέλεσμα με την ενίσχυση της ιδιωτικής επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ;

111. Όσον αφορά τη σημασία των συγκεκριμένων πληροφοριών για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, εξέτασε στην πραγματικότητα αν τα επίμαχα έγγραφα μπορούν να περιέχουν πληροφορίες που ενδέχεται να είναι κρίσιμες για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως (βλ. σκέψη 87 ανωτέρω). Η Επιτροπή εξέτασε το περιεχόμενο κάθε εγγράφου και έδωσε ενδείξεις σχετικά με το περιεχόμενό του. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει πόσο κρίσιμα μπορεί να είναι τα επίμαχα έγγραφα για το εθνικό δικαστήριο.

112. Όσον αφορά το κατά πόσον υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις, πέραν της παροχής πρόσβασης του κοινού στα εν λόγω έγγραφα, οι οποίες θα επιτύχουν το ίδιο τελικό αποτέλεσμα της αύξησης του αποτρεπτικού αποτελέσματος του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ μέσω ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ιδιωτικής επιβολής, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003, τα εθνικά δικαστήρια είναι ειδικά αρμόδια να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, χωρίς να αποκαλύπτουν το περιεχόμενό τους ούτε στους διαδίκους ούτε στο κοινό. Επομένως, το δημόσιο συμφέρον της αύξησης του αποτρεπτικού αποτελέσματος του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ μέσω ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ιδιωτικής επιβολής μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να παρέχεται στο κοινό πρόσβαση στα έγγραφα. Το γεγονός αυτό έχει άμεση σχέση με τη στάθμιση στην οποία καλείται να προβεί η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001.

113. Το γεγονός ότι το ίδιο δημόσιο όφελος από την ύπαρξη ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ιδιωτικής επιβολής του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός εναλλακτικού διαύλου, δηλαδή μέσω του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003, και ότι ο δίαυλος αυτός παρέχει εγγυήσεις για την προστασία των έννομων συμφερόντων τρίτων [71], μειώνει σημαντικά τη βαρύτητα της ανάγκης χορήγησης πρόσβασης του κοινού, στο πλαίσιο της στάθμισης. Η παρατήρηση αυτή δεν συνεπάγεται ότι ο κανονισμός 1/2003 εφαρμόζεται στα εν λόγω έγγραφα, εξαιρουμένου του κανονισμού 1049/2001, αλλά ότι μια πλήρης ανάλυση βάσει του κανονισμού 1049/2001 λαμβάνει υπόψη, ως σχετικό παράγοντα, τα αποτελέσματα του κανονισμού 1/2003 [72].

114. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή κατέστησε σαφές, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, τη δυνητική σημασία που θα μπορούσαν να έχουν οι πληροφορίες που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι οι καταγγέλλοντες θα μπορούσαν να γνωστοποιήσουν την εμπεριστατωμένη γνώμη σε εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει τη δυνατότητα, δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003, να ζητήσει έγγραφα από την Επιτροπή για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τους καταγγέλλοντες για τη δυνατότητα αυτή [73]. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή ενίσχυσε την πρακτική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού του άρθρου 15 ως μέσου προώθησης του δημόσιου συμφέροντος για ιδιωτική επιβολή, μειώνοντας έτσι την ανάγκη προώθησης του ίδιου δημόσιου συμφέροντος μέσω της παροχής πρόσβασης του κοινού στα σχετικά έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να ενθαρρύνει την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν χρήσιμο να υιοθετηθεί παρόμοια προσέγγιση σε μελλοντικές υποθέσεις και, ως εκ τούτου, θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση αναλόγως.

115. Στο σχέδιο σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να σταθμίσει το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων με την εξαίρεση όσον αφορά την προστασία του σκοπού μιας έρευνας, προκειμένου να εξακριβώσει αν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Η Επιτροπή έχει πλέον προβεί σε επαρκή ανάλυση για να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και των πέντε εγγράφων δεν υπερισχύει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή της εξαίρεσης που αναφέρεται στην ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων. Εάν είναι σαφές ότι η άρνηση παροχής πρόσβασης στο κοινό δικαιολογείται βάσει μιας εξαίρεσης που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001, δεν θα είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η άρνηση παροχής πρόσβασης στο κοινό θα ήταν επίσης δικαιολογημένη βάσει άλλης εξαίρεσης. Είναι πλέον σαφές ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού είναι βάσιμη βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί πλέον αναγκαίο, εν προκειμένω, η Επιτροπή να σταθμίσει επίσης το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων με την εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού μιας έρευνας.

116. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασής του για τη διενέργεια πλήρους ανάλυσης των εγγράφων στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001.

117. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του ευαίσθητου και πολύπλοκου χαρακτήρα των ζητημάτων που εξετάζονται στην παρούσα έρευνα, τα οποία αφορούν τόσο την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 όσο και την αναπτυσσόμενη πολιτική της Επιτροπής όσον αφορά την ιδιωτική επιβολή του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να αντιμετωπίσει όσο το δυνατόν πληρέστερα τα ζητήματα που εγείρει η παρούσα καταγγελία. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελε να ευχαριστήσει την Επιτροπή για το πνεύμα συνεργασίας με το οποίο του απάντησε κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.

Οι καταγγέλλοντες και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να προωθήσει το δημόσιο συμφέρον για ιδιωτική επιβολή μέσω του μηχανισμού του άρθρου 15 του κανονισμού 1/2003 αναφέροντας, όταν απαντά σε αίτηση πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001 σε έγγραφα των φακέλων ανταγωνισμού της Επιτροπής, i) ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003, τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να ζητούν έγγραφα από την Επιτροπή για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και ii) κατά πόσον τα εν λόγω έγγραφα ενδέχεται να είναι συναφή για αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 6 Απριλίου 2010


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145).

[2] Η εταιρεία Γ (νόμιμος διάδοχος της εταιρείας Β) άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής. Η εταιρεία C άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας C (Η παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή δεν αφορά τα ζητήματα που εξετάστηκαν από τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια στις προαναφερθείσες υποθέσεις).

[3] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04 Franchet και Byk κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-2023. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Franchet και Byk κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «[...] το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι η προστασία «του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου», έχει εφαρμογή μόνον αν η δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ολοκλήρωση επιθεωρήσεως, έρευνας ή οικονομικού ελέγχου. [...] το να επιτραπεί στα διάφορα έγγραφα που αφορούν επιθεωρήσεις, έρευνες ή λογιστικούς ελέγχους να καλύπτονται από την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 μέχρις ότου αποφασιστεί η συνέχεια που πρέπει να δοθεί θα εξαρτούσε την πρόσβαση στα έγγραφα της ΥΕΕ από ένα αβέβαιο, μελλοντικό και ενδεχομένως μακρινό γεγονός, ανάλογα με την ταχύτητα και την επιμέλεια των διαφόρων αρχών.»

[4] Το άρθρο 339 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 287 ΕΚ) ορίζει τα εξής:

«Τα μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης υποχρεούνται, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, ιδίως πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις, τις εμπορικές τους σχέσεις ή τα κοστολογικά τους στοιχεία.»

[5] Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1).

[6] Απόφαση επί της καταγγελίας 1463/2005/TN.

[7] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-39/05 P και C-52/05 P Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ. [2008], δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 43.

[8] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-305/94, T-306/94, T-307/94, T-313/94, T-314/94, T-315/94, T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94 Limburgse Vinyl κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή II-931.

Η παράγραφος 151 έχει ως εξής: «Λαμβανομένου υπόψη του γενικού αυτού σκοπού και της αποστολής που ανατέθηκε στην Επιτροπή, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι, καίτοι, μετά την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994 περί ακυρώσεως της αποφάσεως του 1988, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εκδώσει την απόφαση για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των προσαπτόμενων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, δεν εμποδίστηκε να το πράξει (...)»(η υπογράμμιση δική μου).

[9] Βλ. υπόθεση T-37/91 ICI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1901.

Το άρθρο 72 ορίζει τα εξής: «Ομοίως, η έλλειψη αντικειμενικότητας που προβάλλει η Επιτροπή, η οποία, κατά την προσφεύγουσα, ερμήνευσε ορισμένα έγγραφα κατά τρόπο που αλλοιώνει το νόημά τους, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του ελέγχου της ορθότητας της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας ικανή να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως και, ενδεχομένως, την επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας» (η υπογράμμιση δική μου).

Βλ. επίσης υπόθεση C-395/96 P, Compagnie Maritime Belge Transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-1365.

[10] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι η δημοσιοποίηση εγγράφου που περιέχεται στον φάκελο της Επιτροπής καθιστά αυτομάτως το έγγραφο αυτό άχρηστο για τους σκοπούς της διαπίστωσης παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ) και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 82 ΕΚ). Η άποψη αυτή συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81 ΕΚ) και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 82 ΕΚ), πληροφορίες που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Η άποψη αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, ιδίως διότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί τακτικά πληροφορίες που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ως αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο διαδικασιών εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81 ΕΚ) και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 82 ΕΚ).

[11] Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.

[12] Απόφαση επί της καταγγελίας 1844/2005/GG.

[13] Υπόθεση T-123/99 JT's Corporation κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή II-3269, σκέψη 46 και υπόθεση T-2/03 Verein fûr Konsumenteninformation κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-1121, σκέψη 73.

[14] Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-39/05 P και C-52/05 P, Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 63.

[15] Προαναφερθείσα απόφαση Σουηδία κατά Συμβουλίου και λοιπών, σκέψη 49.

[16] Υπόθεση T-168/02 IFAW κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-4135, σκέψεις 55-56.

[17] Υπόθεση T-237/02 Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής [2006] Συλλογή II-5131, σκέψη 77· βλ. επίσης υπόθεση T-36/04 API κατά Επιτροπής, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 54.

[18] Προαναφερθείσα απόφαση API κατά Επιτροπής, σκέψη 58.

[19] Λευκή Βίβλος σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ, COM(2008)165 τελικό· Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, SEC(2008) 404.

[20] Παράγραφος 15.

[21] Παράγραφος 20.

[22] Σκέψη 114.

[23] Σκέψη 116.

[24] Υπόθεση C-453/99 Courage κατά Crehan [2001] Συλλογή I-629, σκέψεις 26-27.

[25] Προαναφερθείσα απόφαση Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 44.

[26] Προαναφερθείσα απόφαση Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 45.

[27] Το άρθρο 15 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής: "1. Στις διαδικασίες εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να τους διαβιβάσει πληροφορίες που έχει στην κατοχή της ή τη γνώμη της για θέματα που αφορούν την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού...»

[28] Υπόθεση C-2/88 IMM Zwartveld [1990] I-03365, σκέψη 22, όπου αναφέρεται ότι «εναπόκειται σε κάθε κοινοτικό όργανο να συνδράμει ενεργά τις εθνικές αυτές δικαστικές διαδικασίες, προσκομίζοντας έγγραφα στο εθνικό δικαστήριο...»

[29] Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην υποσημείωση 24, τμήμα 104 του εγγράφου εργασίας.

[30] Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.

[31] Υπόθεση T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 49.

[32] Προαναφερθείσα απόφαση MyTravel κατά Επιτροπής, σκέψη 65.

[33] Το άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:

«... η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, οι υπάλληλοί τους, το λοιπό προσωπικό τους και άλλα πρόσωπα που εργάζονται υπό την εποπτεία των εν λόγω αρχών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό άλλων αρχών των κρατών μελών, δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες τις οποίες απέκτησαν ή αντάλλαξαν κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.»

[34] Προαναφερθείσα απόφαση MyTravel κατά Επιτροπής, σκέψη 89.

[35] Προαναφερθείσα Λευκή Βίβλος σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ.

[36] Προαναφερθείσα υπόθεση Courage κατά Crehan.

[37] Υπόθεση T-22/02 Sumitomo Chemical κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-4065, σκέψη 128.

[38] Προαναφερθείσα υπόθεση T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής.

[39] Υπόθεση T-212/03 MyTravel κατά Επιτροπής [2008], Συλλογή II-1967. Το σφάλμα, στο οποίο στηρίχθηκε η αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής, ήταν σφάλμα κατά την εκτίμηση συγκεντρώσεως κοινοποιηθείσας δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1).

[40] Το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:

«Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να απαιτεί από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.»

[41] Το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 (προαναφερθέντος) ορίζει τα εξής:

«Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί όλους τους αναγκαίους ελέγχους σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.»

[42] Το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας μιας εταιρείας μπορεί, ωστόσο, να είναι αμελητέο όταν η αίτηση παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή είναι πολύ συγκεκριμένη.

[43] Άρθρο 11 του κανονισμού αριθ. 17: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ο οποίος ίσχυε τότε (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25).

[44] Άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ο οποίος ίσχυε τότε.

[45] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το επιχείρημά του, το οποίο εκτίθεται στην πρότασή του για φιλική λύση, σχετικά με το καθήκον συνεργασίας της Επιτροπής με τα εθνικά δικαστήρια.

[46] Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.

[47] Προαναφερθείσα υπόθεση T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής.

[48] Υπόθεση T-353/94 Postbank NV κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή II-0921.

Το άρθρο 90 ορίζει τα εξής: «Ωστόσο, προσφέροντας τη συνεργασία της στα εθνικά δικαστήρια, η Επιτροπή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θίξει τις εγγυήσεις που παρέχουν στους ιδιώτες οι κοινοτικές διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Δηλιμίτης, σκέψη 53). Η τήρηση των εγγυήσεων αυτών επιβάλλει στην Επιτροπή να λαμβάνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι το δικαίωμα των οικείων επιχειρήσεων στην προστασία των πληροφοριών αυτών δεν θίγεται από τη διαβίβαση των εγγράφων στα εθνικά δικαστήρια ή κατά τη διάρκειά της, όταν ζητείται από επιχείρηση να προσκομίσει ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων έγγραφα που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και επιχειρηματικά απόρρητα. Οι προφυλάξεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν, ιδίως, την ενημέρωση των τελευταίων για τα έγγραφα ή αποσπάσματα εγγράφων που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή επιχειρηματικά απόρρητα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, εναπόκειται τότε στο εθνικό δικαστήριο να εγγυηθεί την προστασία της εμπιστευτικότητας των εν λόγω πληροφοριών ή επιχειρηματικών απορρήτων.»

[49] Προαναφερθείσα απόφαση C-453/99, Courage και Crehan, σκέψη 27.

[50] Προαναφερθείσα υπόθεση C-2/88 IMM Zwartveld.

[51] Προαναφερθείσα υπόθεση T-353/94 Postbank NV κατά Επιτροπής.

[52] Βλ. παράγραφο 53 ανωτέρω.

[53] Στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή ήταν αρχικά επιφυλακτική όσον αφορά τη διενέργεια ανάλυσης σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001. Υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1/2003 εφαρμοζόταν στα επίμαχα έγγραφα, ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμοζόταν σε αυτά. Ωστόσο, παρά την αρχική αυτή επιφυλακτικότητα, η Επιτροπή παρέσχε στη συνέχεια στον Διαμεσολαβητή αιτιολογήσεις σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001. Επίσης, επέτρεψε στον Διαμεσολαβητή να επαληθεύσει (μέσω επιθεώρησης από τις υπηρεσίες του) ότι οι αιτιολογήσεις αυτές ήταν βάσιμες. Με τον τρόπο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή συμφωνεί πλέον ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται πράγματι στα εν λόγω έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η αρχική επιφυλακτικότητα της Επιτροπής να αναγνωρίσει ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται στα υπό εξέταση έγγραφα σημειώθηκε πριν από τη διευκρίνιση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 89 της υπόθεσης T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής (που αναφέρεται ανωτέρω στη σκέψη 53 της παρούσας απόφασης). Βλέπε επίσης παράγραφο 104 της παρούσας απόφασης.

[54] Πράγματι, αυτό ισχύει όσον αφορά τα υπό εξέταση έγγραφα στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

[55] Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό απαιτεί από την Επιτροπή να σταθμίσει το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των υπό εξέταση εγγράφων με i) την εξαίρεση που αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων (η εξαίρεση αυτή αφορά και τα πέντε έγγραφα) και ii) την εξαίρεση που αφορά την προστασία του σκοπού έρευνας (η εξαίρεση αυτή αφορά, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, μόνο τα έγγραφα που προέρχονται από την εταιρεία Δ), προκειμένου να εξακριβώσει αν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων.

[56] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, όταν ασκείται πράγματι το δικαίωμα αίτησης πρόσβασης του κοινού σε ένα έγγραφο, ο αιτών είναι πολύ πιθανό να έχει συγκεκριμένο ατομικό συμφέρον να αποκτήσει πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το γεγονός αυτό δεν καθορίζει, με κανέναν τρόπο, θετικά ή αρνητικά, αν μπορεί επίσης να υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη χορήγηση αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε τέτοια έγγραφα σε εκείνα τα πρόσωπα που επιλέγουν πραγματικά να υποβάλουν αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφο.

[57] Βλ. παράγραφο 83 ανωτέρω.

[58] Βλ. τις προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής.

[59] Βλ. παράγραφο 80 ανωτέρω.

[60] Βλ. σκέψη 138 των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκαν.

[61] Για να καταδείξει αυτό το λεπτό σημείο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα πρόσωπα που ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν για να λάβουν αποζημίωση για τον εαυτό τους λόγω προηγούμενων παραβάσεων των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ να μην έχουν κανένα συμφέρον να αυξήσουν το μελλοντικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ. Εν ολίγοις, το ατομικό συμφέρον του αιτούντος πρόσβαση και το δημόσιο συμφέρον για τη χορήγηση πρόσβασης μπορούν να διακριθούν σαφώς σε τέτοιες περιπτώσεις. Αντιθέτως, τα πρόσωπα που ζητούν έγγραφο επειδή έχουν ατομικό συμφέρον να αμυνθούν δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν έχουν, ταυτοχρόνως, συμφέρον να διασφαλίσουν την τήρηση της αρχής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Εν ολίγοις, το ατομικό συμφέρον και το δημόσιο συμφέρον δεν μπορούν να διακριθούν σαφώς σε τέτοιες περιπτώσεις.

[62] Προαναφερθείσα υπόθεση T-403/05 MyTravel κατά Επιτροπής.

[63] Η έμφαση του Συνηγόρου του Πολίτη.

[64] Απόφαση επί της καταγγελίας 1844/2005/GG.

[65] Υπόθεση T-123/99 JT's Corporation κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή II-3269, σκέψη 46 και υπόθεση T-2/03 Verein fûr Konsumenteninformation κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-1121, σκέψη 73.

[66] Προαναφερθείσα απόφαση Σουηδία κατά Συμβουλίου κ.λπ., σκέψη 63.

[67] Βλ. την προαναφερθείσα υπόθεση T-353/94 Postbank NV κατά Επιτροπής.

[68] Βλ. προαναφερθείσα υπόθεση T-353/04 Postbank NV κατά Επιτροπής, σκέψη 90.

[69] Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αναγκαίο να υπογραμμίσει, ωστόσο, ότι το γεγονός ότι αποδίδεται σημαντική βαρύτητα στην προστασία των εν λόγω εγγράφων που περιέχουν τέτοιες πληροφορίες δεν συνεπάγεται ότι τα έγγραφα δεν μπορούν ποτέ να δημοσιοποιηθούν. Εν ολίγοις, οι νομικές εγγυήσεις που παρέχονται στους ιδιώτες από τις κοινοτικές διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου στις οποίες αναφέρεται η Postbank δεν είναι απόλυτες. Ειδικότερα, οι νομικές εγγυήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ισχύοντες νομικούς κανόνες, όπως αυτοί που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001, οι οποίοι επιτρέπουν την πρόσβαση του κοινού σε εξαιρετικές περιστάσεις (δηλαδή όταν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον).

[70] Υπόθεση T-105/95 WWF UK κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή II-313. Το άρθρο 65 ορίζει τα εξής: «Θα ήταν πρακτικά αδύνατον να αιτιολογηθεί η ανάγκη εμπιστευτικότητας για κάθε επιμέρους έγγραφο χωρίς να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου και, ως εκ τούτου, να στερηθεί η εξαίρεση του ίδιου του σκοπού της.»

[71] Στην προαναφερθείσα υπόθεση Postbank NV κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των εθνικών αρχών επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να μεριμνά για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, ιδίως των επιχειρηματικών απορρήτων.

[72] Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τη δήλωση της Επιτροπής, όπως εκτίθεται στη σκέψη 90 ανωτέρω, ότι, ακόμη και αν υπήρχε δημόσιο συμφέρον, η δημοσιοποίηση των εγγράφων δεν θα ήταν δικαιολογημένη, διότι το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος μέσω ειδικής διαδικασίας σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα που περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες δεν χρειάζεται να καθίστανται προσβάσιμα στο ευρύ κοινό. Ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται τη δήλωση αυτή ως προσπάθεια της Επιτροπής να επανέλθει στην αρχική (εσφαλμένη) θέση της ότι ο κανονισμός 1/2003 εφαρμόζεται στον αποκλεισμό του κανονισμού 1049/2001. Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται ότι η Επιτροπή ορθώς θεωρεί ότι η δυνατότητα πρόσβασης σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1/2003 αποτελεί σημαντικό παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διενέργεια της στάθμισης βάσει του κανονισμού 1049/2001.

[73] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, απαντώντας στην επιβεβαιωτική αίτηση των καταγγελλόντων, η Επιτροπή δήλωσε τα εξής:

«το καθήκον της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των εθνικών αρχών, ιδίως των δικαστηρίων, μπορεί να οδηγήσει στην κοινοποίηση στα δικαστήρια από την Επιτροπή εγγράφων στα οποία το κοινό δεν έχει πρόσβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Zwartveld».

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!