Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 422/2011/AN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Σύσταση
Υπόθεση 422/2011/AN - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 23 Μαρτίου 2011 - Σύσταση σχετικά με Πέμπτη | 02 Αυγούστου 2012 - Απόφαση στις Πέμπτη | 24 Ιανουαρίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι διδακτορικός ερευνητής στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 11 Ιουνίου 2010, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 [2], ζήτησε από την Επιτροπή να του χορηγήσει πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα που χρονολογούνται από το 1980 έως το 1992, τα οποία αφορούσαν ορισμένα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο της διδακτορικής του έρευνας. Μεταξύ άλλων εγγράφων, τα οποία δεν αφορά η έρευνα του Διαμεσολαβητή στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων ζήτησε την κοινοποίηση εγγράφων που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή και τα οποία είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου στις υποθέσεις C-279/80 [3], C-113/89 [4] και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-62/81 και C-63/81 [5] (προδικαστικές αποφάσεις).
2. Στις 18 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή διαβίβασε το αίτημα του καταγγέλλοντος στη Νομική Υπηρεσία της.
3. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία απάντησης στο αίτημα του καταγγέλλοντος κατά 15 εργάσιμες ημέρες, δηλώνοντας, αφενός, ότι έπρεπε να εξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος υπό το πρίσμα της πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07P, C-528/07P και C-532/07P [6] («απόφαση API») και, αφετέρου, ότι είχε πρόσφατα λάβει πολυάριθμες αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.
4. Στις 20 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή χορήγησε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα, αλλά αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τα υπομνήματα που υπέβαλαν στο Δικαστήριο τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στις ανωτέρω υποθέσεις (τα υπομνήματα των «τρίτων μερών»).
5. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα υπομνήματα τρίτων δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001, δεδομένου ότι το άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ προβλέπει συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο υπόκειται στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου μόνο όταν ενεργεί υπό τη διοικητική του ιδιότητα. Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση API, το κοινό δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι μόνο οι ισχυρισμοί της ενώπιον του Δικαστηρίου υπόκεινται στον κανονισμό 1049/2001 και δημοσιοποιήθηκαν, ενώ η δημοσιοποίηση των ισχυρισμών τρίτων θα ερχόταν σε αντίθεση με τους σκοπούς του άρθρου 15 της ΣΛΕΕ και του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
6. Στις 20 Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Αμφισβήτησε τη θέση της Επιτροπής και δήλωσε ότι, στην πραγματικότητα, το άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ θα πρέπει να νοείται μόνο ως απαλλαγή του Δικαστηρίου από την υποχρέωση διεκπεραίωσης των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα, αλλά όχι ως αποκλεισμός όλων των εγγράφων που «έχουν διαβιβαστεί στο Δικαστήριο» από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου. Εάν το άρθρο 15 ΣΛΕΕ ερμηνευόταν όπως πρότεινε η Επιτροπή, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να αποκαλύψει η Επιτροπή τα δικά της υπομνήματα, όπως έπραξε. Επιπλέον, η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της αποφάσεως API ήταν εσφαλμένη.
7. Στις 7 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να μην χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα απορριφθέντα δικαστικά έγγραφα, με βάση τα ίδια επιχειρήματα. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου [7] και τις οδηγίες προς τον Γραμματέα, τα διαδικαστικά έγγραφα κοινοποιούνται μόνο στους διαδίκους και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη δέουσα άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου, σε τρίτους που αποδεικνύουν έννομο συμφέρον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι το κοινό δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης στα διαδικαστικά έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο.
8. Επιπλέον, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 10 του προοιμίου του κανονισμού 1049/2001, στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι να επιτρέψει στους πολίτες «να συμμετέχουν στενότερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων» και να «επιφέρει μεγαλύτερο άνοιγμα στο έργο των θεσμικών οργάνων». Κατά την άποψη της Επιτροπής, κανένας από τους δύο αυτούς σκοπούς δεν εξυπηρετήθηκε από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, τα οποία αναφέρονταν σε δικαστικές διαδικασίες και τα οποία κατείχε μόνο υπό την ιδιότητά του ως διαδίκου στις εν λόγω διαδικασίες.
9. Ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
10. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό.
Ισχυρισμός:
Η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τρίτους στην υπόθεση 279/80 Alfred John Webb, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/81 και 63/81 Seco, Desquenne &, Giral και στην υπόθεση C-113/89 Rush Portuguesa.
Αίτημα:
Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα.
Η έρευνα
11. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε την έρευνά του σχετικά με την παρούσα καταγγελία στις 23 Μαρτίου 2011, ζητώντας από τον Πρόεδρο της Επιτροπής να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 10. Στις 26 Μαΐου 2011, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνώμης της. Τελικά, υπέβαλε τη γνώμη της στις 22 Ιουνίου 2011.
12. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα και τον κάλεσε να διατυπώσει παρατηρήσεις επ' αυτής. Ο καταγγέλλων το έπραξε στις 4 Ιουλίου 2011.
13. Ο Διαμεσολαβητής διεξήγαγε περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία ζητώντας από την Επιτροπή, στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, να απαντήσει σε ορισμένες πρόσθετες ερωτήσεις.
14. Η Επιτροπή απάντησε στις 19 Δεκεμβρίου 2011. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στις 28 Φεβρουαρίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός περί εσφαλμένης άρνησης πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα και σχετική αξίωση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
15. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι ο κανονισμός 1049/2001 αναφέρεται τόσο σε έγγραφα που συντάχθηκαν όσο και σε έγγραφα που ελήφθησαν από τα θεσμικά όργανα. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε λάβει τα επίμαχα έγγραφα, δεν είχε σημασία αν το Γενικό Δικαστήριο υπέκειτο ή όχι σε υποχρεώσεις διαφάνειας. Ο καταγγέλλων πίστευε ότι, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή επεδίωκε να αποφύγει να ακολουθήσει τη διαδικασία διαβούλευσης με τρίτους που προβλέπεται στις παραγράφους 4 έως 6 του άρθρου 4 του κανονισμού.
16. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή επανέλαβε τις απόψεις της και δήλωσε ότι η πρόσβαση στα έγγραφα του Δικαστηρίου διέπεται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, τον Κανονισμό Διαδικασίας των διαφόρων δικαστηρίων και τις οδηγίες προς τον Γραμματέα. Το άρθρο 20 του Οργανισμού προβλέπει την «κοινοποίηση στους διαδίκους και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης των οποίων οι αποφάσεις αμφισβητούνται, των αιτήσεων, των υπομνημάτων, των υπομνήματων αντικρούσεως και των παρατηρήσεων, καθώς και των απαντήσεων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και όλων των εγγράφων προς υποστήριξη». Σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου (άρθρο 16 παράγραφος 5), του Γενικού Δικαστηρίου (άρθρο 24) και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 20 παράγραφος 4), μόνο οι διάδικοι μπορούν να λάβουν αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων. Επιπλέον, το άρθρο 5 παράγραφος 8 των οδηγιών προς τον γραμματέα ορίζει ότι «[κ]άθε τρίτος, ιδιωτικός ή δημόσιος, μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικογραφία ή στα διαδικαστικά έγγραφα χωρίς τη ρητή άδεια του προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση που η υπόθεση εξακολουθεί να εκκρεμεί, του προέδρου του δικαστικού σχηματισμού που εκδικάζει την υπόθεση, μετά την ακρόαση των διαδίκων». Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό σημαίνει ότι τα έγγραφα που αποτελούν μέρος δικαστικής διαδικασίας δεν είναι διαθέσιμα σε τρίτους επί τριάντα έτη, μετά την παρέλευση των οποίων τα αρχεία του Δικαστηρίου δημοσιοποιούνται.
17. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η γνώμη της Επιτροπής ήταν μη ικανοποιητική και επαναλαμβανόμενη. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή προσπαθούσε να αποτρέψει τον καταγγέλλοντα από το να ζητήσει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Εξάλλου, δύο από τις υποθέσεις που αφορούσαν τα αιτήματά του ήταν ήδη 30 ετών. Επιπλέον, το άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ απαλλάσσει το Δικαστήριο μόνο από τις διαδικαστικές υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση στα δικά του έγγραφα, αλλά δεν αποκλείει τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων αυτών καθαυτά. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν είναι το Δικαστήριο και υπόκειται πλήρως στον κανονισμό 1049/2001 όσον αφορά τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.
18. Στις περαιτέρω έρευνές του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στις ακόλουθες ερωτήσεις:
"1. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα εν λόγω μη κοινοποιηθέντα έγγραφα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος σχετικά με αυτούς βάσει του κανονισμού 1049/2001. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει αυτή την ασυνέπεια;
2. Έχει ζητήσει η Επιτροπή τη γνώμη του Δικαστηρίου ή των συντακτών των μη κοινοποιηθέντων εγγράφων σχετικά με τη δυνατότητα παροχής στον καταγγέλλοντα πρόσβασης σε αυτά;
3. Θα μπορούσε η Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της ότι τα δικαστικά έγγραφα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 για τους ακόλουθους λόγους:
α) Ο κανονισμός 1049/2001 ορίζει ότι εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων, χωρίς να εξαιρούνται τα δικαστικά έγγραφα· και
β) Στην [απόφαση API] το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι η πρόσβαση στα υπομνήματα της Επιτροπής, τα οποία είναι δικαστικά έγγραφα, θα πρέπει να αξιολογείται βάσει του εν λόγω κανονισμού;
4. Θα μπορούσε η Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της ότι δεν μπορεί να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα βάσει των ακόλουθων εκτιμήσεων:
α) Τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 1700/2003 του Συμβουλίου [8] προβλέπουν ότι «κάθε θεσμικό όργανο ... καταρτίζει τα ιστορικά του αρχεία και τα ανοίγει στο κοινό ... μετά την παρέλευση 30 ετών από την ημερομηνία δημιουργίας του εγγράφου"όσον αφορά "έγγραφα οιουδήποτε είδους και σε οιοδήποτε μέσο τα οποία προέρχονται από ένα από τα θεσμικά όργανα ή έχουν παραληφθεί από αυτό"»·
β) Το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 μπορούν να εφαρμόζονται για μέγιστη περίοδο 30 ετών· και
γ) Τα μη δημοσιοποιηθέντα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση 279/80 Alfred John Webb και τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/81 και 63/81 Seco, Desquenne & Giral είναι ή θα είναι, στο εγγύς μέλλον, 30 ετών;»
19. Στην απάντησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι χειρίστηκε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001, διότι ο καταγγέλλων υπέβαλε το αίτημά του σύμφωνα με την εν λόγω νομική πράξη. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τη θέση της Επιτροπής ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα εν λόγω έγγραφα. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ζήτησε τη γνώμη του Δικαστηρίου ή των συντακτών των σχετικών υπομνημάτων προκειμένου να εξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος, διότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν ήταν εφαρμοστέος.
20. Η Επιτροπή τόνισε ότι το άρθρο 3 στοιχείο α) in fine του κανονισμού 1049/2001 θέτει μια προϋπόθεση, δηλαδή ότι τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου πρέπει να εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης του θεσμικού οργάνου («relèvent de la compétence de l'institution», στην αρχική απάντηση). Αυτό δεν συνέβη όσον αφορά τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων. Εξάλλου, στην απόφαση API, το Δικαστήριο δήλωσε σαφώς ότι τα υπομνήματα που υπέβαλαν τα θεσμικά όργανα στο Δικαστήριο αποτελούν «περισσότερο μέρος των δικαιοδοτικών δραστηριοτήτων του Δικαστηρίου παρά των διοικητικών δραστηριοτήτων της Επιτροπής». Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός 1049/2001 δεν μπορεί να παρεκκλίνει από το άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Εάν η Επιτροπή γνωστοποιούσε τα σχετικά έγγραφα, αυτό θα αντέβαινε στις διατάξεις της ΣΛΕΕ και του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
21. Όσον αφορά τα σχετικά έγγραφα που αφορούν δικαστικές υποθέσεις ηλικίας άνω των 30 ετών, η Επιτροπή δήλωσε ότι η Υπηρεσία Ιστορικών Αρχείων είχε ήδη ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση στους φακέλους που είχε στην κατοχή της.
22. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, εκτός από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήδη σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, ο καταγγέλλων αντέκρουσε τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της εμπίπτουν στον κανονισμό 1049/2001 μόνον εάν εμπίπτουν στη δική της σφαίρα ευθύνης. Το άρθρο 3 στοιχείο α) του κανονισμού αναφέρεται πράγματι σε έγγραφα «που αφορούν θέμα σχετικό με τις πολιτικές, τις δραστηριότητες και τις αποφάσεις που εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης του θεσμικού οργάνου». Η παρακολούθηση των δικαιοδοτικών δραστηριοτήτων του Συνεδρίου συνδέεται με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Πράγματι, είναι ευθύνη της Επιτροπής να διασφαλίζει την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να παρακολουθεί το έργο του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να προωθήσει τις εξελίξεις στο δίκαιο της ΕΕ και πολλές από τις νομοθετικές προτάσεις της βασίζονται στη νομολογία. Εξάλλου, τα σχετικά έγγραφα χρησίμευσαν ως βάση, εν όλω ή εν μέρει, για τα δικόγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή στο Πρωτοδικείο στις οικείες υποθέσεις. Τέλος, το γεγονός ότι η Επιτροπή αφιερώνει χρόνο και πόρους για την αποθήκευση των σχετικών εγγράφων αποδεικνύει ότι το περιεχόμενό τους σχετίζεται, στενά ή όχι, με δραστηριότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της.
23. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη συνάφεια των παραπομπών της Επιτροπής στον Κανονισμό Διαδικασίας των τριών δικαστηρίων της ΕΕ, στο μέτρο που εφαρμόζονται μόνο στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους. Μόλις τα σχετικά έγγραφα περιέλθουν στην κατοχή της Επιτροπής, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001. Η απόφαση API αναγνώρισε ότι τα έγγραφα των θεσμικών οργάνων που σχετίζονται με περατωθείσες δικαστικές διαδικασίες υπόκεινται σε διαφάνεια.
24. Τέλος, ο καταγγέλλων αρνήθηκε την προσφορά της Επιτροπής να συμβουλευτεί τα Ιστορικά Αρχεία της, την οποία θα έπρεπε να είχε κάνει όταν υπέβαλε την αίτησή του και βρισκόταν ακόμη στις Βρυξέλλες. Ο καταγγέλλων δεν ήταν πρόθυμος να ταξιδέψει στις Βρυξέλλες και θεώρησε ότι, προκειμένου να διορθώσει την εσφαλμένη άρνησή του να αποκαλύψει τα σχετικά έγγραφα, η Επιτροπή θα πρέπει να του τα παράσχει σε μορφή PDF μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
25. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι σκοπός του κανονισμού 1049/2001 είναι «να προσδώσει την πληρέστερη δυνατή αποτελεσματικότητα στο δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα και να καθορίσει τις γενικές αρχές και τα όρια της πρόσβασης αυτής»[9]. Πρέπει να παρέχεται πρόσβαση «σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή ενός θεσμικού οργάνου, δηλαδή στα έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης»[10] (η υπογράμμιση δική μου).
26. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι ο κανονισμός 1049/2001 ορίζει ευρέως τον όρο «έγγραφο», χωρίς να αποκλείει καμία κατηγορία εγγράφων, όπως έγγραφα που αφορούν δικαστικές υποθέσεις. Επιπλέον, καθιερώνει την αρχή ότι η προέλευση ή ο συντάκτης ενός εγγράφου δεν ασκεί επιρροή στο πεδίο εφαρμογής του. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό δεν αντιβαίνει στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται στο Δικαστήριο που ενεργεί υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα.
27. Ως εκ τούτου, τόσο η διατύπωση όσο και το πνεύμα του κανονισμού 1049/2001 απαιτούν, εάν ένα έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή της Επιτροπής, να εφαρμόζεται ο κανονισμός 1049/2001 και η πρόσβαση ή η άρνηση πρόσβασης στο εν λόγω έγγραφο να ακολουθεί τους κανόνες που ορίζονται σε αυτόν. Αυτό ισχύει τόσο για τα δικαστικά έγγραφα όσο και για κάθε άλλο έγγραφο. Αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, στην απόφαση API, το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι η πρόσβαση στα υπομνήματα της Επιτροπής, τα οποία είναι δικαστικά έγγραφα, θα πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του εν λόγω κανονισμού.
28. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εκπληκτικό και λυπηρό το γεγονός ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή υιοθέτησε τη θέση ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται στα υπομνήματα τρίτων ενώπιον του Δικαστηρίου που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής. Η θέση αυτή δεν συνάδει με τις αρχές στις οποίες βασίζεται ο κανονισμός 1049/2001 και με τη ρητή διατύπωση του εν λόγω κανονισμού, όπως επισημαίνεται ανωτέρω.
29. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στη σκέψη 100 της απόφασης API, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρόσβαση στα υπομνήματα που του υποβλήθηκαν θα έθετε υπό αμφισβήτηση «το σύστημα των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν τις δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της ΕΕ»(η υπογράμμιση δική μου). Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την ερμηνεία του καταγγέλλοντος ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε σαφώς σε εν εξελίξει διαδικασίες κατά τη διάρκεια των οποίων, πράγματι, οι εσωτερικοί κανόνες του Δικαστηρίου προβλέπουν ότι αντίγραφα διαδικαστικών εγγράφων πρέπει να επιδίδονται μόνο στους διαδίκους. Όπως προαναφέρθηκε, τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων δεν αφορούν εν εξελίξει διαδικασίες.
30. Ωστόσο, μολονότι τα δικαστικά έγγραφα δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001, το περιεχόμενο και η φύση τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη γνωστοποίηση, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση API. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τόσο ο κανονισμός 1049/2001 όσο και το άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ [11] επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, δηλαδή να διασφαλιστεί ότι η πρόσβαση στα έγγραφα δεν υπονομεύει την προστασία των δικαστικών διαδικασιών [12]. Έκρινε επίσης [13] ότι υπάρχει «γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση των υπομνημάτων που κατατέθηκαν από ένα από τα θεσμικά όργανα σε δικαστικές διαδικασίες θα έθιγε την προστασία των εν λόγω διαδικασιών, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού αριθ. 1049/2001, ενόσω οι εν λόγω διαδικασίες εξακολουθούν να εκκρεμούν»(η υπογράμμιση δική μου). Ωστόσο, εάν η διαδικασία έχει ήδη περατωθεί, «δεν υπάρχουν πλέον λόγοι να υποτεθεί ότι η δημοσιοποίηση των υπομνημάτων θα έθιγε τις δικαστικές δραστηριότητες του Δικαστηρίου ...»[14] Τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τρεις υποθέσεις που περατώθηκαν πολύ πριν ο καταγγέλλων υποβάλει την αίτησή του για πρόσβαση. Ως εκ τούτου, η γνωστοποίησή τους δεν θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία.
31. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμοζόταν πλήρως στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και, κατά την αξιολόγηση του εν λόγω αιτήματος, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει τη διαδικασία που ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό. Αυτό περιελάμβανε την υποχρέωση της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού, να διαβουλεύεται με το Δικαστήριο σχετικά με τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, στο μέτρο που τα παρέλαβε από το Δικαστήριο και ήταν, ως τέτοια, «δικαστικά έγγραφα». Σημαίνει επίσης ότι, σε περίπτωση που έχει χορηγηθεί πρόσβαση, θα πρέπει να έχει μορφή που να αντιστοιχεί στην «προτίμηση του αιτούντος», εφόσον υπάρχει, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού.
32. Η παράλειψη της Επιτροπής να αξιολογήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001 και, σε περίπτωση που του χορηγηθεί πρόσβαση, να του παράσχει έκδοση PDF όλων των δημοσιοποιηθέντων εγγράφων, όπως ζήτησε, συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Λαμβανομένης υπόψη της θέσης που υιοθέτησε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει εύλογη προοπτική επίτευξης φιλικής λύσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει κατωτέρω σχέδιο σύστασης.
Β. Το σχέδιο σύστασης
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει i) εάν είναι αναγκαίο, να διαβουλεύεται με το Δικαστήριο όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού, και ii) σε περίπτωση που παρέχεται πρόσβαση, να δημοσιοποιεί τα έγγραφα με τη μορφή που προτιμά ο καταγγέλλων, εάν είναι διαθέσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Οκτωβρίου 2012. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 2 Αυγούστου 2012
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
[2] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[3] Υπόθεση 279/80 Alfred John Webb [1981] Συλλογή 3305.
[4] Υπόθεση C-113/89 Rush Portuguesa Ltd κατά Office national d'immigration [1990] Συλλογή I-1417.
[5] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/81 και 63/81 Seco και Desquenne &· Giral κατά Etablissement d'assurance contre la vieillesse et l'invalidité [1982] Συλλογή 223.
[6] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07P Σουηδία και API κατά Επιτροπής, C-528/07P API κατά Επιτροπής και C-532/07P Επιτροπή κατά API, Συλλογή 2010, σ. I-8533.
[7] Άρθρο 20 παράγραφος 2: «Η γραπτή διαδικασία συνίσταται στη γνωστοποίηση στους διαδίκους και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης των οποίων οι αποφάσεις αμφισβητούνται, των αιτήσεων, των υπομνημάτων, των υπομνήματων αντικρούσεως και των παρατηρήσεων, και των απαντήσεων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και όλων των προς υποστήριξη εγγράφων και εγγράφων ή επικυρωμένων αντιγράφων τους.»
[8] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1700/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 354/83 για το άνοιγμα στο κοινό των ιστορικών αρχείων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2003, L 243, σ. 1).
[9] Αιτιολογική σκέψη 4.
[10] Άρθρο 1 παράγραφος 3.
[11] Πρώην άρθρο 255 ΕΚ.
[12] Βλ. σκέψη 84 της απόφασης API, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι: «[ε]πομένως, τόσο από το άρθρο 255 ΕΚ όσο και από τον κανονισμό 1049/2001 προκύπτει ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας όσον αφορά τις δικαστικές δραστηριότητες επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό: δηλαδή, επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων δεν υπονομεύει την προστασία των δικαστικών διαδικασιών».
[13] Παράγραφος 94.
[14] Παράγραφος 131.