Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 112 αποτελέσματα

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 790/2013/EIS κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Δευτέρα | 13 Οκτωβρίου 2014

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής να κλείσει τον φάκελό της σχετικά με καταγγελία επί παραβάσει κατά της Φινλανδίας, στην οποία προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι η Φινλανδία εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος ανδρών σε προαιρετικά επικουρικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η θέση της Επιτροπής δεν ήταν συνεπής, δεδομένου ότι είχε κινήσει δύο παρόμοιες διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ δεν το έπραξε στην περίπτωση της Φινλανδίας. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση της ότι δεν ήταν σαφές αν το Δικαστήριο θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σχετικό φινλανδικό δίκαιο παραβιάζει το δίκαιο της ΕΕ.

Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση της, ασκώντας έτσι τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει κατά την εξέταση καταγγελιών επί παραβάσει. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα και περάτωσε την υπόθεση.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 104/2010/(IP)EIS κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Παρασκευή | 21 Δεκεμβρίου 2012

Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός υπήκοος που διαμένει στη Γερμανία. Ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του υπήρξε θύμα διάκρισης στην απασχόληση στη Γερμανία λόγω ηλικίας και ιθαγένειας, διότι μια εταιρεία στην οποία είχε υποβάλει αίτηση για θέση εργασίας δεν την προσέλαβε. Μετά την ανεπιτυχή έκβαση των δικαστικών διαδικασιών, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ισχυριζόμενος ότι οι γερμανικές αρχές δεν μετέφεραν ορθά στην εθνική έννομη τάξη οδηγία της ΕΕ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε i) να καταχωρίσει την καταγγελία του για παράβαση, ii) να την εξετάσει αναλόγως και iii) να παράσχει πειστικούς λόγους για τους οποίους δεν παρενέβη στην υπόθεσή του.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε καταχωρίσει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος λίγες ημέρες μετά την παραλαβή της. Εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν γνωστοποίησε προηγουμένως στον καταγγέλλοντα την πρόθεσή της να θέσει την καταγγελία του για παράβαση στο αρχείο και ότι δεν τον ενημέρωσε για την περάτωση της υπόθεσης. Επιπλέον, η Επιτροπή εξήγησε ότι η Γερμανία είχε μεταφέρει την προαναφερθείσα οδηγία στο εθνικό της δίκαιο με κατάλληλο και έγκαιρο τρόπο και παρέθεσε συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους δεν υπήρχε ανάγκη κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει βάσει των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος.

Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε πράγματι καταχωρίσει την καταγγελία παράβασης, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση εν προκειμένω. Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, καμία περαιτέρω έρευνα δεν ήταν δικαιολογημένη, διότι η Επιτροπή εξέθεσε συγκεκριμένους και πειστικούς λόγους προς στήριξη της θέσεώς της κατά τη διάρκεια της έρευνας. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ούτε ενημέρωσε εκ των προτέρων τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την καταγγελία του για παράβαση στο αρχείο ούτε τον ενημέρωσε για το κλείσιμο της υπόθεσης. Επιπλέον, δεν ζήτησε συγγνώμη για την παράλειψη αυτή. Ως εκ τούτου, προέβη σε επικριτική παρατήρηση.

Απόφαση στην υπόθεση 2466/2011/ER - Εικαζόμενη παράνομη παράταση της προθεσμίας για την έγκριση απόφασης επί επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα

Παρασκευή | 12 Οκτωβρίου 2012

Ο ενδιαφερόμενος είναι ιταλός πολίτης, ο οποίος, το 2009, υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφορά σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας  89/391/ΕΟΚ για την ασφάλεια των εργαζομένων από την Ιταλία. Τον Σεπτέμβριο του 2011, η Επιτροπή αποφάσισε να απευθύνει επίσημη προειδοποιητική επιστολή στην Ιταλία. Όταν στη συνέχεια ο ενδιαφερόμενος αιτήθηκε πρόσβαση στην εν λόγω επιστολή επί τη βάσει του κανονισμού  1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα. Μετά την υποβολή επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης, η Επιτροπή πληροφόρησε τον ενδιαφερόμενο ότι η αίτησή του τελούσε υπό εξέταση, πλην όμως δεν είχε στη διάθεσή της όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να προβεί στην τελική της εκτίμηση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό  1049/2001, είχε παρατείνει την προθεσμία λήψης απόφασης επί της επιβεβαιωτικής αίτησης του ενδιαφερομένου κατά 15 εργάσιμες ημέρες.

Στην αναφορά του ενώπιον του Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέτεινε την προθεσμία λήψης απόφασης επί της επιβεβαιωτικής αιτήσεώς του για πρόσβαση. Στις 30 Ιανουαρίου 2012, ο Διαμεσολαβητής άρχισε να διεξάγει έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό του ενδιαφερομένου και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη συναφώς έως τις 31 Μαρτίου 2012. Ακολούθως, η Επιτροπή ζήτησε την παράταση της προθεσμίας υποβολής της γνώμης της έως τις 30 Απριλίου 2012. Ο Διαμεσολαβητής ικανοποίησε το αίτημά της, ταυτόχρονα όμως πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιφυλασσόταν του δικαιώματός του να συνεχίσει την έρευνά του επί τη βάσει των πληροφοριών που του είχαν ήδη προσκομισθεί σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν συμμορφωνόταν προς τη νέα προθεσμία. Κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης του Διαμεσολαβητή, τον Ιούνιο του 2012, δεν είχε ακόμη διαβιβασθεί η γνώμη της Επιτροπής.

Ο Διαμεσολαβητής σχημάτισε την εντύπωση ότι οι πληροφορίες που είχαν ήδη τεθεί στη διάθεσή του ήταν επαρκείς για τον χειρισμό της παρούσας αναφοράς, η οποία αφορούσε μόνο την παράταση της προθεσμίας απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση και όχι την επί της ουσίας απόφαση που απέρριπτε το αίτημα πρόσβασης. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψη πρόσθετων μέτρων έρευνας ή η περαιτέρω αναμονή της γνώμης της Επιτροπής.

Σε ό,τι αφορά στην ουσία της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε ότι ο κανονισμός  1049/2001 θεσπίζει δεσμευτικές προθεσμίες, καθώς και ότι δυνατότητα εξαιρέσεων προβλέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σε περιπτώσεις στις οποίες η απάντηση προς τον αιτούντα χρήζει εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην παρούσα περίπτωση, η Επιτροπή περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν έχει ακόμη στη διάθεσή της όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να προβεί στην τελική της εκτίμηση. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η δήλωση αυτή προφανώς δεν αρκούσε για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή βρισκόταν αντιμέτωπη με μια εξαιρετική περίπτωση, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την παράταση της προθεσμίας λήψης απόφασης. Η απλή αναφορά της Επιτροπής στην ανάγκη παράτασης του χρόνου συγκέντρωσης των σχετικών πληροφοριών δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του κανονισμού  1049/2001, ιδίως δε με την απαίτηση περί εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέτεινε την προθεσμία λήψης απόφασης επί της επιβεβαιωτικής αίτησης του ενδιαφερομένου και ότι η ενέργειά της συνιστά κρούσμα κακοδιοίκησης. Ακολούθως, περάτωσε την υπόθεση διατυπώνοντας επικριτική παρατήρηση.