Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 230/2011/(TS)EIS κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 230/2011/EIS - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 16 Μαρτίου 2011 - Απόφαση στις Παρασκευή | 12 Οκτωβρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Επικριτική παρατήρηση )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της καταγγελίας επί παραβάσει 2004/4404 κατά της Φινλανδίας, σχετικά με ισχυρισμό περί διάκρισης εις βάρος ανδρών σε προαιρετικά επικουρικά συνταξιοδοτικά συστήματα.
2. Μετά την προσχώρηση της Φινλανδίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο την 1η Ιανουαρίου 1994, η Φινλανδία έπρεπε να εξισώσει τις συνταξιοδοτικές παροχές για άνδρες και γυναίκες. Για τον σκοπό αυτό, θέσπισε τον νόμο 1038/97 σχετικά με τα μέτρα εξίσωσης στα προαιρετικά επικουρικά συνταξιοδοτικά συστήματα (εφεξής «νόμος περί εξίσωσης»), ο οποίος εφαρμόζεται αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1994. Πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου περί ισότητας, οι γυναίκες μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν μεταξύ των ηλικιών 60 και 63 ετών. Η ηλικία συνταξιοδότησης για τους άνδρες ήταν τα 65 έτη. Ο εξισωτικός νόμος έδωσε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες τη δυνατότητα να επιλέξουν χαμηλότερη ή υψηλότερη ηλικία συνταξιοδότησης.
3. Στις 28 Μαρτίου 2002, ο Φινλανδός Διαμεσολαβητής για την Ισότητα υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Επιτροπή. Στην καταγγελία της, επισήμανε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο υπολογισμός των συνταξιοδοτικών παροχών βάσει του νόμου περί ίσης μεταχειρίσεως είχε δυσμενή αποτελέσματα για τους άνδρες εργαζομένους σε σύγκριση με τις γυναίκες ομόλογές τους. Αν ένας άνδρας επέλεγε να συνταξιοδοτηθεί νωρίτερα βάσει της νέας ρυθμίσεως, η περίοδος απασχολήσεώς του πριν από το 1994 δεν θα λαμβανόταν υπόψη, ενώ αν μια γυναίκα το έπραττε, η περίοδος αυτή θα λαμβανόταν υπόψη. Έτσι, ένας άνδρας εργαζόμενος με ιστορικό απασχολήσεως που αρχίζει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και επιλέγει μικρότερη ηλικία συνταξιοδοτήσεως θα ελάμβανε, υπό τις ίδιες συνθήκες, μικρότερη σύνταξη από τη γυναίκα ομόλογό του. Στην καταγγελία της για παράβαση, ο Φινλανδός Διαμεσολαβητής για την Ισότητα έθεσε το ζήτημα κατά πόσον ο εξισωτικός νόμος είναι σύμφωνος με το νυν άρθρο 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ») και το σχετικό παράγωγο δίκαιο [οδηγία 2006/54/ΕΚ [1], η οποία αντικατέστησε την πρώην οδηγία 86/378/ΕΟΚ [2]].
4. Μετά από ανταλλαγή επιστολών με τη φινλανδική κυβέρνηση, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει το 2004. Η Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στη Φινλανδία τον Ιανουάριο του 2005, την οποία ακολούθησε συμπληρωματική προειδοποιητική επιστολή τον Οκτώβριο του 2006. Τον Ιούνιο του 2007, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη, την οποία ακολούθησε συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη τον Σεπτέμβριο του 2008.
5. Οι καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση είναι δύο Φινλανδοί άνδρες, ο K και ο S, των οποίων τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μπορούν να επηρεαστούν από την έκβαση της καταγγελίας επί παραβάσει 2004/4404. Ο S εκπροσωπεί επίσης τον P, ο οποίος είναι ο καταγγέλλων στην αρχική υπόθεση που υποβλήθηκε στον Φινλανδό Διαμεσολαβητή για την Ισότητα. Τον Οκτώβριο του 2010, ο κ. S επικοινώνησε με την Επιτροπή για να καταγγείλει ότι, μέχρι τότε, η Επιτροπή δεν είχε ασκήσει προσφυγή κατά της Φινλανδίας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «Δικαστήριο») στην υπόθεση 2004/4404.
6. Την 1η Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή απάντησε στον S., επισημαίνοντας ότι η υπόθεση ήταν περίπλοκη. Για τον λόγο αυτό, δεν ήταν δυνατό να δοθεί καμία ένδειξη ως προς το πότε θα ληφθεί η απόφαση σχετικά με τα επόμενα βήματα ή ποιο θα είναι το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης. Εξήγησε επίσης ότι είχε τρεις επιλογές: (i) να εκδώσει δεύτερη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, (ii) να αποφασίσει να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο ή (iii) να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
7. Στις 14 Ιανουαρίου 2011, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
Ισχυρισμός
Η Επιτροπή δεν έλαβε απόφαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με την παραπομπή ή μη της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διεκδίκηση
Η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Η έρευνα
9. Στις 16 Μαρτίου 2011, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση των καταγγελλόντων. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 27 Σεπτεμβρίου 2011. Αφού έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να εξετάσει τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει 2004/4404, καθώς και φακέλους σχετικά με άλλες καταγγελίες επί παραβάσει κατά άλλων κρατών μελών στους οποίους αναφερόταν η Επιτροπή στη γνώμη της και τους οποίους είχε αποφασίσει να κλείσει πριν από κάποιο χρονικό διάστημα. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν τον έλεγχο στις 14 Νοεμβρίου 2011. Η γνώμη της Επιτροπής και αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου διαβιβάστηκαν στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων.
10. Στις 7 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, στις 24 Νοεμβρίου 2011, αποφάσισε να περατώσει την υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 κατά της Φινλανδίας.
11. Την ίδια ημέρα, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διαβίβασαν αντίγραφο της προαναφερθείσας επιστολής της Επιτροπής στους καταγγέλλοντες, οι οποίοι έλαβαν υπόψη την επιστολή αυτή κατά την υποβολή των παρατηρήσεών τους στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
12. Για να αποφευχθούν τυχόν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το πεδίο της παρούσας έρευνας περιορίζεται στην αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα του χρονικού διαστήματος που χρειάστηκε η Επιτροπή για τη διεκπεραίωση της καταγγελίας παράβασης 2004/4404.
13. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή έχει, εν τω μεταξύ, εκδώσει απόφαση για την περάτωση της καταγγελίας παράβασης. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες προέβαλαν ορισμένα επιχειρήματα σχετικά με το βάσιμο της απόφασης της Επιτροπής και υποστήριξαν τα ακόλουθα. Πρώτον, αφού το Δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας σε παρόμοιες υποθέσεις, η Επιτροπή προφανώς άλλαξε την προσέγγισή της στις εκκρεμείς υποθέσεις κατά άλλων κρατών μελών. Με τον λόγο που προέβαλε στην υπόθεση κατά της Ελλάδας το 2007, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα επιχειρήματα των κρατών μελών σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις στο κόστος των εθνικών προϋπολογισμών είναι άνευ αντικειμένου. Ωστόσο, τελικά, οι επιπτώσεις στο κόστος ήταν προφανώς ένας από τους κύριους λόγους στους οποίους βασίστηκε η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 κατά της Φινλανδίας. Αντιθέτως, οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή σχετικά με τις εν λόγω επιπτώσεις στο κόστος ήταν υποθετικές και οριακές. Δεύτερον, οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν επίσης σε έναν άλλο λόγο που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να περατώσει την υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404. Αυτό ήταν ότι ήθελε να είναι συνεπής με άλλες παρόμοιες υποθέσεις παράβασης στις οποίες δεν είχε ζητήσει από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να διορθώσουν αναδρομικά την εσφαλμένη εφαρμογή και στις οποίες τα μέρη που υπέστησαν διακρίσεις δεν είχαν αποζημιωθεί. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για την περάτωση της υπόθεσης κατά της Φινλανδίας ήταν τεχνητοί, δεδομένου ότι στην καταγγελία επί παραβάσει 2004/4404 δεν είχε ζητηθεί οικονομική αντιστάθμιση. Τρίτον, οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν επίσης τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο, ενώ σε παρόμοιες υποθέσεις κατά άλλων κρατών μελών το έπραξε επιτυχώς. Τέλος, ζήτησαν από τον Διαμεσολαβητή να επαληθεύσει κατά πόσον οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να περατώσει την υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 ήταν επαρκείς και νομικά έγκυροι.
14. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του, πριν από τις καταγγελίες που του υποβάλλονται πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς το οικείο θεσμικό όργανο. Μολονότι είναι αληθές ότι, στην απάντησή του της 26ης Οκτωβρίου 2011 στην επιστολή της Επιτροπής πριν από την περάτωση της υπόθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2011, ένας από τους καταγγέλλοντες, ενεργώντας εξ ονόματος του κ. P, αμφισβήτησε την πρόθεση της Επιτροπής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, δεν φαίνεται ότι οι καταγγέλλοντες έχουν ήδη θέσει στην Επιτροπή όλα ή τουλάχιστον τα περισσότερα από τα ζητήματα που αναφέρονται στο σημείο 13 ανωτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι καταγγέλλοντες δεν έχουν ακόμη προβεί σε όλες τις κατάλληλες διοικητικές ενέργειες προς την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να εξετάσει τα ζητήματα αυτά στην παρούσα απόφασή του. Φυσικά, οι καταγγέλλοντες παραμένουν ελεύθεροι να υποβάλουν νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή εάν, αφού απευθυνθούν στην Επιτροπή, δεν λάβουν ικανοποιητική απάντηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
15. Ως δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στο μέρος των παρατηρήσεών τους που αναφέρεται στην έκθεση ελέγχου, οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι η Επιτροπή δεν υπέβαλε όλα τα σχετικά έγγραφα στους εκπροσώπους του Διαμεσολαβητή κατά την επιθεώρηση των φακέλων. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, όπως αναφέρεται σε αυτήν, η έκθεση ελέγχου απαριθμεί μόνο τα έγγραφα των οποίων οι εκπρόσωποί του αποφάσισαν να λάβουν αντίγραφα κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου δεν είχαν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που θεωρήθηκαν συναφή και, ως εκ τούτου, σε έγγραφα που δεν απαριθμούνται στην έκθεση.
16. Ως τρίτη προκαταρκτική παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν επίσης την πρόθεσή τους να ασκήσουν προσφυγή κατά της Επιτροπής για παράλειψη σύμφωνα με το άρθρο 265 της ΣΛΕΕ. Ανέφεραν ότι θα το πράξουν εξ ονόματος του P, του αρχικού καταγγέλλοντος ενώπιον του Φινλανδού Διαμεσολαβητή για την Ισότητα. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «ζητώντας από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία δυνάμει του άρθρου [258 ΣΛΕΕ], η προσφεύγουσα επιδιώκει στην πραγματικότητα την έκδοση πράξεων που δεν την αφορούν άμεσα και ατομικά [...], οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να προσβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως». Μια «προσφυγή είναι απαράδεκτη στο μέτρο που αποσκοπεί στη διαπίστωση της παραλείψεως της Επιτροπής και του παράνομου χαρακτήρα της παραλείψεώς της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου [258] της [ΣΛΕΕ]» [3].
17. Είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού ο ισχυρισμός και ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων.
Α. Όσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης από την Επιτροπή
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
18. Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν έλαβε απόφαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με την παραπομπή ή μη του θέματος στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ. Υποστήριξαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει αμέσως απόφαση.
19. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει αν η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί από παραπομπή στο Δικαστήριο. Η Επιτροπή έχει το «δικαίωμα, αλλά όχι το καθήκον, να προσφύγει στο Δικαστήριο για να διαπιστώσει ότι το οικείο κράτος μέλος έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του» βάσει του δικαίου της ΕΕ [4]. Η Επιτροπή τόνισε περαιτέρω, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου [5], ότι «οι κανόνες του άρθρου 169 [νυν άρθρου 258 της ΣΛΕΕ] της Συνθήκης πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς την αντίστοιχη υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, εκτός εάν η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 169 [νυν άρθρο 258 της ΣΛΕΕ] είναι ικανή να καταστήσει δυσχερέστερη για το οικείο κράτος μέλος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, να προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας». Επιπλέον, η Επιτροπή τόνισε ότι διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία «αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτούν από αυτό να λάβει συγκεκριμένη θέση»[6], και ότι «δεν εναπόκειται καν στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε με σύνεση».
20. Στη γνώμη της (η οποία προηγήθηκε της απόφασής της να περατώσει την υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404), η Επιτροπή παραδέχθηκε επίσης ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν ελήφθη επίσημη απόφαση μετά τον Σεπτέμβριο του 2008. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι οι υπηρεσίες της επεξεργάζονταν συνεχώς τον φάκελο έκτοτε. Στις αρχές του 2011, η Επιτροπή ζήτησε από τη Φινλανδία να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, πράγμα που έπραξε η φινλανδική κυβέρνηση στα τέλη Μαρτίου 2011. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν είχε πολύ καιρό πριν περατώσει αρκετές παρόμοιες διαδικασίες επί παραβάσει σχετικά με άνισα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και ηλικία συνταξιοδότησης στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Στις περιπτώσεις αυτές, διακυβεύονταν επίσης ζητήματα αναδρομικότητας και εξισωτικών μέτρων για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση ήταν περίπλοκη και έπρεπε να υιοθετήσει μια προσέγγιση σύμφωνη με την προσέγγισή της σε όλες τις παρόμοιες υποθέσεις κατά των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών.
21. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επισήμαναν εν συντομία τα ακόλουθα ζητήματα. Πρώτον, τόνισαν ότι η Επιτροπή διέθετε επαρκείς πληροφορίες για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο φινλανδικός εξισωτικός νόμος παραβίαζε το δίκαιο της ΕΕ. Όταν κίνησε τη διαδικασία επί παραβάσει, η Επιτροπή έκρινε ότι η εικαζόμενη διάκριση της Φινλανδίας εις βάρος των ανδρών μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί. Ωστόσο, κάποια στιγμή μετά το 2009, η Επιτροπή προφανώς άλλαξε τη θέση της. Δεύτερον, η Επιτροπή προσφάτως προσέφυγε στο Δικαστήριο με επιτυχία σε δύο παρόμοιες υποθέσεις, μία κατά της Ιταλίας [7] και μία κατά της Ελλάδας [8]. Στις δύο αυτές υποθέσεις, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οικεία κράτη μέλη, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι όροι συνταξιοδότησης ποικίλλουν ανάλογα με το αν οι υπάλληλοι είναι άνδρες ή γυναίκες, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 141 ΕΚ [9]. Η υπόθεση κατά της Ιταλίας ήταν ουσιαστικά πανομοιότυπη με εκείνη κατά της Φινλανδίας. Δεν υπήρχε νομικός λόγος να αντιμετωπιστεί η φινλανδική υπόθεση διαφορετικά από την ιταλική. Εξάλλου, στην απόφασή του στην υπόθεση Niemi [10], το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά την διαφοροποιημένη ανάλογα με το φύλο ηλικία συνταξιοδότησης, ότι «σύνταξη όπως αυτή που καταβάλλεται σύμφωνα με [τον φινλανδικό νόμο περί κρατικών συντάξεων] εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 της Συνθήκης [νυν άρθρο 157 της ΣΛΕΕ]». Οι απόψεις του P σχετικά με την επιστολή πριν από την περάτωση της υπόθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2011 δεν ελήφθησαν υπόψη.
22. Τέλος, οι καταγγέλλοντες επεσήμαναν ότι, σύμφωνα με το σημείο 8 της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (εφεξής «ανακοίνωση της Επιτροπής»)[11], η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξει σε απόφαση είτε για τη λήψη περαιτέρω μέτρων είτε για την περάτωση της υπόθεσης εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Ωστόσο, από τον Σεπτέμβριο του 2008, η Επιτροπή δεν είχε λάβει καμία απόφαση στην προκειμένη περίπτωση.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
23. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι καταγγελίες πολιτών αποτελούν ουσιαστικό μέσο για την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ. Επιτρέπουν στην Επιτροπή να εκπληρώνει αποτελεσματικά τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών.
24. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι η ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 157 της ΣΛΕΕ. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ηλικία συνταξιοδότησης καθώς και οι παροχές που σχετίζονται με συνταξιοδοτικά δικαιώματα και άλλα δικαιώματα πρέπει να είναι οι ίδιες για τους άνδρες και τις γυναίκες [12].
25. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση καταγγελιών που υποβάλλονται από πολίτες και δεν υποχρεούται να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει σε κάθε περίπτωση παραβίασης του δικαίου της ΕΕ από κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, οι πολίτες δεν έχουν το δικαίωμα να απαιτούν από την Επιτροπή να λαμβάνει συγκεκριμένη θέση όσον αφορά την ουσία των καταγγελιών τους για παράβαση [13].
26. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια δεν σημαίνει σαφώς ότι, κατά τον χειρισμό των καταγγελιών για παραβάσεις, είναι απαλλαγμένη από περιορισμούς που απορρέουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα και από τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει το δικαίωμα χρηστής διοίκησης. Από τη διατύπωση του άρθρου 41 παράγραφος 1 του Χάρτη προκύπτει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην εξέταση των υποθέσεών του [...] εντός ευλόγου προθεσμίας από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης».
27. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στην ανακοίνωση της Επιτροπής, η Επιτροπή ανέλαβε ορισμένες δεσμεύσεις όσον αφορά τον χειρισμό των καταγγελιών για παραβάσεις. Το σημείο 8 της ανακοίνωσης προβλέπει ότι «κατά γενικό κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξουν σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή για την περάτωση της υπόθεσης το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας». Ο Διαμεσολαβητής έχει επανειλημμένα την άποψη ότι η διάταξη αυτή σημαίνει ότι η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ολοκληρώσει την έρευνα και να αποφασίσει εάν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει ή θα θέσει την υπόθεση στο αρχείο, εντός ενός έτους. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να χρειαστεί περισσότερος χρόνος σε ορισμένες περιπτώσεις [14]. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την τελευταία πρόταση του σημείου 8, σύμφωνα με την οποία «σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, η υπηρεσία της Επιτροπής που είναι αρμόδια για την υπόθεση ενημερώνει εγγράφως τον καταγγέλλοντα».
28. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής κατέστησε σαφές ότι η υπέρβαση της προθεσμίας του ενός έτους δικαιολογείται μόνο εάν η Επιτροπή παράσχει συγκεκριμένους και βάσιμους λόγους για την καθυστέρηση [15] και, σε κάθε περίπτωση, εάν εξακολουθεί να διερευνά την υπόθεση. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διακριτική της ευχέρεια για να δικαιολογήσει τη διοικητική της αδυναμία να ενεργήσει [16].
29. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Φινλανδός Διαμεσολαβητής για την Ισότητα υπέβαλε την καταγγελία επί παραβάσει 2004/4404 στις 28 Μαρτίου 2002. Η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Φινλανδίας το 2004. Στις 24 Νοεμβρίου 2011, ήτοι επτά και πλέον έτη μετά την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας, αποφάσισε να θέσει στο αρχείο την καταγγελία λόγω παραβάσεως. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε δύο διαφορετικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την υπέρβαση της προθεσμίας του ενός έτους για τη λήψη απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης: πρώτον, ότι τα επίμαχα ζητήματα ήταν δύσκολα και περίπλοκα και απαιτούσαν ιδιαίτερα διεξοδική ανάλυση· και δεύτερον, ότι, πριν από τη λήψη περαιτέρω μέτρων, ήταν σκόπιμο η Επιτροπή να υιοθετήσει μια προσέγγιση που να συνάδει με την προσέγγισή της σε όλες τις παρόμοιες υποθέσεις κατά άλλων κρατών μελών σχετικά με την αναδρομικότητα των μέτρων εξίσωσης για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
30. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τεκμηρίωσε την άποψή της ότι η υπόθεση ήταν περίπλοκη. Ωστόσο, από την ανάλυση του επιθεωρηθέντος φακέλου προέκυψε ότι πολλά από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήταν πράγματι περίπλοκα από πραγματική και νομική άποψη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση ήταν πολύπλοκα. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα μιας υπόθεσης καθαυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στον χειρισμό καταγγελίας παράβασης, εάν προκύψει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα κατά τον χρόνο που είχε στη διάθεσή της.
31. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, παρά την αναγνωρισμένη πολυπλοκότητα της υπό εξέταση υπόθεσης, από την εξέταση του φακέλου προέκυψε ότι τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή από τον Νοέμβριο του 2008 έως τον Νοέμβριο του 2011 ήταν μάλλον περιορισμένα. Εκτός από τα εσωτερικά σημειώματα και την αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στο σημείο 20 ανωτέρω, η Επιτροπή φαίνεται να απέστειλε οκτώ εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ορισμένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις φινλανδικές αρχές κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. Επιπλέον, μόλις το 2011, αφού ένας από τους καταγγέλλοντες απευθύνθηκε εκ νέου σε αυτήν τον Οκτώβριο του 2010, η Επιτροπή επικοινώνησε εκ νέου με τις φινλανδικές αρχές.
32. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι το αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών που υπέβαλε η Επιτροπή στη Φινλανδία τον Ιανουάριο του 2011 ήταν πραγματικά απαραίτητο για να λάβει θέση σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει 2004/4404. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η απάντηση της Φινλανδίας στο αίτημα παροχής πληροφοριών της Επιτροπής απλώς επιβεβαίωσε ορισμένα στατιστικά και εθνικά οικονομικά στοιχεία. Εάν ήταν πράγματι αναγκαίο να υποβληθεί νέο αίτημα στις φινλανδικές αρχές, ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα νωρίτερα. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι η εικαζόμενη παράβαση γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή το 2002, ενώ η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση μόλις στις 24 Νοεμβρίου 2011. Εξάλλου, η Επιτροπή εξακολούθησε να ασχολείται με την υπόθεση ακόμη και μετά την έκδοση αποφάσεων του Δικαστηρίου κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας στις υποθέσεις που αναφέρονται στις υποσημειώσεις 7 και 8 ανωτέρω. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η πολυπλοκότητα των ζητημάτων δεν δικαιολογούσε την καθυστέρηση στην υπό εξέταση υπόθεση.
33. Όσον αφορά το δεύτερο από τα δύο επιχειρήματα που αναφέρονται στο σημείο 29 ανωτέρω (συνέπεια με άλλες παρόμοιες διαδικασίες επί παραβάσει), τα μέρη διαφωνούν ως προς το αν το επιχείρημα της Επιτροπής ότι επεδίωκε να παραμείνει συνεπές σε σχέση με άλλες παρόμοιες διαδικασίες επί παραβάσει κατά άλλων κρατών μελών μπορεί να δικαιολογήσει τον χρόνο που χρειάστηκε το θεσμικό όργανο για να αποφασίσει σχετικά με την παρούσα υπόθεση επί παραβάσει. Η Επιτροπή υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι έκρινε αναγκαία τη σύγκριση με τις άλλες υποθέσεις, δεδομένου ότι i) η υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 και οι άλλες υποθέσεις επί παραβάσει αφορούσαν όλες άνισα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και ηλικία συνταξιοδότησης στις επαγγελματικές συντάξεις, καθώς και αναδρομικά μέτρα για συνταξιοδοτικά δικαιώματα, και ii) η Επιτροπή έπρεπε να υιοθετήσει συνεκτική προσέγγιση σε όλες τις σχετικές υποθέσεις.
34. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι έχει την άποψη ότι, προκειμένου να αντιδράσει με συνέπεια στα ίδια είδη παραβάσεων και να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση, η Επιτροπή πρέπει να αναλύσει παρόμοιες υποθέσεις κατά άλλου κράτους μέλους προτού λάβει θέση. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει επίσης ότι, ως εκ τούτου, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή αιτιολόγηση του επιχειρήματος ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για την εξαγωγή τελικού συμπεράσματος [17]. Ωστόσο, όταν επικαλείται ένα τέτοιο επιχείρημα, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές της χρηστής διοικήσεως. Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι, κατά την υιοθέτηση μιας «συνεκτικής προσέγγισης», η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των πολιτών. Επιπλέον, η εφαρμογή μιας «συνεκτικής προσέγγισης» δεν πρέπει να οδηγήσει σε περιττές καθυστερήσεις στην απόφαση της Επιτροπής [18].
35. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε ούτε απέδειξε τους λόγους για τους οποίους η ανάγκη συνοχής την εμπόδισε να λάβει απόφαση νωρίτερα. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 κατά της Φινλανδίας και οι άλλες σχετικές υποθέσεις επί παραβάσει κατά της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Δανίας ήγειραν ζητήματα αναδρομικότητας και «μεταβατικής ανισότητας». Η Επιτροπή διερεύνησε επίσης όλες τις υποθέσεις ουσιαστικά ταυτόχρονα. Ωστόσο, ακόμη και αν υπήρχε πράγματι ανάγκη συνοχής, φαίνεται ότι η ανάγκη αυτή δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της Επιτροπής να λάβει απόφαση στην παρούσα υπόθεση. Ως προς αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρεται στο σημείο 32 ανωτέρω, η υπόθεση επί παραβάσει 2004/4404 τέθηκε υπόψη της Επιτροπής το 2002, αλλά ήταν η τελευταία από τις πέντε παρόμοιες υποθέσεις επί παραβάσει που περατώθηκαν. Επιπλέον, όσον αφορά τις υποθέσεις κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας, η Επιτροπή τις προσέφυγε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 2007 και στις 17 Δεκεμβρίου 2007 αντίστοιχα, και το Δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις το 2008 και το 2009 αντίστοιχα. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η διαδικασία επί παραβάσει 2004/4404 παρέμεινε ανοικτή και περατώθηκε μόλις στις 24 Νοεμβρίου 2011, δηλαδή περισσότερο από δύο έτη μετά την έκδοση της τελευταίας από τις δύο αυτές αποφάσεις.
36. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να παράσχει βάσιμους λόγους για την έκδοση απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης 2004/4404 μόλις στα τέλη του 2011, δηλαδή πάνω από επτά έτη μετά την έναρξη της έρευνας της Επιτροπής. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
37. Όταν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης, απευθύνει, κατά περίπτωση, πρόταση φιλικής λύσης ή σχέδιο σύστασης στο οικείο θεσμικό όργανο. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση για την περάτωση της καταγγελίας επί παραβάσει 2004/4404. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να υποβληθεί πρόταση φιλικής λύσης ή σχέδιο σύστασης όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης. Αυτό δεν επηρεάζει το συμπέρασμα που συνάγεται ανωτέρω ότι η Επιτροπή καθυστέρησε αδικαιολόγητα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική η εξέταση καταγγελιών επί παραβάσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση μόλις επτά έτη μετά την κίνηση της διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Φινλανδίας, χωρίς να παράσχει βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την καθυστέρησή της. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Οι καταγγέλλοντες, η Επιτροπή και ο Φινλανδός Διαμεσολαβητής για την Ισότητα θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 12 Οκτωβρίου 2012
[1] Οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23).
[2] Οδηγία 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40).
[3] Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση 247/87 Star Fruit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψεις 11 και 13, και υπόθεση T-13/94 Century Oils Hellas AE κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-431, σκέψεις 14 και 16.
[4] υπόθεση C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. I-275, σκέψη 24· Υπόθεση 247/87 Star Fruit κατά Επιτροπής, που αναφέρεται στην υποσημείωση 3 ανωτέρω, σκέψη 12· Υπόθεση C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 46.
[5] Υπόθεση C-96/89 Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [1991] Συλλογή I-2461 σκέψεις 15 και 16 και υπόθεση C-207/97 Επιτροπή κατά Βελγίου, που αναφέρεται στην υποσημείωση 4 ανωτέρω, σκέψη 25.
[6] Υπόθεση T-571/93, Lefebvre frères et soeurs κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2379, σκέψη 60.
[7] Υπόθεση C-46/07 Επιτροπή κατά Ιταλίας [2008] Συλλογή I-151.
[8] Υπόθεση C-559/07 Επιτροπή κατά Ελλάδας [2009] Συλλογή I-47.
[9] Το άρθρο 141 ΕΚ αντιστοιχεί στο νυν άρθρο 157 ΣΛΕΕ.
[10] Υπόθεση C-351/00 Niemi [2002] Συλλογή I-7007, σκέψη 56.
[11] ΕΕ 2002, C 244, σ. 5. Η παρούσα ανακοίνωση αντικαταστάθηκε από νέα ανακοίνωση το 2012. Ωστόσο, οι αλλαγές που επήλθαν δεν επηρεάζουν την υπό κρίση υπόθεση.
[12] Βλ., ιδίως, υπόθεση 262/88 Barber, Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψεις 32 έως 35.
[13] Βλ. υποσημείωση 6 ανωτέρω.
[14] Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2944/2004/(GK)(OV)ID, σημείο 1.7, και την απόφασή του επί της καταγγελίας 706/2007/(WP)BEH, σημείο 34.
[15] Βλ. παραπομπές στην προηγούμενη υποσημείωση.
[16] Βλ. επίσης την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1480/2011/MHZ, σημείο 28, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση C-358/97, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2000, σ. I-6301, σημείο 83.
[17] Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1480/2011/MHZ, σημεία 36 και 37.
[18] Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 706/2007/(WP)BEH, σημεία 39 και 40.