FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 846/2010/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η παρούσα υπόθεση αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας παράβασης που της υπέβαλε μέλος της δανικής κοινωνίας των πολιτών σχετικά με τη συμβατότητα με το ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό δίκαιο ενός συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας στη Δανία.

2. Το κύριο ζήτημα στην υπόθεση είναι η ποιότητα των εξηγήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους λόγους για τους οποίους διαπίστωσε ότι η οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2001 για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση («οδηγία ΣΠΕ»)[2] δεν εφαρμοζόταν στο εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας. Η οδηγία ΣΕΠΕ τέθηκε σε ισχύ το 2001. Τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία πριν από τις 21 Ιουλίου 2004 (άρθρο 13). Η υπόθεση αφορά επίσης τις εξηγήσεις της Επιτροπής για την απόφασή της να μην αναλάβει περαιτέρω δράση σε σχέση με την εικαζόμενη παραβίαση από τη Δανία της οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων («οδηγία ΕΠΕ»)[3] και της οδηγίας της για τους οικοτόπους [4] όσον αφορά το σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας. Επιπλέον, αφορά την παράλειψη της Επιτροπής να καλέσει τον καταγγέλλοντα σε συνάντηση που πραγματοποίησε με τις δανικές αρχές σχετικά με τα ζητήματα που θίγονται στην καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.

3. Το εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας είναι ένα σύστημα που το δανικό κοινοβούλιο άρχισε να εξετάζει στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Αφορά μια σύνδεση μεταξύ των πόλεων της Κοπεγχάγης και της Ringsted. Η σιδηροδρομική γραμμή αποτελεί μέρος του δικτύου που συνδέει την πρωτεύουσα με την υπόλοιπη Δανία και τις γειτονικές χώρες της ΕΕ.

4. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης στη δεκαετία του 1990 ήταν άκαρπες. Στις αρχές του 2000, το Κοινοβούλιο της Δανίας άρχισε να μελετά εκ νέου το θέμα. Στα τέλη του 2003, αποφασίστηκε πολιτικά η διενέργεια «στρατηγικής ανάλυσης». Ένας από τους στόχους αυτής της ανάλυσης στρατηγικής ήταν να «διευκρινιστούν πιθανές λύσεις (νέες κατασκευές Κοπεγχάγη-Ringsted πάνω από [την πόλη] Køge ή επεκτάσεις σε υφιστάμενες γραμμές)». Προβλεπόταν να πραγματοποιηθεί την περίοδο 2004-2005 [5].

5. Η δανική αρχή μεταφορών («Trafikstyrelsen») συντόνισε και συνέταξε την ανάλυση στρατηγικής. Σε περίληψη της ανάλυσης στρατηγικής που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο το 2005, η δανική αρχή μεταφορών περιέγραψε το επίκεντρο της ανάλυσης ως εξής: να «συγκρίνουν τις διάφορες λύσεις, παρέχοντας έτσι στους πολιτικούς μια βάση για την επιλογή μιας μελλοντικής στρατηγικής για την επέκταση ή την προσθήκη νέων εγκαταστάσεων».

6. Στην περίληψη της Ανάλυσης Στρατηγικής επισημαίνεται επίσης ότι «Το σημείο εκκίνησης της Ανάλυσης Στρατηγικής είναι η κατάσταση μετά το 2015 - «Βάση 2015». Προϋποθέτει ότι η σημερινή υποδομή θα συνοδεύεται από μικρές βελτιώσεις χωρητικότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted (το λεγόμενο έργο KØR) και ότι μέχρι τότε θα έχει δημιουργηθεί μόνιμη σύνδεση μέσω της ζώνης Femern, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών χερσαίων εγκαταστάσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, βελτιώνει την ικανότητα ανατολικά του Ringsted".

7. Η περίληψη έδωσε επίσης μια σύντομη περιγραφή αυτού που αναφέρεται ως «προηγούμενες αναλύσεις» της δυνατότητας επέκτασης της χωρητικότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted. «Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10-12 ετών, πραγματοποιήθηκε μια ολόκληρη σειρά αναλύσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αυξηθεί η χωρητικότητα της σιδηροδρομικής σύνδεσης μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted. Μεταξύ άλλων, το 1997 εγκρίθηκε ένας «νόμος για τα έργα». Ο νόμος αυτός οδήγησε στην αξιολόγηση τριών επιλογών: [...]. Το 2000 αξιολογήθηκαν δύο ελάσσονες επιλογές: [...], και το 2001 αποφασίστηκε να γίνει η επιλογή [x]. Το σχέδιο αυτό περατώθηκε το 2002 πριν [το Κοινοβούλιο συζητήσει τη σχετική νομοθεσία κατά την τρίτη ανάγνωση]. Το 2003, αποφασίστηκε η διεξαγωγή της ανάλυσης στρατηγικής" (βλ. ανωτέρω).

8. Το 2007, το δανικό κοινοβούλιο ενέκρινε νέα νομοθεσία, εφεξής «νόμος 244 του 2007» ή «νόμος», η οποία εξουσιοδότησε τον τότε υπουργό Μεταφορών να «εξετάσει και να σχεδιάσει/προγραμματίσει τις αναγκαίες εγκαταστάσεις με σκοπό την αύξηση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted»[6]. Ο νόμος, ένα σύντομο κείμενο περίπου δύο σελίδων Α4, αναφέρει ότι η εν λόγω εξέταση και σχεδιασμός/προβολή θα πρέπει να γίνει με σκοπό α) την κατασκευή νέας σιδηροδρομικής σύνδεσης μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted και β) τη δημιουργία νέας σιδηροδρομικής γραμμής σε καθορισμένη περιοχή που σχετίζεται με τη σύνδεση αυτή. Το υπόλοιπο κείμενο του νόμου παρείχε βασικά διαδικαστικές οδηγίες σχετικά με ζητήματα απαλλοτρίωσης.

9. Στις αρχές του 2007, ο ενδιαφερόμενος καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted. Ισχυρίστηκε ότι η Δανία δεν εφάρμοσε την οδηγία ΣΕΠΕ του 2001. Το πολύ, η Δανία αναγνώρισε τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ του 1985. Ο καταγγέλλων ορθώς επισήμανε ότι η οδηγία ΣΕΠΕ προβλέπει υψηλότερα πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας και σχεδιασμού από την οδηγία ΕΠΕ.

10. Ο επιδιωκόμενος σκοπός της οδηγίας ΣΕΠΕ συνοψίζεται επωφελώς στον πρόλογο του οδηγού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2003 σχετικά με την οδηγία, ως εξής:

«Η οδηγία για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (ΣΠΕ) αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου στην ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Επί του παρόντος, τα μεγάλα έργα που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον πρέπει να αξιολογούνται βάσει της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ [οδηγία ΕΠΕ]. Ωστόσο, η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται σε ένα στάδιο κατά το οποίο οι επιλογές για σημαντικές αλλαγές είναι συχνά περιορισμένες. Οι αποφάσεις σχετικά με τον τόπο ενός έργου ή σχετικά με την επιλογή εναλλακτικών λύσεων μπορεί να έχουν ήδη ληφθεί στο πλαίσιο σχεδίων για έναν ολόκληρο τομέα ή γεωγραφική περιοχή. Η οδηγία 2001/42/ΕΚ για τη ΣΕΠΕ καλύπτει αυτό το κενό απαιτώντας την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός ευρέος φάσματος σχεδίων και προγραμμάτων, ώστε να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση των σχεδίων και την έγκρισή τους εν ευθέτω χρόνω. Πρέπει επίσης να ζητείται η γνώμη του κοινού σχετικά με τα προσχέδια και την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις του.

Ενώ η έννοια της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης είναι σχετικά απλή, η εφαρμογή της οδηγίας θέτει στα κράτη μέλη μια σημαντική πρόκληση. Ανήκει στην καρδιά πολλών διαδικασιών λήψης αποφάσεων του δημόσιου τομέα. Σε πολλές περιπτώσεις, θα απαιτηθούν πιο διαρθρωμένες διαδικασίες σχεδιασμού και διαβούλευσης. Οι προτάσεις θα πρέπει να αξιολογούνται συστηματικότερα βάσει περιβαλλοντικών κριτηρίων για τον προσδιορισμό των πιθανών επιπτώσεών τους, καθώς και βάσει βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων. Θα υπάρξουν δύσκολα ζητήματα ερμηνείας, αλλά όταν εφαρμοστούν σωστά, οι αξιολογήσεις αυτές θα βοηθήσουν στην παραγωγή αποφάσεων που θα είναι καλύτερα ενημερωμένες. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε καλύτερη ποιότητα ζωής και σε ένα πιο βιώσιμο περιβάλλον, τώρα και για τις επόμενες γενιές.»

11. Στην καταγγελία επί παραβάσει που υπέβαλε στην Επιτροπή, ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η Δανία τήρησε την οδηγία ΕΠΕ και την οδηγία για τους οικοτόπους. Ωστόσο, εμπνεόμενη από την καλύτερη προστασία που παρέχει η οδηγία ΣΕΠΕ, επικέντρωσε τα επιχειρήματά της στην εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας.

12. Η ουσία του ζητήματος ήταν αν η επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted ήταν, ή αποτελούσε μέρος, ενός «σχεδίου ή προγράμματος». Η οδηγία ΣΕΠΕ εφαρμόζεται μόνο σε «σχέδια ή προγράμματα» και όχι σε «σχέδια». Οι τελευταίες καλύπτονται από την οδηγία ΕΠΕ. Ωστόσο, τα «σχέδια ή προγράμματα» δεν ορίζονται στην οδηγία ΣΕΠΕ. Η οδηγία ΣΕΠΕ περιγράφει με κάποια ακρίβεια σε ποια είδη «σχεδίων ή προγραμμάτων» εφαρμόζεται, αλλά δεν αναφέρει, αυτή καθαυτή, τι σημαίνει «σχέδιο ή πρόγραμμα». Ως εκ τούτου, απαιτείται ορισμένος βαθμός εμπειρογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της οδηγίας ΣΕΠΕ. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται λεπτομερέστερα στο μέρος της αξιολόγησης που ακολουθεί.

13. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή επικεντρώθηκε στον προαναφερθέντα νόμο 244 του 2007 (βλ. παράγραφο 8 ανωτέρω), ο οποίος εκδόθηκε λίγο μετά την υποβολή της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο νόμος αυτός δεν προέβλεπε «σχέδιο ή πρόγραμμα». Δήλωσε ότι, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός ορίζει έναν «ειδικό σκοπό του έργου», δηλαδή την επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ δύο πόλεων, δεν καθορίζει «σχέδιο ή πρόγραμμα». Διαπίστωσε ότι, ως εκ τούτου, η Δανία δεν παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ μη εφαρμόζοντας την οδηγία ΣΕΠΕ και περάτωσε τον φάκελο καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων διαφώνησε και, ως εκ τούτου, υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τα πορίσματα της Επιτροπής όσον αφορά την καταγγελία του για παράβαση.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

14. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:

Ισχυρισμοί:

(1) Η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η οδηγία 2001/42 δεν εφαρμόζεται στο αντικείμενο της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος.

(2) Η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους, όπως φαίνεται να θεωρεί, οι δανικές αρχές τήρησαν πλήρως την οδηγία 85/337 και την οδηγία 92/43 για τους οικοτόπους.

(3) Η Επιτροπή ενήργησε αδίκως διεξάγοντας συνάντηση με τις δανικές αρχές σχετικά με το θέμα της καταγγελίας παράβασης, χωρίς επίσης να καλέσει τον καταγγέλλοντα.

Αίτημα:

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της ΕΕ που αναφέρεται στον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό.

Η έρευνα

15. Στις 31 Μαΐου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με την καταγγελία. Η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στις 20 Οκτωβρίου 2010. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

16. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η έρευνά του περιορίζεται στη διερεύνηση του κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν κατά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης. Η έρευνά του δεν συνεπάγεται επανεξέταση του ζητήματος κατά πόσον η εθνική νομοθεσία, οι αποφάσεις ή οι πρακτικές ενδέχεται να αντιβαίνουν στο δίκαιο της ΕΕ. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει επίσης ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την εικαζόμενη παράβαση από κράτος μέλος των υποχρεώσεων που υπέχει βάσει του δικαίου της ΕΕ.

17. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει επίσης ότι η εκτίμησή του σχετικά με το κατά πόσον σημειώθηκαν «περιπτώσεις κακοδιοίκησης» περιορίζεται στα πραγματικά περιστατικά έως τη χρονική στιγμή υποβολής της εν λόγω καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Α. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η οδηγία 2001/42 δεν εφαρμόζεται στο αντικείμενο της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

18. Ο καταγγέλλων υποστήριξε, συνοπτικά, ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η οδηγία ΣΠΕ δεν εφαρμόζεται στο εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ενέμεινε ουσιαστικά στις εξηγήσεις της, τις οποίες έκρινε απολύτως επαρκείς. Στις μεταγενέστερες παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα, από την πλευρά της, ενέμεινε ουσιαστικά στην καταγγελία της.

19. Τα λεπτομερή ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του για παράβαση και η απάντηση της Επιτροπής εξετάζονται λεπτομερέστερα στο επόμενο μέρος.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

20. Στην καταγγελία παράβασης που υπέβαλε στην Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των επακόλουθων επιστολών της, η καταγγέλλουσα εξέθεσε αρκετά λεπτομερώς το ιστορικό του συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας για τη γραμμή Κοπεγχάγη-Ringsted (βλ. τις πληροφορίες στην ενότητα «Ιστορικό» ανωτέρω). Στην εν λόγω αλληλογραφία, ο καταγγέλλων έθεσε, συνοπτικά, τα ακόλουθα ζητήματα.

21. Στην πρώτη επιστολή του, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το δανικό κοινοβούλιο επρόκειτο να εγκρίνει τον προαναφερθέντα νόμο 244 του 2007. Ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει επειγόντως μέτρα για να σταματήσει η θέσπιση του εν λόγω νόμου, διότι, κατά την άποψή της, τα προπαρασκευαστικά στάδια δεν τηρούσαν την οδηγία ΣΕΠΕ. Διευκρίνισε ότι η καταγγελία της αφορούσε κυρίως τον ισχυρισμό ότι το σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας επρόκειτο, σε εκείνο το σημείο, να φθάσει στο στάδιο του έργου/σχεδιασμού χωρίς να έχουν τηρηθεί οι απαραίτητες περιβαλλοντικές διασφαλίσεις. Έκρινε ότι ήταν σημαντικό, και απαιτείται από την οδηγία, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων να πραγματοποιηθεί πριν από την έκδοση του νόμου 244 του 2007. Ανέφερε ότι ο Υπουργός Μεταφορών είχε απλώς παραλείψει το στάδιο της δημόσιας ακρόασης σχετικά με την προαναφερθείσα ανάλυση στρατηγικής. Υποστήριξε επίσης ότι οι προγενέστερες ακροάσεις της δεκαετίας του ’90 δεν αρκούσαν. Οι αναλύσεις που είχαν μόλις πραγματοποιηθεί τότε και οι σχετικές προτάσεις ήταν ξεχωριστές φάσεις που απαιτούσαν νέες ακροάσεις.

22. Λίγο μετά την αλληλογραφία αυτή, το δανικό κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο 244 του 2007.

23. Λίγους μήνες αργότερα, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα περαιτέρω λεπτομερείς πληροφορίες και διευκρινίσεις.

24. Ο καταγγέλλων απάντησε με λεπτομερή και δομημένη επιστολή. Τόνισε με έμφαση ότι οι τότε πρόσφατες πολιτικές πρωτοβουλίες δεν μπορούσαν να θεωρηθούν απλές παρατάσεις, από νομική άποψη, των πολιτικών πρωτοβουλιών που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1990 (δηλαδή πολύ πριν από την έκδοση της οδηγίας ΣΕΠΕ). Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η οδηγία ΣΕΠΕ ήταν εφαρμοστέα. Σημείωσε ότι ο Υπουργός Μεταφορών επέλεξε «απλώς» να εφαρμόσει την οδηγία ΕΠΕ, αλλά υποστήριξε ότι ακόμη και αυτή η οδηγία δεν τηρήθηκε (ούτε, πρόσθεσε, ήταν η οδηγία της ΕΕ για τους οικοτόπους). Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε μια αρκετά λεπτομερή ιστορική περιγραφή των πολιτικών πρωτοβουλιών που αναλήφθηκαν σε σχέση με το σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τη στρατηγική ανάλυση 2004-2005. Επέκρινε ορισμένες πτυχές της στρατηγικής ανάλυσης και δήλωσε ότι «οι περιβαλλοντικές εκτιμήσεις στερούνται εντελώς». Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ένα γεγονός που αναφέρεται στην ανάλυση στρατηγικής, και συγκεκριμένα ότι η σημασία της σιδηροδρομικής σύνδεσης μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted υπερέβαινε κατά πολύ τη μεταφορά προσώπων και εμπορευμάτων μεταξύ των δύο αυτών πόλεων. Επισημαίνει ότι η σύνδεση θα χρησιμοποιηθεί επίσης για τη διεθνή κυκλοφορία στην ΕΕ. Δήλωσε ότι τεκμαίρεται ότι αυτή η ενωσιακή πτυχή του συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας θα τύχει της προσοχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μεταξύ άλλων σε σχέση με κάθε απόφαση που θα πρέπει να λάβει σε σχέση με τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Σε διάφορα σημεία της επιστολής της, η καταγγέλλουσα τόνισε επίσης έντονα τη χρησιμότητα της εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ στο εν λόγω είδος καθεστώτος.

25. Ως εκ τούτου, τα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του για παράβαση και στη σχετική αλληλογραφία μπορούν να απαριθμηθούν ως εξής:

α) Οι αναλύσεις που προηγήθηκαν αμέσως της έκδοσης του νόμου 244 του 2007 ήταν χωριστές και, στο πλαίσιο της οδηγίας ΣΕΠΕ, νέα βήματα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό σήμαινε ότι οι διάφορες ακροάσεις και ενέργειες σχετικά με την ιδέα της επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και μετά δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ.

β) Η συγκεκριμένη κύρια ανάλυση που προηγήθηκε του νόμου 244 του 2007 ήταν η ανάλυση στρατηγικής 2004-2005. Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απαιτείται από την οδηγία ΣΕΠΕ για μια τέτοια ανάλυση ήταν παντελώς ελλιπής.

γ) Ο νόμος 244 του 2007 δεν είναι, ή δεν είναι, ένα «έργο». Ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει, ως «νόμος περί έργων», στην οδηγία ΕΠΕ, εξαιρουμένης της οδηγίας ΣΕΠΕ. Κατά συνέπεια, έχει εφαρμογή η οδηγία ΣΕΠΕ. Η δανική λέξη «projektering», η οποία περιλαμβάνεται στον τίτλο του νόμου 244 του 2007, είναι ενεργός όρος που δεν συνεπάγεται την ύπαρξη ή την έναρξη «έργου», αλλά μάλλον «σχεδίου».

δ) Η οδηγία ΣΕΠΕ θα μπορούσε να έχει εφαρμοστεί από τις δανικές αρχές και θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στους επιδιωκόμενους σκοπούς της παρούσας οδηγίας που παρατίθενται στον πρόλογο του οδηγού της Επιτροπής του 2003 σχετικά με την οδηγία ΣΕΠΕ.

ε) Η σαφής πανευρωπαϊκή διάσταση του συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας, σε συνδυασμό με τον υψηλό περιβαλλοντικό αντίκτυπό του, δημιούργησε μια λογική υπέρ της νομικής εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ.

26. Πριν από την εξέταση της απάντησης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να καταγραφεί ότι οι πρώτες απαντήσεις της υπηρεσίας της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα ήταν διεξοδικές και προσανατολισμένες στην παροχή υπηρεσιών. Ειδικότερα, σε επιστολή της 20ής Ιουλίου 2007, η υπηρεσία της Επιτροπής εξήγησε στον καταγγέλλοντα τι εννοεί με την καταγγελία παράβασης και στη συνέχεια ανέφερε ότι, κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, δεν ήταν προφανές ότι η Δανία παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ. Ως εκ τούτου, προέβη σε έρευνες σχετικά με ορισμένα ειδικά ζητήματα. Μεταξύ αυτών ήταν ο νόμος 244 του 2007, για τον οποίο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις πτυχές που δεν ήταν ακόμη πλήρως σαφείς στην Επιτροπή, και κάλεσε τον καταγγέλλοντα να απαντήσει σε ορισμένες συγκεκριμένες ερωτήσεις. Από την επιστολή προέκυπτε σαφώς ότι η υπηρεσία της Επιτροπής είχε εξετάσει προσεκτικά το υλικό που της είχε υποβάλει ο καταγγέλλων. Η υπηρεσία της Επιτροπής επισήμανε μάλιστα, αφού εξέτασε προφανώς την προαναφερθείσα ανάλυση στρατηγικής 2004-2005, ότι θα επηρεαζόταν ένας τόπος περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος της ΕΕ βάσει της οδηγίας της ΕΕ για τους οικοτόπους. Επισήμανε επίσης συγκεκριμένα ότι η οδηγία ΕΠΕ και η οδηγία για τους οικοτόπους απαιτούν την εξέταση εναλλακτικών λύσεων και ότι δεν ήταν σαφές από το υλικό που παρείχε ο καταγγέλλων ότι οι εν λόγω εναλλακτικές λύσεις είχαν πράγματι εξεταστεί. Τέλος, η επιστολή συντάχθηκε σε κατανοητή γλώσσα και, ως εκ τούτου, με τον κατάλληλο βαθμό ενσυναίσθησης προς τον εν λόγω μη ειδικό καταγγέλλοντα.

27. Η μεταγενέστερη αλληλογραφία της Επιτροπής, η οποία περιείχε την απόρριψη της καταγγελίας λόγω παραβάσεως, ήταν λιγότερο λεπτομερής.

28. Όσον αφορά τις εξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, έκρινε ότι η οδηγία ΣΕΠΕ δεν εφαρμόζεται στο εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας, η καταγγελία παράβασης έθιξε τα συγκεκριμένα ζητήματα που απαριθμούνται ανωτέρω. Επομένως, το κύριο ζήτημα είναι αν η Επιτροπή εξέτασε τα ζητήματα αυτά, είτε i) ρητώς είτε ii) σιωπηρώς, αλλά με τόσο σαφή τρόπο ώστε να μην χρειάζεται να εξεταστούν ρητώς.

29. Όσον αφορά τα ζητήματα που αναφέρονται στα στοιχεία α ́ και β ́ του καταλόγου που παρατίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε τα ζητήματα αυτά είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Ως εκ τούτου, παρέμεινε απροσδιόριστο, για παράδειγμα, κατά πόσον η ανάλυση στρατηγικής της περιόδου 2004-2005, η οποία προηγήθηκε του νόμου 244 του 2007, θα μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί «σχέδιο ή πρόγραμμα». Η ανάλυση στρατηγικής φαινόταν να στερείται ιδιαιτερότητας, διότι επρόκειτο απλώς για μελέτη διαφόρων επιλογών και τοποθέτησε το αντικείμενό της σε ευρύτερο πλαίσιο κυκλοφορίας (βλέπε σημείο 6). Ομοίως, η Επιτροπή δεν εξέτασε το ζήτημα του πότε οι εξελίξεις για τις οποίες ασκήθηκε κριτική από τον καταγγέλλοντα έγιναν «χωριστές», για τους σκοπούς της ενδεχόμενης εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ. Ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι άσχετο με την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι η οδηγία ΣΕΠΕ τέθηκε σε εφαρμογή μόλις αρκετά έτη αφότου το δανικό κοινοβούλιο άρχισε να μελετά την ιδέα της αύξησης της χωρητικότητας της εν λόγω σιδηροδρομικής επέκτασης.

30. Όσον αφορά το στοιχείο γ), η Επιτροπή ενημέρωσε ουσιαστικά τον καταγγέλλοντα ότι ένα σύστημα που αποσκοπεί στην αύξηση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ δύο πόλεων είναι τόσο συγκεκριμένο ώστε, κατά την άποψή της, δεν μπορεί να εμπίπτει στον ορισμό του «σχεδίου ή προγράμματος» στην οδηγία ΣΠΕ. Δήλωσε τα εξής:

«Φαίνεται σαφώς ότι ο νόμος 244 ορίζει συγκεκριμένο σκοπό του έργου που αποσκοπεί στην επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ των δύο πόλεων. Επομένως, σε αντίθεση με την οδηγία ΣΕΠΕ, ο νόμος 244 αφορά ένα έργο και όχι ένα «σχέδιο ή πρόγραμμα». Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι ο νόμος δεν καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η εφαρμογή καθεστώτος ή πολιτικής. Επομένως, ο νόμος δεν αποτελεί «σχέδιο» κατά την έννοια της οδηγίας [ΣΕΠΕ]. Επιπλέον, ο νόμος δεν καλύπτει ένα σύνολο έργων σε μια δεδομένη περιοχή και δεν περιέχει προτάσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής μιας συγκεκριμένης πολιτικής. Επομένως, ο νόμος δεν αποτελεί «πρόγραμμα» κατά την έννοια της οδηγίας [ΣΕΠΕ].

Ο νόμος αφορά ένα «έργο» σχετικά με την επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted, δεδομένου ότι το έργο είναι σαφώς καθορισμένο και σαφώς προσδιορισμένο. Η οδηγία ΣΕΠΕ δεν εφαρμόζεται σε έργα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση/εφαρμογή της στην περίπτωση που αναφέρεται στην καταγγελία [σας για παράβαση].»

31. Εκτός από το άρθρο 2 της οδηγίας ΣΕΠΕ, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε άλλες πηγές προς στήριξη των εξηγήσεών της που προαναφέρθηκαν.

32. Στις μεταγενέστερες επιστολές του προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ενέμεινε στα προαναφερθέντα επιχειρήματά του. Με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2009, προσέθεσε λεπτομερή επιχειρήματα σχετικά με τη διατύπωση του νόμου 244 του 2007, ο οποίος, κατά την άποψή της, δεν μπορούσε να νοηθεί, στη δανική γλώσσα, ως αναφερόμενος σε «σχέδιο» και ο οποίος, ως εκ τούτου, έπρεπε να νοηθεί ως αναφερόμενος σε «σχέδιο ή πρόγραμμα». Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο νόμος δεν περιείχε καμία αναφορά σε ένα σαφώς καθορισμένο και συγκεκριμένο «έργο». Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι απλώς δεν κατανοούσε τις προαναφερθείσες εξηγήσεις της Επιτροπής για τους λόγους για τους οποίους ο νόμος 244 του 2007 αφορούσε, κατά την άποψη της Επιτροπής, ένα «σχέδιο» και όχι ένα «σχέδιο ή πρόγραμμα». Ζήτησε διευκρινίσεις.

33. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επανέλαβε τα πορίσματά της. Δήλωσε ότι η οδηγία ΣΕΠΕ αφορά «σχέδια και προγράμματα» που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας και ότι ο νόμος 244 του 2007, σχετικά με σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ δύο πόλεων, «ορίζει συγκεκριμένο στόχο έργου για την επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ των δύο πόλεων. Σε αντίθεση με την οδηγία ΣΕΠΕ, ο νόμος 244 αφορά επομένως ένα έργο και όχι ένα σχέδιο ή ένα πρόγραμμα».

34. Η Επιτροπή τόνισε ότι, ακόμη και αν η οδηγία ΣΕΠΕ - ή οι αρχές που περιέχει - θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί από τις δανικές αρχές σε σχέση με την επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί και να επιβληθεί σχετική υποχρέωση.

35. Σε νέα επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε εκ νέου την άποψη της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι η δανική λέξη «projektering» στον τίτλο του νόμου 244 του 2007 ήταν παραπλανητική. Τόνισε ότι ο νόμος απλώς εξουσιοδοτούσε τον υπουργό μεταφορών να μελετήσει και να «projektere»(«σχέδιο» / «εξέταση» / «εξέταση») την αναγκαία υποδομή για τη σιδηροδρομική γραμμή. Ο νόμος άφησε, κατ' ουσίαν, τα πάντα ανοικτά προς μελέτη και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά «σχέδιο» κατά την έννοια της οδηγίας ΣΕΠΕ.

36. Η Επιτροπή απάντησε στις 22 Μαρτίου 2010, παραπέμποντας στις προηγούμενες παρατηρήσεις της. Ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση τον Ιανουάριο του 2010.

37. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την παρούσα καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ενέμεινε ουσιαστικά στη θέση της που αναφέρεται ανωτέρω. Υπενθύμισε ότι η έννοια των όρων «σχέδιο ή πρόγραμμα» στο άρθρο 2 της οδηγίας ΣΕΠΕ δεν ορίζεται περαιτέρω.

38. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισήμανε, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, ότι «[ο] σχεδιασμός και ο προγραμματισμός πραγματοποιούνται, επομένως, σε γενικότερο και αφηρημένο επίπεδο απ’ ό,τι όταν εγκρίνεται η επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας μεταξύ δύο καθορισμένων πόλεων. Στο σημείο αυτό, όπως επισημάνθηκε και στον καταγγέλλοντα, μελετάται μόνο το μέσο για την επίτευξη της αύξησης της παραγωγικής ικανότητας. Το γεγονός ότι θα αυξηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει ήδη αποφασιστεί στο παρελθόν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας αποτελούσε έργο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τον ΕΟΧ».

40. Προτού προβεί στην αξιολόγηση των εξηγήσεων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του αφορά εικαζόμενη κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Η υπόθεση δεν αφορά πιθανές ελλείψεις στη νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως το γεγονός ότι η οδηγία ΣΕΠΕ δεν περιλαμβάνει ορισμό δύο βασικών όρων της.

41. Ως εκ τούτου, στόχος της αξιολόγησης του Διαμεσολαβητή είναι να καθοριστεί κατά πόσον η Επιτροπή εξήγησε επαρκώς στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η οδηγία ΣΠΕ δεν εφαρμόζεται στο σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ των δύο δανικών πόλεων που αφορά η παρούσα υπόθεση. Στο μέτρο του ευλόγως δυνατού, οι εξηγήσεις αυτές θα πρέπει, γενικά: θ) εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος· ii) να είναι ευλόγως συνεπείς με τις γενικές πρακτικές, τις ανακοινώσεις και τις πολιτικές της Επιτροπής στον τομέα αυτό· και iii) να είναι τέτοια ώστε οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να είναι σε θέση να αποφασίσουν καλύτερα κατά πόσον είναι σκόπιμο να υποβάλουν καταγγελία για παρόμοια θέματα στο μέλλον.

42. Η Επιτροπή εξέτασε σαφώς το ζήτημα αν ο νόμος 244 του 2007 συνιστούσε ή περιείχε «σχέδιο ή πρόγραμμα» κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας ΣΕΠΕ. Διατύπωσε σαφή άποψη, διαπιστώνοντας ότι ο νόμος αυτός δεν περιείχε ή δεν περιείχε τέτοιο «σχέδιο ή πρόγραμμα». Επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσον οι σχετικές εξηγήσεις της Επιτροπής ήταν επαρκείς για τον εν λόγω καταγγέλλοντα.

43. Η λεπτομερέστερη απόπειρα της Επιτροπής να εξηγήσει ρητώς στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους η οδηγία ΣΕΠΕ δεν έχει, κατά την άποψή της, εφαρμογή, διατυπώθηκε στο χωρίο που παρατίθεται στις σκέψεις 30 και 38 ανωτέρω. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι απλώς δεν κατανοούσε τις εξηγήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ορολογίας τους. Σε μεταγενέστερη επιστολή, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τις εξηγήσεις της και πρόσθεσε ότι ο νόμος 244 του 2007 «ορίζει συγκεκριμένο στόχο έργου» σχετικά με την επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας.

44. Οι εξηγήσεις της Επιτροπής συνοδεύονταν, σε διάφορα σημεία, από παραπομπή στον οδηγό της του 2003 σχετικά με την οδηγία ΣΕΠΕ. Το παρόν έγγραφο δεν έχει ως στόχο να καθοδηγήσει τους πολίτες κατά την ανάγνωση της οδηγίας, αλλά «έχει ως στόχο να βοηθήσει τα κράτη μέλη, τα προσχωρούντα κράτη και τις υποψήφιες χώρες να κατανοήσουν πλήρως τις υποχρεώσεις που περιέχονται στην οδηγία και να τους βοηθήσει να μεταφέρουν την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο και, εξίσου σημαντικό, να δημιουργήσουν ή να βελτιώσουν τις διαδικασίες, οι οποίες θα υλοποιήσουν τις νομικές υποχρεώσεις.» Επιπλέον, « θα πρέπει επίσης να είναι χρήσιμο για τις αρχές που πρέπει να εφαρμόσουν την οδηγία». Ωστόσο, ο καταγγέλλων είναι μέλος της κοινωνίας των πολιτών και επέδειξε σημαντική γνώση των σχετικών πραγματικών και νομικών ζητημάτων. Ως σημείο εκκίνησης, ήταν επομένως εύλογο να αναμένεται ότι ο καταγγέλλων θα μελετούσε τα σχετικά τμήματα του παρόντος εγγράφου και θα τα διάβαζε σε συνδυασμό με τις πρόσθετες εξηγήσεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας αξιολόγησης, τα τμήματα αυτά θεωρείται ότι αποτελούν μέρος των σχετικών εξηγήσεων της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα.

45. Το σχετικό μέρος του οδηγού της Επιτροπής για το 2003 είναι το μέρος 3 «Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας». Τα σχετικά τμήματα του παρόντος μέρους είναι τα τμήματα 3.1 έως 3.6. Στις ενότητες που ακολουθούν εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο η οδηγία μπορεί να εφαρμόζεται σε σχέδια και προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και ο τρόπος με τον οποίο η οδηγία μπορεί να εφαρμόζεται σε σχέδια και προγράμματα που τροποποιούνται. Είναι χρήσιμο να παρατεθούν πλήρως τα τμήματα 3.1 έως 3.6 (οι υποσημειώσεις είναι πρωτότυπες):

"3. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ [7]

3.1. Οι διατάξεις που καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας διατυπώνονται κυρίως σε δύο συναφή άρθρα. Το άρθρο 2 καθορίζει ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να διαθέτουν τα σχέδια και προγράμματα προκειμένου η οδηγία να εφαρμόζεται σε αυτά. Στη συνέχεια, το άρθρο 3 θεσπίζει κανόνες για τον προσδιορισμό των σχεδίων και προγραμμάτων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, ως εκ τούτου, πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Το άρθρο 13 παράγραφος 3 ορίζει το χρονικό πεδίο εφαρμογής (βλ. παραγράφους 3.64-66 κατωτέρω).

Άρθρο 2

α) «σχέδια και προγράμματα»: τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τυχόν τροποποιήσεις τους:

- τα οποία προετοιμάζονται ή/και εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή προετοιμάζονται από μια αρχή για έγκριση, μέσω νομοθετικής διαδικασίας από το Κοινοβούλιο ή την κυβέρνηση, και

- που απαιτούνται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις.

3.2. Η πρώτη προϋπόθεση για την υπαγωγή των σχεδίων και προγραμμάτων στην οδηγία είναι να πληρούν τις προϋποθέσεις και των δύο περιπτώσεων του άρθρου 2, στοιχείο α ́. Με άλλα λόγια, πρέπει να «υπόκεινται σε προετοιμασία και/ή έγκριση από τις προβλεπόμενες αρχές» και να «απαιτούνται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις».

3.3. Τα σχέδια και τα προγράμματα δεν καθορίζονται περαιτέρω. Οι λέξεις δεν είναι συνώνυμες, αλλά και οι δύο είναι ικανές για ένα ευρύ φάσμα εννοιών που σε ορισμένα σημεία επικαλύπτονται. Όσον αφορά τις απαιτήσεις της οδηγίας, αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Επομένως, δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε δυνατό να γίνει αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο. Για να προσδιοριστεί αν ένα έγγραφο είναι σχέδιο ή πρόγραμμα για τους σκοπούς της οδηγίας, είναι αναγκαίο να αποφασιστεί αν έχει τα κύρια χαρακτηριστικά ενός τέτοιου σχεδίου ή προγράμματος. Η ονομασία και μόνο («σχέδιο», «πρόγραμμα», «στρατηγική», «κατευθυντήριες γραμμές» κ.λπ.) δεν θα αποτελέσει επαρκώς αξιόπιστο οδηγό: έγγραφα που έχουν όλα τα χαρακτηριστικά ενός σχεδίου ή προγράμματος όπως ορίζεται στην οδηγία μπορούν να βρεθούν με διάφορες ονομασίες.

3.4. Κατά την εξέταση της έννοιας του «έργου» στο πλαίσιο της οδηγίας ΕΠΕ στην υπόθεση C-72/95 Kraaijeveld, το ΔΕΕ επισήμανε ότι η εν λόγω οδηγία είχε ευρύ πεδίο εφαρμογής και ευρύ σκοπό. Λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης που χρησιμοποιείται στην οδηγία 2001/42/ΕΚ, των συναφών σκοπών της εν λόγω οδηγίας και της οδηγίας ΕΠΕ, καθώς και των εννοιολογικών ομοιοτήτων μεταξύ τους, συνιστάται στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν παρόμοια προσέγγιση όταν εξετάζουν κατά πόσον μια πράξη πρέπει να θεωρηθεί σχέδιο ή πρόγραμμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42/ΕΚ. Ο βαθμός στον οποίο μια πράξη ενδέχεται να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο. Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι όροι πρέπει να καλύπτουν κάθε επίσημη δήλωση που υπερβαίνει τις προσδοκίες και καθορίζει μια προβλεπόμενη πορεία μελλοντικής δράσης.

3.5. Το είδος του εγγράφου που σε ορισμένα κράτη μέλη θεωρείται ως σχέδιο είναι εκείνο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η υλοποίηση ή η εφαρμογή ενός συστήματος ή μιας πολιτικής. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, σχέδια χρήσης γης που καθορίζουν τον τρόπο ανάπτυξης της γης ή θεσπίζουν κανόνες ή κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το είδος της ανάπτυξης που θα μπορούσε να είναι κατάλληλη ή επιτρεπτή σε συγκεκριμένες περιοχές ή παρέχουν κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό νέας ανάπτυξης. Τα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, τα σχέδια για τους υδάτινους πόρους κ.λπ. θεωρούνται επίσης σχέδια για τους σκοπούς της οδηγίας, εάν εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 2 στοιχείο α) και πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3.[8]

3.6. Σε ορισμένα κράτη μέλη, το πρόγραμμα θεωρείται συνήθως ως το σχέδιο που καλύπτει ένα σύνολο έργων σε μια δεδομένη περιοχή, για παράδειγμα ένα σχέδιο για την ανάπλαση μιας αστικής περιοχής, το οποίο περιλαμβάνει ορισμένα ξεχωριστά κατασκευαστικά έργα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρόγραμμα. Υπό την έννοια αυτή, το «πρόγραμμα» θα ήταν αρκετά λεπτομερές και συγκεκριμένο. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιου προγράμματος θα μπορούσε να είναι το ισλανδικό ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταφορών, το οποίο σχεδιάζεται να αντικαταστήσει τα ανεξάρτητα προγράμματα για έργα οδικής, αερολιμενικής, λιμενικής και παράκτιας άμυνας. Καθορίζονται οι υποδομές μεταφορών και χαράσσεται πολιτική για τις υποδομές μεταφορών για περίοδο 12 ετών (προσδιορίζοντας τα έργα με βάση το όνομα, την τοποθεσία και το κόστος). Ωστόσο, οι διακρίσεις αυτές δεν είναι σαφείς και πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση. Άλλα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τη λέξη «πρόγραμμα» για να δηλώσουν «τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η εφαρμογή μιας πολιτικής» – την έννοια με την οποία χρησιμοποιήθηκε το «σχέδιο» στην προηγούμενη παράγραφο. Στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό της Σουηδίας, για παράδειγμα, το πρόγραμμα θεωρείται ότι προηγείται ενός σχεδίου και ότι αποτελεί έρευνα σχετικά με την ανάγκη, την καταλληλότητα και τη σκοπιμότητα ενός σχεδίου.»

46. Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται ανωτέρω μεταφέρουν διάφορα μηνύματα. Διευκρινίζουν ότι τα «σχέδια και προγράμματα» είναι έννοιες απροσδιόριστες και ότι μια αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο είναι ουσιαστικά αδύνατη (ή ίσως ανεπιθύμητη). Οι διευκρινίσεις συμβουλεύουν τα κράτη μέλη να ερμηνεύουν ευρέως τις έννοιες αυτές. Επιπλέον, οι διευκρινίσεις δείχνουν σε διάφορα σημεία ότι μια σχετική πηγή - ίσως ακόμη και η κύρια πηγή - κατανόησης του τι σημαίνει «σχέδιο ή πρόγραμμα», είναι οι εθνικές πρακτικές («σε ορισμένα κράτη μέλη...»). Όσον αφορά την (απαιτούμενη) ιδιαιτερότητα των εν λόγω συστημάτων, οι διευκρινίσεις αναφέρονται σε θέματα που «καλύπτουν κάθε επίσημη δήλωση που υπερβαίνει τις προσδοκίες και καθορίζει μια προβλεπόμενη πορεία μελλοντικής δράσης» και σε θέματα που «θα ήταν αρκετά λεπτομερή και συγκεκριμένα».

47. Μολονότι ο Διαμεσολαβητής δεν διαθέτει εμπειρικές γνώσεις σχετικά με τον τρόπο παραλαβής του οδηγού του 2003 από μη εμπειρογνώμονες, δεν μπορεί, με βάση μόνο το κείμενο, να είναι βέβαιος ότι ο οδηγός είναι γενικά πιθανό να επιτρέψει σε μη εμπειρογνώμονες να προβλέψουν με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας πότε η οδηγία ΣΕΠΕ μπορεί να είναι νομικά εφαρμοστέα. Σε συγκεκριμένες «περιπτώσεις», όπως η παρούσα, όπου η Επιτροπή απάντησε σε καταγγελία παράβασης που υποβλήθηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή βρίσκεται αντιμέτωπη με πιο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και πλαίσια. Ένας συντάκτης καταγγελίας παράβασης μπορεί ευλόγως να αναμένει ότι αυτό θα επιτρέψει στην Επιτροπή να συγκεκριμενοποιήσει, σε κάποιο βαθμό, τις διευκρινίσεις που περιέχονται στον οδηγό του 2003.

48. Η προαναφερθείσα προσπάθεια της Επιτροπής να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, ο νόμος 244 του 2007 δεν καλύπτεται από την οδηγία ΣΕΠΕ φαίνεται να αποτελεί προσπάθεια εφαρμογής ορισμένων από τις φράσεις του οδηγού του 2003 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτό είναι θετικό από την άποψη της συνοχής και θα μπορούσε να συμβάλει στην καθιέρωση μιας πρακτικής που μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να εξασφαλίσει κάποιο βαθμό ασφάλειας δικαίου κατά την εφαρμογή της οδηγίας.

49. Ωστόσο, από την άποψη της επικοινωνίας με τον καταγγέλλοντα στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί τον λόγο για τον οποίο ο καταγγέλλων εξέφρασε ακατανοησία όσον αφορά τις εξηγήσεις της Επιτροπής.

50. Η Επιτροπή δήλωσε, πρώτον, ότι ο νόμος 244 του 2007 δεν ήταν «σχέδιο» διότι «ο νόμος δεν καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η εφαρμογή καθεστώτος ή πολιτικής». Η έκφραση αυτή φαίνεται να εμπνέεται από το τμήμα 3.5 του προαναφερθέντος οδηγού του 2003, στο μέρος που αναφέρει ότι «[τ]ο είδος εγγράφου που σε ορισμένα κράτη μέλη θεωρείται ως σχέδιο είναι εκείνο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η υλοποίηση ή η εφαρμογή ενός σχεδίου ή μιας πολιτικής». Η Επιτροπή προσπάθησε επίσης να εξηγήσει ότι ο νόμος 244 του 2007 δεν αποτελεί «πρόγραμμα» διότι «ο νόμος δεν καλύπτει έργα σε μια δεδομένη περιοχή και δεν περιέχει προτάσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής μιας συγκεκριμένης πολιτικής» και η επέκταση είναι «καλά καθορισμένη και σαφώς προσδιορισμένη». Η έκφραση αυτή φαίνεται να εμπνέεται από την πρώτη πρόταση του τμήματος 3.6 του προαναφερθέντος οδηγού του 2003.

51. Οι εξηγήσεις της Επιτροπής φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από την ιδέα ότι ο νόμος 244 του 2007 ήταν, ή αφορούσε κάτι, τόσο «συγκεκριμένο» ώστε να μην μπορεί (για τον λόγο αυτό) να είναι «σχέδιο ή πρόγραμμα» κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας ΣΕΠΕ. Ωστόσο, η ιδέα αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα μέσω της χρήσης όρων ή φράσεων που είναι τόσο ασαφείς όσο αναγνωρίζεται ότι είναι οι εν λόγω βασικοί όροι (για παράδειγμα «καθεστώς» και «πολιτική») και οι οποίοι βρέθηκαν σε τμήματα του οδηγού του 2003 που (σε αντίθεση με την προαναφερθείσα ιδέα της έλλειψης «ειδικότητας») φαίνεται να υπαινίσσονται κάτι που είναι στην πραγματικότητα μάλλον συγκεκριμένο: «καλύπτει κάθε επίσημη δήλωση που υπερβαίνει τις προσδοκίες και καθορίζει μια προβλεπόμενη πορεία μελλοντικής δράσης» και «θα ήταν αρκετά λεπτομερής και συγκεκριμένη».

52. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής συμμερίζεται την άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν στον καταγγέλλοντα δεν διευκρίνισαν με πολύ χρήσιμο τρόπο τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι ο νόμος 244 του 2007 δεν ήταν ή δεν περιείχε «σχέδιο ή πρόγραμμα» κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας ΣΕΠΕ.

53. Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η γνώμη της Επιτροπής στην παρούσα έρευνα αντιστάθμισε αυτή την έλλειψη.

54. Στο σχετικό τμήμα της γνωμοδότησής της, η Επιτροπή ανέφερε ότι «[ο] σχεδιασμός και ο προγραμματισμός πραγματοποιούνται συνεπώς σε γενικότερο και αφηρημένο επίπεδο απ’ ό,τι όταν εγκρίνεται η επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ δύο καθορισμένων πόλεων. Στο σημείο αυτό, όπως επισημάνθηκε και στον καταγγέλλοντα, μελετάται μόνο το μέσο για την επίτευξη της αύξησης της παραγωγικής ικανότητας. Το γεγονός ότι θα αυξηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει ήδη αποφασιστεί στο παρελθόν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επέκταση της σιδηροδρομικής μεταφορικής ικανότητας αποτελούσε έργο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τον ΕΟΧ».

55. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της. Πρόσθεσε επίσης ότι «... είναι μόνο το μέσο για την επίτευξη της αύξησης της παραγωγικής ικανότητας που μελετάται. Το γεγονός ότι θα αυξηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει ήδη αποφασιστεί στο παρελθόν». (Εμφάσεις προστέθηκαν.)

56. Αυτή η δήλωση δεν διευκρινίζει τι σημαίνει "αποφασίστηκε προηγουμένως". Είναι σαφές από την ιστορία της ιδέας για την επέκταση της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ Κοπεγχάγης και Ringsted ότι, για αρκετά χρόνια, η ιδέα έχει εξεταστεί κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων και έχει μελετηθεί σε διαφορετικές αναλύσεις. Ως εκ τούτου, η «απόφαση» στην οποία αναφέρεται η προαναφερθείσα δήλωση της Επιτροπής παραμένει άγνωστη και δεν υπάρχουν πληροφορίες που να υποδεικνύουν σαφώς σε τι σκόπευε να αναφερθεί η Επιτροπή. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι σαφές αν η Επιτροπή σκόπευε να μεταφέρει το μήνυμα ότι κάποιο είδος «σχεδίου ή προγράμματος» -ή ισοδύναμο (πριν από την οδηγία ΣΠΕ) ενός τέτοιου «σχεδίου ή προγράμματος»- μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρχε, στο παρελθόν, σε σχέση με την ιδέα της επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας μεταξύ των δύο πόλεων.

57. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, αντιστάθμισε την έλλειψη χρήσιμων εξηγήσεων στις επιστολές της προς τον καταγγέλλοντα.

58. Όσον αφορά το ζήτημα δ), η Επιτροπή δεν το εξέτασε. Ωστόσο, ο οδηγός του 2003 σχετικά με την οδηγία ΣΕΠΕ, στον οποίο παρέπεμψε τον καταγγέλλοντα, αναφέρει ότι «[ο] βαθμός στον οποίο μια πράξη ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο». Η εκτίμηση αυτή δεν παρουσιάζεται στον οδηγό ως λιγότερο σημαντική ή συναφής από τις άλλες εκτιμήσεις που εφάρμοσε η Επιτροπή στις εξηγήσεις της που αναφέρονται ανωτέρω στις παραγράφους 30 και 38.

59. Όσον αφορά το ζήτημα ε), το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε επίσης αν η ενωσιακή διάσταση του συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας είχε ή θα μπορούσε να έχει σημασία για τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ. Ωστόσο, δεν ήταν παράλογο για τον καταγγέλλοντα να πιστεύει ότι ένα πλαίσιο μεταφορών της ΕΕ θα μπορούσε να έχει σημασία για την εν λόγω περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ. Για παράδειγμα, υπενθυμίζεται τακτικά στους πολίτες ότι το περιβάλλον αποτελεί προφανές διασυνοριακό ζήτημα.

60. Όσον αφορά το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η οδηγία ΣΕΠΕ θα μπορούσε και, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί, η Επιτροπή εξήγησε ότι η ελευθερία που έχει ένα κράτος μέλος να εφαρμόζει τις μεθόδους της οδηγίας δεν μπορεί, από μόνη της, να συνεπάγεται νομική υποχρέωση να το πράξει. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση αυτή είναι σαφής και λογική.

Β. Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους, όπως φαίνεται να θεωρεί, οι δανικές αρχές τήρησαν πλήρως την οδηγία 85/337 και την οδηγία 92/43 για τους οικοτόπους

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

61. Στην καταγγελία της για παράβαση, συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης αλληλογραφίας της σε απάντηση της επιστολής της Επιτροπής της 20ής Ιουλίου 2007, η καταγγέλλουσα φαίνεται να υπαινίσσεται ότι η Δανία δεν τήρησε την οδηγία ΕΠΕ επειδή δεν τηρήθηκαν τα σχετικά πρότυπα ακρόασης. Ο καταγγέλλων φαίνεται επίσης να υποστηρίζει ότι η οδηγία για τους οικοτόπους δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη. Στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή έκρινε ότι τα ζητήματα αυτά δεν προβλήθηκαν κατά τρόπο ώστε να μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι αποτελούν μέρος της καταγγελίας παράβασης αυτής καθαυτής.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

62. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα ζητήματα που εγείρονται εδώ δεν παρουσιάστηκαν με πολύ σαφή τρόπο στην καταγγελία παράβασης. Ωστόσο, θεωρεί ότι μια εύλογη και συστηματική ανάγνωση της έγκαιρης αλληλογραφίας καθιστά δίκαιο να θεωρηθεί ότι τα ζητήματα αυτά αποτέλεσαν μέρος της διαδικασίας επί παραβάσει. Στην καταγγελία της για παράβαση, η καταγγέλλουσα διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την εικαζόμενη μη τήρηση από τη Δανία των κανόνων της οδηγίας ΕΠΕ και της οδηγίας για τους οικοτόπους. Είναι σαφές ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τις οδηγίες αυτές ήταν δευτερεύουσες. Αυτό, όμως, ήταν φυσικό. Το κύριο σημείο του καταγγέλλοντος στην καταγγελία παράβασης ήταν ότι στο εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας εφαρμοζόταν η οδηγία ΣΠΕ και όχι άλλη περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ. Θα ήταν παράλογο για τον καταγγέλλοντα να συνεχίσει την κριτική του σχετικά με την οδηγία ΕΠΕ και την οδηγία για τους οικοτόπους με την ίδια αυστηρότητα. Ωστόσο, αναφέρθηκαν οι εν λόγω οδηγίες, καθώς και πιθανές σχετικές παραβιάσεις τους. Επιπλέον, η αρχική και λεπτομερής επιστολή της Επιτροπής της 20ής Ιουλίου 2007 προς τον καταγγέλλοντα αναφερόταν ρητά στην οδηγία ΕΠΕ και στην οδηγία για τους οικοτόπους, υπενθυμίζοντας μια απαίτηση των εν λόγω οδηγιών και ζητώντας από τον καταγγέλλοντα περαιτέρω πληροφορίες. Επομένως, ήταν εύλογο ο καταγγέλλων να υποθέσει ότι αποτελούσαν μέρος του φακέλου της καταγγελίας του για παράβαση.

63. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα ζητήματα που σχετίζονται με πιθανές παραβιάσεις της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν αντιμετωπίστηκαν. Δήλωσε ότι «ως εκ τούτου, μια υπόθεση σχετικά με το θέμα αυτό έχει καταχωριστεί στη βάση δεδομένων μας για τον χειρισμό καταγγελιών με αριθμό αναφοράς CHAP (2010)02157 και ο καταγγέλλων έχει ενημερωθεί για την εν λόγω ενέργεια της Επιτροπής. Οι διαθέσιμες πληροφορίες αναλύονται προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον η επέκταση των σιδηροδρόμων έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους».

64. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή σκόπευε να διεξαγάγει χωριστή έρευνα για το θέμα αυτό και να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα σε εύθετο χρόνο. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να αντιτίθεται σε αυτόν τον τρόπο διαδικασίας. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η πτυχή της παρούσας υπόθεσης έλαβε κατάλληλη απάντηση στη γνώμη της Επιτροπής, η οποία, ως εκ τούτου, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνες στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

65. Όσον αφορά την οδηγία ΕΠΕ, η Επιτροπή δήλωσε ότι έλαβε, κατά τη σχετική χρονική στιγμή, διαβεβαιώσεις από τις δανικές αρχές ότι «η επέκταση του σιδηροδρόμου θα υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 της οδηγίας ΕΠΕ. Αυτό προβλέπει ότι η οδηγία ΕΠΕ δεν εφαρμόζεται σε έργα των οποίων οι λεπτομέρειες εγκρίνονται με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, δεδομένου ότι οι στόχοι της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας. Όπως εξηγήθηκε στον καταγγέλλοντα στην επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 2009, η διαδικασία αυτή είναι δυνατόν να επιτραπεί στα κράτη μέλη να τη χρησιμοποιήσουν υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι οι προϋποθέσεις δεν πληρούνταν και ότι η διαδικασία δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.»

66. Αφού εξέτασε την αλληλογραφία στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, κατά τη σχετική χρονική στιγμή, ενημέρωσε σαφώς τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη θέση της επί του θέματος. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, από διοικητική και/ή επιχειρησιακή άποψη, είναι σύνηθες και νόμιμο για ένα όργανο ελέγχου ή επανεξέτασης να βασίζεται στις διαβεβαιώσεις που του παρέχονται από δημόσιους φορείς και να ενεργεί -ή να αναβάλλει τυχόν ενέργειες- αναλόγως.

67. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση κατά της Επιτροπής όσον αφορά το συγκεκριμένο τμήμα της υπόθεσης.

68. Εάν ο καταγγέλλων επιθυμεί να δώσει συνέχεια στο θέμα αυτό, είναι ελεύθερος να επικοινωνήσει εκ νέου με την Επιτροπή για πληροφορίες και εξηγήσεις σχετικά με την πλήρη και λεπτομερή άποψη που ενδεχομένως διατύπωσε υπό το πρίσμα των εξελίξεων που ακολούθησαν την προαναφερθείσα απάντησή του. Εάν θεωρεί ότι λαμβάνει μη ικανοποιητική απάντηση που θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής άλλης καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Γ. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή ενήργησε αθέμιτα διεξάγοντας συνάντηση με τις δανικές αρχές σχετικά με το θέμα της καταγγελίας παράβασης, χωρίς επίσης να καλέσει τον καταγγέλλοντα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

69. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να τον είχε καλέσει σε συνάντηση που είχε με τις δανικές αρχές σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος. Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η «συνάντηση» αποτελούσε μέρος μιας «συνεδρίασης δέσμης μέτρων όπου συζητήθηκαν ορισμένες περιβαλλοντικές καταγγελίες και παραβάσεις». Προσέθεσε ότι ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα συμπεράσματα που συνήχθησαν από την εν λόγω συνάντηση. Απαντώντας στον σχετικό ισχυρισμό, η Επιτροπή δήλωσε ότι «[ω]στόσο, δεδομένου ότι η εξέταση μιας καταγγελίας αποτελεί διμερή διαδικασία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους και προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανοικτή ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων μεταξύ των δύο μερών με σκοπό την επίλυση των παραβάσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ που έχουν εντοπιστεί, οι καταγγέλλοντες δεν καλούνται σε τέτοιου είδους συναντήσεις...».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

70. Η Επιτροπή ορθώς επισήμανε, συνοπτικά, ότι δεν υπέχει νομική υποχρέωση να προσκαλεί τους καταγγέλλοντες σε συναντήσεις που πραγματοποιεί με τα κράτη μέλη σχετικά με ζητήματα παράβασης. Αυτό δεν αμφισβητείται και η απόφαση του Διαμεσολαβητή να συμπεριλάβει τον ανωτέρω ισχυρισμό στην έρευνά του δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει το αντίθετο. Ταυτόχρονα, και πάλι ορθώς, η Επιτροπή δεν υπαινίχθηκε ότι απαγορεύεται νομικά να προσκαλεί τους καταγγέλλοντες σε όλες τις συναντήσεις που πραγματοποιεί με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διατηρεί κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς το ποια μπορεί να είναι η κατάλληλη δράση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Η άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας μπορεί να υπόκειται σε αξιολόγηση από τον Διαμεσολαβητή.

71. Στην παρούσα κατάσταση του δικαίου της ΕΕ, η σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σε υποθέσεις παράβασης είναι τέτοια που θα ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο για την Επιτροπή να συζητά - υπό την έννοια της επιχειρηματολογίας ή της διαπραγμάτευσης - ζητήματα παράβασης σε στρογγυλή τράπεζα με ένα κράτος μέλος και τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, το ζήτημα είναι διαφορετικό αν η Επιτροπή συναντηθεί με το κράτος μέλος απλώς και μόνο για να λάβει πραγματικά στοιχεία. Αυτό μπορεί, για παράδειγμα, να συμβεί εάν υπάλληλοι της Επιτροπής πραγματοποιήσουν επιτόπια επίσκεψη σε ορισμένα έργα σε ένα κράτος μέλος. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να είναι δίκαιο και λειτουργικό να εξασφαλιστεί η παρουσία του καταγγέλλοντος.

72. Εν προκειμένω, από τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι η επίμαχη συνάντηση ενέπιπτε σαφώς στην πρώτη κατηγορία συσκέψεων στις οποίες πράγματι συζητήθηκαν ή ήταν πιθανό να συζητηθούν τα ζητήματα της παραβάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε τη χρηστή διοίκηση να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη συνάντηση και τα σχετικά πορίσματά της.

73. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση που να αντιστοιχεί στον εν λόγω ισχυρισμό.

Δ. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της ΕΕ στην οποία αναφέρονται ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός

74. Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιμετωπιστεί με το παρόν σχέδιο σύστασης, εάν η Επιτροπή, εκτός από την παροχή λεπτομερέστερων εξηγήσεων για τη θέση της, αναθεωρούσε τα νομικά πορίσματά της. Όσον αφορά την οδηγία ΕΠΕ και την οδηγία για τους οικοτόπους, δεν είναι σκόπιμο να δοθεί συνέχεια στον ισχυρισμό αυτό, σύμφωνα με τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή στα μέρη Β και Γ ανωτέρω.

Ε. Το σχέδιο σύστασης

Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

1. Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πιο συγκεκριμένες και εύληπτες εξηγήσεις για τη διαπίστωσή της ότι η οδηγία ΣΠΕ δεν εφαρμόζεται στο σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας Κοπεγχάγη-Ringsted στη Δανία.

Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει, πρώτον, να εξετάσει τα στοιχεία α ́ και β ́ του καταλόγου που παρατίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω.

Δεύτερον, θα πρέπει να παρέχει πιο κατανοητές εξηγήσεις από εκείνες που αναφέρονται στις παραγράφους 30 και 38, λαμβανομένων υπόψη των στόχων των εν λόγω εξηγήσεων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 41.

Τρίτον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει αν, σύμφωνα με τον οδηγό της του 2003, έλαβε υπόψη την έκταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας και, εάν δεν το έπραξε, θα πρέπει να εξηγήσει τους λόγους.

Τέταρτον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει αν η διάσταση των μεταφορών σε επίπεδο ΕΕ στην οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων ήταν άνευ σημασίας για τους σκοπούς του καθορισμού της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ.

2. Σε συστημικό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα κατάρτισης αναθεωρημένου οδηγού για την οδηγία ΣΕΠΕ, ο οποίος θα απευθύνεται ειδικά στους πολίτες και θα τους επιτρέπει να κατανοήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό πότε μπορεί να εφαρμοστεί η οδηγία ΣΕΠΕ. Ένας τέτοιος οδηγός θα μπορούσε να περιλαμβάνει χρήσιμα ενδεικτικά παραδείγματα όσων μέχρι στιγμής, σε διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ, έχουν θεωρηθεί ότι συνιστούν «σχέδιο ή πρόγραμμα».

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Ιανουαρίου 2012. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 12 Οκτωβρίου 2011


[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

[2] Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ 2001, L 197, σ. 30).

[3] Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1985, L 175, σ. 40).

[4] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).

[5] Trafikaftalen (Πολιτική συμφωνία για θέματα κυκλοφορίας) 5. Νοέμβριος 2003 (http://www.trm.dk/da/publikationer/2003/aftale+om+trafik+af+5+november+2003/~/media/Files/Publication/2003/Aftalenrvdfkrf.ashx).

[6] Ο δανικός όρος που χρησιμοποιείται στον νόμο για το «έργο/σχέδιο» είναι «projektere». Ο καταγγέλλων απέδωσε κάποια σημασία στην έννοια του όρου αυτού στην καταγγελία του. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο όρος αυτός δεν πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος σε «σχέδιο». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο όρος «σχέδιο/έργο» ή ο ίδιος ο δανικός όρος («projektere») θα χρησιμοποιηθεί σε ολόκληρο το παρόν κείμενο.

[7] Στην ορολογία της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο όρος «πεδίο εφαρμογής» αναφέρεται συνήθως στην κάλυψη της περιβαλλοντικής έκθεσης που περιγράφεται στο άρθρο 5. Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με τον όρο «πεδίο εφαρμογής», όπως χρησιμοποιείται στον τίτλο του άρθρου 3 για να αναφερθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

[8] Στην υπόθεση C-387/97 (Επιτροπή κατά Ελλάδας), το ΔΕΚ εξέτασε τι δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως σχέδια τα οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 75/442 και του άρθρου 12 της οδηγίας 78/319. Έκρινε ότι «νομοθεσία ή ειδικά μέτρα που συνιστούν απλώς μια σειρά ειδικών κανονιστικών παρεμβάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα οργανωμένο και συντονισμένο σύστημα διαθέσεως των αποβλήτων και των τοξικών και επικίνδυνων αποβλήτων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως [τέτοια] σχέδια» (σκέψη 76).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!