FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Επιστολή προς το Συμβούλιο της ΕΕ με την οποία ζητείται γνωμοδότηση στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/11/2014/MMN της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τη διαφάνεια και τη συμμετοχή του κοινού στις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP)

κ. Uwe Corsepius

Γενικός Γραμματέας

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

BE-1048 Βρυξέλλες

Στρασβούργο, 29/07/2014

Σχετικά με: Έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας OI/11/2014/MMN σχετικά με τη διαφάνεια και τη συμμετοχή του κοινού στις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων («TTIP») — Συμβούλιο της ΕΕ

Αξιότιμε κ. Corsepius,

Οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) παρουσιάζουν σημαντικό δημόσιο ενδιαφέρον, δεδομένου του δυνητικού αντικτύπου τους στη ζωή των πολιτών. Ως Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια, αυτό που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι ο βαθμός στον οποίο το κοινό μπορεί να παρακολουθήσει την πρόοδο αυτών των συνομιλιών και να συμβάλει στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων τους.

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω ότι η βάση επί της οποίας ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαπραγματευτεί εξ ονόματος της Ένωσης, δηλαδή οι διαπραγματευτικές οδηγίες της ΕΕ, δεν έχει δημοσιευθεί προορατικά από το Συμβούλιο. Εξ όσων γνωρίζω, το Συμβούλιο δεν αντέδρασε θετικά σε οποιαδήποτε αίτηση πρόσβασης του κοινού στο εν λόγω έγγραφο δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 [1].

Ενώ παραμένω έτοιμος να ασχοληθώ με κάθε καταγγελία που θα μπορούσε να μου υποβληθεί σε περίπτωση απόρριψης μιας τέτοιας αίτησης, σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο, τόσο για το Συμβούλιο όσο και για τους πολίτες, να συμμετάσχω σε διάλογο για το θέμα αυτό με το Συμβούλιο μέσω αυτεπάγγελτης έρευνας.

Κατά τη γνώμη μου, ένα υψηλό επίπεδο διαφάνειας των σκοπών και των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων για την TTIP. Ο λόγος αυτός εκτίθεται σαφώς στο ακόλουθο χωρίο αποφάσεως του Δικαστηρίου: "η έλλειψη ενημέρωσης και διαλόγου ... είναι ικανή να δημιουργήσει αμφιβολίες στους πολίτες, όχι μόνο όσον αφορά τη νομιμότητα μιας μεμονωμένης πράξης, αλλά και όσον αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο σύνολό της"[2]. Αντιστρόφως, μια προορατική προσέγγιση της διαφάνειας θα μπορούσε να ενισχύσει τις προοπτικές επιτυχίας ενισχύοντας τη νομιμότητα της διαπραγματευτικής διαδικασίας στα μάτια των πολιτών.

Ο Διαμεσολαβητής, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, αναγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο των διεθνών διαπραγματεύσεων, ορισμένα έγγραφα πρέπει να παραμείνουν εμπιστευτικά [3]. Μπορεί κάλλιστα να προβληθούν πειστικά επιχειρήματα για τη μη δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικών με τις διαπραγματεύσεις, όταν οι διαπραγματεύσεις αυτές βρίσκονται σε εξέλιξη. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να έχουν ειδικό χαρακτήρα, όσον αφορά το περιεχόμενο ενός εγγράφου και το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στο χρονοδιάγραμμα της δημοσιοποίησης.

Όπως σίγουρα γνωρίζετε, οι διαπραγματευτικές οδηγίες φαίνεται, στην πραγματικότητα, να είναι εύκολα προσβάσιμες στο Διαδίκτυο. Ενώ η νομολογία προβλέπει ότι η μη εξουσιοδοτημένη δημοσιοποίηση δεν θα πρέπει να καθορίζει το ζήτημα της πρόσβασης του κοινού βάσει του κανονισμού 1049/2001, θα ήταν αδικαιολόγητα τυπολατρικό να αγνοηθεί η διαθεσιμότητα του εγγράφου για τους σκοπούς της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας.

Το 17σέλιδο έγγραφο περιέχει ενότητες σχετικά με τη φύση και το πεδίο εφαρμογής της ΤΤΙΡ, προοίμιο και γενικές αρχές, στόχους, διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά, κανονιστικά ζητήματα και μη δασμολογικούς φραγμούς, καθώς και κανόνες, το θεσμικό πλαίσιο και τελικές διατάξεις. Το έγγραφο δεν αναφέρεται λεπτομερώς σε κανένα από αυτά τα θέματα και ορισμένα εξετάζονται σε πολύ υψηλό επίπεδο γενικότητας [4]. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αμέσως προφανές με ποιον τρόπο η δημοσιοποίησή του θα έθιγε την προστασία οποιουδήποτε από τα δημόσια ή ιδιωτικά συμφέροντα που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.

Ειδικότερα όσον αφορά την εξαίρεση του κανονισμού 1049/2001 που βασίζεται στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, από προκαταρκτική ανάλυση προκύπτει ότι η δημοσιοποίηση του εγγράφου δεν θα έβλαπτε πλέον i) την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των διαπραγματευτών· ii) παρεμποδίζουν την ανάπτυξη ελεύθερων και αποτελεσματικών συζητήσεων στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων· και/ή iii) αποκαλύπτουν στρατηγικά στοιχεία των διαπραγματεύσεων είτε στο άλλο διαπραγματευόμενο μέρος είτε σε τρίτα μέρη.[5] Το γεγονός ότι έχει παρέλθει ένα έτος από την έγκριση του εγγράφου πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η ΕΕ έχει, σε αυτό το στάδιο, κοινοποιήσει στις ΗΠΑ, και μάλιστα σε άλλες τρίτες χώρες, αυτό που πιστεύει ότι θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της ΤΤΙΡ. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς η δημοσιοποίηση των οδηγιών διαπραγμάτευσης θα υπονόμευε την προστασία αυτού του συμφέροντος. Προσθέτω, συναφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η σημασία, για τους πολίτες της Ένωσης, του ζητήματος το οποίο αφορούν τα ζητηθέντα έγγραφα διαδραματίζει ρόλο προκειμένου να καθοριστεί αν η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα προκαλούσε πράγματι ζημία. [6]

Αντιλαμβάνομαι ότι το Συμβούλιο μπορεί να φοβάται ότι η δημοσίευση αυτού του εγγράφου θα δημιουργήσει προηγούμενο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις ή για παρόμοια έγγραφα στο πλαίσιο αυτών των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων. Κατά τη γνώμη μου, οι φόβοι αυτοί θα ήταν άστοχοι, διότι κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται σε συγκεκριμένο έγγραφο, βάσει του συγκεκριμένου περιεχομένου του, η πρόσβαση μπορεί εγκύρως να απορριφθεί.

Ελπίζω ότι οι προβληματισμοί αυτοί θα φανούν χρήσιμοι στο Συμβούλιο εάν λάβει αίτηση για πρόσβαση του κοινού στις διαπραγματευτικές οδηγίες. Ωστόσο, για λόγους διαφάνειας, χρηστής διοίκησης, αποτελεσματικής χρήσης των πόρων και, τελικά, ενθάρρυνσης της εμπιστοσύνης του κοινού, καλώ επίσης το Συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο προορατικής δημοσίευσης του εν λόγω εγγράφου. Με τον τρόπο αυτό, θα συμβάλει στην προώθηση της εμπιστοσύνης του κοινού, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διασφάλιση της τελικής επιτυχίας των διαπραγματεύσεων.

Θα σας παρακαλούσα να διατυπώσετε τη γνώμη του Συμβουλίου επί του θέματος το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2014. Σημειωτέον ότι η παρούσα γνωμοδότηση θα δημοσιευθεί στον ιστότοπό μου.

Εάν οι υπηρεσίες σας χρειαστούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με τον κ. Martín Martinez Navarro (τηλ. +33 3 88 17 24 01), τον νομικό σύμβουλο που είναι αρμόδιος για την υπόθεση αυτή.

Τέλος, απηύθυνα σήμερα επίσης αυτεπάγγελτη έρευνα στην Επιτροπή σχετικά με την TTIP. Επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής μου προς την Επιτροπή, προς ενημέρωση του Συμβουλίου.

Με εκτίμηση,

η Έμιλι Ο'Ράιλι

γγ: José Manuel Barroso, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Συνημμένο: Αντίγραφο της επιστολής της Διαμεσολαβήτριας προς την Επιτροπή στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/10/2014/MMN



[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[2] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-39/05 P και C-52/05 Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. I-4723, σκέψη 59 (η υπογράμμιση δική μου). Ενώ η υπόθεση αυτή αφορούσε νομοθετική διαδικασία, η δήλωση του Δικαστηρίου φαίνεται εξίσου σημαντική στο παρόν πλαίσιο.

[3] Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή στις υποθέσεις 2393/2011/RA και 90/2009/OV.

[4] Αιτιολογία Για παράδειγμα, η ενότητα «Πρόσβαση στην αγορά» περιέχει τις ακόλουθες υποενότητες: τις εμπορευματικές συναλλαγές, τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών και της εγκατάστασης, την προστασία των επενδύσεων και τις δημόσιες συμβάσεις.

[5] Βλ. υπόθεση T-301/10 Sophie in 't Veld κατά Επιτροπής (απόφαση της 19ης Μαρτίου 2013). Βλ. επίσης υπόθεση T-529/09, Sophie in 't Veld κατά Συμβουλίου (απόφαση της 4ης Μαΐου 2012)· επικυρωθείσα κατ’ αναίρεση, υπόθεση C-350/12 P, Συμβούλιο κατά Sophie in 't Veld (απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014).

[6] Υπόθεση T-233/09 Access Info Europe κατά Συμβουλίου [2011] Συλλογή II-73, σκέψη 74.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!