Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2377/2013/(PMC)DR σχετικά με τους κανόνες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν τη διαδικασία υποβολής προσφορών στον τομέα των μεταφράσεων
Απόφαση
Υπόθεση 2377/2013/DR - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 08 Ιανουαρίου 2014 - Απόφαση στις Πέμπτη | 01 Σεπτεμβρίου 2016 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης ) - Χώρα Πορτογαλία
Η υπόθεση αφορούσε την αξιολόγηση από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύο προσφορών για υπηρεσίες νομικής μετάφρασης. Ο καταγγέλλων, ανεπιτυχής προσφέρων, ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών δεν πληρούσε τα πρότυπα χρηστής διοίκησης, διότι i) η αξιολόγηση των προσφορών δεν ήταν δεόντως τεκμηριωμένη, ii) δεν υπήρχε δυνατότητα να ζητηθεί εσωτερική διοικητική επανεξέταση και iii) δεν διασφάλιζε την ανωνυμία.
Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από το Δικαστήριο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Δικαστήριο τρεις προτάσεις βελτίωσης, ήτοι i) να απαιτήσει από τους εσωτερικούς αξιολογητές να υπογράψουν και να χρονολογήσουν τα φύλλα αξιολόγησης των δοκιμασιών, ii) να δημιουργήσει εσωτερικό μηχανισμό επανεξέτασης για την εξέταση των καταγγελιών των απορριφθέντων αιτούντων και iii) να ανωνυμοποιήσει τις δοκιμασίες των προσφερόντων για τους σκοπούς της αξιολόγησης που πραγματοποίησαν οι εσωτερικοί αξιολογητές κατά τη διαδικασία αξιολόγησης.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι Πορτογάλος επιχειρηματίας. Είναι ιδιοκτήτρια μιας μικρής πορτογαλικής μεταφραστικής εταιρείας που ειδικεύεται στη νομική και οικονομική μετάφραση. Το 2013 ο καταγγέλλων υπέβαλε δύο προσφορές για την παροχή υπηρεσιών νομικής μετάφρασης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τα αγγλικά και τα γαλλικά στα πορτογαλικά. Το είδος της διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε για την ανάθεση συμβάσεων ήταν η διαδικασία με διαπραγμάτευση [1].
2. Στις 18 Απριλίου 2013, η καταγγέλλουσα διαβίβασε έγγραφα στο Γενικό Δικαστήριο κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών. Στις 6 Ιουνίου 2013, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την καταγγέλλουσα να υποβάλει προσφορά (δεύτερο στάδιο της διαδικασίας) και να προσκομίσει δύο δοκιμαστικές μεταφράσεις, στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών.
3. Στις 25 Ιουνίου 2013, ο καταγγέλλων απέστειλε στο Δικαστήριο δύο δοκιμαστικές μεταφράσεις με συστημένη επιστολή. Στις 30 Ιουνίου 2013, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την παραλαβή και των δύο δοκιμαστικών μεταφράσεων.
4. Στις 25 Νοεμβρίου 2013, το Δικαστήριο ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι οι προσφορές της είχαν απορριφθεί επειδή οι δοκιμαστικές μεταφράσεις δεν «έφταναν το ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που απαιτείται στο άρθρο 4.3.1 της συγγραφής υποχρεώσεων»[2]. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη δυνατότητα να προσβάλει την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 263 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ή να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εντός δύο ετών.
5. Την ίδια ημέρα, η καταγγέλλουσα απάντησε, εκφράζοντας την έκπληξή της για το αποτέλεσμα της αξιολόγησης και ζητώντας αντίγραφο της αξιολόγησης του Δικαστηρίου σχετικά με τις δοκιμαστικές μεταφράσεις ή, εάν αυτό δεν ήταν δυνατό, λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες διαδικασίες προσφυγής. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση, η καταγγέλλουσα επανέλαβε το αίτημά της στις 30 Νοεμβρίου 2013.
6. Στις 2 Δεκεμβρίου 2013, το Δικαστήριο απάντησε ότι «οι δύο και μόνες διαδικασίες προσφυγής που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι αποκλεισθέντες υποψήφιοι είναι προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 263 της ΣΛΕΕ ή καταγγελία στον Διαμεσολαβητή» και ότι «μολονότι αυτό δεν προβλέπεται από τους κανόνες του παρόντος διαγωνισμού, [οι υπηρεσίες του Δικαστηρίου] προετοιμάζουν επί του παρόντος λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση της μετάφρασης [του καταγγέλλοντος] και τους λόγους που οδήγησαν στον αποκλεισμό [του καταγγέλλοντος]. [Οι υπηρεσίες του Δικαστηρίου] θα παράσχουν τις πληροφορίες αυτές το συντομότερο δυνατόν, αλλά σίγουρα όχι έως τις 6 Δεκεμβρίου».
7. Την ίδια ημέρα, η καταγγέλλουσα απάντησε ότι ενδέχεται τελικά να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, αλλά αυτό ήταν «πολύ διαφορετικό από την προσφυγή στο πλαίσιο διαδικασίας δημόσιου διαγωνισμού».
8. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η πρακτική σχετικά με τους διαγωνισμούς που προκηρύσσονται από ιδιωτικές εταιρείες ή ακόμη και τους διαγωνισμούς για δημόσιες συμβάσεις προβλέπει συνήθως εσωτερική διαδικασία προσφυγής πριν από την προσφυγή σε αρμόδιο δικαστήριο.
9. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι το Συνέδριο θα έπρεπε να είχε εκπονήσει αξιολόγηση για όλες τις δοκιμαστικές μεταφράσεις με βάση ένα σύνολο προκαθορισμένων κριτηρίων ποιότητας και/ή μια «ιδανική μετάφραση» για τα εν λόγω κείμενα, η οποία θα διαβιβαζόταν σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα.
10. Τέλος, η καταγγελία υποστήριξε ότι η παροχή στους προσφέροντες λεπτομερούς αξιολόγησης των προσφορών τους αποτελεί συνήθη πρακτική. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι όλοι οι προσφέροντες θα πρέπει να γνωρίζουν τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των προσφορών. Ήταν η πρώτη φορά που ο καταγγέλλων βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδικασία διαγωνισμού στο πλαίσιο της οποίας τα κριτήρια αξιολόγησης δεν δημοσιοποιήθηκαν.
11. Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, το Συνέδριο διαβίβασε στον καταγγέλλοντα αξιολόγηση των προσφορών, αναφέροντας παραδείγματα μεταφραστικών λαθών, ανεπαρκούς, ανακριβούς ή εσφαλμένης χρήσης της γλώσσας, κυριολεκτικών μεταφράσεων και λαθών αναφοράς, τόσο για τις μεταφράσεις της αγγλικής όσο και για τις γαλλικές δοκιμασίες.
12. Στις 15 Δεκεμβρίου 2013, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
13. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 2013, ο καταγγέλλων απάντησε στην επιστολή του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 2013. Ειδικότερα, i) αμφισβήτησε τη σοβαρότητα ορισμένων σφαλμάτων που εντοπίστηκαν στις δοκιμαστικές μεταφράσεις, θεωρώντας ότι ορισμένα από αυτά ήταν ζητήματα προσωπικής προτίμησης, ii) επισήμανε ότι το Συνέδριο δεν είχε παράσχει πίνακα κατάταξης ούτε τα κριτήρια αξιολόγησης και τη σχετική στάθμισή τους, iii) υποστήριξε ότι η αξιολόγηση των δοκιμαστικών μεταφράσεων της δεν είχε πραγματοποιηθεί παρά μόνον αφού η καταγγέλλουσα είχε ζητήσει πρόσθετες εξηγήσεις και iv) δήλωσε ότι η διαδικασία δεν ήταν αμερόληπτη και δεν διέθετε τον απαιτούμενο βαθμό επαγγελματισμού.
14. Στις 28 Απριλίου 2014, το Δικαστήριο απάντησε ότι «μετά από ενδελεχή εξέταση των ζητημάτων που [η καταγγέλλουσα] εξέθεσε, [οι] αιτιάσεις [της] με αριθμό i) και iv) [εμφανίζονται] αβάσιμες». Όσον αφορά τα δύο άλλα σημεία, με αριθμό (ii) και (iii), το Δικαστήριο την ενημέρωσε ότι, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα τα έθεσε ήδη στην καταγγελία της προς τη Διαμεσολαβήτρια, το Δικαστήριο θα απαντούσε στο πλαίσιο της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας.
Η έρευνα
15. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τους ακόλουθους ισχυρισμούς, επιχειρήματα και ισχυρισμούς:
Ισχυρισμοί:
Η διαδικασία υποβολής προσφορών δεν πληρούσε τα πρότυπα χρηστής διοίκησης, διότι i) η αξιολόγηση των προσφορών δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη, ii) δεν υπήρχε δυνατότητα εσωτερικής διοικητικής επανεξέτασης της απόρριψης μιας προσφοράς και iii) δεν διασφάλιζε την ανωνυμία.
Ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Προς στήριξη του σημείου i), η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το Δικαστήριο δεν τεκμηρίωσε την αξιολόγηση των προσφορών της κατά τον χρόνο της πραγματικής αξιολόγησης και συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η εν λόγω τεκμηρίωση δεν είχε καταρτιστεί ταυτόχρονα.
Προς επίρρωση του σημείου ii), ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι διαθέσιμες εξωτερικές διαδικασίες προσφυγής (προσφυγές ή καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή) δεν υποκαθιστούν επαρκώς την εσωτερική διοικητική επανεξέταση.
Προς επίρρωση του σημείου iii), ο καταγγέλλων άφησε να εννοηθεί ότι η έλλειψη ανωνυμίας αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσφερόντων.
Αξίωση:
Οι μελλοντικές διαδικασίες υποβολής προσφορών θα πρέπει να πληρούν τα πρότυπα χρηστής διοίκησης, ιδίως όσον αφορά i) την επαρκή τεκμηρίωση της αξιολόγησης των προσφορών, ii) τη δυνατότητα επιδίωξης εσωτερικής διοικητικής επανεξέτασης της απόρριψης μιας προσφοράς και iii) την εγγύηση της ανωνυμίας κατά την υποβολή προτάσεων υποβολής προσφορών.
16. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη του Δικαστηρίου σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ως απάντηση στη γνώμη του Δικαστηρίου. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης περαιτέρω διευκρινίσεις από το Δικαστήριο σχετικά με τα τεύχη δημοπράτησης και, ειδικότερα, την αξιολόγηση των δοκιμαστικών μεταφράσεων του καταγγέλλοντος. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.
Ισχυρισμός ότι η αξιολόγηση των προσφορών δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
17. Προς στήριξη του πρώτου ισχυρισμού, η καταγγέλλουσα υποστήριξε, κυρίως, ότι το Δικαστήριο δεν τεκμηρίωσε την αξιολόγηση των προσφορών της παρά μόνον αφού ζήτησε εξηγήσεις. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η αξιολόγηση της προσφοράς δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη, διότι το Συνέδριο α) δεν έκανε διάκριση μεταξύ των πρόσθετων πληροφοριών που παρασχέθηκαν σχετικά με καθεμία από τις δύο δοκιμαστικές μεταφράσεις και β) δεν κατέταξε σε σημαντικό βαθμό τα σφάλματα που εντοπίστηκαν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι γ) το Δικαστήριο δεν είχε παράσχει, στα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των απαιτήσεων ποιότητας, πίνακα αξιολόγησης, τα κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και τον τρόπο απονομής κάθε σχετικού σημείου για κάθε μετάφραση.
18. Στη γνώμη του, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η αξιολόγηση των προσφορών δεν είχε τεκμηριωθεί παρά μόνο μετά το συμβάν. Το Συνέδριο αναφέρθηκε στη γενική πρακτική που ακολουθείται στην περίπτωση των εν λόγω αξιολογήσεων, σύμφωνα με την οποία «για κάθε δοκιμαστική μετάφραση, κάθε ένας από τους δείκτες, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησής του και, ως εκ τούτου, ταυτόχρονα με αυτήν, συμπεριέλαβε τις παρατηρήσεις του στο φύλλο αξιολόγησης και μπορούσε να σημειώσει στο περιθώριο ενός αντιγράφου της ίδιας της δοκιμαστικής μετάφρασης». Σύμφωνα με το Συνέδριο, «η θέση δεν ήταν διαφορετική για την αξιολόγηση των δύο δοκιμαστικών μεταφράσεων που υπέβαλε ο καταγγέλλων» και, ως εκ τούτου, «η αξιολόγηση των εν λόγω δοκιμαστικών μεταφράσεων τεκμηριώθηκε ταυτόχρονα με την αξιολόγηση».
19. Το Συνέδριο δήλωσε επίσης ότι, ενώ συνέταξε ένα συγκεκριμένο έγγραφο μετά την αξιολόγηση, το οποίο έλαβε τη μορφή της επιστολής της 10ης Δεκεμβρίου 2013, αυτό ήταν «μόνο για να ενημερώσει την καταγγέλλουσα με τον σαφέστερο τρόπο για τους λόγους απόρριψης των προσφορών της, παρουσιάζοντας (...) με δομημένο τρόπο τα σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τη στιγμή της αξιολόγησης σε καθεμία από τις δύο δοκιμαστικές μεταφράσεις της».
20. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 2013 ήταν διαρθρωμένο κατά τρόπο ώστε να γίνεται διάκριση μεταξύ των πληροφοριών σχετικά με τις δοκιμαστικές μεταφράσεις για κάθε γλώσσα και ότι η αναθέτουσα αρχή δεν είχε καμία υποχρέωση να γνωστοποιήσει το σύστημα βαθμολόγησης ή τη μεθοδολογία αξιολόγησής της και, ως εκ τούτου, να κατατάξει σε σημαντικό βαθμό τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν στις δοκιμαστικές μεταφράσεις. Όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με ορισμένες παραλείψεις στα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο τεκμηριώθηκε η αξιολόγηση της προσφοράς και όχι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Σε κάθε περίπτωση, οι κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού [3] υποχρεώνουν την αναθέτουσα αρχή να αναφέρει μόνο τα κριτήρια ανάθεσης και τη σχετική στάθμισή τους, όπως έπραξε το Συνέδριο στην προκειμένη περίπτωση.
21. Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.
Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας
22. Ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε αρχικά από το επιχείρημα του Συνεδρίου σχετικά με το πότε τεκμηριώθηκε η αξιολόγηση των δοκιμαστικών μεταφράσεων. Αφενός, το Συνέδριο παραδέχθηκε ότι η επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2013, με την οποία παρείχε στην καταγγέλλουσα αξιολόγηση των προσφορών της, αποτελούσε «εκ των υστέρων ειδικό έγγραφο»· και, αφετέρου, το Συνέδριο δεν προσκόμισε πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η αξιολόγηση είχε τεκμηριωθεί κατά τον χρόνο διενέργειας της αξιολόγησης.
23. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε διευκρινίσεις από το Δικαστήριο επί του θέματος. Ως εκ τούτου, το Συνέδριο έθεσε στη διάθεση του Διαμεσολαβητή τα (ακατάλληλα) φύλλα αξιολόγησης των δοκιμαστικών μεταφράσεων του καταγγέλλοντος, τα οποία είχαν διενεργηθεί από δύο μεμονωμένους αξιολογητές για κάθε δοκιμαστική μετάφραση. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο προσκόμισε, αφενός, έκθεση, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 2013, της επιτροπής της πορτογαλικής μεταφραστικής μονάδας σχετικά με την αξιολόγηση και την κατάταξη των προσφορών και, αφετέρου, έκθεση, με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 2013, της επιτροπής αξιολόγησης, η οποία συστάθηκε βάσει του άρθρου 158 των κανόνων εφαρμογής, σχετικά με την αξιολόγηση και την κατάταξη των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών που πληρούσαν τις απαιτήσεις.
24. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι οι επιμέρους αξιολογητές δεν ανέφεραν, στα φύλλα αξιολόγησης, την ημερομηνία ή τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αξιολόγησαν τις δοκιμαστικές μεταφράσεις του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει, όπως ισχυρίζεται το Συνέδριο, ότι τα δελτία αξιολόγησης καταρτίστηκαν ταυτόχρονα με την αξιολόγηση.
25. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι οι δύο προαναφερθείσες εκθέσεις σχετικά με την αξιολόγηση και την κατάταξη των προσφορών είναι, αντιθέτως, χρονολογημένες. Επιπλέον, και οι δύο αυτές εκθέσεις αναφέρουν τον λόγο για τον οποίο αποκλείστηκαν οι προσφορές του καταγγέλλοντος, δηλαδή το γεγονός ότι η ποιότητα των δοκιμαστικών μεταφράσεων ήταν κάτω από 50 βαθμούς, δηλαδή κάτω από το ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που απαιτείται στη συγγραφή υποχρεώσεων.
26. Αναμφίβολα, τα συμπεράσματα των εκθέσεων αυτών στηρίζονταν στα αποτελέσματα της αξιολογήσεως των δοκιμαστικών μεταφράσεων και, εμμέσως, στα δελτία αξιολογήσεως. Επομένως, παρά την παράλειψη των αξιολογητών να μην καταγράψουν την ημερομηνία της αξιολόγησής τους στα δελτία αξιολόγησης, τα δελτία αξιολόγησης πρέπει να έχουν συνταχθεί το αργότερο έως τις 20 Οκτωβρίου 2013 και, επομένως, πριν από τις 25 Νοεμβρίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για την απόρριψη των προσφορών της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Συνέδριο συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή του να τεκμηριώνει δεόντως την αξιολόγηση και την κατάταξη των προσφορών που υποβλήθηκαν [4].
27. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας, ότι η αξιολόγηση των δοκιμαστικών μεταφράσεων της δεν είχε τεκμηριωθεί κατά τον χρόνο της πραγματικής αξιολόγησης, δεν είναι βάσιμος. Όσον αφορά τα άλλα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων (βλ. σημείο 17 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε το Δικαστήριο στη γνώμη του είναι εύλογες και πειστικές. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο -χωρίς να αμφισβητηθεί από τον καταγγέλλοντα- στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2013 γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των πληροφοριών που αφορούν καθεμία από τις δοκιμαστικές μεταφράσεις (από τα αγγλικά στα πορτογαλικά και από τα γαλλικά στα πορτογαλικά) που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Επιπλέον, από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, μολονότι δεν κατέταξε τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν στις δοκιμαστικές μεταφράσεις, παρέσχε στον καταγγέλλοντα επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα είδη, τη σοβαρότητα και την έκταση των σφαλμάτων ή των αδυναμιών που εντοπίστηκαν σε αυτό. Τέλος, δεν αμφισβητείται επίσης ότι το Δικαστήριο τήρησε την υποχρέωσή του να παράσχει τα στοιχεία που απαιτούνται από τον δημοσιονομικό κανονισμό και τους κανόνες εφαρμογής του.
28. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Επιθυμεί, ωστόσο, να τονίσει ότι οι υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδιες για την αξιολόγηση των δοκιμασιών μετάφρασης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, στο μέλλον, τα δελτία αξιολόγησης θα καταρτίζονται δεόντως και θα φέρουν τη δέουσα υπογραφή και ημερομηνία.
Ισχυρισμός περί ελλείψεως δυνατότητας εσωτερικής διοικητικής επανεξετάσεως της απορρίψεως προσφοράς και της σχετικής αιτήσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
29. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα εξωτερικά μέσα έννομης προστασίας που προσδιόρισε το Δικαστήριο δεν αποτελούσαν επαρκές υποκατάστατο της εσωτερικής διοικητικής επανεξέτασης.
30. Στη γνωμοδότησή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι νομοθέτες της ΕΕ δεν καθιέρωσαν διαδικασία διοικητικής προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [5]. Ωστόσο, ο δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής προβλέπουν μηχανισμούς των οποίων τα αποτελέσματα είναι παρόμοια με εκείνα μιας τέτοιας διαδικασίας [6]. Δημιουργούν μηχανισμούς που επιτρέπουν στην αναθέτουσα αρχή, τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο, να λαμβάνει μέτρα - όπως η αναστολή της υπογραφής της σύμβασης, η ακύρωση της διαδικασίας ή η καταγγελία της σύμβασης - όταν αυτό είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση των καταγγελιών που υποβάλλονται από απορριφθέντες προσφέροντες.
31. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να θεσπίσει επίσημη διαδικασία εσωτερικού διοικητικού ελέγχου των αποφάσεων που λαμβάνονται σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, υπάρχουν μηχανισμοί με παρόμοιο αποτέλεσμα και ο καταγγέλλων είχε πράγματι κάνει χρήση τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε τη δυνατότητα να εκφράσει τις ανησυχίες της στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 19ης Δεκεμβρίου 2013 και ότι το Δικαστήριο απάντησε πλήρως σε αυτό στις 28 Απριλίου 2014.
32. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Συνεδρίου, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την απογοήτευσή της για τη θέση του Συνεδρίου και για την «αδυναμία του να προβεί σε ανεξάρτητη αξιολόγηση των εσωτερικών διαδικασιών του».
Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας
33. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού αναφέρει ότι οι προσφέροντες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ [7] ή μπορούν να απευθυνθούν στον Διαμεσολαβητή. Δεν αναφέρεται σε κανένα εναλλακτικό μέσο επίλυσης διαφορών.
34. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τη δήλωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν υποχρεούνται εκ του νόμου να θεσπίσουν μηχανισμούς εσωτερικής επανεξέτασης και ότι αρκούν οι αναφορές στη δυνατότητα προσβολής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής ακύρωσης ή υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η χρηστή διοίκηση υπερβαίνει τις νομικές υποχρεώσεις. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την αποδοχή των πολιτών, η δημόσια διοίκηση πρέπει να λογοδοτεί και να ανταποκρίνεται. Αυτό σημαίνει ότι η διοίκηση είναι έτοιμη να εξηγήσει και να αιτιολογήσει τις αποφάσεις της μέσω γνήσιου και ουσιαστικού διαλόγου με τους πολίτες.
35. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, κάθε θεσμικό όργανο της ΕΕ, το οποίο βρίσκεται σε συχνή επαφή με πρόσωπα που ενδέχεται να έχουν λόγο να υποβάλουν καταγγελία, θα πρέπει να θεσπίσει διαδικασία που να προβλέπει την ταχεία εξέταση και επίλυση των καταγγελιών από το ίδιο το θεσμικό όργανο, προτού τα εν λόγω πρόσωπα χρησιμοποιήσουν άλλους μηχανισμούς εξωτερικής έννομης προστασίας, όπως ο Διαμεσολαβητής και τα δικαστήρια [8]. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μια τέτοια διαδικασία είναι πιθανό να αντιμετωπίσει τα παράπονα ενός καταγγέλλοντος πιο γρήγορα και ακόμη και αποτελεσματικά (δεδομένου ότι μπορεί να αναληφθεί δράση πριν από τη λήψη επίσημης απόφασης σχετικά με το καταγγελλόμενο ζήτημα). Ένας μηχανισμός εσωτερικής επανεξέτασης παρέχει μια γρήγορη, φθηνή και εύκολα προσβάσιμη μορφή επανεξέτασης. Αποτελεί επίσης χρήσιμο εργαλείο λογοδοσίας και μηχανισμό ποιοτικού ελέγχου, ο οποίος, μέσω ανατροφοδότησης προς το θεσμικό όργανο που τον δημιουργεί, είναι πιθανό να επηρεάσει θετικά τη διαδικασία λήψης αποφάσεών του. Επομένως, ένα τέτοιο σύστημα είναι επωφελές τόσο για τους καταγγέλλοντες όσο και για το οικείο θεσμικό όργανο.
36. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι αυτό θα πρέπει να ισχύει και για το Δικαστήριο, το οποίο, στο πλαίσιο της διοικητικής του δραστηριότητας, βρίσκεται σε συχνή επαφή με αιτούντες που ανταποκρίνονται σε προσκλήσεις υποβολής προσφορών. Όπως ορθώς υπαινίσσεται ο καταγγέλλων, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η αντίληψη του κοινού σχετικά με την ανταπόκριση και τη λογοδοσία ενός θεσμικού οργάνου της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου.
37. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε επίσης τα επιχειρήματα που προέβαλε το Συνέδριο όσον αφορά τους υφιστάμενους μηχανισμούς ελέγχου.
38. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, πρώτον, ότι, ενώ οι δύο μηχανισμοί εξωτερικής επανεξέτασης (το Δικαστήριο και ο Διαμεσολαβητής) προσφέρουν αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας, δεν παρέχουν, ωστόσο, άμεση επανόρθωση στις ανησυχίες ενός καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι ο μηχανισμός αυτός απαιτεί ορισμένο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, ένας μηχανισμός εσωτερικής επανεξέτασης μπορεί επίσης να παρέχει στην οικεία διοίκηση τη δυνατότητα να παρέχει, όπου είναι δυνατόν, άμεσο ένδικο βοήθημα και, ως εκ τούτου, να αποφεύγει κάθε περιττή προσφυγή στα δικαστήρια της Ένωσης ή στις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.
39. Όσον αφορά, δεύτερον, τους μηχανισμούς που θεσπίστηκαν με τον δημοσιονομικό κανονισμό και τους κανόνες εφαρμογής του, στους οποίους αναφέρεται το Δικαστήριο στη γνωμοδότησή του (βλ. σημείο 30 ανωτέρω), είναι σαφές ότι είναι πολύ χρήσιμοι για να δοθεί στην αναθέτουσα αρχή η δυνατότητα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση των αιτιάσεων ενός καταγγέλλοντος. Η Διαμεσολαβήτρια πιστεύει, ωστόσο, ότι η αποτελεσματικότητά τους θα ενισχυθεί με την ενσωμάτωσή τους σε μια τυποποιημένη διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης.
40. Ένα τρίτο επιχείρημα του Δικαστηρίου ήταν ότι η καταγγέλλουσα ήταν σε θέση να απευθύνει γραπτώς τις ανησυχίες της στο Δικαστήριο και να λάβει απάντηση από το Δικαστήριο. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ενώ ο καταγγέλλων έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, η απάντηση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2014 δεν ήταν απολύτως ικανοποιητική. Για παράδειγμα, στην περίπτωση δύο επιχειρημάτων του καταγγέλλοντος, το Δικαστήριο δήλωσε απλώς ότι «εμφανίζονται αβάσιμα» χωρίς να εξηγήσει γιατί συνέβη αυτό. Η Διαμεσολαβήτρια πιστεύει ότι το γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες μπορούν να απευθύνονται γραπτώς στο Δικαστήριο (και να αναμένουν απάντηση) δεν είναι τόσο χρήσιμο όσο ένας επίσημος μηχανισμός ελέγχου. Κατά την άποψη του Συνεδρίου, οι απαντήσεις του σε αιτήματα και καταγγελίες που λαμβάνει, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, πληρούν την προϋπόθεση να έχει προηγουμένως προβεί στις «κατάλληλες διοικητικές προσεγγίσεις»[9] στο Δικαστήριο προτού υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι, δεδομένου ότι οι πολίτες ή άλλα πρόσωπα πρέπει πρώτα να παρέχουν στο οικείο θεσμικό όργανο τη δυνατότητα να εξετάσει την καταγγελία τους, πριν από την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, είναι λογικό τα θεσμικά όργανα να διαθέτουν τυποποιημένη διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης. Μια επίσημη διαδικασία επανεξέτασης παρέχει την καλύτερη εγγύηση ότι το θεσμικό όργανο θα ακούσει και θα συνεργαστεί με τον αιτούντα την επανεξέταση.
41. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με το Δικαστήριο ότι δεν είχε νομική υποχρέωση, υπό την ιδιότητά του ως αναθέτουσας αρχής, να παράσχει μηχανισμό εσωτερικής επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, δεν επρόκειτο για κατάσταση στην οποία το Δικαστήριο δεν διέθετε κανένα μηχανισμό εσωτερικής εξετάσεως των καταγγελιών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος χρήζει διαπίστωσης κακοδιοίκησης κατά του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι η πρακτική του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τον χειρισμό καταγγελιών σχετικά με διαδικασίες υποβολής προσφορών, όπως στην παρούσα υπόθεση, θα μπορούσε να βελτιωθεί.
Ισχυρισμός ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών δεν εξασφάλισε την ανωνυμία και τη σχετική απαίτηση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
42. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι οι δοκιμαστικές μεταφράσεις δεν είχαν ανωνυμοποιηθεί πριν από την αξιολόγησή τους συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων.
43. Στη γνωμοδότησή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν επέβαλε κανόνα ανωνυμίας στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας με διαπραγμάτευση. Κατά συνέπεια, η ανωνυμοποίηση των προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας με διαπραγμάτευση που χρησιμοποιήθηκε εν προκειμένω δεν αποτελούσε προϋπόθεση για τη νομιμότητα της διαδικασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε περαιτέρω ότι, δεδομένου ότι η συγγραφή υποχρεώσεων δεν προέβλεπε ότι οι προσφορές - των οποίων οι δοκιμασίες μετάφρασης αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος - έπρεπε να ανωνυμοποιηθούν, δεν υπήρχε βάση για τον καταγγέλλοντα να αναμένει τέτοια ανωνυμοποίηση. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι η καταγγέλλουσα δεν εξήγησε με ποιον τρόπο έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης από τους άλλους προσφέροντες που βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με τη δική της ούτε με ποιον τρόπο βρισκόταν σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των άλλων προσφερόντων. Αντιθέτως, δεδομένου ότι καμία δοκιμαστική μετάφραση οποιουδήποτε προσφέροντος δεν ήταν ανώνυμη, ο καταγγέλλων αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι άλλοι προσφέροντες. Τέλος, το Δικαστήριο υποστήριξε ότι, εάν η καταγγέλλουσα ήθελε να υποδείξει ότι οι δοκιμαστικές μεταφράσεις δεν σημειώθηκαν αμερόληπτα, δεν προσκόμισε κανένα απτό αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το θέμα αυτό.
44. Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.
Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας
45. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί από τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι όλοι οι προσφέροντες φαίνεται να έχουν αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή να έχει αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Και τούτο διότι, στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, όπως εν προκειμένω, όλοι οι προσφέροντες είναι γνωστοί, οπότε η αναθέτουσα αρχή διαβουλεύεται με τους προσφέροντες της επιλογής της που πληρούν τα κριτήρια επιλογής και διαπραγματεύεται τους όρους των προσφορών τους με έναν ή περισσότερους από αυτούς. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα δεν εξήγησε με ποιον τρόπο αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από τους άλλους προσφέροντες που βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με τη δική της ή με ποιον τρόπο βρισκόταν σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των άλλων προσφερόντων, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η καταγγέλλουσα υπέστη διάκριση.
46. Αυτό που υπονοεί ο καταγγέλλων είναι ότι, λόγω αυτής της έλλειψης ανωνυμίας, η ακεραιότητα της διαδικασίας σήμανσης δεν ήταν πλήρως εγγυημένη. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος εγείρει περισσότερο το ζήτημα της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας της αξιολόγησης των δοκιμασιών μετάφρασης παρά το ζήτημα της εφαρμογής των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης.
47. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε, για άλλη μια φορά, στην απουσία νομικής διάταξης που να του επιβάλλει την ανωνυμοποίηση των δοκιμασιών μετάφρασης. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ακόμη και ελλείψει ειδικής υποχρέωσης ανωνυμοποίησης των δοκιμασιών στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση, ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική η επιλογή αυτή. Η ανωνυμοποίηση των δοκιμασιών μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση δίκαιων, αντικειμενικών και αμερόληπτων αξιολογήσεων και της ίσης μεταχείρισης όλων των προσφερόντων. Τέτοια μέτρα μπορούν επίσης να συμβάλουν στην αποφυγή οποιασδήποτε υποψίας μεροληψίας ή ευνοιοκρατίας.
48. Τέτοιες περιστάσεις μπορεί να υπάρχουν όταν οι προσφέροντες είναι ήδη γνωστοί στους αξιολογητές. Αυτό συμβαίνει όταν ορισμένοι προσφέροντες παρέχουν ήδη υπηρεσίες στην αναθέτουσα αρχή και όταν η τακτική καθημερινή εργασία των αξιολογητών με την αναθέτουσα αρχή τους παρέχει γνώση της ποιότητας των εργασιών που έχουν ήδη παρασχεθεί στην αναθέτουσα αρχή από τους προσφέροντες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει τουλάχιστον ο κίνδυνος οι αξιολογητές να επηρεαστούν, κατά την αξιολόγηση των προσφορών, από την αντίληψή τους, θετική ή αρνητική, για τις προηγούμενες εργασίες των προσφερόντων.
49. Στην προκειμένη περίπτωση, η καταγγέλλουσα δεν απέδειξε ότι η έλλειψη ανωνυμοποίησης είχε αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση των δοκιμών της. Συγκεκριμένα, η καταγγέλλουσα δεν ισχυρίστηκε ότι οποιοσδήποτε αξιολογητής είχε σχηματίσει προηγούμενη άποψη για την ποιότητα της εργασίας της. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παρείχε πειστικές εξηγήσεις, με βάση τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, όσον αφορά τη βαθμολογία που δόθηκε στον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό.
50. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όπως ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων, το Συνέδριο θα μπορούσε να βελτιώσει τις διαδικασίες υποβολής προσφορών του και, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην αποφυγή καταστάσεων όπως αυτή. Επομένως, σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε να ανωνυμοποιήσει τις δοκιμασίες μετάφρασης για τους σκοπούς της αξιολόγησης στην οποία προέβησαν οι βαθμολογητές κατά τη διαδικασία αξιολόγησης.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από το Δικαστήριο.
Ο καταγγέλλων και το Δικαστήριο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Προτάσεις βελτίωσης
Το Δικαστήριο, όταν ενεργεί υπό την ιδιότητά του ως αναθέτουσα αρχή, θα πρέπει i) να απαιτεί από τους εσωτερικούς αξιολογητές να υπογράφουν και να χρονολογούν τα φύλλα αξιολόγησης των δοκιμασιών, ii) να θεσπίζει εσωτερικό μηχανισμό επανεξέτασης για την εξέταση των καταγγελιών των απορριφθέντων υποψηφίων και iii) να ανωνυμοποιεί τις δοκιμασίες των προσφερόντων για τους σκοπούς της αξιολόγησης που πραγματοποιούν οι εσωτερικοί αξιολογητές κατά τη διαδικασία αξιολόγησης.
η Έμιλι Ο'Ράιλι
Στρασβούργο, 31/8/2016
[1] Στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση, οι αναθέτουσες αρχές διαβουλεύονται με προσφέροντες της επιλογής τους που πληρούν τα κριτήρια επιλογής και διαπραγματεύονται μαζί τους τους τους όρους των προσφορών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν δημοσιεύθηκε προκήρυξη διαγωνισμού, οι υποψήφιοι απέστειλαν αιτήσεις συμμετοχής (πρώτο στάδιο της διαδικασίας). Βάσει της αξιολόγησης των ικανοτήτων τους, οι υποψήφιοι που κρίθηκαν οι πλέον ικανοί να εκτελέσουν τη σύμβαση κλήθηκαν να υποβάλουν προσφορές (δεύτερο στάδιο της διαδικασίας).
[2] Το άρθρο 4.3.1 (Ελάχιστο επίπεδο ποιότητας) της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε ότι η ποιότητα των δοκιμαστικών μεταφράσεων στις οποίες έχει δοθεί βαθμολογία ποιότητας μικρότερη από 50 στα 100 θα θεωρηθεί απαράδεκτη και οι εν λόγω προσφορές θα απορριφθούν.
[3] Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/1929 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 2015.
[4] Αιτιολογία Άρθρο 159 των κανόνων εφαρμογής.
[5] Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2013 στην υπόθεση T-32/08, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 30.
[6] Συναφώς, το Δικαστήριο παρέπεμψε στο άρθρο 116 του δημοσιονομικού κανονισμού και στα άρθρα 17, παράγραφος 1, και 166 των κανόνων εφαρμογής. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όταν η διαδικασία ανάθεσης έχει υποστεί ουσιώδη σφάλματα ή παρατυπίες, η αναθέτουσα αρχή αναστέλλει τη διαδικασία και μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της ακύρωσης της διαδικασίας. Εάν τα ελαττώματα αυτά αποκαλυφθούν μετά την ανάθεση της σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να μην συνάψει τη σύμβαση, να αναστείλει την εκτέλεσή της ή, κατά περίπτωση, να την καταγγείλει.
[7] Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα και για τις οποίες δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.
[8] Αιτιολογία Βλ. την απόφαση της Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η αυτεπάγγελτη έρευνα OI/8/2013 (διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/fr/cases/decision.faces/en/59392/html.bookmark), όπου ο Διαμεσολαβητής υπογράμμισε ότι μια τέτοια διαδικασία επανεξέτασης θα πρέπει να καλύπτει τις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις που θα πρέπει να οδηγήσουν σε πλήρη επαναξιολόγηση μιας προσφοράς: i) εάν ο αιτών προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία διαδικαστικών σφαλμάτων, για παράδειγμα, εάν είναι σαφές ότι ένα στάδιο της διαδικασίας έχει παραβλεφθεί· ii) εάν ο αιτών προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για σφάλματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά· ή iii) εάν ο αιτών προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.
[9] Αιτιολογία Άρθρο 2 παράγραφος 4 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.