Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 362/2011/KM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 362/2011/KM - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 11 Μαρτίου 2011 - Απόφαση στις Τρίτη | 22 Δεκεμβρίου 2015 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης ) - Χώρα Βέλγιο
Η υπόθεση αφορούσε αίτημα προς την Επιτροπή, εκ μέρους ενός από τους πρώην υπαλλήλους της, για λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη πειθαρχική διαδικασία κατά άλλου πρώην υπαλλήλου της Επιτροπής.
Η Επιτροπή απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει τις ζητηθείσες πληροφορίες. Επιδίωξε επίσης να καθησυχάσει τον καταγγέλλοντα ότι χειριζόταν το θέμα του πρώην υπαλλήλου λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα.
Η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα περιλάμβανε ελέγχους των φακέλων της Επιτροπής που αφορούσαν τον πρώην υπάλληλο. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, μολονότι τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να διατηρούν υψηλό επίπεδο διαφάνειας, εν προκειμένω, η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει λεπτομέρειες των ενεργειών της σχετικά με τον πρώην υπάλληλο χωρίς να θίξει τη δίκαιη διεξαγωγή των διαδικασιών εν γένει, καθώς και την ιδιωτική ζωή του οικείου υπαλλήλου.
Ως εκ τούτου, η υπόθεση περατώθηκε χωρίς να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση.
Ιστορικό
1. Ο καταγγέλλων είναι πρώην υπάλληλος της Επιτροπής. Τον Ιανουάριο του 2010, επικοινώνησε με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για να ρωτήσει αν η Επιτροπή είχε κινήσει ή θα κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά υψηλόβαθμου αξιωματούχου της Επιτροπής, ο οποίος, σύμφωνα με άρθρο των Sunday Times, συναντήθηκε με δημοσιογράφους που παρίσταναν τους Κινέζους επιχειρηματίες και τους διαβίβασε εμπιστευτικές πληροφορίες.[1] Τον Φεβρουάριο του 2010, η OLAF ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε κινήσει έρευνα. Προσέθεσε ότι το ζήτημα της κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας θα εξαρτηθεί από την έκβαση των ερευνών της.
2. Στις 28 Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής, με την οποία τον ρωτούσε αν επρόκειτο να κινήσει πειθαρχική διαδικασία επί του θέματος ή, σε αντίθετη περίπτωση, να εξηγήσει τους λόγους της απόφασης αυτής.
3. Στην απάντησή της της 30ής Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή δήλωσε ότι «οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης». Ωστόσο, δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες πληροφορίες στον καταγγέλλοντα, διότι επρόκειτο για «εμπιστευτικό προσωπικό ζήτημα που δεν μπορεί να γνωστοποιηθεί σε τρίτους».
4. Ο καταγγέλλων δεν έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση αυτή. Έτσι στράφηκε στον Διαμεσολαβητή.[2]
Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε δεόντως στον καταγγέλλοντα και ότι θα έπρεπε, εάν δεν είχε την πρόθεση να κινήσει πειθαρχική διαδικασία, να εξηγήσει τους λόγους
Η πρόταση λύσης του Διαμεσολαβητή
5. Αφού εξέτασε την καταγγελία, εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής, έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, στις 28 Ιουνίου 2013 ο τότε Διαμεσολαβητής υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση λύσης:
«Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αρχική άρνησή της να παράσχει κάθε είδους πληροφορίες απαντώντας στην ερώτηση του καταγγέλλοντος κατά πόσον είχε ληφθεί πειθαρχικό μέτρο κατά του υπαλλήλου».
6. Στην ανάλυσή του, ο τότε Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ήταν νομικά ορθή όταν δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παράσχει στον καταγγέλλοντα καμία πληροφορία σχετικά με το αν είχε κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του πρώην υπαλλήλου (ο οποίος, στο παρόν στάδιο, είχε συνταξιοδοτηθεί), εκτός εάν ο καταγγέλλων μπορούσε να αποδείξει ότι η διαβίβαση σε αυτόν των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του πρώην υπαλλήλου ήταν αναγκαία. [3] Ωστόσο, ο τότε Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της υπόθεσης απαιτούσαν μια πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση. Πρώτον, άφθονες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του πρώην αξιωματούχου, ήταν ήδη διαθέσιμες στο κοινό, από το άρθρο των Sunday Times και από δύο δικαστικές υποθέσεις που ο πρώην αξιωματούχος είχε φέρει χρησιμοποιώντας το πλήρες όνομά του. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε δηλώσει ότι, ενώ η διοίκηση είχε καθήκον να λαμβάνει υπόψη την ευημερία των υπαλλήλων της και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες από ό,τι ήταν αναγκαίο, μια αυξανόμενη «νοοτροπία λογοδοσίας» σήμαινε ότι «οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό που κατέχουν θέσεις ευθύνης σε μια διοίκηση όπως η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πιθανή ύπαρξη δικαιολογημένης ανάγκης κοινοποίησης ενός βαθμού πληροφοριών στο κοινό».[4] Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, εάν η Επιτροπή είχε πράγματι ολοκληρώσει τις πειθαρχικές έρευνες επί του θέματος, θα μπορούσε τώρα να είναι σε θέση να παράσχει πληροφορίες.
Η απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση λύσης
7. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το αν είχαν ληφθεί πειθαρχικά μέτρα κατά του πρώην υπαλλήλου. Ανέφερε ότι οι πληροφορίες που είχε ζητήσει ο καταγγέλλων δεν ήταν ήδη δημοσιοποιημένες, ούτε μπορούσαν να «ανακαλυφθούν εύκολα». Επισήμανε ότι τόσο τα δημοσιεύματα στον Τύπο όσο και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, στις υποθέσεις F-80/08 ή F75/09 σχετικά με τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, αναφέρονταν στα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζονταν οι εν λόγω δικαστικές υποθέσεις, στην έρευνα της OLAF και στα προ πειθαρχικά μέτρα που έλαβε η Επιτροπή. Ωστόσο, οι δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες δεν αποκάλυψαν πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη πειθαρχική παρακολούθηση από την Επιτροπή.
8. Γενικότερα, η Επιτροπή επέμεινε ότι η γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με πιθανές πειθαρχικές υποθέσεις θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τη δίκαιη διεξαγωγή οποιασδήποτε διαδικασίας, εάν κινούνταν. Θα μπορούσε επίσης να θίξει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, σε περίπτωση που τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά αποτελούν αντικείμενο οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας. Η μη υπονόμευση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης υπερισχύει σαφώς έναντι κάθε πιθανού συμφέροντος του καταγγέλλοντος, ακόμη και αν είχε αποδείξει κάτι τέτοιο, κάτι που (σύμφωνα με την Επιτροπή) δεν συνέβαινε.
9. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών στον καταγγέλλοντα ενδέχεται να παραβιάζει το δικαίωμα του υπαλλήλου στην ιδιωτική ζωή, ιδίως εάν ο καταγγέλλων τις χειρίστηκε με ακατάλληλο τρόπο ή τις γνωστοποίησε περαιτέρω. Ο καταγγέλλων δεν ικανοποίησε το κριτήριο της «ανάγκης γνώσης» που απαιτείται από τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, δηλαδή δεν είχε αποδείξει ότι, συγκεκριμένα, είχε ανάγκη να λάβει αυτές τις πληροφορίες. Προσέθεσε ότι δεν είχε αποδείξει τους λόγους για τους οποίους τυχόν ανάγκη του θα έπρεπε να παρακάμψει την υποχρέωση της Επιτροπής να προστατεύει την ιδιωτική ζωή του πρώην υπαλλήλου, όπως προβλέπεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον κανονισμό 45/2001 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
10. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος να δημοσιοποιηθούν οι σχετικές πληροφορίες στον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, δήλωσε ότι δεν μπορεί να δεχθεί την πρόταση του Διαμεσολαβητή για λύση. Δήλωσε ότι το περισσότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να επιβεβαιώσει ότι αντέδρασε όταν οι ισχυρισμοί εναντίον του πρώην αξιωματούχου αναφέρθηκαν από την εφημερίδα: έθεσε σε διαθεσιμότητα τον υπάλληλο, δεδομένης της πολύ σοβαρής φύσης των ισχυρισμών. Η αναστολή αυτή ακυρώθηκε στη συνέχεια από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για διαδικαστικούς λόγους. Ο εν λόγω υπάλληλος είχε συνταξιοδοτηθεί εν τω μεταξύ και δεν εργάζεται πλέον για την Επιτροπή. Αυτές οι πληροφορίες είναι κοινό κτήμα. Όσον αφορά τις περαιτέρω λεπτομέρειες αυτής της υπόθεσης, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
11. Η Επιτροπή δήλωσε ότι μπορεί, σε γενικές γραμμές, να διαβεβαιώσει τον Διαμεσολαβητή ότι ασχολείται με όλες τις περιπτώσεις παραβίασης κανόνων και υποχρεώσεων από μέλος του προσωπικού και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα βάσει διαπιστωμένων πραγματικών περιστατικών και του νόμου. Ανέφερε ότι, όταν δικαιολογείται πειθαρχική δίωξη, το γεγονός ότι ένας υπάλληλος συνταξιοδοτήθηκε δεν εμποδίζει ένα ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο να συνεχίσει την πειθαρχική δίωξη.
Απάντηση του καταγγέλλοντος
12. Στην απάντησή του στη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η Επιτροπή προστατεύει έναν ανώτερο υπάλληλο της Επιτροπής μέσω λογοκρισίας και αρνούμενος να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του πρώην υπαλλήλου που είχε διαπράξει σοβαρή επαγγελματική παρατυπία που έβλαπτε τη φήμη της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν θα συνεργαστεί ποτέ με τον Διαμεσολαβητή σε υποθέσεις που αποκαλύπτουν σοβαρή κακοδιοίκηση, ακόμη και διαφθορά και άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Διαφωνεί με την άποψη ότι το δικαίωμα του πρώην υπαλλήλου στην ιδιωτική ζωή εμποδίζει την Επιτροπή να εξηγήσει το σκεπτικό των αποφάσεών της. Στην απόφασή της να θέσει σε διαθεσιμότητα τον πρώην υπάλληλο, η ίδια η Επιτροπή χαρακτήρισε τις πράξεις του ως «σοβαρή επαγγελματική παρατυπία». Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν ήταν πλέον απλοί ισχυρισμοί, αλλά είχαν ήδη αποδειχθεί στο δικαστήριο.
Περαιτέρω αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Η δεύτερη επιθεώρηση
13. Τον Ιούλιο του 2015, οι υπηρεσίες της Διαμεσολαβήτριας προέβησαν σε δεύτερη επιθεώρηση του φακέλου της Επιτροπής προκειμένου να διαπιστώσουν ποια μέτρα θα μπορούσε να είχε λάβει εν τω μεταξύ η Επιτροπή. Επιπλέον, σκοπός του εν λόγω ελέγχου ήταν να ελεγχθεί κατά πόσον, με την πάροδο του χρόνου, εξακολουθούσαν να ισχύουν τα εμπόδια στη γνωστοποίηση που εντόπισε η Επιτροπή.
14. Ως αποτέλεσμα των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο Διαμεσολαβητής πείστηκε από τη θέση που έλαβε η Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την άποψη της Επιτροπής ότι, τον Οκτώβριο του 2013, όταν απάντησε στην πρόταση λύσης, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποκαλύψει στον καταγγέλλοντα λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή χωρίς να θιγούν τα συμφέροντα που αναφέρονται στη σκέψη 8 ανωτέρω. Επιπλέον, μετά τον εν λόγω έλεγχο, και με βάση τον χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής δέχθηκε ότι η Επιτροπή φαινόταν δικαιολογημένη να προβεί στη δήλωση ότι «[σ]ε γενικές γραμμές, η Επιτροπή μπορεί να διαβεβαιώσει τον Διαμεσολαβητή ότι ασχολείται με όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένα μέλος του προσωπικού παραβιάζει κανόνες και υποχρεώσεις και αντλεί τις κατάλληλες συνέπειες βάσει διαπιστωμένων πραγματικών περιστατικών και του νόμου. Σε περίπτωση που δικαιολογείται η λήψη πειθαρχικών μέτρων, η συνταξιοδότηση δεν εμποδίζει ένα ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο να την επιδιώξει».
15. Στον καταγγέλλοντα απεστάλη έκθεση σχετικά με τον έλεγχο, συνοδευόμενη από πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων επ’ αυτού.
16. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εν λόγω έκθεση, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η έκθεση επιθεώρησης δεν «παρέχει καμία πληροφορία» σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή, ούτε «αποκαλύπτει... ένα μόνο γεγονός» που θα του επέτρεπε να κατανοήσει τα συμπεράσματα που είχε συναγάγει ο Διαμεσολαβητής από την επιθεώρηση. Αμφιβάλλει ότι το προσωπικό της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε τα έγγραφα της Επιτροπής με αρκετή προσοχή. Κατηγόρησε επίσης τον Διαμεσολαβητή και το προσωπικό του Διαμεσολαβητή ότι δεν είναι αμερόληπτοι.
Η ανάλυση του Διαμεσολαβητή
17. Είναι σημαντικό τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ασκούν τις δραστηριότητές τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και να παρέχουν στους πολίτες όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητές τους. Ωστόσο, αυτή η γενική αρχή της διαφάνειας δεν στερείται ορισμένων ορίων.
18. Στην υπόθεση αυτή, ο Διαμεσολαβητής είχε προηγουμένως την άποψη ότι «τα περισσότερα από τα σχετικά γεγονότα» στο θέμα ήταν ήδη δημόσια. Ωστόσο, από τη δεύτερη επιθεώρηση των φακέλων της Επιτροπής προέκυψε ότι ορισμένα σημαντικά σχετικά γεγονότα δεν έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Λόγω της φύσης των πληροφοριών αυτών, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, επί του παρόντος, να αποκαλύψει τις πληροφορίες αυτές. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι η παροχή λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τους λόγους για τη μη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την αποκάλυψη του βασικού χαρακτήρα των πληροφοριών.
19. Στο σημείο αυτό, ο Διαμεσολαβητής καθοδηγείται από τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων [5]. Ενώ υπάρχει μια γενική απαίτηση ότι τα όργανα της ΕΕ θα πρέπει να εξηγούν τις ενέργειες και τις αποφάσεις τους με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο, μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις στις οποίες ο βαθμός στον οποίο μπορεί να δοθεί εξήγηση είναι περιορισμένος. Αυτό το είδος σεναρίου προκύπτει επίσης, για παράδειγμα, στην περίπτωση αιτήσεων εγγράφων που υποβάλλονται βάσει του κανονισμού 1049/2001. Σε περίπτωση αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα, όταν το οικείο θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, ότι τα έγγραφα στα οποία ζητείται η πρόσβαση εμπίπτουν πράγματι στις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στον κανονισμό 1049/2001. Ωστόσο, ενδέχεται να είναι αδύνατο να αιτιολογηθεί η ανάγκη εμπιστευτικότητας για κάθε επιμέρους έγγραφο χωρίς να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου και, ως εκ τούτου, να αποκλεισθεί ο ίδιος ο σκοπός της εξαίρεσης.
20. Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι κωλύεται, εκ του νόμου, να εξηγήσει πληρέστερα τους λόγους για τους οποίους είναι πλέον πεπεισμένη ότι η Επιτροπή είναι δικαιολογημένη να λάβει τη θέση που έλαβε στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής και το προσωπικό του, όπως και όλο το προσωπικό της ΕΕ, δεσμεύονται από το καθήκον εμπιστευτικότητας που αποτυπώνεται πλέον στο άρθρο 339 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [6]. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής δεν πρέπει να αποκαλύπτει πληροφορίες ή έγγραφα που έχει λάβει κατά τη διάρκεια των ερευνών του, ιδίως όταν οι πληροφορίες αυτές είναι διαβαθμισμένες ή «πληροφορίες που θα μπορούσαν να βλάψουν το πρόσωπο που υποβάλλει την καταγγελία ή οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο...».
21. Αποτελεί χαρακτηριστικό του θεσμικού οργάνου του Διαμεσολαβητή εν γένει ότι ο Διαμεσολαβητής έχει προνομιακή πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή έρευνας του Διαμεσολαβητή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Διαμεσολαβητής έχει τη δυνατότητα, κατά τη δημοσίευση μιας έκθεσης έρευνας ή μιας απόφασης, να διαβιβάσει τουλάχιστον την ουσία των πληροφοριών που έχει λάβει από τις παρεχόμενες πληροφορίες ή έγγραφα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα έρευνα, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να αποκαλύψει λεπτομερώς τι έχει μάθει από τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που του παρασχέθηκαν. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, ο καταγγέλλων, και το κοινό εν γένει, πρέπει να εμπιστεύονται την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του Διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση της παρούσας έρευνας, ο καταγγέλλων εξέφρασε έλλειψη εμπιστοσύνης στον Διαμεσολαβητή. Αυτό είναι λυπηρό, αλλά δεν μπορεί να δικαιολογήσει καμία παρέκκλιση της Διαμεσολαβήτριας από τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει.
22. Εν κατακλείδι, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ήταν ορθή όταν δήλωσε ότι δεν μπορεί να αποκαλύψει περαιτέρω πληροφορίες στον καταγγέλλοντα. Παρά την πάροδο του χρόνου από την πρώτη παραλαβή της καταγγελίας το 2011, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι η Επιτροπή δεν είναι ακόμη σε θέση να αποκαλύψει το είδος των πληροφοριών που ζητούνται από τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης.
Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 22/12/2015
[1] Τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται λεπτομερώς στην απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ στην υπόθεση F-80/08 Wenig κατά Επιτροπής (ECR – Υπαλληλικές υποθέσεις 2009 I-A-1-00479· II-A-1-02609, παράγραφοι 11 έως 24). Το Δικαστήριο ΔΔ ακύρωσε, για διαδικαστικούς λόγους, την απόφαση της Επιτροπής να θέσει σε διαθεσιμότητα τον υπάλληλο.
[2] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό της καταγγελίας, τα επιχειρήματα των μερών και την έρευνα του Διαμεσολαβητή, ανατρέξτε στο πλήρες κείμενο της πρότασης λύσης του Διαμεσολαβητή που διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/correspondence.faces/en/61721/html.bookmark.
[3] Υπόθεση F-30/08, Νανόπουλος κατά Επιτροπής, σκέψη 171.
[4] F-23/05 Jean-Louis Giraudy κατά Επιτροπής [2007] FP-I-A-1 σ. 121· FP-II-A-1 σ. 657, παράγραφοι 161 έως 165.
[5] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-355/04 και T-446/04 Co-Frutta κατά Επιτροπής [2010] Συλλογή II, σ. 1, σκέψεις 99-101.
[6] Τα μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης υποχρεούνται, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, ιδίως πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις, τις εμπορικές τους σχέσεις ή τα κοστολογικά τους στοιχεία.