Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 506 αποτελέσματα

Απόφαση στην υπόθεση 559/2016/MDC σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να κινήσει τη διαδικασία συμβιβασμού όσον αφορά τον καταγγέλλοντα

Τρίτη | 31 Οκτωβρίου 2017

Η υπόθεση αφορούσε εικαζόμενη καταχρηστική απόλυση πρώην υπαλλήλου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και παρενόχληση από αυτήν.

Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας επικεντρώθηκε στο ζήτημα ότι η ΕΤΕπ φέρεται να αρνήθηκε εσφαλμένα στον καταγγέλλοντα το ευεργέτημα της λεγόμενης «διαδικασίας συμβιβασμού» που προβλέπεται στο άρθρο 41 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΤΕπ (το οποίο ορίζει ότι τα μέλη του προσωπικού μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ όταν ανακύπτει διαφορά με την ΕΤΕπ και ότι, πριν από αυτό, θα πρέπει να επιδιώξουν φιλικό διακανονισμό, μέσω της διαδικασίας συμβιβασμού). Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η ΕΤΕπ, θεωρώντας ότι η διαδικασία συμβιβασμού δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε πρώην υπάλληλο ο οποίος δεν ελάμβανε σύνταξη από την ΕΤΕπ, διέπραξε κακοδιοίκηση. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην ΕΤΕπ να κινήσει χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία συνδιαλλαγής, όσον αφορά τόσο την απόλυση όσο και τα ζητήματα παρενόχλησης. Η Τράπεζα συμφώνησε να κινήσει τη διαδικασία συμβιβασμού όσον αφορά το ζήτημα της απόλυσης και παρέπεμψε τον καταγγέλλοντα σε άλλη διαδικασία σχετικά με το ζήτημα της παρενόχλησης.

Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μετά την παρέμβασή της, είχε εξευρεθεί λύση. Ως εκ τούτου, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.

Απόφαση στην υπόθεση 515/2016/JAP σχετικά με τη δοκιμαστική αξιολόγηση έκτακτου υπαλλήλου από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο

Παρασκευή | 28 Απριλίου 2017

Η υπόθεση αφορούσε την αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου έκτακτου υπαλλήλου στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής: EASO). Η καταγγέλλουσα, η οποία απολύθηκε στο τέλος της περιόδου δοκιμασίας της, ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν ορισμένες διαδικαστικές ελλείψεις στην αξιολόγησή της. Επιπλέον, η EASO δεν απάντησε στις καταγγελίες που υπέβαλε βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ.

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και ζήτησε από την EASO να απαντήσει στις καταγγελίες. Διαπίστωσε ότι η EASO είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την αμερόληπτη αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου της καταγγέλλουσας και είχε σεβαστεί το δικαίωμα ακρόασης της καταγγέλλουσας πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης σχετικά με την περαιτέρω απασχόλησή της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση.

Απόφαση στην υπόθεση 2033/2015/ZA σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) αίτησης επανεξέτασης εξέτασης γλωσσικής επάρκειας

Τετάρτη | 14 Δεκεμβρίου 2016

Οι υπάλληλοι της ΕΕ πρέπει να αποδεικνύουν την ικανότητά τους να εργάζονται σε τρίτη γλώσσα πριν από την πρώτη τους προαγωγή. Όταν ο καταγγέλλων, ο οποίος εργάζεται σε οργανισμό της ΕΕ, απέτυχε σε εξέταση γλωσσικής επάρκειας στην τρίτη γλώσσα του, ζήτησε από την EPSO να του εξηγήσει τους λόγους για τον σχετικά χαμηλό βαθμό στη γραπτή δοκιμασία της εξέτασης και επίσης να τον ενημερώσει για πιθανούς μηχανισμούς επανεξέτασης. Κατά την άποψή του, οι εξηγήσεις της EPSO σχετικά με τον βαθμό του φαίνονταν ασυνεπείς, ενώ η αρχική απάντησή της σχετικά με τις δυνατότητες επανεξέτασης ήταν εσφαλμένη. Μετά από επιμονή του καταγγέλλοντος, η EPSO συμφώνησε να επαναξιολογήσει τη γραπτή δοκιμασία του. Ο δεύτερος αξιολογητής επιβεβαίωσε τον αρχικό βαθμό.

Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το θέμα. Εξέτασε τη δοκιμασία του καταγγέλλοντος, καθώς και τις αξιολογήσεις των δύο αξιολογητών. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε πρόδηλο σφάλμα ή ενδείξεις μεροληψίας κατά την αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τις εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες επανεξέτασης, η EPSO αναγνώρισε το σφάλμα της και ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Η Διαμεσολαβήτρια δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες και περάτωσε την υπόθεση. Ωστόσο, υπέβαλε πρόταση βελτίωσης όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται στους συμμετέχοντες σε δοκιμασίες γλωσσικής επάρκειας σχετικά με τη διαδικασία και τα δικαιώματά τους επανεξέτασης/προσφυγής.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 52/2014/EIS όσον αφορά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) να λάβει δεόντως υπόψη την αρχή της ανωτέρας βίας στους γενικούς διαγωνισμούς

Πέμπτη | 17 Νοεμβρίου 2016

Ο καταγγέλλων, ο οποίος εργάζεται για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σύμβαση ορισμένου χρόνου, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό της EPSO για την πρόσληψη διερμηνέων συνεδριάσεων. Η προκήρυξη του διαγωνισμού ανέφερε ότι οι συμπληρωμένες αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 6 Αυγούστου 2013 το μεσημέρι. Ο καταγγέλλων δεν τήρησε την προθεσμία. Στις 7 Αυγούστου 2013, ενημέρωσε την EPSO ότι νοσηλεύτηκε από τις 5 έως τις 6 Αυγούστου 2013 και, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να συμπληρώσει εγκαίρως την αίτησή της. Στις 7 Αυγούστου 2013, ζήτησε από την EPSO να παρατείνει την προθεσμία. Η EPSO αρνήθηκε. Ο κύριος λόγος της αρνήσεώς της ήταν, κατά την άποψή της, ότι πρέπει να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους αιτούντες.

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η EPSO δεν είχε εξετάσει κατά πόσον οι περιστάσεις του καταγγέλλοντος συνιστούσαν κατάσταση ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, συνιστά στην EPSO i) να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, είναι δίκαιο και πρέπον να δοθεί στους υποψηφίους νέα προθεσμία· ii) να αποσαφηνίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες θα πρέπει να οριστεί μια τέτοια νέα προθεσμία· και iii) ενημερώνει σχετικά τους υποψηφίους. Η EPSO απέρριψε αρχικά τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή και υποστήριξε ότι θα ήταν δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων αιτιολογήσεων που προέβαλαν οι υποψήφιοι και να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο οι υποψήφιοι θα αποδείκνυαν την ύπαρξη ανωτέρας βίας. Προσέθεσε ότι η δυνατότητα των υποψηφίων να επικαλούνται λόγους ανωτέρας βίας θα έθετε σε κίνδυνο τόσο την ομαλή διεξαγωγή των γενικών διαγωνισμών όσο και την ίση μεταχείριση των υποψηφίων. Αναφέρθηκε επίσης σε στατιστικά στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή της, αποδείκνυαν ότι η εξέταση όλων των αιτήσεων παράτασης της προθεσμίας μετά τη λήξη της προθεσμίας θα αποτελούσε διοικητικό φόρτο για την EPSO.

Ωστόσο, μετά από συναντήσεις μεταξύ του Διαμεσολαβητή και του προσωπικού της EPSO, η EPSO αποδέχθηκε τελικά τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή κατ’ αρχήν. Ωστόσο, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο εν λόγω διαγωνισμός είχε λήξει. Σημείωσε επίσης ότι η καταγγέλλουσα επέλεξε να μην σχολιάσει την απάντηση της EPSO στις συστάσεις της. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το κατά πόσον η υπόθεση του καταγγέλλοντος πληρούσε τις απαιτήσεις ανωτέρας βίας τις οποίες η EPSO συμφωνεί πλέον, κατ’ αρχήν, να εφαρμόσει.

Απόφαση στην υπόθεση 726/2016/PMC σχετικά με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταβολή στους ασκούμενους ποσού χαμηλότερου από τον κατώτατο μισθό

Πέμπτη | 29 Σεπτεμβρίου 2016

Πρώην ασκούμενος στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατήγγειλε ότι το επίδομα που καταβάλλεται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στους ασκούμενους είναι ακατάλληλο, καθώς είναι χαμηλότερο από τον κατώτατο μισθό και, ως εκ τούτου, δεν εγγυάται στους ασκούμενους αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα επί του θέματος. Διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο έχει εξηγήσει με επαρκώς λεπτομερή τρόπο τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το ποσό της αποζημίωσης πρακτικής άσκησης. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε εύλογη την απόφαση καταβολής επιδόματος ίσου με το 25% του μισθού υπαλλήλου βαθμού AD5.1. Το Συμβούλιο έλαβε την απόφαση αυτή στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, με βάση τις διοικητικές του ανάγκες και τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το Συμβούλιο κάνει διάκριση μεταξύ πρακτικής άσκησης και απασχόλησης. Ως εκ τούτου, ο ασκούμενος λαμβάνει επίδομα και όχι μισθό, διότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ασκούμενου δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα μέλους του προσωπικού. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η εξήγηση του Συμβουλίου ήταν εύλογη.

Ως εκ τούτου, περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι η πρακτική του Συμβουλίου δεν συνιστούσε κακοδιοίκηση.

Απόφαση στην υπόθεση 629/2015/ANA σχετικά με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) να μην ορίσει έκτακτο υπάλληλο στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου

Δευτέρα | 11 Ιουλίου 2016

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση του ECDC να καταγγείλει τη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου στο τέλος δοκιμαστικής περιόδου.

Η Διαμεσολαβήτρια διεξήγαγε έρευνα επί του θέματος και έκρινε ότι, σε γενικές γραμμές, οι εξηγήσεις που έδωσε το ECDC σχετικά με την απόφασή του να μην διατηρήσει τον καταγγέλλοντα στην απασχόληση στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου ήταν εύλογες.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το ECDC δεν κατέστησε εγκαίρως σαφές στον καταγγέλλοντα α) ότι τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου αξιολόγησης των νεοεισερχομένων ήταν τόσο σοβαρά ώστε να δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης του καταγγέλλοντος, β) τους τομείς στους οποίους έπρεπε να βελτιωθεί, μέσω συγκεκριμένου και σαφούς σχεδίου δράσης. Η παράλειψη αυτή συνιστούσε κακοδιοίκηση. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας οργανισμός της ΕΕ δεν έχει αρκετό χρόνο για να αξιολογήσει σωστά την εργασία ενός έκτακτου υπαλλήλου ή όταν ο έκτακτος υπάλληλος δεν είχε την κατάλληλη ευκαιρία να διορθώσει ελλείψεις στην απόδοσή του, θα ήταν χρηστή διοίκηση να εξετάσει εάν υφίστανται «εξαιρετικές περιστάσεις» που δικαιολογούν την παράταση της δοκιμαστικής περιόδου. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο που να αποδεικνύουν ότι το ECDC εξέτασε σοβαρά τη δυνατότητα παράτασης της δοκιμαστικής περιόδου του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε αντίστοιχη πρόταση βελτίωσης για το μέλλον. Τέλος, δεδομένου ότι εναπόκειται στη χρηστή διοίκηση να ζητήσει συγγνώμη για οποιαδήποτε κακή πρακτική, η Διαμεσολαβήτρια πιστεύει ότι το ECDC θα πρέπει να αναγνωρίσει τα λάθη του κατά την εξέταση της εν λόγω υπόθεσης και να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για τα λάθη αυτά.

Απόφαση στην υπόθεση 1408/2015/OV σχετικά με τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τους κανόνες της για τους ειδικούς συμβούλους

Πέμπτη | 26 Μαΐου 2016

Το ζήτημα στην παρούσα καταγγελία είναι η εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά τον διορισμό ειδικού συμβούλου, να συμμορφωθεί με τους δικούς της κανόνες για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, δύο ΜΚΟ κατήγγειλαν στη Διαμεσολαβήτρια ότι η Επιτροπή δεν είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες της όταν διόρισε ειδικό σύμβουλο για να επικουρεί τον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή εξέδωσε δελτίο Τύπου στις 18 Δεκεμβρίου 2014 ανακοινώνοντας τον διορισμό του κ. Edmund Stoiber ως ειδικού συμβούλου του Προέδρου της Επιτροπής. Η ανακοίνωση αυτή έγινε τρεις μήνες πριν από τον επίσημο διορισμό του κ. Stoiber στις 4 Μαρτίου 2015, χωρίς καμία δήλωση αποποίησης ευθύνης σχετικά με τις εκκρεμείς διοικητικές απαιτήσεις που δεν έχουν ακόμη εκπληρωθεί. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι αυτή η πρόωρη ανακοίνωση έθεσε σε κίνδυνο την ικανότητα της Επιτροπής να διενεργήσει αμερόληπτη και κριτική αξιολόγηση του κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο είχε συγκρούσεις συμφερόντων. Κατήγγειλαν επίσης ότι η «δήλωση αξιοπιστίας» της Επιτροπής, η οποία αποτελεί ουσιώδες μέρος της διαδικασίας διορισμού, παρέλειψε να αναφέρει τις θέσεις που κατείχε ο ειδικός σύμβουλος με τον Nürnberger, έναν μεγάλο ασφαλιστικό όμιλο.  

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι το δελτίο Τύπου της Επιτροπής ήταν εσφαλμένο και παραπλανητικό. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η πρόωρη ανακοίνωση του διορισμού, χωρίς καμία αποποίηση ευθύνης, δημιουργούσε εύλογες αμφιβολίες στο ενδιαφερόμενο κοινό ως προς το κατά πόσον είχε διενεργηθεί αμερόληπτη και κριτική εξέταση του ζητήματος της σύγκρουσης συμφερόντων μετά την ανακοίνωση. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή και στις δύο περιπτώσεις. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι θέσεις του διορισμένου ειδικού συμβούλου στον ασφαλιστικό όμιλο παραλείφθηκαν από τη «δήλωση αξιοπιστίας». Διαπίστωσε ότι αυτό ισοδυναμούσε επίσης με κακοδιοίκηση.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 2041/2014/DK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων

Τετάρτη | 25 Μαΐου 2016

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής να αλλάξει την αρχική της πρόταση σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, τα οποία αποκτήθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου, στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει την αρχική της πρόταση, καθώς είχε βασιστεί σε γενικές εκτελεστικές διατάξεις οι οποίες ήταν ήδη παρωχημένες κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασής της. Η αναθεωρημένη πρόταση της Επιτροπής, η οποία ήταν λιγότερο ευνοϊκή για τον καταγγέλλοντα, βασίστηκε στις αναθεωρημένες γενικές διατάξεις εφαρμογής που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της αρχικής πρότασης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να τηρήσει την πρώτη πρότασή της την οποία είχε ήδη αποδεχθεί.

Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι η Επιτροπή δεν ήταν νομικά υποχρεωμένη να υποβάλει προτάσεις σχετικά με τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν εκτός του συνταξιοδοτικού συστήματος της ΕΕ και ότι, στην πραγματικότητα, ο πραγματικός προσδιορισμός της αξίας των εν λόγω μεταφερόμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορούσε να δοθεί μόνο μετά την πραγματοποίηση της μεταφοράς. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν μια πρακτική που καθιέρωσε η Επιτροπή απλώς για να ενημερώσει καλύτερα τους υπαλλήλους της σχετικά με το τι θα μπορούσαν να αναμένουν μόλις αποφάσιζαν πραγματικά να ζητήσουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την καταγγελία με το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

Μη προώθηση υπαλλήλου AST 9

Παρασκευή | 19 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση 1023/2014/OV σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της περιόδου προαγωγών 2013 όσον αφορά τους υπαλλήλους AST

Δευτέρα | 15 Φεβρουαρίου 2016

Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Επιτροπής (AST) ο οποίος δεν προήχθη στον επόμενο βαθμό κατά τη διάρκεια της περιόδου προαγωγών 2013 και υπέβαλε σχετική καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν συντρέχουν λόγοι διεξαγωγής έρευνας. Ωστόσο, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι προήχθησαν οκτώ υπάλληλοι του ίδιου βαθμού με αυτόν, οι οποίοι δεν είχαν επισημανθεί για λόγους προαγωγής (βάσει των μορίων προαγωγής που είχαν συγκεντρωθεί σύμφωνα με τους προηγούμενους κανόνες). Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οκτώ υπάλληλοι που δεν έφεραν σημαία προήχθησαν στον επόμενο βαθμό AST.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι οι οκτώ ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι είχαν συγκριτικά υψηλότερα προσόντα από τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τα τρία κριτήρια αξιολόγησης που ορίζονται στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις και ότι η επισήμανση είχε μόνο επικουρικό ρόλο. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι οι ισχύουσες μεταβατικές διατάξεις δεν εμπόδιζαν την προαγωγή υπαλλήλων που δεν φέρουν σημαία. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή και περάτωσε την υπόθεση.

Απόφαση στην υπόθεση 1306/2014/OV

Δευτέρα | 11 Ιανουαρίου 2016

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 362/2011/KM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Τρίτη | 22 Δεκεμβρίου 2015

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα προς την Επιτροπή, εκ μέρους ενός από τους πρώην υπαλλήλους της, για λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη πειθαρχική διαδικασία κατά άλλου πρώην υπαλλήλου της Επιτροπής.

Η Επιτροπή απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει τις ζητηθείσες πληροφορίες. Επιδίωξε επίσης να καθησυχάσει τον καταγγέλλοντα ότι χειριζόταν το θέμα του πρώην υπαλλήλου λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα.

Η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα περιλάμβανε ελέγχους των φακέλων της Επιτροπής που αφορούσαν τον πρώην υπάλληλο. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, μολονότι τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να διατηρούν υψηλό επίπεδο διαφάνειας, εν προκειμένω, η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει λεπτομέρειες των ενεργειών της σχετικά με τον πρώην υπάλληλο χωρίς να θίξει τη δίκαιη διεξαγωγή των διαδικασιών εν γένει, καθώς και την ιδιωτική ζωή του οικείου υπαλλήλου.

Ως εκ τούτου, η υπόθεση περατώθηκε χωρίς να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση.