Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1651/2012/(ER)PMC κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1651/2012/PMC - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 11 Σεπτεμβρίου 2012 - Απόφαση στις Παρασκευή | 13 Ιουνίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης , Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες ) - Χώρα Ιταλία
Ο καταγγέλλων είναι ιταλική ένωση που υλοποίησε έργο στην Αρμενία, το οποίο χρηματοδοτήθηκε μέσω επιχορήγησης από την αντιπροσωπεία της ΕΕ στην εν λόγω χώρα. Στα τέλη του 2009, μετά την ολοκλήρωση του έργου, ο καταγγέλλων ζήτησε από την αντιπροσωπεία της ΕΕ στην Αρμενία να πραγματοποιήσει την τελική πληρωμή. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία ζήτησε ορισμένες διευκρινίσεις από τον καταγγέλλοντα και, στη συνέχεια, λόγω της πολυπλοκότητας του έργου και των εικαζόμενων παρατυπιών, ζήτησε τη διενέργεια ελέγχου. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή τον Αύγουστο του 2012, καταγγέλλοντας ότι η αντιπροσωπεία χρειάστηκε σχεδόν δύο έτη για να πραγματοποιήσει την τελική πληρωμή μετά την υποβολή της αίτησης πληρωμής από τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία θα πρέπει να του επιστρέψει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε εν αναμονή της εκκρεμούσας πληρωμής.
Ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι η απόφαση της αντιπροσωπείας να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες και, στη συνέχεια, να αναθέσει έλεγχο ήταν παράλογη. Μολονότι είναι αληθές ότι η έκθεση ελέγχου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ανέρχονταν στο 99,77 % των δηλωθεισών δαπανών, η έκθεση εντόπισε επίσης ορισμένες ελλείψεις στην υλοποίηση του έργου. Δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους της αντιπροσωπείας, έκρινε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν αβάσιμος. Κατά συνέπεια, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Όσον αφορά ορισμένα διαδικαστικά ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε λόγο για περαιτέρω έρευνες.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι ιταλική ένωση η οποία ήταν ο κύριος εταίρος και ανάδοχος ενός έργου που συνήφθη στο πλαίσιο του προγράμματος TACIS [1] (εφεξής «το έργο»). Το έργο αποσκοπούσε στην εισαγωγή καινοτόμων αναπτυξιακών στρατηγικών και στην υποστήριξη ειδικών κοινωνικών και οικονομικών έργων σε δύο περιφέρειες της Αρμενίας. Υλοποιήθηκε από τον Αύγουστο του 2007 έως τον Δεκέμβριο του 2009 και τελούσε υπό τη διαχείριση της Αντιπροσωπείας της ΕΕ στην Αρμενία («Αντιπροσωπεία»). Το έργο ολοκληρώθηκε στα τέλη του 2009. Στις 27 Απριλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην αντιπροσωπεία την οικονομική έκθεση και τη συνοδευτική αίτηση τελικής πληρωμής, ύψους περίπου 200 000 ευρώ. Στις 2 Ιουνίου 2010 και στις 9 Ιουλίου 2010, η αντιπροσωπεία ζήτησε διευκρινίσεις σχετικά με την έκθεση του καταγγέλλοντος και, στις 11 Αυγούστου 2010, την ενημέρωσε για ορισμένες αμφιβολίες που είχε όσον αφορά τις απαντήσεις του καταγγέλλοντος σε αυτήν. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει τον έλεγχο του έργου σε ιδιωτική εταιρεία. Ο έλεγχος διενεργήθηκε μεταξύ της 4ης Νοεμβρίου 2010 και της 14ης Σεπτεμβρίου 2011.
2. Στις 22 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την αντιπροσωπεία ότι η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής είχε ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση πρόσθετων δαπανών. Ο καταγγέλλων ζήτησε πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση και ζήτησε την επιστροφή των πρόσθετων δαπανών. Στις 22 Νοεμβρίου 2011 δημοσιεύθηκε η τελική έκθεση ελέγχου. Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σχεδόν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ήταν σύμφωνες με τη συμφωνία επιχορήγησης. Ως εκ τούτου, στις 8 Δεκεμβρίου 2011, η αντιπροσωπεία αποδέσμευσε την τελική πληρωμή.
3. Στις 13 Ιανουαρίου 2012, ο καταγγέλλων ζήτησε από την αντιπροσωπεία να επιστρέψει τα τραπεζικά έξοδα στα οποία ισχυρίστηκε ότι υποβλήθηκε λόγω της καθυστέρησης στην καταβολή της τελικής πληρωμής. Παρείχε κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού που πιστοποιούσε συνολικές δαπάνες ύψους 39 850.51 ευρώ [2], οι οποίες συνίσταντο σε τόκους και διοικητικά τέλη για τα έτη 2010 και 2011. Την 1η Φεβρουαρίου 2012, η αντιπροσωπεία απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος. Με επιστολές της 27ης και 28ης Φεβρουαρίου 2012, ο καταγγέλλων ρώτησε την αντιπροσωπεία αν οι Αρμένιοι υπεργολάβοι του είχαν έρθει σε επαφή μαζί της σχετικά με ορισμένα πορίσματα του ελέγχου και ποια μέτρα έπρεπε να ληφθούν σε σχέση με αυτά. Στις 28 Φεβρουαρίου 2012, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την αντιπροσωπεία ότι η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής είχε ως αποτέλεσμα περαιτέρω πρόσθετες δαπάνες ύψους 55 930 ευρώ [3]. Οι δαπάνες αυτές προέκυψαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του καταγγέλλοντος με τη διαδικασία ελέγχου. Στις 22 Μαρτίου 2012, ο καταγγέλλων ζήτησε ορισμένες διευκρινίσεις από την αντιπροσωπεία σχετικά με τους ελέγχους που είχε διενεργήσει στα γραφεία των Αρμενίων εταίρων του καταγγέλλοντος και σχετικά με την πορεία του έργου. Στις 23 Μαρτίου 2012, η αντιπροσωπεία απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος της 28ης Φεβρουαρίου 2012. Στις 9 Αυγούστου 2012, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η έρευνα
4. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και συναφείς ισχυρισμούς.
α) Η αντιπροσωπεία δεν επέστρεψε το ποσό των 41 629,69 ευρώ με το οποίο επιβαρύνθηκε ο καταγγέλλων μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2010 και 30ής Ιουνίου 2012 προκειμένου να εξυπηρετήσει δάνειο που απαιτείται για την καταβολή προκαταβολών στους εταίρους του έργου εν αναμονή της τελικής πληρωμής. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιστρέψει στον καταγγέλλοντα το εν λόγω ποσό.
β) Η αντιπροσωπεία δεν επέστρεψε το ποσό των 55 930 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει τις πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση του έργου μετά την ημερομηνία λήξης του, εν αναμονή της τελικής πληρωμής. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιστρέψει στον καταγγέλλοντα το εν λόγω ποσό.
γ) Η Αντιπροσωπεία δεν απάντησε στις επιστολές του καταγγέλλοντος της 27ης και 28ης Φεβρουαρίου 2012. Η Επιτροπή θα πρέπει να απαντήσει στις εν λόγω επιστολές.
δ) Η αντιπροσωπεία δεν απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις της 22ας Μαρτίου 2011. Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει τις διευκρινίσεις που ζήτησε ο καταγγέλλων.
5. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης της Επιτροπής. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.
Εικαζόμενη μη επιστροφή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο καταγγέλλων για την εξυπηρέτηση τραπεζικού δανείου και σχετική απαίτηση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
6. Προς στήριξη του πρώτου ισχυρισμού της, η καταγγέλλουσα επισήμανε τα ακόλουθα: i) το άρθρο 15 παράγραφος 2 των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την αορίστου χρόνου ή την επανειλημμένη αναστολή της προθεσμίας πληρωμής· ii) τα αιτήματα παροχής διευκρινίσεων της 2ας Ιουνίου 2010 και της 9ης Ιουλίου 2010 προέκυψαν από την ανακριβή εξέταση από την αντιπροσωπεία της τελικής έκθεσης που υπέβαλε ο καταγγέλλων, όπως καταδεικνύεται από το τελικό αποτέλεσμα του εξωτερικού ελέγχου. Κατά συνέπεια, η διάρκεια των συνολικών δημοσιονομικών ελέγχων του έργου δεν ήταν εύλογη και η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής ήταν αδικαιολόγητη· iii) τα αιτήματα για διευκρινίσεις είχαν ως αποτέλεσμα την αλληλεπικάλυψη των ελέγχων και την περαιτέρω καθυστέρηση στην έναρξη του εξωτερικού ελέγχου. Κατά συνέπεια, η διάρκεια των συνολικών οικονομικών ελέγχων του έργου δεν ήταν εύλογη και η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής ήταν αδικαιολόγητη· και iv) η αντιπροσωπεία πρότεινε να καταβληθούν προκαταβολές στους Αρμένιους εταίρους, οι οποίοι δεν είχαν πρόσβαση σε πιστωτική γραμμή.
7. Όσον αφορά το επιχείρημα i), η Επιτροπή παρέπεμψε στη γνώμη της στο άρθρο 14.6 των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης, το οποίο ορίζει ρητά ότι οι οφειλόμενοι τόκοι δεν θεωρούνται επιλέξιμοι για χρηματοδότηση από την Ένωση. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε δώσει στην αντιπροσωπεία ανεπαρκείς και μη ικανοποιητικές απαντήσεις στα αιτήματά του για διευκρινίσεις. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα αιτήματα αυτά αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης του έργου με το δημοσιονομικό και διαδικαστικό πλαίσιο της ΕΕ και, ειδικότερα, της συμμόρφωσής του με τη σύμβαση επιχορήγησης. Επιπλέον, τα αιτήματα αυτά βασίζονταν σε ορισμένες ανησυχίες, όπως οι αδυναμίες του καταγγέλλοντος όσον αφορά τη διαχείριση των εταιρικών σχέσεων με τους εταίρους του έργου, οι αμφιβολίες της αντιπροσωπείας όσον αφορά την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων και ο πολύπλοκος χαρακτήρας του έργου και των συναφών μικρότερων έργων, καθώς και οι πολυάριθμες διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που έπρεπε να δρομολογηθούν. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία θεώρησε ότι ο δημοσιονομικός κίνδυνος του έργου ήταν υψηλός και, κατά συνέπεια, ότι θα απαιτούσε σημαντικούς δημοσιονομικούς ελέγχους. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης, η αντιπροσωπεία ανέστειλε την πληρωμή του υπολοίπου του έργου από τις 2 Ιουνίου 2010, ημερομηνία της πρώτης αίτησης παροχής πληροφοριών και διευκρινίσεων, έως ότου λάβει ικανοποιητική και πλήρη απάντηση στα προηγούμενα αιτήματά της. Ο καταγγέλλων απάντησε την 1η Ιουλίου και την 4η Αυγούστου 2010. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία έκρινε ότι οι πληροφορίες και οι διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν ήταν ανεπαρκείς και μη ικανοποιητικές. Κατά συνέπεια, στις 11 Αυγούστου 2010, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 της σύμβασης επιχορήγησης, η αντιπροσωπεία αποφάσισε να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο του έργου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στον καταγγέλλοντα ανέστειλε την προθεσμία πληρωμής του υπολοίπου του έργου από τις 11 Αυγούστου 2010 έως την ολοκλήρωση του ελέγχου.
8. Όσον αφορά τα επιχειρήματα ii) και iii), η Επιτροπή υποστήριξε εκ νέου ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα δεν ήταν ικανοποιητικές και ότι ο έλεγχος του έργου διήρκεσε από τις 4 Νοεμβρίου 2010 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2011. Κατά την άποψή της, το χρονικό αυτό διάστημα δεν ήταν ούτε δυσανάλογο ούτε υπερβολικό. Πράγματι, έκρινε ότι η διάρκεια του ελέγχου δικαιολογούνταν από την πολυπλοκότητα του έργου και την αδυναμία του καταγγέλλοντος να εξασφαλίσει την πλήρη συνεργασία των εταίρων του. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι η απόφαση της αντιπροσωπείας να ξεκινήσει οικονομικό έλεγχο του έργου ήταν σύμφωνη με τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι η αντιπροσωπεία μπορεί να ζητήσει δημοσιονομικό έλεγχο έως και 90 ημέρες από την παραλαβή της αίτησης πληρωμής του καταγγέλλοντος, εξαιρουμένου του χρόνου που απαιτείται για την απάντηση στα αιτήματα της αντιπροσωπείας για διευκρινίσεις.
9. Όσον αφορά το επιχείρημα iv), η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ζητήθηκε επίσημα η γνώμη της αντιπροσωπείας πριν από την απόφαση του καταγγέλλοντος να καταβάλει προκαταβολές στους εταίρους της ή ότι ενέκρινε οποιαδήποτε τέτοια απόφαση. Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Μαρτίου 2012, στην οποία ο καταγγέλλων έγραψε ότι «θα ήθελε να υπογραμμίσει ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει τους αναγκαίους πόρους για το κλείσιμο των δραστηριοτήτων του έργου για το σύνολο της σύμπραξης του έργου». Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι η αντιπροσωπεία δεν δεσμεύτηκε ποτέ να επιστρέψει κανένα από τα συναφή έξοδα που προκύπτουν από τα δάνεια. Προσέθεσε ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να το πράξει, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές ήταν προδήλως μη επιλέξιμες σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 6, των γενικών όρων και ουδέποτε περιελήφθησαν στον προϋπολογισμό του σχεδίου. Πράγματι, έκρινε ότι η ορθή υλοποίηση της δράσης ήταν αποκλειστική ευθύνη του καταγγέλλοντος.
10. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ανέφερε, όσον αφορά το επιχείρημα i), ότι από τον έλεγχο προέκυψε ότι οι επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ανήλθαν στο 99,77 % των δηλωθεισών δαπανών, αποδεικνύοντας έτσι σαφώς ότι οι επακόλουθοι έλεγχοι αποσκοπούσαν στην καθυστέρηση της τελικής πληρωμής.
11. Όσον αφορά τα επιχειρήματα ii) και iii), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα αιτήματα της αντιπροσωπείας για διευκρινίσεις ήταν συνέπεια της ανικανότητας και των προκαταλήψεων του προσωπικού της έναντι του καταγγέλλοντος. Υποστήριξε επίσης ότι τα αιτήματα για διευκρινίσεις ήταν τεχνικώς παράλογα και περιείχαν ορισμένες ανακρίβειες. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα αιτήματα που υποβλήθηκαν μετά τα αιτήματα της 2ας Ιουνίου 2010 δεν αποσκοπούσαν στην αποσαφήνιση των ίδιων ζητημάτων σε μεγαλύτερο βάθος, αλλά αφορούσαν εντελώς διαφορετικά θέματα. Για παράδειγμα, στην επιστολή της με ημερομηνία 11 Αυγούστου 2010, η αντιπροσωπεία επισήμανε πιθανή διπλή πληρωμή όσον αφορά έναν από τους υπαλλήλους του καταγγέλλοντος και ζήτησε από τον ελεγκτή να επαληθεύσει το θέμα αυτό. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να συνδεθεί αυτή η εικαζόμενη παρατυπία με πληροφορίες που είχε παράσχει προηγουμένως στην αντιπροσωπεία. Ως εκ τούτου, ήταν της άποψης ότι η διαδικασία ελέγχου είχε διεξαχθεί αποτελεσματικά σε ό,τι την αφορούσε και πρόσθεσε ότι οι Αρμένιοι εταίροι της ήταν αυτοί που, παρά τις προσπάθειες του καταγγέλλοντος, ήταν απρόθυμοι να συνεργαστούν και δεν έστειλαν τα ζητηθέντα έγγραφα. Ο καταγγέλλων διευκρίνισε επίσης ότι δεν ανέφερε ότι ο έλεγχος καθαυτός χρειάστηκε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά κατήγγειλε ότι η αντιπροσωπεία δρομολόγησε τον έλεγχο πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ημερομηνία λήξης του έργου. Πράγματι, ενώ ο έλεγχος διήρκεσε σχεδόν ένα έτος, η τελική πληρωμή πραγματοποιήθηκε σχεδόν δύο έτη μετά την αίτηση πληρωμής του καταγγέλλοντος. Ως προς αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ενημερώθηκε για τον έλεγχο μόλις έξι μήνες μετά την αποστολή της τελικής οικονομικής έκθεσης στην αντιπροσωπεία.
12. Όσον αφορά το επιχείρημα iv), ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι είχε ακολουθήσει την πρόταση της αντιπροσωπείας να καταβάλει προκαταβολές στους Αρμένιους εταίρους του, αλλά αναγνώρισε επίσης ότι δεν «εξαναγκάστηκε» από την αντιπροσωπεία εν προκειμένω. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι τοπικοί εταίροι όσον αφορά τη λήψη τραπεζικών δανείων, όπως φαίνεται σε έκθεση σχετικά με τις συνεδριάσεις της διευθύνουσας επιτροπής του έργου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
13. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 της σύμβασης επιχορήγησης [4]. Ενώ το άρθρο 15 παράγραφος 2 επιτρέπει στην Επιτροπή να αναστέλλει την προθεσμία για την έγκριση μιας έκθεσης εάν απαιτούνται πρόσθετες διευκρινίσεις, το άρθρο 15 παράγραφος 3 παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να αναστέλλει την προθεσμία για τη διεκπεραίωση μιας αίτησης πληρωμής εάν κριθούν αναγκαίοι περαιτέρω έλεγχοι. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στην αναθέτουσα αρχή να καθυστερεί τις πληρωμές, εκτός εάν υπάρχει βάσιμος λόγος να το πράξει. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αξιολογηθούν προσεκτικά οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τις σχετικές αναστολές.
14. Η τελική έκθεση ελέγχου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ανήλθαν στο 99,77 % των δηλωθεισών δαπανών. Το γεγονός αυτό φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να ενισχύει την άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι διενεργηθέντες έλεγχοι ήταν περιττοί.
15. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αντιπροσωπεία είχε εντοπίσει ορισμένα σημεία τα οποία, κατά τη γνώμη της, απαιτούσαν περαιτέρω διευκρινίσεις, όπως i) η συμμόρφωση του έργου με τις σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις, ii) η διαχείριση από τον καταγγέλλοντα των εταιρικών σχέσεων με τους εταίρους του έργου, iii) η επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων, iv) ο πολύπλοκος χαρακτήρας του έργου και v) ο σημαντικός αριθμός διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που έπρεπε να οργανωθούν. Επιπλέον, η τελική έκθεση ελέγχου επιβεβαίωσε ορισμένες ελλείψεις στον χειρισμό του έργου από τον καταγγέλλοντα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναφορά των δαπανών από τους τοπικούς εταίρους για τους σκοπούς της κατάρτισης της συνολικής οικονομικής έκθεσης δεν ήταν συστηματική και είχε ως αποτέλεσμα ορισμένες ελλείψεις. Στο πλαίσιο του ελέγχου διαπιστώθηκε επίσης ότι i) οι προσεγγίσεις για την τήρηση λογιστικών αρχείων ήταν διαφορετικές και αναφέρθηκε ενδεικτικά ότι η χρήση εφαρμογών λογιστικών φύλλων αντί του διπλογραφικού συστήματος τήρησης λογιστικών βιβλίων με τους εφαρμοστέους ελέγχους και τις διαδρομές ελέγχου ήταν αναξιόπιστη, επιρρεπής σε υψηλό κίνδυνο σφαλμάτων, ακούσιας τροποποίησης, απώλειας δεδομένων και ασυνέπειας· ii) ορισμένοι από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που σχετίζονται με το έργο δεν ανοίχθηκαν στο όνομα των τοπικών εταίρων ως νομικών οντοτήτων, αλλά στο όνομα των διευθυντών των εν λόγω οργανισμών, γεγονός που συνιστούσε θεμελιώδη έλλειψη εσωτερικού ελέγχου· και iii) υπήρχαν ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων. Επιπλέον, εντόπισε διάφορες ελλείψεις στη συνολική διαδικασία υπογραφής, εφαρμογής και παρακολούθησης των συμβάσεων κατασκευής και των πληρωμών. Εξάλλου, ο ίδιος ο καταγγέλλων αναγνώρισε ορισμένες δυσκολίες σχετικά με το έργο, όπως το γεγονός ότι οι εταίροι του δεν συνεργάστηκαν πλήρως μαζί του. Η δυσκολία αυτή επισημάνθηκε επίσης από τον ελεγκτή. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται ότι η απόφαση της αντιπροσωπείας να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες και, στη συνέχεια, να αναθέσει τη διενέργεια ελέγχου ήταν εύλογη.
16. Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταβολή της τελικής πληρωμής, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι επρόκειτο για τρία διαφορετικά στάδια: α) ο χρόνος πριν από τον έλεγχο, β) η διάρκεια του ελέγχου και γ) ο χρόνος μεταξύ της αποδέσμευσης του τελικού ελέγχου και της τελικής πληρωμής. Όσον αφορά το στοιχείο α), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων ζήτησε την τελική πληρωμή στις 27 Απριλίου 2010, ενώ η αντιπροσωπεία ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις στις 2 Ιουνίου και στις 9 Ιουλίου 2010, προτού ενημερώσει τον καταγγέλλοντα, στις 11 Αυγούστου 2010, για τις αμφιβολίες του σχετικά με την υλοποίηση του έργου και την πρόθεσή της να διενεργήσει έλεγχο. Ο έλεγχος άρχισε στις 4 Νοεμβρίου 2010. Με άλλα λόγια, μόλις η αντιπροσωπεία έλαβε την αίτηση τελικής πληρωμής, απάντησε στον καταγγέλλοντα και τις επακόλουθες διευκρινίσεις του εντός προθεσμίας περίπου ενός μηνός κάθε φορά. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το συνολικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της αίτησης τελικής πληρωμής και της έναρξης του ελέγχου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση. Όσον αφορά το στοιχείο β), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να επικρίνει τον χρόνο που χρειάστηκαν οι ελεγκτές για να καταρτίσουν την έκθεσή τους. Όσον αφορά το στοιχείο γ), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ενώ η τελική έκθεση ελέγχου δημοσιεύθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2011, η αντιπροσωπεία πραγματοποίησε την τελική πληρωμή στις 8 Δεκεμβρίου 2011, δηλαδή περίπου δύο εβδομάδες αργότερα. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι υπήρξαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις είναι αβάσιμος.
17. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή και ο καταγγέλλων διαφωνούν όσον αφορά το κατά πόσον η αντιπροσωπεία πρότεινε στον καταγγέλλοντα να καταβάλει προκαταβολές στους Αρμένιους εταίρους του. Ελλείψει γραπτής συμφωνίας όσον αφορά το θέμα αυτό, και λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι δεν εξαναγκάστηκε από την αντιπροσωπεία ως προς το θέμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να δοθεί περαιτέρω συνέχεια στην πτυχή αυτή.
18. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν διαπιστώνεται κακοδιοίκηση όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ούτε ο σχετικός ισχυρισμός του καταγγέλλοντος μπορεί να ευδοκιμήσει.
Εικαζόμενη μη επιστροφή των πρόσθετων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων για τη διασφάλιση της συνέχισης του έργου μετά την ημερομηνία λήξης του και σχετική αξίωση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
19. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το άρθρο 16 παράγραφος 2 των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης [5] εφαρμόζεται μόνο στους ελέγχους που πραγματοποιούνται μετά την ολοκλήρωση του έργου και, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
20. Στη γνώμη της, η Επιτροπή απάντησε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 [6] των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης, επιλέξιμες είναι μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου υλοποίησης ενός έργου. Εν προκειμένω, η προθεσμία αυτή έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2009. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι οι επίμαχες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν πολύ μετά τη λήξη της περιόδου υλοποίησης του έργου και την υποβολή της τελικής έκθεσης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες. Επιπλέον, ακόμη και αν οι δαπάνες αυτές ήταν επιλέξιμες, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο έλεγχος ήταν συνέπεια των ελλείψεων του καταγγέλλοντος όσον αφορά την παροχή επαρκών και ικανοποιητικών απαντήσεων στα αιτήματα παροχής πληροφοριών που απέστειλε η αντιπροσωπεία. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αντιπροσωπεία ήταν αυτή που πλήρωσε για τον έλεγχο και ο ελεγκτής, ενώ ο καταγγέλλων έπρεπε να παράσχει μόνο διοικητική συνδρομή στον έλεγχο και, ως εκ τούτου, είχε περιορισμένες δαπάνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες που ανέφερε ο καταγγέλλων ήταν σε κάθε περίπτωση υπερβολικές και δυσανάλογες και υποστήριξε περαιτέρω ότι το άρθρο 16 παράγραφος 2 της σύμβασης επιχορήγησης εφαρμόζεται σε κάθε έλεγχο που απαιτείται από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένου, ως εκ τούτου, του ελέγχου που διενεργήθηκε στην παρούσα υπόθεση πριν από την πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής.
21. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, κατ’ ουσίαν, οι πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ήταν αναγκαίες για να απαντήσει στα αιτήματα της αντιπροσωπείας για πρόσθετα έγγραφα και ότι αυτές απαιτούσαν εντατικές εργασίες που διήρκεσαν περισσότερο από δύο έτη μετά την υλοποίηση του έργου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
22. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι κάθε εργασία που επιτέλεσε ο καταγγέλλων προκειμένου να διασφαλίσει τον ορθό έλεγχο του έργου πραγματοποιήθηκε βάσει της νομικής υποχρέωσής του να παράσχει την εν λόγω συνδρομή βάσει της σχετικής σύμβασης.
23. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 16 παράγραφος 2 των γενικών όρων της σύμβασης επιχορήγησης ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο καταγγέλλων αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιτρέπει στην Επιτροπή και σε κάθε εξωτερικό ελεγκτή που διενεργεί επαληθεύσεις να επαληθεύει, εξετάζοντας τα έγγραφα ή μέσω επιτόπιων ελέγχων, την υλοποίηση της δράσης και να διενεργεί πλήρη έλεγχο, εφόσον απαιτείται, με βάση τα δικαιολογητικά έγγραφα των λογαριασμών, τα λογιστικά έγγραφα και κάθε άλλο έγγραφο σχετικό με τη χρηματοδότηση της δράσης. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στους ελέγχους που πραγματοποιούνται μετά την ολοκλήρωση του έργου, όπως ανέφερε η καταγγέλλουσα.
24. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή της έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές της και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή της σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη.
25. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Κατά συνέπεια, ούτε ο σχετικός ισχυρισμός του καταγγέλλοντος μπορεί να ευδοκιμήσει.
Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης στις επιστολές του καταγγέλλοντος της 27ης και 28ης Φεβρουαρίου 2012 και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
26. Απαντώντας στον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δήλωσε στη γνώμη της ότι, δεδομένου ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 28ης Φεβρουαρίου 2012 περιλάμβανε αιτήματα που είχαν ήδη υποβληθεί στην επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 2012, η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αποστείλει ενιαία απάντηση και στις δύο επιστολές. Η Επιτροπή εξήγησε ότι τελικά, πιθανώς λόγω σφάλματος αρχειοθέτησης, η αντιπροσωπεία απάντησε σε διαφορετική επιστολή που είχε αποστείλει ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την εν λόγω εποπτεία και παρέσχε στον καταγγέλλοντα περαιτέρω διευκρινίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, i) επισήμανε ότι οι Αρμένιοι εταίροι του καταγγέλλοντος δεν επικοινώνησαν ποτέ με την αντιπροσωπεία σε σχέση με τις διαπιστώσεις ελέγχου 7 (σχετικά με νομικές και φορολογικές πτυχές) και 9 (σχεδιασμός ιστοτόπου)· ii) δήλωσε ότι ήταν ευθύνη του καταγγέλλοντος να εξετάσει και να εφαρμόσει τις συστάσεις του ελέγχου· και iii) επανέλαβε, σε σχέση με το πόρισμα 7, ότι ήταν ευθύνη του καταγγέλλοντος να συμμορφωθεί με την αρμενική νομοθεσία. Επιπλέον, ανέφερε ότι ορισμένα πορίσματα του ελέγχου είχαν ήδη συζητηθεί λεπτομερώς, ιδίως κατά την καταληκτική συνεδρίαση του ελέγχου στις εγκαταστάσεις της αντιπροσωπείας στις 14 Σεπτεμβρίου 2011.
27. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι πολύ συνοπτικές εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή δεν ήταν ικανοποιητικές. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι είχε κοινοποιήσει τα πορίσματα και τις συστάσεις του ελέγχου στους Αρμένιους εταίρους του και στην αντιπροσωπεία, αλλά δεν είχε λάβει ποτέ καμία απάντηση από κανέναν από αυτούς. Επιπλέον, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει δεόντως τους Αρμένιους εταίρους του σχετικά με τις νομικές και φορολογικές πτυχές. Το γεγονός ότι δεν έλαβε απάντηση δεν ήταν δική της ευθύνη. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας του Διαμεσολαβητή δεν ήταν ικανοποιητικές, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ποια μέτρα θα έπρεπε να είχε λάβει ο καταγγέλλων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
28. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή παρέσχε στον καταγγέλλοντα τόσο ουσιαστική απάντηση όσο και συγγνώμη. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απάντηση της Επιτροπής είναι κατάλληλη. Ο καταγγέλλων φαίνεται να υποστηρίζει ότι η απάντηση της Επιτροπής ήταν ανεπαρκής, δεδομένου ότι δεν ήταν υπεύθυνη για τις ελλείψεις των Αρμενίων εταίρων της. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι ο καταγγέλλων ήταν αυτός που υπέγραψε τη σύμβαση επιχορήγησης και, ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Αυτό σημαίνει ότι οι αποτυχίες των εταίρων της αποδόθηκαν πράγματι στον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τη δήλωση της Επιτροπής ότι ορισμένα θέματα είχαν ήδη συζητηθεί σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2011.
29. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό ισχυρισμό.
Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις της 22ας Μαρτίου 2011 και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
30. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, η Επιτροπή αναγνώρισε στη γνώμη της ότι δεν είχε απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την παράλειψη αυτή και παρέσχε ορισμένες διευκρινίσεις στον καταγγέλλοντα. Δήλωσε ότι i) ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί από τους εταίρους του για την επίσκεψη της αντιπροσωπείας της 23ης Απριλίου 2010, καθώς και για το αποτέλεσμά της· ii) η αντιπροσωπεία είχε εξουσιοδοτήσει έναν από τους προηγούμενους Αρμένιους εταίρους του καταγγέλλοντος (του οποίου η σύμβαση με τον καταγγέλλοντα έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2009) να προβεί στην αντικατάσταση οχήματος που αγοράστηκε στο πλαίσιο του έργου· και iii) ο καταγγέλλων είχε στο μεταξύ ενημερωθεί πλήρως σχετικά με τον έλεγχο και τα πορίσματά του.
31. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η απάντηση της Επιτροπής στο αίτημά του για διευκρινίσεις ήταν ανεπαρκής. Κατήγγειλε ότι ούτε οι Αρμένιοι εταίροι της ούτε η αντιπροσωπεία θεώρησαν αναγκαίο να την ενημερώσουν για τους επιτόπιους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις 23 Απριλίου 2010, παρά τη σημασία τους για τον καταγγέλλοντα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
32. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις και ζήτησε επίσης συγγνώμη για το γεγονός ότι δεν το έπραξε εκ των προτέρων. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι διευκρινίσεις της Επιτροπής ήταν κατάλληλες και σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα βάσιμο επιχείρημα κατά της θέσης της Επιτροπής ως προς το θέμα αυτό.
33. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι που θα δικαιολογούσαν την περαιτέρω εξέταση του τέταρτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος και του σχετικού ισχυρισμού.
Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση σε σχέση με τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τους σχετικούς ισχυρισμούς.
Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το υπόλοιπο της καταγγελίας.
Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 13 Ιουνίου 2014
[1] Στόχος του προγράμματος TACIS είναι η προώθηση της μετάβασης σε μια οικονομία της αγοράς και η ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στα κράτη εταίρους της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας.
[2] Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, το 2010, οι τόκοι ανέρχονταν σε 14 926,77 ευρώ και ότι τα τραπεζικά τέλη ανέρχονταν σε 2 744,99 ευρώ, δηλαδή συνολικά σε 17 671,76 ευρώ. Το 2011, οι σχετικές δαπάνες ανήλθαν σε 19 825,66 ευρώ και 2 353,09 ευρώ αντίστοιχα (συνολικά 22 178,75 ευρώ). Στη συνέχεια, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι επιβαρύνθηκε με πρόσθετες δαπάνες ύψους 1 779,18 EUR για το πρώτο εξάμηνο του 2012, αυξάνοντας έτσι το συνολικό τραπεζικό κόστος σε 41 629,69 EUR.
[3] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτές οι πρόσθετες δαπάνες συνίσταντο στα εξής: τηλεφωνικές δαπάνες, γραφική ύλη και άλλες διοικητικές δαπάνες ύψους 9 540 EUR· δαπάνες προσωπικού ύψους 37 440 EUR· και τα έξοδα αποστολής ανέρχονται σε 8 950 ευρώ.
[4] Το άρθρο 15 παράγραφος 2 της σύμβασης επιχορήγησης ορίζει ότι κάθε οικονομική έκθεση που αποστέλλεται από τον δικαιούχο θεωρείται εγκριθείσα εάν δεν υπάρξει γραπτή απάντηση από την αναθέτουσα αρχή εντός 45 ημερών από την παραλαβή της, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα έγγραφα. Ωστόσο, η Αναθέτουσα Αρχή δικαιούται να «αναστέλλει την προθεσμία έγκρισης της έκθεσης γνωστοποιώντας στον δικαιούχο ότι η έκθεση δεν μπορεί να εγκριθεί και ότι κρίνει αναγκαία τη διενέργεια πρόσθετων ελέγχων. Στις περιπτώσεις αυτές, η Αναθέτουσα Αρχή μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις, τροποποιήσεις ή πρόσθετες πληροφορίες, οι οποίες πρέπει να προσκομιστούν εντός 30 ημερών από την υποβολή του αιτήματος. Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει εκ νέου από την ημερομηνία παραλαβής των απαιτούμενων πληροφοριών […]». Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 15 παράγραφος 3 της σύμβασης επιχορήγησης προβλέπει ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αναστείλει την προθεσμία γνωστοποιώντας στον δικαιούχο ότι η αίτηση πληρωμής είναι απαράδεκτη, για παράδειγμα επειδή η αναθέτουσα αρχή «θεωρεί αναγκαία τη διενέργεια περαιτέρω ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες. Η προθεσμία πληρωμής αρχίζει να τρέχει εκ νέου από την ημερομηνία καταγραφής μιας ορθά διατυπωμένης αίτησης πληρωμής».
[5] Το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο δικαιούχος θα επιτρέπει στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και σε κάθε εξωτερικό ελεγκτή να διενεργεί επαληθεύσεις ή ελέγχους έως και επτά έτη μετά την πληρωμή του υπολοίπου.
[6] Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι «επιλέξιμες δαπάνες είναι οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν από τον δικαιούχο της παρούσας επιχορήγησης και οι οποίες πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια: α) πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της υλοποίησης της δράσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του Ειδικού Όρου, με εξαίρεση τις δαπάνες που σχετίζονται με τις τελικές εκθέσεις και την επαλήθευση των δαπανών. Ενδεχόμενες συμβάσεις για αγαθά/υπηρεσίες/έργα που χρησιμοποιήθηκαν/παρέχονται/παραδόθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου υλοποίησης μπορεί να έχουν ανατεθεί αλλά να μην έχουν εκτελεστεί από τον δικαιούχο ή τους εταίρους του πριν από την έναρξη της περιόδου υλοποίησης της δράσης, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παραρτήματος IV. Οι δαπάνες αυτές πρέπει να καταβάλλονται πριν από την οριστικοποίηση της τελικής έκθεσης, β) πρέπει να αναφέρονται στον εκτιμώμενο συνολικό προϋπολογισμό της δράσης, γ) πρέπει να είναι αναγκαίες για την υλοποίηση της δράσης που αποτελεί αντικείμενο της επιχορήγησης, δ) πρέπει να είναι αναγνωρίσιμες και επαληθεύσιμες, ιδίως να καταγράφονται στα λογιστικά βιβλία του δικαιούχου και να προσδιορίζονται σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο δικαιούχος και σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές λογιστικής καταγραφής δαπανών του δικαιούχου, ε) πρέπει να είναι εύλογες, αιτιολογημένες και να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά την οικονομία και την αποδοτικότητα».