FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2811/2009/(BU)JF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι δικηγορικό γραφείο. Εκπροσωπεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και εκμεταλλεύεται θέατρο στην Πράγα [1]. Ο καταγγέλλων έχει υποβάλει επανειλημμένα αίτηση στην πόλη της Πράγας («Δήμος»), για δημόσια χρηματοδότηση των έργων του, αλλά χωρίς επιτυχία.

2. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή ισχυριζόμενος ότι ο Δήμος χορήγησε παράνομα κρατική ενίσχυση σε ιδιωτικές τσεχικές εταιρείες και άλλους φορείς εκμετάλλευσης θεάτρων.

3. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή καταχώρισε την ανωτέρω καταγγελία, στην οποία δόθηκε ο αριθμός αναφοράς της υπόθεσης CP 275/2007.

4. Στις 12 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή καταχώρισε ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

5. Στις 6 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή διαβίβασε την καταγγελία στις τσεχικές αρχές και τις κάλεσε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

6. Στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις των τσεχικών αρχών σχετικά με την καταγγελία.

7. Στις 18 Ιουνίου 2008, η Επιτροπή πραγματοποίησε συνάντηση στις Βρυξέλλες με τον Δήμο και την τσεχική «Γραφείο Προστασίας του Ανταγωνισμού» («συνάντηση της 18ης Ιουνίου 2008»).

8. Στις 16 Ιουλίου 2008, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008.

9. Στις 26 Αυγούστου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία του. Συνοπτικά, ανέφερε ότι ο Δήμος σκόπευε να εφαρμόσει το ίδιο καθεστώς επιχορηγήσεων για το έτος 2009. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό παραβίαζε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΕ»).

10. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2008, ο καταγγέλλων ζήτησε να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης και να του δοθεί η ηλεκτρονική διεύθυνση του υπεύθυνου για τον χειρισμό της.

11. Στις 15 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε στον καταγγέλλοντα τις παρατηρήσεις του δήμου σχετικά με την καταγγελία και τον κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

12. Στις 17 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε επίσης στον καταγγέλλοντα τα πρακτικά της συνεδρίασης της 18ης Ιουνίου 2008.

13. Στις 27 Οκτωβρίου 2008, ο καταγγέλλων διαβίβασε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις παρατηρήσεις του δήμου. Συνοπτικά, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο Δήμος παραβίαζε τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.

14. Στις 4 Φεβρουαρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή ορισμένες περαιτέρω πληροφορίες και ρώτησε εκ νέου πώς προχωρούσε η υπόθεση.

15. Στις 17 Δεκεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία του.

16. Εν τω μεταξύ, στις 9 Νοεμβρίου και στις 15 και 17 Δεκεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν διοικητικές παρατυπίες και περιττές καθυστερήσεις στον χειρισμό της καταγγελίας για κρατική ενίσχυση από την Επιτροπή.

18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία για κρατική ενίσχυση και να την ενημερώσει για την εν λόγω απόφαση.

Η έρευνα

19. Στις 11 Ιανουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

20. Στις 11 Μαρτίου 2010, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής στα αγγλικά και, στις 29 Μαρτίου 2010, τη μετάφρασή της στα τσεχικά. Και οι δύο εκδόσεις απεστάλησαν στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις.

21. Στις 26 Απριλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτική παρατήρηση

22. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης [2]. Δεν μπορεί να χειριστεί καταγγελίες κατά εθνικών αρχών.

23. Κατά συνέπεια, η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τις ενέργειες της Επιτροπής και δεν περιλαμβάνει αξιολόγηση των ενεργειών των εθνικών αρχών.

Α. Ισχυρισμός περί διοικητικών παρατυπιών και περιττών καθυστερήσεων. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να ληφθεί απόφαση.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

24. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη της Επιτροπής να τον καλέσει να παραστεί στη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008 ήταν, κατά την άποψή του, αντίθετη προς τις αρχές της ίσης άμυνας και της δίκαιης δίκης.

25. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν είχε ακούσει τίποτα από την Επιτροπή από τις 29 Οκτωβρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις παρατηρήσεις του δήμου, και ότι έκτοτε δεν έχει γίνει τίποτα σχετικά με την υπόθεση.

26. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή αμφισβήτησε την καταγγελία. Πρώτον, διευκρίνισε ότι η συνάντηση της 18ης Ιουνίου 2008 δεν αποτελούσε ακρόαση κατά την έννοια των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης. Σκοπός της ήταν να λάβει η Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς πολιτιστικών ενισχύσεων του Δήμου για τα θέατρα.

27. Η Επιτροπή εξήγησε ότι το καθεστώς επιχορηγήσεων του δήμου στον τομέα του πολιτισμού και των τεχνών («το καθεστώς») παρέμεινε ουσιαστικά το ίδιο από το 1995, δηλαδή πριν από την προσχώρηση της Τσεχικής Δημοκρατίας στην ΕΕ. Οι τσεχικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς και την πρόθεσή τους να το επανεξετάσουν. Ζήτησαν παραδείγματα προγραμμάτων που είχε εγκρίνει η Επιτροπή για να τους βοηθήσει με την εν λόγω αναθεώρηση. Η Επιτροπή διαβίβασε στις τσεχικές αρχές τις ζητούμενες πληροφορίες. Η Επιτροπή δεν έλαβε οριστική θέση σχετικά με το καθεστώς, αλλά επικεντρώθηκε στο να ενθαρρύνει το κράτος μέλος να εισαγάγει τροποποιήσεις που να ανταποκρίνονται σαφέστερα στις ανησυχίες του καταγγέλλοντος. Ενημέρωσε επίσης δεόντως τον καταγγέλλοντα για τα σχέδια των τσεχικών αρχών να αναθεωρήσουν το καθεστώς, διαβιβάζοντάς του τα πρακτικά της συνεδρίασης της 18ης Ιουνίου 2008.

28. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξήγησε ότι, μη έχοντας λάβει καμία προηγούμενη κοινοποίηση σχετικά με την αναθεώρηση του καθεστώτος, υπενθύμισε επανειλημμένα στις τσεχικές αρχές ότι επιθυμούσε να ενημερωθεί σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά του αναθεωρημένου καθεστώτος («το αναθεωρημένο καθεστώς»). Κατά συνέπεια, στις 25 Αυγούστου 2009, οι τσεχικές αρχές απηύθυναν εκ των προτέρων κοινοποίηση στην Επιτροπή σχετικά με το αναθεωρημένο καθεστώς του δήμου για τα έτη 2010-2015, το οποίο καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς PN 239/2009. Η Επιτροπή εξέτασε τα σχετικά έγγραφα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε τις παρατηρήσεις της και περαιτέρω αιτήματα για διευκρινίσεις σχετικά με το αναθεωρημένο καθεστώς στις τσεχικές αρχές. Στις 26 Νοεμβρίου 2009, οι τσεχικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή νέο σχέδιο. Όταν η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή, το νέο σχέδιο βρισκόταν υπό προκαταρκτική εξέταση.

29. Συναφώς, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες και τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, η προκαταρκτική εξέταση αποτελεί κατ’ ουσίαν διαδικαστικό στάδιο το οποίο χαρακτηρίζεται από διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι καταγγέλλοντες αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών σχετικά με πιθανές παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Ωστόσο, δεν διαδραματίζουν επίσημο ρόλο στη διαδικασία ούτε θεωρούνται διάδικοι. Μολονότι είναι αληθές ότι η Επιτροπή μπορεί να αρχίσει συνομιλίες με τα κράτη μέλη και τους καταγγέλλοντες όταν επιδιώκει να επιλύσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κατά την προκαταρκτική εξέταση, αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεούται να συμμετάσχει σε τριμερείς συνομιλίες ούτε συνεπάγεται γενικό δικαίωμα ακρόασης των καταγγελλόντων. Η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να διαβουλευθεί ή να προβεί σε ανταλλαγή απόψεων με τον καταγγέλλοντα, ούτε ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στον καταγγέλλοντα οποιαδήποτε ανατροφοδότηση σχετικά με την πρόοδο της υπόθεσης. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η προκαταρκτική εξέτασή της θα ολοκληρωθεί σύντομα και, παρά τα ανωτέρω, θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σε εύθετο χρόνο για το αποτέλεσμα της αξιολόγησής της.

30. Η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε τηρήσει πλήρως όλες τις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις και ότι είχε υπερβεί ακόμη και τις νομικές υποχρεώσεις της. Παρείχε στον καταγγέλλοντα πλήρη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη θέση του κράτους μέλους όσον αφορά τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στην αρχική καταγγελία και έδωσε στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να υποβάλει παρατηρήσεις. Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από ό,τι ήταν υποχρεωμένη να πράξει βάσει των εφαρμοστέων κανόνων και της εφαρμοστέας νομολογίας. Επιπλέον, διαβίβασε στον καταγγέλλοντα τα πρακτικά της συνεδρίασης της 18ης Ιουνίου 2008 και τον ενημέρωνε τακτικά για την εξέλιξη της υπόθεσης.

31. Τέλος, η Επιτροπή δήλωσε ότι έχει το δικαίωμα να δίνει προτεραιότητα στις καταγγελίες που λαμβάνει και, ως εκ τούτου, να αναβάλλει την εξέταση ζητημάτων που θεωρεί ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν θεώρησε την καταγγελία προτεραιότητα, διότι φαινόταν να έχει εθνική διάσταση με πολύ περιορισμένες επιπτώσεις στο ενδοενωσιακό εμπόριο.

32. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι, έως ότου λάβει αντίγραφο της γνώμης που υπέβαλε η Επιτροπή στον Διαμεσολαβητή, δεν γνώριζε την εκ των προτέρων κοινοποίηση των τσεχικών αρχών στην Επιτροπή. Στο πλαίσιο αυτό, επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η ανωτέρω εκ των προτέρων κοινοποίηση χρονολογείται από τον Αύγουστο του 2009 και ότι την εποχή εκείνη οι πολιτιστικοί φορείς που δραστηριοποιούνται στην Πράγα δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ποιες θα ήταν οι νέες συνθήκες του Δήμου για τη θεατρική περίοδο 2010/2011.

33. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το καθεστώς για την περίοδο από το 2006 έως το 2009, ούτε τον ενημέρωσε δεόντως για την εξέλιξη της υπόθεσης. Επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η καταγγελία υποβλήθηκε πριν από τρία έτη και ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει την προκαταρκτική της εξέταση. Η Επιτροπή, παρά την υποχρέωσή της να εξετάζει διαρκώς όλα τα καθεστώτα υφισταμένων ενισχύσεων, περιορίστηκε, εν προκειμένω, στη συλλογή πληροφοριών χωρίς να προτείνει κανένα αποτελεσματικό μέτρο για την επανόρθωση της παράνομης χορήγησης κρατικής ενίσχυσης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θα πρέπει να διατάξει τον Δήμο να ανακτήσει τις παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις από τους δικαιούχους για την περίοδο μεταξύ 2006 και 2010.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Οι ενέργειες της Επιτροπής έναντι του καταγγέλλοντος (οι εικαζόμενες διοικητικές παρατυπίες)

34. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή ισχυριζόμενος ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τον Δήμο ήταν παράνομη βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις [3]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, τελικά, ο καταγγέλλων, ως ανταγωνιστής των φορέων που επωφελήθηκαν από την πολιτιστική επιχορήγηση του Δήμου και, ως εκ τούτου, ως ενδιαφερόμενο μέρος [4], θεώρησε ότι η εν λόγω επιχορήγηση είναι παράνομη διότι, κατά την άποψή του, νοθεύει τον ανταγωνισμό κατά τρόπο που επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

35. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, μετά την καταχώριση της καταγγελίας, η Επιτροπή αντάλλαξε αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, ενημερώνοντάς τον ιδίως για τα διάφορα μέτρα που έλαβε σχετικά με την καταγγελία.

36. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τον κάλεσε στη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή από τον καταγγέλλοντα στην εν λόγω συνεδρίαση, και ο αντεπιχειρηματίας της Επιτροπής υποστήριξε ότι η εν λόγω συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε εκτός οποιασδήποτε επίσημης διαδικασίας έρευνας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρχε νομική υποχρέωση για τον καταγγέλλοντα να καλέσει τον καταγγέλλοντα [5]. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι, για λόγους χρηστής διοίκησης, ενδέχεται ορισμένες φορές να είναι σκόπιμο να προσκαλεί η Επιτροπή έναν καταγγέλλοντα σε άτυπη συνεδρίαση, ακόμη και αν δεν υπάρχει νομική υποχρέωση να το πράξει. Εν προκειμένω, ωστόσο, η εξήγηση της Επιτροπής ότι απλώς ζητούσε πληροφορίες από τις τσεχικές αρχές φαίνεται εύλογη.

37. Επιπλέον, η Επιτροπή επέτρεψε ωστόσο στον καταγγέλλοντα να μάθει τι συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008, απαντώντας θετικά στο αίτημά του για παροχή πληροφοριών και παρέχοντας πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίασης.

38. Επιπλέον, στις 15 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή προσέφερε στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να σχολιάσει τη θέση του κράτους μέλους σχετικά με την καταγγελία του [6].

39. Τέλος, παρόλο που η Επιτροπή δεν ήταν νομικά υποχρεωμένη να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις εκ των προτέρων κοινοποιήσεις ή κοινοποιήσεις του κράτους μέλους [7], κατά τη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, δεσμεύτηκε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής της εξέτασης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δέσμευση αυτή όχι μόνο αποτελεί θετική απάντηση στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει απόφαση και να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της, αλλά είναι επίσης σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης [8].

40. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

Οι ενέργειες της Επιτροπής μετά την καταγγελία (οι εικαζόμενες καθυστερήσεις)

41. Αφού έλαβε την καταγγελία, η Επιτροπή την καταχώρισε αμέσως. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή των τελευταίων πληροφοριών που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ζήτησε από τις τσεχικές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέτασε χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες σχετικά με εικαζόμενη υφιστάμενη κρατική ενίσχυση και ζήτησε πληροφορίες από το οικείο κράτος μέλος, τις οποίες το τελευταίο παρέσχε [9].

42. Στη συνέχεια, η Επιτροπή πραγματοποίησε συνάντηση με τις τσεχικές αρχές στις 18 Ιουνίου 2008. Η τελευταία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι σκόπευε να επανεξετάσει το υφιστάμενο καθεστώς επιχορηγήσεων [10]. Στη συνέχεια, η Επιτροπή έδωσε στις τσεχικές αρχές παραδείγματα καθεστώτων που πληρούσαν τις απαιτήσεις έγκρισης και ζήτησε να τηρούνται ενήμερα για τις εξελίξεις [11]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, χωρίς να λάβει επίσημη θέση σχετικά με το υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων για τον πολιτισμό, τελικά, η Επιτροπή σκόπευε να συμβάλει στα σχέδια των τσεχικών αρχών για τη θέσπιση καθεστώτος που θα ήταν συμβατό με τις απαιτήσεις του και το οποίο, ως εκ τούτου, θα απέτρεπε κάθε πιθανή παραβίαση των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις. Η προσέγγιση αυτή είναι, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, εύλογη και φαίνεται να αντικατοπτρίζει τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»)[12].

43. Αφού έλαβε «εκ των προτέρων κοινοποίηση» σχετικά με το αναθεωρημένο καθεστώς και αφού ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από τις τσεχικές αρχές, η Επιτροπή προχώρησε στην εξέτασή της. Στις 26 Νοεμβρίου 2009, οι τσεχικές αρχές υπέβαλαν «δεύτερο σχέδιο» της κοινοποίησης. Στις 10 Μαρτίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι η «εξέταση του σχεδίου κοινοποίησης επρόκειτο να περατωθεί» και ότι η Επιτροπή ανέμενε από τις τσεχικές αρχές να υποβάλουν «κοινοποίηση» του αναθεωρημένου συστήματος για τα έτη 2010/2015 λίγο αργότερα.

44. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ως «σχέδιο κοινοποίησης» και «προκοινοποίηση» ένα έγγραφο που θα αποτελέσει στη συνέχεια τη βάση για την τελική έκδοση της «κοινοποίησης». Όταν η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή, το έγγραφο αυτό δεν είχε ακόμη υποβληθεί επισήμως στην Επιτροπή [13]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, η ανάλυση του αναθεωρημένου καθεστώτος του δήμου βρισκόταν, εκείνη την περίοδο, «στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης».

45. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όταν η Επιτροπή τού διαβίβασε τη γνώμη της, οι τσεχικές αρχές και η Επιτροπή εξακολουθούσαν να συμμετέχουν σε συνεχή διάλογο [14] για την επίτευξη του αποτελέσματος που περιγράφεται στην παράγραφο 42 ανωτέρω, μέσω πλήρους κοινοποίησης, η οποία δεν είχε ακόμη περιέλθει στην Επιτροπή.

46. Επιπλέον, θεωρεί ότι, όταν η Επιτροπή αποφάσισε να μην εξετάσει την καταγγελία κατά προτεραιότητα, ενήργησε στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας κατά τον καθορισμό της πολιτικής της ΕΕ στον σχετικό τομέα. Η Επιτροπή αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της αναφέροντας ότι, συνοπτικά, η καταγγελία φαινόταν να έχει εθνική διάσταση και όχι να αφορά θέμα που θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά [15].

47. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για τη διερεύνηση της καταγγελίας. Μολονότι, μέχρι τη στιγμή που η γνώμη της Επιτροπής έφθασε στον Διαμεσολαβητή, είχαν παρέλθει περίπου δυόμισι έτη, η Επιτροπή παρείχε εύλογη εξήγηση για το εν λόγω χρονοδιάγραμμα, εξηγώντας τα μέτρα που είχε λάβει και υποστηρίζοντας και αιτιολογώντας τη διακριτική της αξιολόγηση ότι η καταγγελία δεν χρήζει κατά προτεραιότητα εξέτασης.

48. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

Β. Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό και ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

Ο καταγγέλλων και ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 11 Νοεμβρίου 2010


[1] Το δικηγορικό γραφείο και η εταιρεία που εκπροσωπεί θα αναφέρονται ως ο «καταγγέλλων» σε όλη τη διάρκεια της απόφασης.

[2] Άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»).

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός εάν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως».

[4] Το άρθρο 1, στοιχείο η ́, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 108 ΣΛΕΕ), ΕΕ L 83, (στο εξής: κανόνες), ορίζει τα εξής: «ως «ενδιαφερόμενο μέρος» νοείται κάθε κράτος μέλος και κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα ενδέχεται να θιγούν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις.»

[5] Το άρθρο 20 παράγραφος 1 «Δικαιώματα των ενδιαφερόμενων μερών» των κανόνων προβλέπει ότι «[κ]άθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις ... μετά από απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας ...». Βλέπε επίσης, μεταξύ άλλων, την απόφαση του Πρωτοδικείου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 30ής Απριλίου 2002 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-195/01 και T-207/01, Government of Gibraltar κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σκέψη 144, Συλλογή [2002], II-2309: «[...] δεν υφίσταται υποχρέωση της Επιτροπής να προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων και επιχειρημάτων με καταγγέλλοντα κατά το προκαταρκτικό στάδιο έρευνας σχετικά με κρατικές ενισχύσεις [...] Τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν μπορούν να απαιτήσουν από την Επιτροπή να ακούσει τις απόψεις τους, ώστε να μπορέσουν να επηρεάσουν την προκαταρκτική εκτίμηση που οδηγεί την Επιτροπή να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας.»

[6] Βλέπε, μεταξύ άλλων, την απόφαση του Πρωτοδικείου (πέμπτο πενταμελές τμήμα) της 15ης Μαρτίου 2001 στην υπόθεση T-73/98, Société chimique Prayon-Rupel SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σκέψη 45, Συλλογή [2001], II-867: «Σύμφωνα με το στόχο του άρθρου [108] παράγραφος 3 της συνθήκης και το καθήκον χρηστής διοίκησης που υπέχει, η Επιτροπή μπορεί, μεταξύ άλλων, να αρχίσει συνομιλίες με το κοινοποιούν κράτος ή με τρίτους, προκειμένου να υπερπηδήσει, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας, τυχόν δυσκολίες που ανακύπτουν.»

[7] Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 9ης Οκτωβρίου 184 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 91 και 127/83, Heineken Brouwerijn BV κατά Inspecteur der Vennootschapsbelasting, Amsetrdam και Ultrecht, σκέψη 15, Συλλογή 1984, σ. 3435: «Το άρθρο [108] παράγραφος 3 της συνθήκης δεν απαιτεί να γνωστοποιείται αμέσως σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη η κοινοποίηση στην Επιτροπή των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις· η υποχρέωση αυτή βαρύνει αποκλειστικά την Επιτροπή όταν κινεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο [108] παράγραφος 2.»

[8] Σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 «Αιτήσεις παροχής πληροφοριών» του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, «[ο] υπάλληλος παρέχει [...] στο κοινό τις πληροφορίες που ζητεί [...]».

[9] Άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, «Εξέταση, αίτηση παροχής πληροφοριών και διαταγή παροχής πληροφοριών» των κανόνων: «Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή έχει στην κατοχή της πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή σχετικά με εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση, εξετάζει τις πληροφορίες αυτές χωρίς καθυστέρηση. Εάν είναι αναγκαίο, ζητεί πληροφορίες από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ...»

[10] Το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως για τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να είναι σε θέση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της [...]».

[11] Το άρθρο 2 παράγραφος 1 «Κοινοποίηση νέας ενίσχυσης» των κανόνων ορίζει ότι «[κ]άθε σχέδιο χορήγησης νέας ενίσχυσης κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος».

[12] Το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι «οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών και του ανταγωνισμού στην Ένωση κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον», συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Κατά το άρθρο 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[η] Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς όλα τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη ή η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»

[13] Το άρθρο 2 παράγραφος 2 των κανόνων προβλέπει ότι «[κ]ατά τη γνωστοποίηση, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να λάβει απόφαση [...] (εφεξής «πλήρης κοινοποίηση»).»

[14] Το άρθρο 4 παράγραφος 5 «Προκαταρκτική εξέταση της κοινοποίησης και αποφάσεις της Επιτροπής» των κανόνων ορίζει ότι «[η] κοινοποίηση θεωρείται πλήρης εάν, εντός δύο μηνών από την παραλαβή της ή από την παραλαβή τυχόν συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητήθηκαν, η Επιτροπή δεν ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες. Το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 «Αίτηση παροχής πληροφοριών» των κανόνων διευκρινίζει περαιτέρω ότι «[ε]δώ η Επιτροπή θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από το οικείο κράτος μέλος ... είναι ελλιπείς, ζητεί όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες ... [Εάν είναι αναγκαίο], η Επιτροπή αποστέλλει υπενθύμιση, παρέχοντας κατάλληλη πρόσθετη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες ...».

[15] Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 4ης Μαρτίου 1999 στην υπόθεση C-119/97 P, Union française de l'express (Upex), formely Syndicat français de l'express international (SFEI), DHL International and Service CRIE κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και Mat Courrier, Συλλογή [1999], I-1341, σκέψη 88: «Η Επιτροπή, στην οποία έχει ανατεθεί [...] το καθήκον να διασφαλίζει την εφαρμογή των [κανόνων ανταγωνισμού], είναι επιφορτισμένη με τον καθορισμό και την εφαρμογή του προσανατολισμού της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού [...]. Για την αποτελεσματική εκτέλεση του καθήκοντος αυτού, έχει το δικαίωμα να δώσει διαφορετικό βαθμό προτεραιότητας στην καταγγελία που του έχει υποβληθεί.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!