Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1022/2012/ER κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO)
Απόφαση
Υπόθεση 1022/2012/ER - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 20 Ιουνίου 2012 - Απόφαση στις Πέμπτη | 27 Φεβρουαρίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά τον εικαζόμενο μεροληπτικό χαρακτήρα των γλωσσικών απαιτήσεων του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST/118/11 («ο διαγωνισμός»)[1] που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO).
2. Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός πολίτης που έλαβε μέρος στον διαγωνισμό, ο οποίος διοργανώθηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων για την πλήρωση κενών θέσεων βοηθών εντός των θεσμικών οργάνων (AST 3) στους τομείς της δημοσιονομικής διαχείρισης· λογιστική, επικοινωνία και διαχείριση έργων· διαχείριση του προγράμματος· και διαχείριση συμβάσεων. Επέλεξε τον τομέα της διαχείρισης έργων και, στις 4 Ιανουαρίου 2012, επικύρωσε την ηλεκτρονική αίτησή του. Η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε από τους υποψηφίους να έχουν άριστη γνώση μίας από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «κύριας γλώσσας» και ικανοποιητική γνώση της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής ως «δεύτερης γλώσσας» τους. Η δεύτερη γλώσσα τους έπρεπε να είναι διαφορετική από την κύρια γλώσσα τους. Ο καταγγέλλων επέλεξε τα ιταλικά ως κύρια γλώσσα του και τα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα του για τους σκοπούς του διαγωνισμού.
3. Στις 14 Ιανουαρίου 2012, πριν συμμετάσχει στη δοκιμασία με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (CBT), η καταγγέλλουσα υπέβαλε στην EPSO ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία αφορούσε τις γλωσσικές απαιτήσεις του διαγωνισμού, όπως ορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
4. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι γλωσσικές απαιτήσεις του διαγωνισμού εισάγουν διακρίσεις διότι ευνοούν υποψηφίους των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι όροι της προκήρυξης του διαγωνισμού επέτρεπαν στους υποψηφίους των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική να επιλέξουν ποιες δοκιμασίες θα λάμβαναν στη μητρική τους γλώσσα, ενώ η επιλογή αυτή δεν ήταν ανοικτή σε άλλους υποψηφίους. Ως εκ τούτου, οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική θα μπορούσαν να αποφασίσουν να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (CBT) στη δεύτερη γλώσσα τους και στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης, τις οποίες ο καταγγέλλων θεωρούσε γλωσσικά πιο απαιτητικές, στη μητρική τους γλώσσα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε να τροποποιηθούν οι όροι εισδοχής όσον αφορά τις γλωσσικές γνώσεις.
5. Στις 11 Μαΐου 2012, η EPSO απέρριψε την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Στην απόφασή της, η EPSO εξέθεσε εν συντομία τη σχετική νομολογία του δικαστή της Ένωσης σχετικά με τις γλωσσικές απαιτήσεις στους γενικούς διαγωνισμούς. Ειδικότερα, η EPSO επισήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία [2], i) η επιλογή της γερμανικής, της αγγλικής και της γαλλικής ως διαθέσιμων επιλογών για τη δεύτερη γλώσσα σε έναν διαγωνισμό αντιστοιχεί στις επιχειρησιακές ανάγκες των θεσμικών οργάνων και η EPSO δικαιούται να απαιτεί από τους υποψηφίους να γνωρίζουν τις γλώσσες αυτές ως δεύτερη γλώσσα τους. Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ναι μεν οι γλωσσικές απαιτήσεις δεν πρέπει να συνεπάγονται αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση, πλην όμως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των ειδικών πραγματικών περιστάσεων των υποψηφίων όσον αφορά τις γλωσσικές τους γνώσεις. Επομένως, το γεγονός ότι ορισμένοι υποψήφιοι ενδέχεται να έχουν ευρύτερη επιλογή των απαιτούμενων γλωσσών, λόγω της ατομικής τους κατάστασης, δεν αποδεικνύει άνιση μεταχείριση. Η EPSO τόνισε ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν χρησιμοποιεί την έννοια της «μητρικής γλώσσας», δεδομένου ότι η μητρική γλώσσα του υποψηφίου, δηλαδή η γλώσσα που έμαθε για πρώτη φορά, δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη στο επίπεδο επάρκειας στη γλώσσα αυτή. Αντιθέτως, η προκήρυξη απαιτούσε από τους υποψηφίους να αποδεικνύουν άριστη γνώση μίας από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ και ικανοποιητική γνώση μίας από τις τρεις γλώσσες εργασίας της ΕΕ.
6. Τέλος, η EPSO θεώρησε υποθετική την άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική θα ευνοούνταν από τη δυνατότητα να επιλέξουν να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης στη μητρική τους γλώσσα. Στο πλαίσιο αυτό, η EPSO υποστήριξε ότι η δυσκολία των ΓΣΘ, ιδίως των δοκιμασιών κατανόησης κειμένου, είναι τέτοια ώστε να απαιτεί άριστη γνώση ή επάρκεια στη γλώσσα των δοκιμασιών. Επιπλέον, ο διαγωνισμός στο παρόν στάδιο είναι ιδιαίτερα έντονος, δεδομένου του πολύ υψηλού αριθμού υποψηφίων και του περιορισμένου αριθμού υποψηφίων που θα κληθούν στο επόμενο στάδιο. Κατά συνέπεια, ένας υποψήφιος που αποφασίζει να συμμετάσχει στις εν λόγω δοκιμασίες σε γλώσσα της οποίας έχει μόνο ικανοποιητική γνώση θα είχε δυνητικά σημαντικό μειονέκτημα σε σχέση με άλλους υποψηφίους που τις λαμβάνουν στη μητρική τους γλώσσα. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο καταγγέλλων, η αντιστροφή των γλωσσικών επιλογών θα μπορούσε δυνητικά να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο αποκλεισμού από το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού.
7. Στις 20 Μαΐου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
Ισχυρισμός
Οι γλωσσικές απαιτήσεις για τον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/118/11 εισάγουν διακρίσεις.
Διεκδίκηση
Η EPSO θα πρέπει να προβεί σε ορθή αξιολόγηση της γνώσης της κύριας γλώσσας που δηλώνουν οι υποψήφιοι, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική μπορούν να επιλέξουν τη γλώσσα αυτή ως δεύτερη γλώσσα μόνο εάν έχουν αποδεδειγμένα άριστη γνώση της δηλωθείσας κύριας γλώσσας τους.
9. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την EPSO να διευκρινίσει στη γνωμοδότησή της κατά πόσον, εκτός από τη δοκιμασία προεπιλογής, είχαν ληφθεί πρόσθετα μέτρα για την αξιολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων στη δηλωθείσα κύρια γλώσσα τους και για την παροχή στοιχείων σχετικά με τον αριθμό των βρετανών, γαλλικών και γερμανικών υποψηφίων που επέλεξαν, αντίστοιχα, τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά ως δεύτερη γλώσσα τους στον επίμαχο διαγωνισμό.
Η έρευνα
10. Στις 20 Ιουνίου 2012, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα και, ως πρώτο βήμα, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει το αντικείμενο της καταγγελίας του.
11. Στις 5 Ιουλίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις διευκρινίσεις του.
12. Στις 13 Νοεμβρίου 2012, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την EPSO να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση του καταγγέλλοντος.
13. Η γνώμη της EPSO υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 16 Απριλίου 2013. Διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Ο καταγγέλλων το έπραξε στις 20 Μαΐου 2013.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός περί γλωσσικών απαιτήσεων που εισάγουν διακρίσεις και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι γλωσσικές απαιτήσεις για τον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/118/11 εισάγουν διακρίσεις διότι ευνοούν υποψηφίους των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική. Υποστήριξε ότι οι όροι αποδοχής θα πρέπει να εμποδίζουν τους υποψηφίους να χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα για τις δοκιμασίες στο κέντρο αξιολόγησης, εκτός εάν παρέχεται η δυνατότητα αυτή σε κάθε υποψήφιο. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η EPSO θα πρέπει να προβεί σε ορθή αξιολόγηση της γνώσης της κύριας γλώσσας που δηλώνουν οι υποψήφιοι, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική μπορούν να επιλέξουν την εν λόγω γλώσσα ως δεύτερη γλώσσα μόνο εάν έχουν αποδεδειγμένα άριστη γνώση της δηλωθείσας κύριας γλώσσας τους.
15. Στις διευκρινίσεις του, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι οι δοκιμασίες στο κέντρο αξιολόγησης ήταν γλωσσικά πιο απαιτητικές από τις δοκιμασίες CBT, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτούσαν πληρέστερη γνώση της σχετικής γλώσσας.
16. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τις δηλώσεις της EPSO ότι i) τα θεσμικά όργανα ενδέχεται να απαιτούν τη γνώση συγκεκριμένων γλωσσών εργασίας και ii) το γεγονός ότι ορισμένοι υποψήφιοι μιλούν τις γλώσσες αυτές λόγω της προσωπικής τους κατάστασης, για παράδειγμα επειδή είναι δίγλωσσοι ή ανήκουν σε εθνική μειονότητα, δεν μπορεί να συνιστά διάκριση. Ωστόσο, δήλωσε ότι είναι άδικο να παρέχεται στους υποψηφίους των οποίων το μοναδικό «πλεονέκτημα» είναι ότι έχουν μεγαλώσει σε κράτος μέλος όπου ομιλείται η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική γλώσσα, η δυνατότητα να χρησιμοποιούν την κύρια γλώσσα τους κατά τη δεύτερη φάση του διαγωνισμού, χωρίς να απαιτείται από αυτούς να αποδείξουν ότι έχουν άριστη γνώση άλλης γλώσσας. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η καλή γνώση μιας συγκεκριμένης γλώσσας ήταν επαρκής για την επιτυχία της CBT, η οποία ουσιαστικά δοκίμασε τη λογική. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι το πρώτο στάδιο, το οποίο αποτελείται από δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής, απαιτούσε μόνο δεξιότητες γραπτής κατανόησης, ενώ το δεύτερο στάδιο απαιτούσε από τους υποψηφίους να επιδείξουν δεξιότητες προφορικής και γραπτής κατανόησης, καθώς και δεξιότητες σύνταξης κειμένων. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή του, η παροχή στους υποψηφίους της δυνατότητας να χρησιμοποιούν την κύρια γλώσσα τους κατά το δεύτερο στάδιο, εφόσον η δυνατότητα αυτή περιοριζόταν στην αγγλική, τη γαλλική ή τη γερμανική γλώσσα, ενείχε δυσμενή διάκριση.
17. Τέλος, ο ενδιαφερόμενος πρότεινε στην EPSO είτε i) να επαληθεύσει ότι η κύρια γλώσσα που δηλώνουν οι υποψήφιοι είναι στην πραγματικότητα η κύρια γλώσσα τους και να τους εμποδίσει να τη χρησιμοποιήσουν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης είτε ii) να επιτρέψει σε όλους τους υποψηφίους να χρησιμοποιήσουν την κύρια γλώσσα τους στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης και να επαληθεύσουν τις γνώσεις τους σε μία από τις γλώσσες εργασίας της ΕΕ (αγγλικά, γαλλικά ή γερμανικά) μέσω πρόσθετης ειδικής δοκιμασίας.
18. Στη γνώμη της, η EPSO απάντησε στις ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή. Δήλωσε ότι δεν προβλέπονταν ούτε λαμβάνονταν άλλα μέτρα εκτός από τις CBT για την αξιολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων όσον αφορά την κύρια γλώσσα τους. Η EPSO παρείχε επίσης τα ζητούμενα στατιστικά στοιχεία.
19. Η EPSO έκρινε ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος, ότι δηλαδή οι ΓΣΘ δεν επέτρεπαν την ορθή αξιολόγηση των γλωσσικών δεξιοτήτων των υποψηφίων´, δεν ήταν πειστικό ούτε τεκμηριωμένο από κανένα αντικειμενικό αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, η EPSO υπογράμμισε ότι οι επιτυχείς επιδόσεις στις ΓΣΘ προϋποθέτουν την ακριβή κατανόηση των πολύπλοκων γραμματικών δομών της γλώσσας που χρησιμοποιείται για τις δοκιμασίες, την κατοχή ευρέος φάσματος λεξιλογίου, καθώς και την εξοικείωση με ιδιωματικές εκφράσεις και διάφορες αποχρώσεις του μητρώου και του ύφους.
20. Η EPSO δήλωσε επίσης ότι η μορφή πολλαπλής επιλογής των ΓΣΘ ουδόλως αποκλείει τη διαφοροποίηση του επιπέδου δυσκολίας των δοκιμασιών. Πράγματι, το επίπεδο δυσκολίας προσαρμόζεται σε διάφορους διαγωνισμούς ώστε να αντικατοπτρίζει το τεκμαιρόμενο επίπεδο γλωσσικής επάρκειας των υποψηφίων στους οποίους απευθύνεται ένας συγκεκριμένος διαγωνισμός. Στη συνέχεια, η EPSO διευκρίνισε ότι το απαιτούμενο επίπεδο αντιστοιχεί σε: i) ικανοποιητική γνώση των δοκιμασιών που πραγματοποιήθηκαν στη δεύτερη γλώσσα των υποψηφίων´· ii) άριστη γνώση των δοκιμασιών που πραγματοποιούνται στην κύρια γλώσσα των υποψηφίων για μη γλωσσικά προφίλ εργασίας· και iii) άριστη επάρκεια για τις δοκιμασίες που πραγματοποιούνται στην κύρια γλώσσα σε διαγωνισμούς που διοργανώνονται για επαγγελματίες γλωσσομαθείς. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η EPSO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι CBT που χρησιμοποιήθηκαν στον εν λόγω διαγωνισμό αποτελούσαν κατάλληλο μέσο για να επαληθευτεί ότι οι υποψήφιοι είχαν άριστη γνώση της δηλωθείσας κύριας γλώσσας τους.
21. Η EPSO πρόσθεσε ότι τα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή θα της επέτρεπαν να αποδείξει ότι οι γλωσσικές απαιτήσεις στους γενικούς διαγωνισμούς, και ιδίως σε εκείνον που αναφέρεται στην καταγγελία, δεν εισάγουν διακρίσεις.
22. Επιπλέον, η EPSO υπογράμμισε ότι οι υποψήφιοι είναι απολύτως ελεύθεροι να επιλέξουν ποια επίσημη γλώσσα επιθυμούν να δηλώσουν ως κύρια γλώσσα τους, όπως αναγνωρίζεται από τη σχετική νομολογία [3].
23. Τέλος, η EPSO υποστήριξε ότι η αντιστροφή των γλωσσικών επιλογών του υποψηφίου δεν θα ήταν προφανώς επωφελής για τον ίδιο. Αντιθέτως, η αναστροφή των γλωσσικών επιλογών θα μπορούσε ενδεχομένως να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο αποκλεισμού κατά το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο υποψήφιος θα πρέπει να συμμετάσχει στη CBT σε γλώσσα την οποία κατέχει σημαντικά λιγότερο από ό,τι οι χιλιάδες άλλοι υποψήφιοι εναντίον των οποίων ανταγωνίζεται.
24. Στις παρατηρήσεις του, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η EPSO δεν κατανόησε σωστά το αντικείμενο της καταγγελίας του. Υποστήριξε ότι η βασική πτυχή του ισχυρισμού του ήταν ότι οι CBT δεν επέτρεπαν να καθοριστεί αν η γλώσσα που επέλεξε ο υποψήφιος είναι πράγματι η κύρια γλώσσα του. Στη συνέχεια, επανέλαβε ότι οι ΓΣΘ επιτρέπουν μόνο να καθοριστεί αν ένας υποψήφιος έχει καλή γνώση της επιλεγμένης γλώσσας και όχι αν η γλώσσα αυτή είναι η κύρια γλώσσα του. Επομένως, οι υποψήφιοι των οποίων η κύρια γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική μπορούν να δηλώσουν την κύρια γλώσσα τους ως δεύτερη γλώσσα. Ως εκ τούτου, ενδέχεται να έχουν πλεονέκτημα στο στάδιο του κέντρου αξιολόγησης, διότι έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν γλώσσα την οποία γνωρίζουν καλύτερα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
25. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει τα εξής: «Απαγορεύεται κάθε διάκριση για λόγους όπως ... η γλώσσα ...». Το άρθρο 18 των Συνθηκών ορίζει τα εξής: «Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
26. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει επίσης ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εφαρμόζεται όσον αφορά τη σχέση εργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και του προσωπικού τους [4]. Ειδικότερα, το άρθρο 1, στοιχείο δ ́, σημείο 1, του ΚΥΚ ορίζει ότι, οσάκις εφαρμόζεται ο ΚΥΚ, απαγορεύεται κάθε διάκριση βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στη γλώσσα. Το άρθρο 1, στοιχείο δ ́, σημείο 6, πρώτη περίοδος, ορίζει ότι κάθε περιορισμός της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς και εύλογους λόγους και να αποσκοπεί σε θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο της πολιτικής προσωπικού.
27. Σύμφωνα με το άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι υπάλληλοι μπορούν να διορίζονται μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, αποδεικνύουν ότι διαθέτουν σε βάθος γνώση μίας από τις γλώσσες της ΕΕ και ικανοποιητική γνώση άλλης γλώσσας της ΕΕ, στον βαθμό που απαιτείται για την άσκηση των σχετικών καθηκόντων. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η αναφορά σε εμπεριστατωμένη γνώση δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιορίζεται μόνο στη γλώσσα της ιθαγένειας του υποψηφίου ή, στην περίπτωση υποψηφίου ο οποίος είναι υπήκοος κράτους μέλους που έχει περισσότερες από μία επίσημες γλώσσες, μόνο στη γλώσσα στην οποία σπούδασε [5].
28. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα αξιολογήσει τη θέση της EPSO.
29. Καταρχάς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού περιόρισε την επιλογή της δεύτερης γλώσσας του διαγωνισμού στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα θεσμικά όργανα που διοργανώνουν διαγωνισμό πρέπει να διαπιστώνουν τους λόγους για τους οποίους απαιτούν από τους υποψηφίους να γνωρίζουν μία ή περισσότερες από τις 24 επίσημες γλώσσες της Ένωσης [6]. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμφέρον της υπηρεσίας μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο που μπορεί να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω [7]. Στην παρούσα υπόθεση, η καταγγέλλουσα δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού περιόριζε την επιλογή της δεύτερης γλώσσας στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι υποχρεωμένος να εξετάσει το ζήτημα αυτό.
30. Αντ’ αυτού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι μόνο οι υποψήφιοι με μητρική γλώσσα την αγγλική, τη γαλλική ή τη γερμανική μπορούν να επιλέξουν να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης στη μητρική τους γλώσσα, ενώ οι υποψήφιοι με άλλη μητρική γλώσσα μπορεί να μην το κάνουν, συνιστά περίπτωση διακριτικής μεταχείρισης. Προς επίρρωση της άποψής του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι α) η CBT ήταν γλωσσικά λιγότερο απαιτητική από τις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης. Αυτό, με τη σειρά του, σήμαινε ότι β) οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική επωφελήθηκαν από τη δυνατότητα να επιλέξουν να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης στη μητρική τους γλώσσα.
31. Όσον αφορά το στοιχείο α ́, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού αναφέρει τα ακόλουθα. Η πρώτη φάση του διαγωνισμού ήταν η CBT. Ένα μέρος της CBT επρόκειτο να ληφθεί στην κύρια γλώσσα του υποψηφίου και αποτελούνταν από ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής με στόχο την αξιολόγηση των γενικών ικανοτήτων και ικανοτήτων όσον αφορά τη λεκτική, αριθμητική και αφηρημένη συλλογιστική. Το άλλο μέρος της CBT έπρεπε να ληφθεί στη δεύτερη γλώσσα του υποψηφίου και συνίστατο σε δοκιμασία κρίσης κατάστασης. Η δεύτερη φάση του διαγωνισμού, δηλαδή οι δοκιμασίες στο κέντρο αξιολόγησης, συνίστατο στα εξής: δοκιμασία ακρίβειας και ακρίβειας, καθώς και δοκιμασία ιεράρχησης και οργάνωσης. Και οι δύο δοκιμασίες έπρεπε να διεξαχθούν στη δεύτερη γλώσσα του υποψηφίου. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι οι δοκιμαστικές ερωτήσεις στη CBT (η οποία περιλαμβάνει μια συνιστώσα λογικής συλλογιστικής καθώς και μια συνιστώσα λεκτικής συλλογιστικής) ήταν ποικίλες και ότι η δυσκολία τους θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον απαιτούμενο βαθμό γλωσσικής επάρκειας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη τη θέση της EPSO ότι η επιτυχία στη CBT προϋποθέτει άριστη γνώση της γλώσσας που επιλέγει ο υποψήφιος.
32. Όσον αφορά το στοιχείο β), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η EPSO εξήγησε πειστικά ότι η δέσμευση της μητρικής γλώσσας ή της καλύτερης γλώσσας για το στάδιο του κέντρου αξιολόγησης του διαγωνισμού δεν παρέχει κατ’ ανάγκη στον υποψήφιο πλεονέκτημα έναντι των άλλων υποψηφίων. Συναφώς, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι υποψήφιοι των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα αυτή στο στάδιο του κέντρου αξιολόγησης, υποχρεούνται πρώτα να συμμετάσχουν και να περάσουν επιτυχώς τη CBT σε διαφορετική γλώσσα. Συναφώς, ο ισχυρισμός της EPSO ότι ο διαγωνισμός στο στάδιο της CBT είναι ιδιαίτερα έντονος επιβεβαιώνεται από τα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλε η EPSO.
33. Κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή, η EPSO παρείχε λεπτομερή στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις γλωσσικές επιλογές και τον αριθμό των αυστριακών, γερμανικών, γαλλικών και βρετανών υποψηφίων που: i) υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό· ii) πέτυχε στη CBT· και iii) τα ονόματά τους συμπεριλήφθηκαν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία που παρασχέθηκαν, η EPSO υποστήριξε πειστικά ότι οι υποψήφιοι που κατά πάσα πιθανότητα «αντέστρεψαν» τις γλώσσες τους δεν απολάμβαναν κανένα προφανές όφελος όσον αφορά την επιτυχία στον διαγωνισμό και, ειδικότερα, στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης. Ειδικότερα, από τα στοιχεία προκύπτει ότι το ποσοστό επιτυχίας στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολογήσεως των υποψηφίων που έχουν τη βρετανική, τη γαλλική, την αυστριακή ή τη γερμανική ιθαγένεια και επέλεξαν την αγγλική, τη γαλλική ή τη γερμανική ως δεύτερη γλώσσα είναι συγκρίσιμο με εκείνο της γενικής ομάδας των υποψηφίων που έχουν τη βρετανική, τη γαλλική, την αυστριακή ή τη γερμανική ιθαγένεια.
34. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι οι γλωσσικές απαιτήσεις για τον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/118/11 εισάγουν διακρίσεις δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπήρχε ανάγκη να χρησιμοποιήσει η EPSO άλλα μέσα εκτός από τη CBT για να αξιολογήσει τη γνώση της κύριας γλώσσας που δήλωσαν οι υποψήφιοι. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας´s δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.
Ο καταγγέλλων και η EPSO θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 27 Φεβρουαρίου 2014
[1] ΕΕ 2011, C 350 A, σ. 1.
[2] Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-166/07 και T-285/07, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. II-193, σκέψεις 80-81, 93· Υπόθεση F-7/07 Angioi κατά Επιτροπής, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2011, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 89-91 και 103.
[3] Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Angioi κατά Επιτροπής, σκέψη 68.
[4] Κανονισμός 31 (ΕΟΚ), 11 (ΕΚΑΕ), περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 287 σ. 15).
[5] Βλ. υπόθεση F-7/07, Angioi κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 68.
[6] Βλ. υπόθεση C-566/10 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 81 και επόμενες.
[7] Βλ. προαναφερθείσα υπόθεση C-566/10 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 88.