FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση OI/3/2009/MHZ - Ισχυρισμός περί μη καταχώρισης αλληλογραφίας σχετικής με παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ

Μια ισπανική περιβαλλοντική μη-κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή σχετικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να καταχωρίζει ως καταγγελίες την αλληλογραφία που αφορά ισχυρισμούς περί παράβασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι (i) το αντικείμενο της καταγγελίας δεν είναι τέτοιο που να χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα και, (ii) η αλληλογραφία σχετίζεται με πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες όπου οι εναλλακτικοί μηχανισμοί προσφυγής σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί. Ωστόσο, η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή που αφορά τις σχέσεις με τους καταγγέλλοντες στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου («η ανακοίνωση του 2002») προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι κάθε αλληλογραφία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας ως καταγγελία πρέπει να καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών. Όμως, οι ανωτέρω περιπτώσεις δεν συμπεριλαμβάνονται στις εξαιρέσεις του γενικού κανόνα της συγκεκριμένης ανακοίνωσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το θέμα αυτό.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν εισήχθησαν νέες εξαιρέσεις στον ανωτέρω γενικό κανόνα και ότι, συνεπώς, μόνο οι έξι εξαιρέσεις που αναφέρονται στην ανακοίνωση του 2002 είναι δεσμευτικές. Η Επιτροπή διευκρίνισε ακόμη ότι η «ιεράρχηση προτεραιοτήτων» δεν αφορά την καταχώριση αλληλογραφίας ως καταγγελίας αλλά το μετέπειτα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, κατά το οποίο η καταγγελία έχει ήδη καταχωρισθεί και εξετάζεται ως τέτοια. Ωστόσο, αναφορικά με την αλληλογραφία περί πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι σύμφωνα με την ερμηνεία τής σχετικά με την ανακοίνωση του 2002, τέτοιου είδους αλληλογραφία πρέπει να εμπίπτει στην εξαίρεση αλληλογραφίας που «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» η οποία προβλέπεται στην ανακοίνωση.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή καθορίζει τις προτεραιότητες κατά τη διεκπεραίωση καταγγελιών υπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε, ωστόσο, την ανησυχία του σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας από την Επιτροπή της εξαίρεσης «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» προκειμένου να καλύψει αλληλογραφία η οποία σχετίζεται με την άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες σε περιπτώσεις όπου ο εθνικός μηχανισμός προσφυγής δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, αφενός, ότι μια τέτοια ερμηνεία ενδεχομένως να είναι εξαιρετικά ευρεία και, αφετέρου, να μην εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο τον στόχο της Επιτροπής που συνίσταται στην παροχή ευρύτερης προστασίας στα συμφέροντα των πολιτών.

Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τις ανησυχίες του αυτές στην Επιτροπή σε επιμέρους επιστολή. Στην απάντησή της, η Επιτροπή, αποδέχτηκε την προτροπή του Διαμεσολαβητή για περιορισμό της ερμηνείας της εξαίρεσης «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση του 2002. Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει την εν λόγω εξαίρεση προκειμένου να δικαιολογήσει την μη καταχώριση μελλοντικών καταγγελιών περί πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες στο νέο κεντρικό μητρώο (CHAP). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την αυτεπάγγελτη έρευνα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής δεν συνιστά κρούσμα κακοδιοίκησης.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί από την Επιτροπή να διασφαλίζει την εφαρμογή των Συνθηκών και των μέτρων που θεσπίζονται από τα θεσμικά όργανα δυνάμει αυτών. Στο πλαίσιο αυτού του ρόλου, η Επιτροπή αναφέρεται μερικές φορές ως «Φύλακας των Συνθηκών». Σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εάν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του βάσει των Συνθηκών. Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη μεταγενέστερη απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει εκ νέου στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 260 της ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσό ή χρηματική ποινή στο οικείο κράτος μέλος.

2. Οποιοσδήποτε μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος. Η ίδια η Επιτροπή έχει τονίσει επανειλημμένα ότι οι καταγγελίες αποτελούν ζωτικό μέσο για τον εντοπισμό παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης.

3. Η πρακτική της υποβολής καταγγελίας στην Επιτροπή δεν αναγνωρίζεται επίσημα ούτε στις Συνθήκες ούτε στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ. Επιπλέον, ενώ οι ιδιώτες μπορούν να ασκούν προσφυγές ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης κατά αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες απορρίπτονται καταγγελίες σε ορισμένα θέματα ανταγωνισμού, η πάγια νομολογία αρνείται στους καταγγέλλοντες, βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, τα διαδικαστικά δικαιώματα των οποίων απολαύουν οι καταγγέλλοντες σε διαδικασίες ανταγωνισμού [1].

4. Το 2002, μετά από πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή συμφώνησε να θεσπίσει διαδικαστικό κώδικα για τη μεταχείριση των καταγγελλόντων και εξέδωσε την ανακοίνωσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τους καταγγέλλοντες όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου («ανακοίνωση του 2002»)[2].

5. Η ανακοίνωση παρέχει μια σειρά σημαντικών εγγυήσεων όσον αφορά τον χειρισμό των καταγγελιών από την Επιτροπή. Ο βασικός κανόνας είναι ότι κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρείται από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής [3] και στη συνέχεια αναγνωρίζεται [4]. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η καταγγελία διεκπεραιώνεται σύμφωνα με τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες της Επιτροπής για τον χειρισμό των υποθέσεων παράβασης.

6. Η δεύτερη παράγραφος του σημείου 3 (Καταγραφή των καταγγελιών) της ανακοίνωσης του 2002 προβλέπει έξι εξαιρέσεις από τον ανωτέρω βασικό κανόνα. Η αλληλογραφία δεν διερευνάται ως καταγγελία και δεν καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών εάν:

  • είναι ανώνυμη, δεν εμφανίζει τη διεύθυνση του αποστολέα ή εμφανίζει ελλιπή διεύθυνση·
  • δεν αναφέρεται, ρητά ή σιωπηρά, σε κράτος μέλος στο οποίο μπορούν να αποδοθούν τα μέτρα ή οι πρακτικές που είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο·
  • καταγγέλλει την πράξη ή τις παραλείψεις ιδιώτη ή φορέα, εκτός εάν το μέτρο ή η καταγγελία αποκαλύπτει τη συμμετοχή δημόσιων αρχών ή ισχυρίζεται ότι αυτές παρέλειψαν να αντιδράσουν στις εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επαληθεύει κατά πόσον η αλληλογραφία αποκαλύπτει συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες ανταγωνισμού (άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ)·
  • δεν διατυπώνει παράπονο·
  • διατυπώνει καταγγελία για την οποία η Επιτροπή έχει λάβει σαφή, δημόσια και συνεπή θέση, η οποία κοινοποιείται στον καταγγέλλοντα·
  • διατυπώνει αιτίαση η οποία σαφώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

7. Εάν η αλληλογραφία δεν καταχωρίζεται ως καταγγελία, πρέπει να γίνεται για έναν ή περισσότερους από τους ανωτέρω λόγους και ο συντάκτης πρέπει να ενημερώνεται για τον λόγο ή τους λόγους [5].

Καταγγελία 517/2009/MHZ

8. Στις 26 Φεβρουαρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής έλαβε καταγγελία, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009, από ισπανική περιβαλλοντική ΜΚΟ κατά της Επιτροπής (καταγγελία 517/2009/MHZ).

9. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2002, κάθε αλληλογραφία θα πρέπει να καταγράφεται ως καταγγελία, εκτός εάν δεν συμμορφώνεται με μία από τις απαιτήσεις που προβλέπονται σχετικά. Ωστόσο, ακόμη και αν η αλληλογραφία συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις αυτές, η Επιτροπή «επιλέγει» τις υποθέσεις προς καταχώριση ως καταγγελία χωρίς να αιτιολογεί δεόντως την επιλογή αυτή.

10. Ο καταγγέλλων υποστήριξε το επιχείρημα αυτό βάσει ειδικής αλληλογραφίας που απέστειλε στην Επιτροπή, την οποία η τελευταία δεν καταχώρισε ως καταγγελίες επί παραβάσει. Δεδομένου ότι, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009, η οποία εστάλη στον καταγγέλλοντα εν τω μεταξύ, η Επιτροπή διευκρίνισε δεόντως τους λόγους για τους οποίους ορισμένες από τις επιστολές του καταγγέλλοντος δεν καταχωρίστηκαν ως καταγγελίες επί παραβάσει, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για την έναρξη έρευνας σχετικά με τη συγκεκριμένη πτυχή της καταγγελίας 517/2009/MHZ.

11. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε δύο ζητήματα αρχής, στην επιστολή της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 2009, τα οποία προκάλεσαν σοβαρές ανησυχίες και τα οποία χρήζουν αποσαφήνισης στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας.

Αιτιολόγηση της αυτεπάγγελτης έρευνας

12. Πρώτον, στην προαναφερθείσα επιστολή της με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή δήλωσε ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει κατά προτεραιότητα τις περιπτώσεις στις οποίες η παρέμβασή της φαίνεται πιο αναγκαία και μπορεί να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο.

13. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της με τίτλο «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου», θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις παραβάσεις που παρουσιάζουν: i) τους μεγαλύτερους κινδύνους· ii) εκτεταμένος αντίκτυπος για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις· και iii) τις πλέον επίμονες παραβάσεις, όπως επιβεβαιώθηκαν από το Δικαστήριο.

14. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της προσδιορίζουν τις κατηγορίες υποθέσεων που αφορούν εικαζόμενες παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου για το περιβάλλον, οι οποίες χρήζουν μεταχείρισης κατά προτεραιότητα. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου για το περιβάλλον. Η Επιτροπή κάλεσε τον καταγγέλλοντα να επικεντρωθεί στις ανωτέρω προτεραιότητες κατά την υποβολή καταγγελιών σε αυτόν.

15. Οι ανωτέρω δηλώσεις της Επιτροπής ότι επιλέγει την αλληλογραφία που λαμβάνει προκειμένου να αποφασίσει εάν θα την καταχωρίσει ή όχι ως καταγγελία θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι η «προτεραιότητα» ισχύει όχι μόνο για τον χειρισμό των καταγγελιών και των παραβάσεων καθαυτών, αλλά και για τον χειρισμό της αλληλογραφίας ως κριτηρίου για την καταχώρισή της ως καταγγελίας παράβασης.

16. Εάν αυτή ήταν πράγματι η πολιτική της Επιτροπής σχετικά με την καταχώριση των καταγγελιών, φαίνεται ότι δεν συμμορφώνεται με τη διαδικαστική εγγύηση της οποίας απολαύουν οι καταγγέλλοντες, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση του 2002. Η ανακοίνωση προβλέπει ότι κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρεί η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής και στη συνέχεια αναγνωρίζεται, εκτός εάν συμμορφώνεται με μία από τις έξι εξαιρέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 6 ανωτέρω. Ο κατάλογος των εξαιρέσεων αυτών είναι εξαντλητικός και δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι η αλληλογραφία θα πρέπει να αφορά συγκεκριμένο είδος παράβασης προκειμένου να καταχωριστεί ως καταγγελία. Ωστόσο, φαίνεται ότι η Επιτροπή εισήγαγε μια έβδομη προϋπόθεση για την καταχώριση της αλληλογραφίας ως καταγγελίας, δηλώνοντας ότι θα πρέπει να αφορά την κατηγορία παραβάσεων που περιλαμβάνεται στον κατάλογο «προτεραιότητας» της Επιτροπής.

17. Δεύτερον, στην ανωτέρω επιστολή της με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην πρακτική της να μην καταχωρίζει ως καταγγελία παράβασης την αλληλογραφία σχετικά με την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, εκτός εάν ο καταγγέλλων έχει ήδη εξαντλήσει τους μηχανισμούς που έχουν θεσπιστεί για τον σκοπό αυτό βάσει του εθνικού δικαίου [μετά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/4/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, της 28ης Ιανουαρίου 2003 [6]]. Με τον τρόπο αυτό, φάνηκε ότι η Επιτροπή εισήγαγε εκ νέου, μέσω συνήθους πρακτικής, μια νέα προϋπόθεση για την καταχώριση της αλληλογραφίας ως καταγγελίας, η οποία δεν υπήρχε στην ανακοίνωση του 2002.

18. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αποσαφηνίσει τις προαναφερθείσες πτυχές της πολιτικής της όσον αφορά την καταχώριση της αλληλογραφίας ως καταγγελιών.

19. Το άρθρο 228 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 195 ΕΚ) εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διεξάγει αυτεπάγγελτες έρευνες σχετικά με πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα για να δώσει στην Επιτροπή την ευκαιρία να παράσχει καλύτερη εξήγηση της πολιτικής της για την καταχώριση, στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών, της αλληλογραφίας σχετικά με παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

20. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει θέση σχετικά με τα ακόλουθα σημεία.

21. Οι δηλώσεις της Επιτροπής που περιέχονται στην επιστολή της 16ης Φεβρουαρίου 2009 θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή εισήγαγε δύο «νέες» εξαιρέσεις από τον κανόνα ότι κάθε αλληλογραφία, η οποία είναι πιθανό να διερευνηθεί ως καταγγελία, καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρεί η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής. Οι όροι αυτοί δεν αναφέρονται στην ανακοίνωση του 2002. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες: i) η εν λόγω αλληλογραφία δεν αφορά την κατηγορία παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος που περιλαμβάνεται στον «κατάλογο προτεραιότητας» της Επιτροπής· και ii) αλληλογραφία που αναφέρεται στην πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, αλλά ο καταγγέλλων δεν έχει χρησιμοποιήσει τους υφιστάμενους μηχανισμούς που έχουν θεσπιστεί για τον σκοπό αυτό βάσει του εθνικού δικαίου.

22. Παρόλο που η Επιτροπή διαθέτει αδιαμφισβήτητη διακριτική ευχέρεια να τροποποιήσει τη δική της ανακοίνωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τις καταγγελίες και τις διαδικασίες επί παραβάσει, και θα μπορούσε πράγματι να προσθέσει τις ανωτέρω «νέες» εξαιρέσεις, οι πολίτες μπορούν εύλογα να αναμένουν ότι όλες οι εφαρμοστέες εξαιρέσεις αναγνωρίζονται δημοσίως και ότι η Επιτροπή θα εφαρμόσει τους κανόνες που έχει θεσπίσει η ίδια έως ότου τροποποιηθεί η ανακοίνωση.

23. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει κατά πόσον εφαρμόζει πράγματι τις ανωτέρω «νέες» εξαιρέσεις και, εάν ναι, κατά πόσον θεωρεί σκόπιμο να διευρυνθεί ο κατάλογος των εξαιρέσεων που περιέχονται στην πρώτη παράγραφο του σημείου 3 (Καταγραφή καταγγελιών) της ανακοίνωσης, βάσει του οποίου «[γ] η απάντηση δεν διερευνάται ως καταγγελία από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών».

24. Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης στην Επιτροπή να συμπεριλάβει, ως μέρος της απάντησής της, ένα διάγραμμα ροής που να δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τις υπηρεσίες της η αλληλογραφία που αφορά τη μη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο.

25. Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στην υπόθεση 517/2009/MHZ σχετικά με την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα. Δήλωσε επίσης ότι θα της δώσει τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις επί της γνώμης της Επιτροπής.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

26. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή υπέβαλε γνώμη απαντώντας στην έρευνα του Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την εν λόγω γνώμη στον καταγγέλλοντα στην υπόθεση 517/2009/MHZ, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμούσε, έως τις 31 Οκτωβρίου 2009. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις στις 11 Φεβρουαρίου 2010. Εν τω μεταξύ, στις 22 Ιανουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής είχε ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει περαιτέρω εξηγήσεις έως τις 31 Μαρτίου 2010. Η Επιτροπή απάντησε στις 3 Μαΐου 2010. Η απάντησή της διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα στην υπόθεση 517/2009/MHZ με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, εφόσον το επιθυμούσε, έως τις 30 Ιουνίου 2010. Ο καταγγέλλων στην υπόθεση 517/2009/MHZ δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Επί των επιχειρημάτων που προέβαλε η Επιτροπή στη γνώμη της

27. Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε εισαγάγει δύο «νέες» εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα της καταχώρισης των καταγγελιών στο κεντρικό μητρώο της.

28. Όσον αφορά τις «καταγγελίες μη προτεραιότητας», η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, στην ανακοίνωσή της του 2007 με τίτλο «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου»[7] και στην ανακοίνωσή της του 2008 με τίτλο «Εφαρμογή του δικαίου περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»[8], κατέστησε σαφές ότι η «προτεραιότητα» στη διαχείριση των δραστηριοτήτων παράβασης ήταν πολύ σημαντική.

29. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» αναφέρεται ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου μπορεί να βελτιωθεί με την ιεράρχηση των περιπτώσεων και ότι θα επιτυγχάνονταν καλύτερα αποτελέσματα για μια δεδομένη κατανομή πόρων. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η ίδια ανακοίνωση προβλέπει ότι «Όλες οι καταγγελίες και οι παραβάσεις θα εξετάζονται. Η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων σημαίνει ότι ορισμένες υποθέσεις θα αντιμετωπίζονται από την Επιτροπή πιο άμεσα και πιο εντατικά από άλλες." Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καθορισμός προτεραιοτήτων δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως άρνηση της Επιτροπής να καταχωρίσει ή να εξετάσει καταγγελίες που δεν θεωρούνται προτεραιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι ένα υψηλό ποσοστό (περίπου 40 %) των φακέλων περιβαλλοντικών παραβάσεων καλύπτει υποθέσεις που δεν εμπίπτουν στα κριτήρια προτεραιότητας. Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα των περιβαλλοντικών καταγγελιών που διεκπεραιώνονται μέσω του έργου EU Pilot [9] (περισσότεροι από 100 φάκελοι) θεωρούνται καταγγελίες «χωρίς προτεραιότητα».

30. Στις επαφές της με τον καταγγέλλοντα στην υπόθεση 517/2009/MHZ, η Επιτροπή δεν ανέφερε ότι θα καταχώριζε μόνο καταγγελίες που αντιστοιχούν στις προτεραιότητές της. Η πρόσκληση των ΜΚΟ να είναι πιο στρατηγικές δεν συνεπάγεται άρνηση χειρισμού καταγγελιών χωρίς προτεραιότητα. Ο καταγγέλλων φαίνεται ότι παρερμήνευσε τη διατύπωση της Επιτροπής. Στη συμπληρωματική επιστολή της, που εστάλη στον καταγγέλλοντα εν τω μεταξύ (στις 25 Ιουνίου 2009), η Επιτροπή διευκρίνισε τη θέση της.

31. Όσον αφορά τις καταγγελίες σχετικά με την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, η Επιτροπή ερμήνευσε τη θέση της ως εμπίπτουσα στην εξαίρεση της ανακοίνωσης του 2002 σχετικά με τη μη διατύπωση καταγγελίας.

32. Υποστήριξε επίσης ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/4/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, το οποίο καταργεί την οδηγία 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου [10], προβλέπει μορφές προσφυγής σε εθνικό επίπεδο προς όφελος όσων δεν είναι ικανοποιημένοι με επίσημη απάντηση σε αίτημα για περιβαλλοντικές πληροφορίες. Ως εκ τούτου, ο εθνικός μηχανισμός επανεξέτασης θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της διεκπεραίωσης του αιτήματος παροχής πληροφοριών από το οικείο κράτος μέλος. Κατά την Επιτροπή, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε σαφώς την πρόθεση να θέσει στη διάθεση των αιτούντων περιβαλλοντικές πληροφορίες μια διαδικασία επανεξετάσεως. Σύμφωνα με την Επιτροπή, «μια πραγματική παράβαση δεν θα αποκρυσταλλωθεί έως ότου ολοκληρωθεί ο μηχανισμός επανεξέτασης επί του θέματος».

33. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μεμονωμένα μεμονωμένα προβλήματα που ανακύπτουν κατά το πρώτο στάδιο της διεκπεραίωσης από ένα κράτος μέλος των αιτήσεων πρόσβασης σε πληροφορίες, τα οποία δεν προκύπτουν από πλημμελή νομοθεσία, εμπίπτουν στην εξαίρεση που αφορά τη μη υποβολή καταγγελίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η πλήρης διαδικασία με την οποία καθορίζεται η θέση επί του φακέλου σε εθνικό επίπεδο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί:

«Όταν η κοινοτική νομοθεσία … προβλέπει ρητά εθνικά μέσα έννομης προστασίας για την εξέταση καταγγελιών σχετικά με τη μη τήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας, είναι σκόπιμο να θεωρείται ότι δεν ανακύπτουν παράπονα σε κοινοτικό επίπεδο, εφόσον δεν έχουν εξαντληθεί τα εθνικά μέσα έννομης προστασίας.»

34. Σύμφωνα με την Επιτροπή, εάν εξετάζει υποθέσεις που αφορούν τη δυσαρέσκεια με συγκεκριμένες αιτήσεις πρόσβασης σε πληροφορίες πριν εξαντληθούν οι διατάξεις προσφυγής, αυτό ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης των εν λόγω διατάξεων, υποδηλώνοντας ότι η ίδια η Επιτροπή θα χρησιμεύσει ως παράλληλος ή εναλλακτικός μηχανισμός επανεξέτασης. Επιπλέον, τα ατομικά συμφέροντα των αιτούντων πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες διασφαλίζονται καλύτερα μέσω της άμεσης προσφυγής που προβλέπεται στην οδηγία παρά μέσω διαδικασιών επί παραβάσει που κινεί η Επιτροπή. Η Επιτροπή τόνισε εν προκειμένω ότι δεν είναι αρμόδια να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των πολιτών ή των φορέων του ιδιωτικού τομέα ενώπιον των εθνικών αρχών.

35. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε «μια σημαντική πρακτική πτυχή». Ο ετήσιος αριθμός των αρχικών αιτήσεων για περιβαλλοντικές πληροφορίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/4/ΕΚ είναι πιθανό να ανέλθει σε εκατομμύρια σε ολόκληρη την ΕΕ. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να διερευνήσει και να επανεξετάσει αποφάσεις σχετικά με τόσο μεγάλο αριθμό αρχικών αιτήσεων.

36. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε ανακοινώνοντας ότι εισήγαγε αλλαγές στη διαδικασία καταχώρισης των καταγγελιών, οι οποίες θα αρχίσουν να ισχύουν από τις 28 Σεπτεμβρίου 2009. Σκοπός των αλλαγών αυτών είναι η καλύτερη ανταπόκριση στα συμφέροντα των πολιτών, της κοινωνίας των πολιτών και των επιχειρήσεων.

37. Από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή θα καταχωρίζει χωριστά και διακριτά όλες τις έρευνες και καταγγελίες σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είτε ως έρευνα είτε ως καταγγελία. Η διαδικασία αυτή θα λαμβάνει υπόψη κατά πόσον υπάρχουν σαφείς ενδείξεις στην αλληλογραφία ως προς την προβλεπόμενη κατάστασή της. Εάν η αρχική αλληλογραφία δεν είναι σαφής σχετικά με την προβλεπόμενη κατάσταση του φακέλου, αλλά η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται σε μεταγενέστερο στάδιο, η καταχώριση της αλληλογραφίας θα προσαρμοστεί εάν χρειαστεί. Η Επιτροπή θα εξετάσει τις καταγγελίες ανάλογα με το περιεχόμενό τους και θα ενημερώσει σχετικά τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Οι φάκελοι που περιέχουν καταγγελίες δεν θα κλείσουν προτού δοθεί στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να απαντήσει στις εξηγήσεις που δόθηκαν για το προβλεπόμενο κλείσιμο του φακέλου. Μπορούν να πραγματοποιηθούν επαφές με τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο πιλοτικό πρόγραμμα ή με άλλα κράτη μέλη. Οι διαδικασίες επί παραβάσει μπορούν να κινηθούν και όλα τα μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με αυτές θα καταγράφονται δεόντως.

38. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προσέγγιση αυτή όσον αφορά την καταχώριση φακέλων σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου τηρεί πλήρως τα κριτήρια της ανακοίνωσης του 2002, εφαρμόζοντας παράλληλα ένα εκτενέστερο σύστημα καταχώρισης από ό,τι στο παρελθόν.

Η παρατήρηση σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής που διατύπωσε ο καταγγέλλων στην υπόθεση 517/2009/MHZ

39. Ο καταγγέλλων στην υπόθεση 517/2009/MHZ εξέφρασε την άποψη ότι πολλές περιβαλλοντικές καταγγελίες δεν έχουν καταχωριστεί από την Επιτροπή ως τέτοιες, όχι επειδή ισχύει εξαίρεση από την ανακοίνωση του 2002, αλλά επειδή η Επιτροπή δεν προβλέπει την κατά προτεραιότητα εξέταση του φακέλου παράβασης για τις εν λόγω καταγγελίες.

Η αρχική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε περαιτέρω έρευνες

39. Αρχικά, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για την απόφαση της Επιτροπής να αλλάξει τη διαδικασία καταχώρισης της αλληλογραφίας που αφορά παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ, προκειμένου να ανταποκρίνεται καλύτερα στα συμφέροντα των πολιτών.

40. Με βάση τη γνώμη της Επιτροπής [11], αντιλαμβάνεται ότι, από τις 28 Σεπτεμβρίου 2009, ο ίδιος ο ανταποκριτής καθορίζει αν η αλληλογραφία του πρέπει ή όχι να καταχωριστεί ως καταγγελία. Η προσέγγιση αυτή είναι σαφώς φιλική προς τον πολίτη.

41. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι τηρήθηκαν πλήρως τα κριτήρια της ανακοίνωσης του 2002, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό ή την αναγγελθείσα πρόθεση του ανταποκριτή, η Επιτροπή εξακολουθεί να ελέγχει κατά πόσον ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην ανακοίνωση του 2002 όσον αφορά την αρχή της καταχώρισης της αλληλογραφίας ως καταγγελίας. Επομένως, αν η αλληλογραφία καλύπτεται από μία από τις εξαιρέσεις αυτές, δεν καταχωρίζεται ως καταγγελία, ακόμη και αν ο συντάκτης της έχει την πρόθεση να θεωρηθεί ως τέτοια.

42. Αυτή είναι επίσης μια θετική προσέγγιση, δεδομένου ότι η χρηστή διοίκηση δεν απαιτεί απαραιτήτως η καταχώριση της αλληλογραφίας να είναι απαραιτήτως «ευρύτερη». Η χρηστή διοίκηση σημαίνει ότι η καταχώριση δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη, αλλά θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανόνες που θέσπισε η ίδια η Επιτροπή στην ανακοίνωση του 2002. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει εν προκειμένω ότι οι μόνοι ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες, στους οποίους μπορούν να βασίζονται οι πολίτες όσον αφορά τις επαφές της Επιτροπής με την αλληλογραφία τους σχετικά με παραβάσεις του δικαίου της ΕΕ, είναι εκείνοι στους οποίους η Επιτροπή δεσμεύτηκε με την ανακοίνωση του 2002.

43. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιες διοικητικές ενέργειες μπορούν να αναμένουν σε μια δεδομένη κατάσταση. Αυτό συνάδει με τις καθιερωμένες αρχές του δικαίου της ΕΕ για την ασφάλεια δικαίου και την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Για τον λόγο αυτό, εάν η Επιτροπή αποφασίσει να προσφέρει στους πολίτες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για την αντιμετώπιση της αλληλογραφίας τους σχετικά με παραβάσεις, θα πρέπει να τις τηρεί αυστηρά, εκτός εάν ενημερώσει τους πολίτες για το αντίθετο.

44. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη δήλωση της Επιτροπής ότι δεν εισήγαγε νέες εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα της ανακοίνωσης του 2002 σύμφωνα με τον οποίο κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρεί η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής και ότι μόνο οι έξι εξαιρέσεις που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του σημείου 3 (Καταγραφή καταγγελιών) της ανακοίνωσης του 2002 είναι δεσμευτικές.

45. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται από τη γνώμη της Επιτροπής ότι η «προτεραιότητα» δεν αφορά την καταχώριση της αλληλογραφίας ως καταγγελίας, αλλά το επόμενο διοικητικό στάδιο, όταν η καταγγελία έχει ήδη καταχωριστεί και αντιμετωπίζεται ως τέτοια.

46. Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για να αποφασίσει αν θα διώξει ή όχι ένα κράτος μέλος για εικαζόμενη παραβίαση του δικαίου της ΕΕ [12]. Στο ανωτέρω πλαίσιο, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να αποφασίζει, στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών της, σε ποιες καταγγελίες θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα αντιμετώπιση. Δεδομένου ότι: (i) στις σελίδες 11-12 της ανακοίνωσής της «Καλύτερη παρακολούθηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου»[13], η Επιτροπή παρέχει εξαντλητικές εξηγήσεις σχετικά με τα κριτήρια που εφαρμόζει για να αποφασίζει ποιες παραβάσεις είναι τόσο σοβαρές ώστε να χρήζουν μεταχείρισης κατά προτεραιότητα, και (ii) η ανακοίνωση της Επιτροπής «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» προβλέπει ότι όλες οι καταγγελίες, είτε έχουν προτεραιότητα είτε όχι, θα εξετάζονται, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την εξήγηση της Επιτροπής σχετικά με τις «καταγγελίες μη προτεραιότητας».

47. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων στην υπόθεση 517/2009/MHZ είναι επιφυλακτικός όσον αφορά την εξήγηση της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής ευελπιστεί ότι, με τις δικές της ενέργειες, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να πείσει τις ΜΚΟ ότι οι καταγγελίες τους θα καταχωριστούν ανεξάρτητα από τη διοικητική προτεραιότητα που θα δοθεί στο θέμα της καταγγελίας, μόλις η Επιτροπή αρχίσει να το εξετάζει.

47. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ανησυχία του για μια συγκεκριμένη πτυχή της εξήγησης της Επιτροπής όσον αφορά την καταχώριση της αλληλογραφίας σχετικά με παραβάσεις που αφορούν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν καταχωρίζει ως καταγγελίες την αλληλογραφία σχετικά με παραβάσεις που αφορούν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, αν ο επίμαχος εθνικός μηχανισμός προσφυγής δεν έχει ακόμη τηρηθεί. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά νέα εξαίρεση, αλλά καλύπτεται από την υφιστάμενη εξαίρεση της ανακοίνωσης του 2002 «μη διατύπωση καταγγελίας».

48. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι, μετά την καταχώριση της αλληλογραφίας ως καταγγελίας, εάν η Επιτροπή καταλήξει πράγματι στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή της δεν είναι σκόπιμη, έχει διάφορες επιλογές σχετικά με τον τρόπο χειρισμού της καταγγελίας.

49. Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι οι πρώτοι θεματοφύλακες του κοινοτικού δικαίου και ότι τυχόν προβαλλόμενες παραβάσεις μπορούν να αντιμετωπίζονται ακόμη αποτελεσματικότερα με εθνικά μέσα έννομης προστασίας απ’ ό,τι σε επίπεδο Ένωσης. Κατά συνέπεια, στην προηγούμενη απόφασή του σχετικά με μεμονωμένη καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποστήριξε την πρακτική της Επιτροπής να αναμένει την έκβαση του σχετικού εν εξελίξει εθνικού δικαστικού ελέγχου προτού αποφασίσει πώς θα χειριστεί μια ήδη καταχωρισμένη καταγγελία που καλύπτεται από τον εν λόγω έλεγχο [14].

50. Υπάρχει, ωστόσο, διαφορά μεταξύ: i) να αποφασίσει να αναστείλει τον διοικητικό χειρισμό καταγγελίας παράβασης έως ότου το εθνικό δικαστήριο/ο αρμόδιος εθνικός φορέας περατώσει τη διαδικασία του και αποφανθεί επί του ίδιου ζητήματος· και ii) να αποφασίσει ότι η καταγγελία δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή ως έχει εάν δεν έχει προσεγγιστεί ακόμη το δικαστήριο/ο αρμόδιος εθνικός φορέας, προκειμένου να ληφθεί απόφαση για το ίδιο ζήτημα.

51. Όσον αφορά το σημείο ii), αξίζει να υπενθυμιστεί η σαφής διατύπωση του ΔΕΚ στην κλασική απόφασή του στην υπόθεση Van Gend en Loos [15]:

«το γεγονός ότι η Συνθήκη θέτει στη διάθεση της Επιτροπής μέσα που διασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα [κράτη μέλη] από τη Συνθήκη, [δεν] αποκλείει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο αγωγών μεταξύ ιδιωτών ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να προβάλλεται παράβαση των υποχρεώσεων αυτών.»

Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι:

«η επαγρύπνηση των ενδιαφερομένων για την προστασία των δικαιωμάτων τους [ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων] ισοδυναμεί με αποτελεσματικό έλεγχο, επιπλέον του ελέγχου που ανατίθεται από τα [τότε] άρθρα 169 και 170 στην επιμέλεια της Επιτροπής και του κράτους μέλους»(η υπογράμμιση δική μου).

Στη μεταγενέστερη απόφασή του στην υπόθεση Molkerei-Zentrale, το ΔΕΚ προσέθεσε τα εξής:

" οι διαδικασίες [σε εθνικό επίπεδο] αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ η παρέμβαση των κοινοτικών αρχών έχει ως αντικείμενο τη γενική και ομοιόμορφη τήρηση του κοινοτικού δικαίου."[16]

52. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος από την άποψη της Επιτροπής ότι η αλληλογραφία σχετικά με μια παράβαση δεν θα πρέπει να καταχωρίζεται ως καταγγελία εάν ένα εθνικό δικαστήριο ή άλλος φορέας δεν έχει ακόμη εξετάσει το ίδιο ζήτημα και η σχετική νομοθεσία προβλέπει επανόρθωση σε εθνικό επίπεδο για το θέμα αυτό.

53. Επιπλέον, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, καμία από τις έξι υφιστάμενες εξαιρέσεις που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του σημείου 3 (Καταγραφή καταγγελιών) της ανακοίνωσης του 2002, ως έχει σήμερα, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα εθνικά ένδικα μέσα, κατά τον χρόνο υποβολής της αλληλογραφίας σχετικά με τη σχετική παράβαση.

54. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να συμφωνήσει με την ερμηνεία της Επιτροπής ότι μια τέτοια κατάσταση καλύπτεται από την εξαίρεση ότι η αλληλογραφία δεν πρέπει να διερευνάται ως καταγγελία και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών, εάν η εν λόγω αλληλογραφία δεν περιέχει καταγγελία. Αν από την εξέταση συγκεκριμένης αλληλογραφίας μπορεί να συναχθεί ότι τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται αποτελούν ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εθνικού δικαστικού ή διοικητικού ελέγχου, δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω αλληλογραφία δεν περιείχε αιτίαση. Επομένως, η ερμηνεία της εξαίρεσης από την Επιτροπή «δεν διατυπώνει παράπονο» θα ήταν υπερβολικά ευρεία και παράλογη.

55. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει εκ νέου και κατ’ αναλογία ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, οι εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά [17]. Το ΔΕΚ έκρινε συγκεκριμένα ότι οι παρεκκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε το πεδίο εφαρμογής τους να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση των συμφερόντων που καθιστούν δυνατή την προστασία των εν λόγω παρεκκλίσεων [18].

56. Με την έκδοση της ανακοίνωσης του 2002 και την υιοθέτηση της «νέας» προσέγγισής της από τις 28 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή θέλησε να προστατεύσει καλύτερα τα συμφέροντα των πολιτών. Για τον λόγο αυτό, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο βασικός κανόνας της Επιτροπής είναι ότι κάθε αλληλογραφία που αφορά παραβάσεις πρέπει να καταχωρίζεται ως καταγγελία. Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεών του στις παραγράφους 42 και 43 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ευρεία ερμηνεία της υφιστάμενης εξαίρεσης σύμφωνα με την οποία «δεν διατυπώνεται παράπονο», όπως προτείνει η Επιτροπή να εφαρμοστεί, δεν εξυπηρετεί έναν τέτοιο σκοπό.

Επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή της 22ας Ιανουαρίου 2010

57. Πριν λάβει την τελική απόφαση σχετικά με την αυτεπάγγελτη έρευνά του, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κοινοποιήσει την ανωτέρω αξιολόγησή του στην Επιτροπή. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή, κάλεσε το θεσμικό όργανο να εξηγήσει κατά πόσον θα συμφωνούσε να αλλάξει την ανωτέρω ερμηνεία της υφιστάμενης εξαίρεσης της ανακοίνωσης του 2002 σχετικά με την «μη διατύπωση καταγγελίας». Εάν εφαρμοστεί η ανωτέρω ερμηνεία, η αλληλογραφία των πολιτών σχετικά με παραβάσεις που αφορούν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε εθνικό δικαστικό/διοικητικό έλεγχο, δεν μπορεί να καταχωριστεί ως καταγγελία, διότι η εν λόγω αλληλογραφία θεωρείται ότι δεν διατυπώνει παράπονο.

57. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης στην επιστολή του ότι εκτιμά ιδιαίτερα τον συνεχιζόμενο και εποικοδομητικό διάλογο με την Επιτροπή σχετικά με την καταχώριση και τη διαχείριση όχι μόνο περιβαλλοντικών, αλλά και όλων των καταγγελιών και των φακέλων παραβάσεων.

Απάντηση της Επιτροπής στην επιστολή του Διαμεσολαβητή της 22ας Ιανουαρίου 2010

58. Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόσκληση του Διαμεσολαβητή να περιορίσει την ερμηνεία της όσον αφορά την υφιστάμενη εξαίρεση της ανακοίνωσης του 2002, σύμφωνα με την οποία «δεν διατυπώνει παράπονο». Δήλωσε ότι δεν θα το χρησιμοποιήσει ως βάση για τη μη καταχώριση μελλοντικών καταγγελιών σχετικά με την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες στο νέο κεντρικό μητρώο CHAPS.

59. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, εάν δεν έχουν εξαντληθεί οι σχετικοί εθνικοί μηχανισμοί επανεξέτασης, είναι γενικά ακατάλληλο «να αντιμετωπίζεται η αλληλογραφία σχετικά με την πρόσβαση σε αρνήσεις παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών στα κράτη μέλη ως καταγγελία που απαιτεί επαφή της Επιτροπής με τις εθνικές αρχές.» Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα καταστήσει σαφές, μετά την καταχώριση της καταγγελίας στο CHAPS, ότι δεν θα ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα, εκτός εάν ο καταγγέλλων προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι έχουν εξαντληθεί οι εθνικοί μηχανισμοί.

60. Εναλλακτικά, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει σε μελλοντική ημερομηνία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προσδώσει λειτουργικό νόημα στην εξαίρεση που αφορά τις αιτιάσεις για τις οποίες η Επιτροπή είχε λάβει σαφή, δημόσια και συνεπή θέση, η οποία κοινοποιείται στον καταγγέλλοντα.

61. Τέλος, η Επιτροπή εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να αποσαφηνίσει τον γενικό ρόλο του EU Pilot [19]. Τόνισε ότι σκοπός του EU Pilot δεν είναι να αντισταθμίσει τυχόν υπερβολικό όγκο καταγγελιών σχετικά με τη διοικητική ικανότητα της Επιτροπής για την αντιμετώπισή τους. Σκοπός του EU Pilot είναι η καλύτερη οργάνωση των εργασιών της Επιτροπής όταν απαντά σε καταγγελίες παράβασης. Η Επιτροπή δρομολόγησε το EU Pilot για να ενισχύσει τη δέσμευση, τη συνεργασία και την εταιρική σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η ταχύτητα των απαντήσεων σε ερωτήματα και καταγγελίες σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ.

Τελική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

62. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμφωνία της Επιτροπής να μην ερμηνεύσει και να μην εφαρμόσει ευρέως την πέμπτη εξαίρεση που προβλέπεται στο σημείο 3 της ανακοίνωσης του 2002, δηλαδή ότι η αλληλογραφία των πολιτών σχετικά με παραβάσεις που αφορούν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε δικαστικό/διοικητικό έλεγχο σε εθνικό επίπεδο, δεν διατυπώνει παράπονο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καταχωριστεί ως καταγγελία. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο ότι, ακόμη και αν η εν λόγω αλληλογραφία καταχωριστεί ως καταγγελία, η Επιτροπή θα διερευνήσει κανονικά το ζήτημα μόνο μετά την περάτωση της εθνικής δικαστικής/διοικητικής διαδικασίας.

63. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά την πολιτική της Επιτροπής σχετικά με την καταχώριση των καταγγελιών.

Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής και ο καταγγέλλων στην υπόθεση 517/2009/MHZ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 3 Σεπτεμβρίου 2010


[1] Βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1998, C-422/97, Sateba κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. 4913, σκέψη 42), και T-191/99, Petrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-3677, σκέψη 70).

[2] ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

[3] Το σημείο 3, πρώτο εδάφιο, (Καταγραφή των καταγγελιών) της ανακοινώσεως του 2002 ορίζει τα εξής: «Κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταγράφεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρεί η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.»

[4] Το σημείο 5, πρώτο εδάφιο, (Απόδειξη παραλαβής) της ανακοινώσεως του 2002 ορίζει τα εξής: «Η αλληλογραφία που καταχωρίζεται ως καταγγελία αναγνωρίζεται … από τη Γενική Γραμματεία εντός ενός μηνός …»

[5] Το τέταρτο εδάφιο του σημείου 5 (Απόδειξη παραλαβής) της ανακοινώσεως ορίζει τα εξής: «Όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφασίζουν να μην καταχωρίσουν την αλληλογραφία ως καταγγελία, ενημερώνουν σχετικά τον συντάκτη με απλή επιστολή, εκθέτοντας έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται στο σημείο 3 δεύτερο εδάφιο.» (η υπογράμμιση δική μου)

[6] ΕΕ 2003, L 41, σ. 26.

[7] COM(2007)502.

[8] COM(2008)773 τελικό.

[9] Σύμφωνα με τον δικτυακό τόπο της Επιτροπής, το σχέδιο EU Pilot λειτουργεί από τον Απρίλιο του 2008 με στόχο την παροχή ταχύτερων και πληρέστερων απαντήσεων σε ερωτήματα και λύσεων σε προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ —ιδίως εκείνα που εγείρονται από πολίτες ή επιχειρήσεις— τα οποία απαιτούν επιβεβαίωση της πραγματικής ή νομικής κατάστασης σε ένα κράτος μέλος. Όσον αφορά τη διαδικασία, ο δικτυακός τόπος αναφέρει τα εξής:

«Στο πλαίσιο του EU Pilot, η έρευνα ή η καταγγελία σας θα εξεταστεί από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής και θα διαβιβαστεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μαζί με τυχόν ερωτήσεις ή ενδείξεις που θα επισημανθούν από την υπηρεσία της Επιτροπής. Θα ενημερωθείτε γραπτώς ότι η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται για την επεξεργασία της αλληλογραφίας σας. Ορίστηκε γενική προθεσμία 10 εβδομάδων για την υποβολή απαντήσεων. Η υπηρεσία της Επιτροπής θα σας ενημερώσει για την αξιολόγησή της"http://ec.europa.eu/community_law/infringements/application_monitoring_en.htm

[10] ΕΕ 2003, L 41, σ. 26.

[11] Οι δηλώσεις που έγιναν στη γνωμοδότηση αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής στην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 2009.

[12] Υπόθεση C-191/95 Επιτροπή κατά Γερμανίας [1998] Συλλογή I-5449, σκέψη 46· Υπόθεση 247/87 Star Fruit κατά Επιτροπής [1989] Συλλογή 291· Υπόθεση 87/89 Société nationale interprofessionnelle de la tomate κ.λπ. κατά Επιτροπής [1990] ECR-I 1981· Διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1998, T-182/97, Ségaud κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-271). Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις καταγγελίες 962/2006/OV, 3453/2005/GG, 3125/2005/BB, 995/98/OV, 480/2004/TN και 493/2000/ME, οι οποίες διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

[13] COM(2002)725.

[14] Υπόθεση 822/2009/BU, σκέψη 34 (www.ombudsman.europa.eu)

[15] Υπόθεση 26/62 Van Gend en Loos [1963] Συλλογή- 0003.

[16] Υπόθεση C-28/67 Molkerei-Zentrale Westfalen [1968] Συλλογή-143 σ. 154.

[17] Υπόθεση C-465/04 Hoyvem [2006] I-2879, σκέψη 24· Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 Pfeiffer [2004] I-8835, σκέψη 52 και C-303/98 Simap [2000] I-7963, σκέψεις 34 και 35.

[18] Υπόθεση 151/02 Landeshaupstadt Kiel [2003] I-8389, σκέψη 89.

[19] Βλ. υποσημείωση 9 ανωτέρω.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!