FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1966/2011/(EIS)LP κατά της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών

Μια ευρωπαϊκή συνδικαλιστική ομοσπονδία για τις υπηρεσίες και τις επικοινωνίες (UNI Europa) κατήγγειλε ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) παραβίασε τον κανονισμό 1093/2010 κατά τη σύσταση της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων (BSG) το 2011.

Ειδικότερα, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ δεν διασφάλισε i) την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στο πλαίσιο της BSG και των έξι κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που περιλαμβάνει και ii) την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών της BSG. Επιπλέον, επέκρινε iii) το γεγονός ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό όσον αφορά ορισμένες από αυτές τις κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών.

Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποκάλυψε ότι η διαδικασία επιλογής που διεξήγαγε η ΕΑΤ για τη σύνθεση των διαφόρων κατηγοριών της ΟΣΕΠ παρουσίαζε ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά τη σύνθεση των κατηγοριών «βιομηχανία», «καταναλωτές», «εκπρόσωποι των εργαζομένων» και «χρήστες». Ειδικότερα, επιλέγοντας να εξασφαλίσει γεωγραφική ισορροπία σε ολόκληρη την BSG και όχι για καθεμία από τις έξι κατηγορίες που τη συνθέτουν, η ΕΑΤ δεν διασφάλισε εν προκειμένω την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία όσον αφορά τις κατηγορίες «βιομηχανία» και «καταναλωτές», όπως απαιτείται από το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού 1093/2010.

Επιπλέον, διορίζοντας μόνο ένα πρόσωπο για να εκπροσωπεί τους εργαζομένους, η ΕΑΤ δεν διασφάλισε την ισόρροπη και αναλογική εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών. Τέλος, η ΕΑΤ διέπραξε επίσης κρούσμα κακοδιοίκησης διορίζοντας στην κατηγορία «χρήστες» εκπροσώπους οντοτήτων οι οποίες σαφώς δεν ήταν ιδιώτες χρήστες των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι υπηρεσιών κερδοσκοπικού χαρακτήρα στον τελευταίο (λογιστικές και ελεγκτικές οντότητες, οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας).

Η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε επίσης ορισμένες περαιτέρω παρατηρήσεις καλώντας την ΕΑΤ i) να αποφεύγει σε μελλοντικές επιλογές μελών της ΟΣΕ τον κίνδυνο να φαίνεται ότι ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υπερεκπροσωπούνται, ii) να απαιτεί στο μέλλον από τους αιτούντες να αναφέρουν κατά προτίμηση μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη και iii) να διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή δημοσίευση μελλοντικών προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος ως μέσο για την περαιτέρω ευαισθητοποίηση των γυναικών υποψηφίων σχετικά με τη σύσταση ΟΣΕΠ.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ΕΑΤ εξέφρασε την προθυμία της να επανεξετάσει την προσέγγισή της και να λάβει υπόψη τις επικρίσεις της Διαμεσολαβήτριας με την ευκαιρία της ανανέωσης των μελών της ΟΕΥΕ. Τον Οκτώβριο του 2013, η ΕΑΤ ανακοίνωσε τη σύνθεση της νέας δημοσιονομικής ομάδας της. Η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε τώρα την ΕΑΤ να δώσει συνέχεια στα πορίσματά της και να υποβάλει έκθεση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα πορίσματά της στη σύνθεση της νέας ομάδας ενδιαφερόμενων μερών της ΕΑΤ κατά τη δεύτερη διαδικασία επιλογής.

Όσον αφορά τις άλλες πτυχές της υπόθεσης, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόφαση που έλαβε το 2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τη σύνθεση της 30μελούς ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων (BSG). Η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 («κανονισμός») του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (ΕΑΤ)[1]. Στις 23 Οκτωβρίου 2013, μετά τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας επιλογής (η οποία δρομολογήθηκε τον Μάιο του 2013), η ΕΑΤ ανακοίνωσε ότι η ΟΕΥΕ θα αρχίσει τη δεύτερη θητεία της με αναθεωρημένη σύνθεση. Η έρευνα σχετικά με την παρούσα καταγγελία περιλάμβανε εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ του προσωπικού της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Από τις συζητήσεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής προέβλεψε ότι η ΕΑΤ θα διενεργούσε τη νέα διαδικασία επιλογής με κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με την ανάλυση της αρχικής διαδικασίας από τον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, η παρούσα απόφαση δεν αξιολογεί τη δεύτερη διαδικασία επιλογής ούτε το αποτέλεσμά της.

2. Η καταγγέλλουσα, UNI Europa, είναι μια ευρωπαϊκή συνδικαλιστική ομοσπονδία για τις υπηρεσίες και την επικοινωνία. Σύμφωνα με πληροφορίες που διατίθενται στον ιστότοπό της, αντιπροσωπεύει 7 εκατομμύρια εργαζομένους σε 330 ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις [2].

3. Κατά την αιτιολογική σκέψη 48 του κανονισμού:

«Η Αρχή θα πρέπει να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη δυνατότητα να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση σχεδίων ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή θα πρέπει να διενεργεί μελέτη επιπτώσεων. Για λόγους αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων για τον σκοπό αυτό, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί, σε ισόρροπη αναλογία, τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα της Ένωσης, εκπροσωπώντας τα διαφορετικά μοντέλα και μεγέθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των θεσμικών επενδυτών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν τα ίδια χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· συνδικαλιστικές οργανώσεις· ακαδημαϊκοί· καταναλωτές· και άλλων ιδιωτών χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων θα πρέπει να λειτουργεί ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή από τη νομοθεσία της Ένωσης».

4. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων απαρτίζεται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ. Τουλάχιστον πέντε από τα μέλη του είναι ανεξάρτητοι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί. Δέκα από τα μέλη του εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τρία εκ των οποίων εκπροσωπούν συνεταιριστικά και ταμιευτήρια».

5. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 3, του κανονισμού:

«Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων. Κατά τη λήψη της απόφασής του, το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και την εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».

6. Στις 26 Νοεμβρίου 2010 δημοσιεύθηκε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τη σύσταση της ΟΕΥΕ της ΕΑΤ [3], με προθεσμία υποβολής αιτήσεων την 26η Δεκεμβρίου 2010. Στις 18 Μαρτίου 2011, η ΕΑΤ εξέδωσε δελτίο Τύπου σχετικά με την απόφασή της για τη σύνθεση της ΟΟΣ [4]. Το δελτίο Τύπου περιείχε πληροφορίες σχετικά με τα ονόματα των νεοδιορισθέντων μελών της ΟΣΒ, τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούσε έκαστο εξ αυτών, την ιθαγένειά τους και την υποκατηγορία στην οποία είχαν επιλεγεί [5].

7. Στις 30 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στην ΕΑΤ εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τη σύνθεση της BSG. Υπενθυμίζει στην ΕΑΤ ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό, πρέπει να επιτευχθεί ισόρροπη αναλογία μεταξύ των εκπροσώπων του κλάδου, των υψηλόβαθμων εμπειρογνωμόνων, των χρηστών, των καταναλωτών, των ΜΜΕ και των εκπροσώπων των εργαζομένων στον τομέα. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η σύνθεση της BSG παραβίαζε σαφώς τις διατάξεις του κανονισμού. Σημείωσε ότι δεν θεωρήθηκαν όλοι οι διορισθέντες ως εκπρόσωποι των καταναλωτών από το BEUC, την Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών, ως τέτοιοι. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία επιλογής ήταν μεροληπτική και ζήτησε την αναδιοργάνωσή της σύμφωνα με τον κανονισμό.

8. Με επιστολή της 26ης Απριλίου 2011, η ΕΑΤ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Εξήγησε ότι ο αριθμός και η ποιότητα των αιτήσεων περιλαμβάνονταν στα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για τους διορισμούς που πραγματοποιήθηκαν για τις διάφορες κατηγορίες. Τόνισε ότι έχει καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλιστεί η αναγκαία ποικιλομορφία όχι μόνο μεταξύ των προβλεπόμενων κατηγοριών, αλλά και εντός αυτών, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν δόθηκαν περισσότερες από μία θέσεις σε αιτούντες που εκπροσωπούν τα συμφέροντα του ίδιου θεσμικού οργάνου ή της ίδιας ομοσπονδίας. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, στην περίπτωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, προτιμήθηκαν οι αιτήσεις που προέρχονταν από Ομοσπονδίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι από εθνικές Ομοσπονδίες.

9. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2011, μη ικανοποιημένος από την ανωτέρω απάντηση, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

10. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και τους ακόλουθους ισχυρισμούς, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα του Διαμεσολαβητή:

Ισχυρισμοί:

(1) Η ΕΑΤ δεν διασφάλισε i) τη γεωγραφική ισορροπία και ii) την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων εντός και μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών της ΟΣΕ, όπως απαιτείται από το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(2) Η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(3) Η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Αιτήσεις:

(1) Η ΕΑΤ θα πρέπει να επανεξετάσει τη σύνθεση της ΟΣΕ το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να περιμένει την ανανέωση των μελών της, η οποία θα πραγματοποιηθεί το 2013.

(2) Η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό της τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγέντων μελών, καθώς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής και τη διαδικασία επιλογής.

Η έρευνα

11. Στις 31 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την ΕΑΤ να υποβάλει γνώμη σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς.

12. Στις 31 Ιανουαρίου 2012, η ΕΑΤ υπέβαλε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα προς υποβολή παρατηρήσεων. Την 1η Μαρτίου 2012 ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του.

13. Αφού εξέτασε τη γνώμη της ΕΑΤ και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να προβεί σε επιθεώρηση του φακέλου της ΕΑΤ σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 19 Μαρτίου 2013. Η έκθεση ελέγχου εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 30 Μαΐου 2013 για ενδεχόμενες παρατηρήσεις του. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν διασφάλισε τη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων εντός και μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών της ΟΣΕ, όπως απαιτείται από το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Ο καταγγέλλων αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 3 του κανονισμού. Ειδικότερα, επέκρινε το γεγονός ότι: (i) εννέα στους δέκα εκπροσώπους του τραπεζικού κλάδου προέρχονταν από κορυφαίες πολυεθνικές τράπεζες από «παλαιά» κράτη μέλη (δηλαδή κράτη μέλη της ΕΕ πριν από τη διεύρυνση του 2004), ενώ μόνο ένας από αυτούς προερχόταν από τα «νέα» κράτη μέλη (δηλαδή τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 ή μετά το 2004)· ii) η ΕΑΤ δεν επέλεξε εκπροσώπους από τα «παλαιά» κράτη μέλη στην κατηγορία των καταναλωτών της BSG, iii) τουλάχιστον οκτώ μέλη της BSG προέρχονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, ως εκ τούτου, υπερεκπροσωπούνταν στην BSG· και iv) η ΕΑΤ επέλεξε μόνο 10 γυναίκες μεταξύ των τριάντα μελών της BSG.

15. Στη γνώμη της, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι ο κανονισμός προβλέπει «κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία» και «εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, υπάρχει μόνο μια γενική απαίτηση γεωγραφικής ισορροπίας και καμία ειδική απαίτηση για τη διασφάλιση γεωγραφικής ισορροπίας εντός των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, όπως απαιτείται από το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, είχε επικεντρωθεί πρωτίστως στα προσόντα των υποψηφίων, διασφαλίζοντας την ισόρροπη εκπροσώπηση της εμπειρογνωσίας και της πείρας από διάφορες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών.

16. Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «βιομηχανία», η ΕΑΤ εξήγησε ότι οι περισσότερες αιτήσεις για την εν λόγω κατηγορία προέρχονταν από «παλαιά» κράτη μέλη. Το γεγονός αυτό και η απόφασή της να διορίσει εκπροσώπους από διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους με σημαντική παρουσία σε ολόκληρη την Ευρώπη οδήγησαν, με τη σειρά τους, στον διορισμό εκπροσώπων των καταναλωτών κυρίως από τα «νέα» κράτη μέλη.

17. Η ΕΑΤ εξήγησε ότι ο κατάλογος των εγκεκριμένων ενδιαφερόμενων μερών ανά κατηγορία είχε ως εξής:

Κατηγορία

Αριθμός

Βιομηχανία

10

Εκπρόσωποι εργαζομένων/συνδικαλιστικές οργανώσεις

1

Καταναλωτές

5

Χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών

5

ΜΜΕ

3

Κορυφαίοι ακαδημαϊκοί

6

Σύνολο

30

   

18. Όσον αφορά τον εικαζόμενο υψηλό αριθμό εκπροσώπων βρετανικής ιθαγένειας, η ΕΑΤ επισήμανε ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, υπήρχαν 5 και όχι 8 εκπρόσωποι προερχόμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα i) χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ii) ΜΜΕ, iii) καταναλωτών, iv) χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών και v) κορυφαίων ακαδημαϊκών. Επανέλαβε ότι οι προσωπικές ικανότητες των υποψηφίων και ο αριθμός των αιτήσεων που ελήφθησαν από κάθε χώρα ήταν σημαντικοί παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη. Δεδομένου ότι οι περισσότερες αιτήσεις που ελήφθησαν προέρχονταν από τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΑΤ αποφάσισε να περιορίσει τον αριθμό των διορισμένων μελών ανά χώρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, η επιθυμία να διασφαλιστεί η κατάλληλη εκπροσώπηση για μια δεδομένη κατηγορία ενδιαφερόμενων μερών σήμαινε ότι η απαίτηση ιθαγένειας θα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Ως εκ τούτου, ο αριθμός-στόχος για τα μέλη που εκπροσωπούν τις ΜΜΕ ορίστηκε σε τρεις, δηλαδή στον ίδιο αριθμό αιτήσεων που ελήφθησαν. Κατά συνέπεια, η απόφαση διορισμού τριών εκπροσώπων ΜΜΕ υπερίσχυσε της προϋποθέσεως ιθαγένειας, δεδομένου ότι ένας από τους τρεις προσφεύγοντες ήταν Βρετανός.

19. Τέλος, όσον αφορά την επιλογή των φύλων, η ΕΑΤ επισήμανε ότι οι γυναίκες υποψήφιες αντιπροσώπευαν το 21 % του συνόλου των αιτήσεων που ελήφθησαν. Παρά το χαμηλό αυτό ποσοστό, η ΕΑΤ όρισε τον αριθμό-στόχο των γυναικών ενδιαφερόμενων μερών σε 10, δηλαδή στο 33 % των μελών της ομάδας ρυθμιστικού ελέγχου.

20. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επέμεινε ότι η ΕΑΤ δεν είχε συστήσει μια ΟΣΕΠ που να είναι αρκετά ισορροπημένη. Κατά την άποψή της, δεν ήταν αναγκαίο, ούτε σύμφωνο με τον κανονισμό, να διοριστούν τόσοι πολλοί εκπρόσωποι διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων από την «παλαιά Ευρώπη» στην κατηγορία «βιομηχανία».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

21. Είναι η πρώτη φορά που η ΕΑΤ διορίζει BSG σύμφωνα με τον κανονισμό. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής κρίνει σκόπιμο να διατυπώσει δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι καθήκον της Διαμεσολαβήτριας να υποκαταστήσει την επιλογή των μελών της ΟΣΕ με την επιλογή της ΕΑΤ. Εξετάζοντας αν υπήρξε κακοδιοίκηση, ο Διαμεσολαβητής ελέγχει αν, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας επιλογής, η ΕΑΤ ενήργησε νόμιμα και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση των δυσκολιών που είναι εγγενείς στον συνδυασμό των γεωγραφικών κριτηρίων, των κριτηρίων εκπροσώπησης των φύλων και των συμφερόντων με την ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας των επιλεγέντων μελών, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ΕΑΤ δεν είχε προηγούμενη εμπειρία στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι ήταν εύλογο η ΕΑΤ να έχει περιορίσει την επιλογή των μελών της ΟΣΕ μεταξύ εκείνων που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για διορισμό κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος από δυνητικούς ενδιαφερόμενους φορείς. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού και την απαίτηση που ορίζεται σε αυτό, σύμφωνα με την οποία «τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων»(βλ. ανωτέρω παράγραφο 5).

22. Με τον πρώτο ισχυρισμό, η καταγγέλλουσα επέκρινε το γεγονός ότι η ΕΑΤ i) επέλεξε να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» από «παλαιά» κράτη μέλη, ii) διόρισε όλα τα μέλη της κατηγορίας «καταναλωτές» μόνο από «νέα» κράτη μέλη, iii) διόρισε τουλάχιστον οκτώ μέλη της BSG από το Ηνωμένο Βασίλειο και iv) επέλεξε μόνο 10 γυναίκες μεταξύ των τριάντα μελών της BSG.

23. Η ΕΑΤ υπερασπίστηκε την προσέγγιση αυτή, τονίζοντας ιδίως ότι η απαίτηση διασφάλισης γεωγραφικής ισορροπίας προοριζόταν να εφαρμοστεί στο σύνολο της δημοσιονομικής ομάδας, και όχι με αναφορά σε καθεμία από τις έξι κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει πρώτα τη μεθοδολογική προσέγγιση που ακολούθησε η ΕΑΤ όσον αφορά τη συμμόρφωση με την προαναφερθείσα απαίτηση, προτού εξετάσει λεπτομερέστερα τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων σε σχέση με τη σύνθεση των ειδικών κατηγοριών της ΟΣΕΠ.

Η απαίτηση διασφάλισης κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και εκπροσώπησης σε ολόκληρη την Ένωση

24. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο κανονισμός βασίζεται στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η πρόσφατη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση δημιούργησε πραγματικούς και σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ο νομοθέτης έκρινε αναγκαίο να προσδιοριστούν, σε πρώιμο στάδιο, οι τάσεις, οι δυνητικοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία που απορρέουν από το μικροπροληπτικό επίπεδο, σε διασυνοριακό και διατομεακό επίπεδο. Ως εκ τούτου, συνέστησε την ΕΑΤ για να παρακολουθεί και να αξιολογεί τις εξελίξεις αυτές στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, όπου απαιτείται, να ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Για να δοθεί στην ΕΑΤ η δυνατότητα να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, ο κανονισμός προέβλεπε τη σύσταση ΟΣΕ, αποτελούμενης από έξι κύριες κατηγορίες, η οποία θα χρησιμοποιείται για τους σκοπούς αυτούς. Ως εκ τούτου, είναι σαφές στα μάτια του Διαμεσολαβητή ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προσέγγισε την ανάγκη σύστασης της ΕΑΤ και της ΟΣΕΠ με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και τη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών.

25. Ο κανονισμός απαιτεί από την ΕΑΤ να διασφαλίζει, «στο μέτρο του δυνατού, την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και την εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την ΕΑΤ ότι πρέπει να διασφαλίζει κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία στη συνολική σύνθεση της δημοσιονομικής ομάδας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να δεχθεί ότι, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συνολική ισορροπία, η ΕΑΤ είναι ελεύθερη να αγνοήσει τη γεωγραφική ισορροπία στη σύνθεση των διαφόρων κατηγοριών που απαρτίζουν τη ΣΟΕ. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο σκοπός της απαίτησης κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας θα διακυβευόταν εάν δεν εφαρμοζόταν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, σε καθεμία από τις διάφορες κατηγορίες του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που απαρτίζουν τη ΓΓΥ («συμμετέχοντες στον κλάδο», «εκπρόσωποι εργαζομένων/συνδικαλιστικών οργανώσεων», «καταναλωτές», «χρήστες», «ΜΜΕ» και «κορυφαίοι πανεπιστημιακοί»). Όσον αφορά την έννοια του όρου «κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία», ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο κανονισμός δεν απαιτεί να υπάρχει μέλος από κάθε κράτος μέλος, αν και αυτό θα ήταν μαθηματικά εφικτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο όρος «κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία» αναφέρεται όχι μόνο στον αριθμό των διαφόρων κρατών μελών που εκπροσωπούνται, αλλά και σε ευρέως χρησιμοποιούμενες κατηγοριοποιήσεις, όπως, για παράδειγμα, «ΕΕ-12», «ΕΕ-15» και «κράτη διεύρυνσης 2005-7». Υπό το πρίσμα αυτής της συλλογιστικής εξετάζονται κατωτέρω τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος που προβλήθηκαν στους πρώτους ισχυρισμούς του.

Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «βιομηχανία».

26. Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «βιομηχανία», ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι το γεγονός ότι εννέα από τα δέκα μέλη προέρχονταν από «παλαιά» κράτη μέλη εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Κατά τη γνώμη της, η ΕΑΤ φαίνεται να υποδηλώνει ότι η εμπειρογνωσία και η πείρα του κλάδου στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα μπορούσαν να βρεθούν κυρίως στα «παλαιά» κράτη μέλη. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει την παραδοχή αυτή. Μολονότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορεί να είναι πιο σημαντικές σε ορισμένα κράτη μέλη, όσον αφορά τον κύκλο εργασιών και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, από ό,τι σε άλλα κράτη μέλη, αυτό δεν σημαίνει ότι η κατηγορία «βιομηχανία» της BSG θα πρέπει να αποτελείται κυρίως από μέλη από τα εν λόγω κράτη μέλη. Η ΕΑΤ αναφέρθηκε επίσης στην απόφασή της να διορίσει στην κατηγορία αυτή εκπροσώπους κυρίως από «διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους με σημαντική παρουσία σε όλη την Ευρώπη». Αν και η απόφαση αυτή δεν είναι παράλογη αυτή καθαυτή, δεν εξηγεί γιατί οι εκπρόσωποι αυτών των ομάδων (οι οποίες, από τη φύση τους, καλύπτουν περισσότερα από ένα κράτη μέλη) επιλέχθηκαν σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ των υπηκόων ορισμένων κρατών μελών και όχι άλλων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να προστεθεί ότι το κριτήριο που υιοθέτησε η ΕΑΤ δεν αναφέρεται στον κανονισμό και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να υπερισχύει των όσων αναφέρονται στις σχετικές διατάξεις.

27. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να προστεθεί ότι, δεδομένης της ύπαρξης εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, είναι σημαντικό κάθε συμβουλευτική ομάδα ενδιαφερόμενων μερών που συγκροτείται για να αντικατοπτρίζει το ενδιαφέρον διαφόρων τμημάτων του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να αποτελεί, στο μέτρο του δυνατού, πραγματική εκπροσώπηση της πραγματικής γεωγραφικής εξάπλωσης του κλάδου, καλύπτοντας, καταρχήν, όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες της ΕΕ.

28. Η ΕΑΤ δήλωσε επίσης ότι, μολονότι πράγματι 9 στους 10 διορισμένους εκπροσώπους του κλάδου προέρχονταν από «παλαιά» κράτη μέλη, αυτό οφειλόταν επίσης στο γεγονός ότι οι περισσότερες αιτήσεις για την εν λόγω κατηγορία προέρχονταν από τα εν λόγω κράτη μέλη. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι, κατ’ αρχήν, ο αριθμός των αιτήσεων που λαμβάνονται από κάθε χώρα και για καθεμία από τις προβλεπόμενες κατηγορίες επηρεάζει κατ’ ανάγκη τη συνολική διαδικασία επιλογής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης προφανές ότι η επιλογή των μελών για την ΟΚΕ πρέπει να πραγματοποιείται με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στον κανονισμό, τα οποία δεν περιλαμβάνουν κριτήριο σχετικά με τον αριθμό των αιτήσεων που λαμβάνονται. Σε κάθε περίπτωση, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η ΕΑΤ δεν υποστήριξε ότι οι αιτήσεις που ελήφθησαν από υποψηφίους από «παλαιά» και «νέα» κράτη μέλη αντιστοιχούσαν σε αναλογία 9 προς 1 ή ότι δεν ήταν δυνατόν να διοριστούν περισσότερα από ένα μέλη του βιομηχανικού ομίλου από «νέο» κράτος μέλος.

29. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι, ελλείψει πειστικών εξηγήσεων, αποφασίζοντας να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» επιλέγοντας εκπροσώπους από «παλαιά» κράτη μέλη, η ΕΑΤ δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης «στο μέτρο του δυνατού», «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, διέπραξε κρούσμα κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω μια επικριτική παρατήρηση.

Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας των καταναλωτών

30. Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «καταναλωτές», ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εξίσου εσφαλμένη την απόφαση της ΕΑΤ να επιλέξει και τα 5 μέλη αυτής της κατηγορίας μεταξύ αιτούντων από «νέα» κράτη μέλη ως μέσο αντιστάθμισης της απόφασής της να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» από αιτούντες που προέρχονται από «παλαιά» κράτη μέλη. Όπως προαναφέρθηκε, ο κανονισμός βασίζεται στην ανάγκη βελτίωσης της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, ενός υγιούς, αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου ρύθμισης και εποπτείας. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ο στόχος αυτός κινδυνεύει να υπονομευθεί εάν η επιλογή των προσώπων για μια συγκεκριμένη κατηγορία υπαγορεύεται από την εκλαμβανόμενη ανάγκη διόρθωσης μιας γεωγραφικής ανισορροπίας που έχει δημιουργηθεί σε άλλη κατηγορία. Ακόμη περισσότερο από ό,τι όσον αφορά την κατηγορία «βιομηχανία», η προσέγγιση της ΕΑΤ για την επιλογή των μελών της κατηγορίας «καταναλωτές» καθοδηγήθηκε από αυτό που φαίνεται να είναι μια σαφής γεωγραφική διαίρεση, αντί να προσπαθεί να επιτύχει μια ισορροπημένη γεωγραφική εκπροσώπηση σε ολόκληρη την Ένωση.

31. Όπως ορθώς επισήμανε ο καταγγέλλων, η απόφαση της ΕΑΤ σχετικά με τη σύνθεση της κατηγορίας «καταναλωτές» σήμαινε ότι, στην πραγματικότητα, τα συμφέροντα των καταναλωτών που προέρχονται από «παλαιά» κράτη μέλη (δηλαδή 15 κράτη μέλη) δεν εκπροσωπούνταν επαρκώς, αποτέλεσμα το οποίο, όπως εξηγείται ανωτέρω, δεν φαίνεται να συνάδει με την απαίτηση του κανονισμού σύμφωνα με την οποία η ΕΑΤ θα πρέπει να «εξασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».

32. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, και όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «καταναλωτές», η ΕΑΤ δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης «στο μέτρο του δυνατού», «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Με τον τρόπο αυτό, η ΕΑΤ διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω μια επικριτική παρατήρηση.

Ο αριθμός των Βρετανών αντιπροσώπων

33. Όσον αφορά τον αριθμό των εκπροσώπων βρετανικής ιθαγένειας, η ΕΑΤ διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της έρευνας ότι πέντε και όχι οκτώ από τα μέλη της BSG προέρχονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τη δήλωση αυτή στις παρατηρήσεις του ούτε υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό. Η ΕΑΤ υπογράμμισε επίσης ότι το κύριο κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε ήταν η «προσωπική επάρκεια» και ότι οι σχετικοί διορισμοί αντικατόπτριζαν το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις αιτήσεις που ελήφθησαν προέρχονταν από τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως προαναφέρθηκε, ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η διαδικασία επιλογής επηρεάζεται από την ποιότητα και, σε κάποιο βαθμό, και από τον αριθμό των αιτήσεων που λαμβάνονται από υποψηφίους από ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος. Τούτου λεχθέντος, είναι εκ πρώτης όψεως μάλλον δύσκολο να κατανοηθεί ο λόγος για τον οποίο από τα 30 μέλη της ΟΣΕ που επρόκειτο να επιλεγούν μεταξύ υποψηφίων προερχόμενων από τα 27 κράτη μέλη (κατά τον χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας επιλογής), 5 μέλη επελέγησαν από ένα μόνο κράτος μέλος. Στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε ότι οι υπόλοιπες 25 θέσεις έπρεπε να κατανεμηθούν μεταξύ των αιτούντων από τα 26 άλλα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η ΕΑΤ φαίνεται αρχικά να έχει ορίσει ανώτατο όριο τεσσάρων μελών για τον αριθμό των μελών που προέρχονται από καθένα από τα τρία κράτη μέλη με την ισχυρότερη παρουσία και συμμετοχή στις αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (δηλαδή τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο). Η ΕΑΤ εξήγησε ότι διόρισε ένα επιπλέον μέλος από το Ηνωμένο Βασίλειο διότι, αφού όρισε τον αριθμό των εκπροσώπων για τις ΜΜΕ σε τρεις, αποφάσισε να διορίσει και τους τρεις αιτούντες για την εν λόγω κατηγορία, συμπεριλαμβάνοντας έτσι έναν επιπλέον αιτούντα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν επέκρινε την ανωτέρω εξήγηση της ΕΑΤ, ούτε η εξήγηση αυτή φαίνεται να είναι προδήλως ασύμβατη με την απαίτηση της «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας». Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της παρούσας υπόθεσης. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει στην ΕΑΤ ότι θα ήταν σκόπιμο να αναληφθεί δράση στο μέλλον, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να φαίνεται ότι ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υπερεκπροσωπούνται. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό κατωτέρω.

Όσον αφορά την εκπροσώπηση των γυναικών

34. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι μόνο 10 από τους 30 διορισμένους εκπροσώπους ήταν γυναίκες, ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπόψη την εξήγηση της ΕΑΤ ότι οι αιτήσεις των γυναικών αντιπροσώπευαν μόνο το 21% του συνόλου των αιτήσεων που ελήφθησαν. Με βάση το κριτήριο της επάρκειας και προσπαθώντας να συμμορφωθεί με την απαίτηση διασφάλισης, στο μέτρο του δυνατού, της κατάλληλης ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων, η ΕΑΤ αποφάσισε τελικά να διορίσει 10 γυναίκες, δηλαδή το 33 % του συνολικού αριθμού των εκπροσώπων της ΟΣΕ. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αναγνωρίζει τις προσπάθειες της ΕΑΤ να αντισταθμίσει το πολύ χαμηλό ποσοστό των αιτήσεων από γυναίκες, διορίζοντας μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με την εν λόγω πτυχή της υπό κρίση υποθέσεως. Τούτου λεχθέντος, δεδομένου ότι το κύριο εμπόδιο για την ΕΑΤ όσον αφορά την επίτευξη της απαιτούμενης κατάλληλης ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων φαίνεται να ήταν το χαμηλό ποσοστό των αιτήσεων που ελήφθησαν από γυναίκες, ο Διαμεσολαβητής θα καλέσει την ΕΑΤ, όταν πρόκειται για μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος από δυνητικούς ενδιαφερόμενους φορείς, να προσπαθήσει να διασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή δημοσιότητα, ώστε όλα τα πιθανά τμήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα («βιομηχανία», «χρήστες», «καταναλωτές», «εκπρόσωποι των εργαζομένων» και «ακαδημαϊκοί») να είναι ενήμερα για τη σύσταση ΟΣΒ. Αυτή η ευρύτερη δημοσιότητα θα πρέπει να προωθεί τη βελτίωση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στις αιτήσεις, διευκολύνοντας έτσι την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στους διορισμούς. Ειδικότερα, η ΕΑΤ μπορεί να επιθυμεί να διερευνήσει τη δυνατότητα δημοσίευσης μιας τέτοιας πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, όχι μόνο στον ιστότοπό της, αλλά και στον εξειδικευμένο οικονομικό Τύπο, και να χρησιμοποιήσει, γενικά, οποιονδήποτε άλλο δίαυλο επικοινωνίας που θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των γυναικών υποψηφίων να υποβάλουν αίτηση για να γίνουν μέλη της ΟΣΒ. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό κατωτέρω.

Β. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

35. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα τρία κύρια επιχειρήματα προς στήριξη του δεύτερου ισχυρισμού του: Πρώτον, δέκα από τον συνολικό αριθμό των τριάντα μελών της BSG ήταν επαγγελματίες ανώτερου επιπέδου που απασχολούνταν και αμείβονταν απευθείας από τον τραπεζικό κλάδο. Δεύτερον, μεταξύ των δεκατεσσάρων εδρών που παραχωρήθηκαν στις κατηγορίες «χρήστες», «καταναλωτές», «ΜΜΕ» και «εργαζόμενοι», μόνο μία έδρα παραχωρήθηκε στους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίοι, ως εκ τούτου, υποεκπροσωπούνταν. Τρίτον, ένας από τους τρεις επιλεγμένους εκπροσώπους των ΜΜΕ ήταν ανώτερος νομικός σύμβουλος και προερχόταν από μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ομοσπονδίες («BUSINESSEUROPE»), η οποία, εκτός από τις ΜΜΕ, εκπροσωπούσε επίσης τα συμφέροντα όλων των μεγάλων τραπεζικών ομοσπονδιών. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω αντιπρόσωπος θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί αντιπρόσωπος της «βιομηχανίας».

36. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η ΕΑΤ εξήγησε ότι, επιλέγοντας 10 από τα 30 μέλη της BSG μεταξύ των ανώτερων επαγγελματιών που απασχολούνται και αμείβονται απευθείας από τον τραπεζικό κλάδο, συμμορφώθηκε πλήρως με τον κανονισμό, ο οποίος προβλέπει ακριβώς ότι 10 από τα μέλη της BSG θα πρέπει να εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Όσον αφορά το ζήτημα του περιορισμού του αριθμού των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων/εργαζομένων σε έναν μόνο, η ΕΑΤ αναγνώρισε ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, το διοικητικό της συμβούλιο αποφάσισε να αυξήσει τον αριθμό των εκπροσώπων της κατηγορίας «καταναλωτές» σε τέσσερις, «στο κόστος των συνδικαλιστικών οργανώσεων». Ωστόσο, κατά τη γνώμη της, η ΕΑΤ αναγνώρισε ότι, παρόλο που το μόνο μέλος στην κατηγορία «συνδικαλιστικές οργανώσεις/εκπρόσωποι των εργαζομένων» προερχόταν από τον καταγγέλλοντα, ένα όργανο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εργαζομένων σε ολόκληρο τον κόσμο, περιορίζοντας τον αριθμό των εκπροσώπων των εργαζομένων/συνδικαλιστικών οργανώσεων, εξέφρασε πράγματι δικαιολογημένες ανησυχίες και ότι σκόπευε να επανεξετάσει σοβαρά το ζήτημα αυτό κατά την ανανέωση της σύνθεσης της ΟΟΣ. Τέλος, όσον αφορά την εκπροσώπηση των ΜΜΕ, η ΕΑΤ εξήγησε ότι είχε λάβει μόνο τέσσερις αιτήσεις, μία εκ των οποίων θεωρήθηκε «ακατάλληλη». Αφού όρισε τον αριθμό-στόχο για τους εκπροσώπους των ΜΜΕ στη BSG σε τρεις, επέλεξε και τις τρεις αιτήσεις.

37. Στην παρατήρησή του, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη βάση επί της οποίας η ΕΑΤ αποφάσισε να αυξήσει τον αριθμό των εκπροσώπων της κατηγορίας «καταναλωτές», εις βάρος του αριθμού των «εκπροσώπων των εργαζομένων/συνδικαλιστικών οργανώσεων». Ομοίως, ο καταγγέλλων διερωτήθηκε σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η ΕΑΤ αποφάσισε επίσης να αυξήσει τον αριθμό των πανεπιστημιακών από πέντε σε έξι, δεδομένου ότι άλλες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών υποεκπροσωπούνταν. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΕΑΤ δεν παρέσχε ικανοποιητική εξήγηση όσον αφορά τα κριτήρια επιλογής της.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

38. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, η ΟΣΕΠ «απαρτίζεται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ. Τουλάχιστον πέντε από τα μέλη του είναι ανεξάρτητοι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί. Δέκα από τα μέλη του εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τρία εκ των οποίων εκπροσωπούν συνεταιριστικά και ταμιευτήρια». Ως εκ τούτου, 10 από τις 30 έδρες της Ομάδας κατανέμονται ρητά σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τουλάχιστον 5 έδρες θα πρέπει να προορίζονται για κορυφαίους πανεπιστημιακούς. Αυτό σημαίνει ότι, καταρχήν, οι υπόλοιπες 15 έδρες θα πρέπει να κατανεμηθούν σε «ισορροπημένες αναλογίες» στις υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών, επιτρέποντας έτσι δυνητικά τουλάχιστον τρεις έδρες για καθεμία από τις κατηγορίες «χρήστες», «καταναλωτές», «εκπρόσωποι των εργαζομένων/συνδικαλιστικές οργανώσεις» και «ΜΜΕ». Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας επιλογής, η ΕΑΤ πρέπει επίσης να συμμορφώνεται με το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι η σύνθεση της ΟΚΕ, εκτός από τη διασφάλιση της γεωγραφικής ισορροπίας και της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων, θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να αντικατοπτρίζει επίσης την κατάλληλη «εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».

39. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, επιλέγοντας δέκα από τον συνολικό αριθμό των τριάντα μελών της BSG μεταξύ των επαγγελματιών που απασχολούνται και αμείβονται από τον τραπεζικό κλάδο, η ΕΑΤ, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο καταγγέλλων, δεν αποκλίνει από τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο οποίος ορίζει τον αριθμό των εκπροσώπων του κλάδου ακριβώς σε δέκα μέλη.

40. Το ίδιο, ωστόσο, δεν μπορεί να λεχθεί όσον αφορά την απόφαση της ΕΑΤ να διορίσει μόνο έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων όταν, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε περιθώριο να διοριστούν, κατ’ αρχήν, τουλάχιστον τρεις εκπρόσωποι για την κατηγορία αυτή. Μολονότι ο κανονισμός δεν καθορίζει τον αριθμό των μελών που θα διοριστούν στην κατηγορία αυτή και, ως εκ τούτου, η ΕΑΤ διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τον αριθμό των μελών που θα πρέπει να προβλεφθούν, η απόφαση να περιοριστεί ο αριθμός αυτός σε ένα μόνο εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Πράγματι, μολονότι ο κανονισμός δεν προβλέπει συγκεκριμένους αριθμούς για τις κατηγορίες αυτές, το γεγονός ότι αναφέρονται χωρίς καμία διάκριση υποδηλώνει ότι ο νομοθέτης έκρινε σκόπιμο οι κατηγορίες αυτές να περιλαμβάνουν, κατ’ αρχήν, παρόμοιο αριθμό μελών. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο των σχετικών διατάξεων του κανονισμού δεν προκύπτει ότι, εκτός από τους 10 εκπροσώπους του κλάδου και τους 5 κορυφαίους πανεπιστημιακούς, για οποιαδήποτε από τις τέσσερις εναπομένουσες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών θα πρέπει να δίνεται προτίμηση σε πανευρωπαϊκές ή μεγάλες ενώσεις ή ομοσπονδίες, περιορίζοντας έτσι δυνητικά το επίπεδο εκπροσώπησης για τις εν λόγω κατηγορίες σε ένα μόνο μέλος. Δεδομένου του μεγέθους και της σημασίας του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ευρωπαϊκή οικονομία, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να αντιβαίνει στην απαίτηση του κανονισμού για διασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

41. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι, μετά την έναρξη της παρούσας έρευνας, η ίδια η ΕΑΤ αναγνώρισε στη γνώμη της ότι ο διορισμός ενός μόνο εκπροσώπου των εργαζομένων στην ΟΕΥΕ εγείρει «δικαιολογημένες ανησυχίες». Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η απόφαση της ΕΑΤ να διορίσει μόνο έναν εκπρόσωπο του εργαζομένου στην ΟΕΥΕ δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού για διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, ισόρροπης εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση και, ως εκ τούτου, οδήγησε σε κρούσμα κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω μια επικριτική παρατήρηση.

42. Όσον αφορά τον αριθμό των μελών που προβλέπεται για την κατηγορία των «ακαδημαϊκών», ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 37 παράγραφος 2 προβλέπει ότι «τουλάχιστον πέντε από τα μέλη του είναι ανεξάρτητοι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί». Ως εκ τούτου, ο κανονισμός αφήνει σαφώς περιθώριο στην ΕΑΤ να διορίσει περισσότερους από πέντε εκπροσώπους στην εν λόγω κατηγορία, εάν κριθεί αναγκαίο. Ο καταγγέλλων δεν εξήγησε γιατί το γεγονός ότι η ΕΑΤ αποφάσισε στην παρούσα υπόθεση να διορίσει έναν ακόμη ακαδημαϊκό από τον ελάχιστο αριθμό των πέντε που προβλεπόταν παραβίαζε τον κανονισμό. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση ως προς το ζήτημα αυτό.

43. Όσον αφορά την εκπροσώπηση των ΜΜΕ, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ένας από τους εκπροσώπους που επελέγησαν για την κατηγορία αυτή εργάστηκε για έναν μεγάλο οργανισμό («BUSINESSEUROPE») που εκπροσωπούσε όχι μόνο τα συμφέροντα των ΜΜΕ, αλλά και τα συμφέροντα των τραπεζικών ομοσπονδιών. Η ΕΑΤ εξήγησε ότι είχε λάβει την απόφαση αυτή για τον λόγο ότι ο αριθμός-στόχος για τους εκπροσώπους των ΜΜΕ ορίστηκε σε τρεις και ότι είχαν παραληφθεί μόνο τρεις έγκυρες αιτήσεις για την κατηγορία αυτή. Ως εκ τούτου, η ΕΑΤ έκρινε ότι είχε το δικαίωμα να διορίσει και τους τρεις αιτούντες ως εκπροσώπους των ΜΜΕ.

44. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η «BUSINESSEUROPE» αυτοπροσδιορίζεται ως οργάνωση της οποίας μέλη είναι «41 κεντρικές ομοσπονδίες βιομηχανίας και εργοδοτών από 35 χώρες, οι οποίες συνεργάζονται για την επίτευξη ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη. Η BUSINESSEUROPE εκπροσωπεί μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις [6]. Ο καταγγέλλων δεν ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι ένας από τους τρεις εκπροσώπους των ΜΜΕ ανήκει σε οργανισμό που εκπροσωπεί επίσης τραπεζικές ομοσπονδίες θα έθιγε την ικανότητα του εν λόγω εκπροσώπου να εκπροσωπεί δεόντως τα συμφέροντα των ΜΜΕ στο πλαίσιο της BSG. Η κατάσταση θα μπορούσε προφανώς να ήταν διαφορετική εάν η ΕΑΤ είχε λάβει περισσότερες από τρεις έγκυρες αιτήσεις για την κατηγορία των ΜΜΕ. Στην περίπτωση αυτή, αναμένεται ότι, καταρχήν, θα δοθεί προτεραιότητα μόνο στους εκπροσώπους των ΜΜΕ, δεδομένου ότι οι εργοδότες και οι ομοσπονδίες τους εκπροσωπούνται ήδη επαρκώς από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία». Ωστόσο, δεδομένου ότι υπήρχαν μόνο τρεις έγκυρες αιτήσεις για τις τρεις θέσεις που προορίζονται για την κατηγορία των ΜΜΕ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, ενεργώντας όπως έπραξε, η ΕΑΤ υπερέβη το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης στην παρούσα υπόθεση.

Γ. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

45. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων προέβαλε δύο κύρια επιχειρήματα. Πρώτον, όσον αφορά την κατηγορία των «καταναλωτών», υποστήριξε ότι ένα από τα πέντε επιλεγμένα μέλη ήταν στην πραγματικότητα ακαδημαϊκό, ενώ ένα άλλο εργάστηκε για μια δεξαμενή σκέψης («Re-Define»). Επομένως, κανένας από τους δύο αυτούς εκπροσώπους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών. Επιπλέον, οι υπόλοιποι τρεις εκπρόσωποι προέρχονταν όλοι από πολύ μικρές ενώσεις καταναλωτών από τα «νέα» κράτη μέλη που δεν διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη και τους πόρους των μεγαλύτερων και πιο καθιερωμένων ενώσεων καταναλωτών των «παλαιών» κρατών μελών.

46. Δεύτερον, όσον αφορά την κατηγορία των «χρηστών», οι πέντε εκπρόσωποι που επελέγησαν για την κατηγορία αυτή ήταν στην πραγματικότητα «πάροχοι» και όχι «χρήστες» τραπεζικών υπηρεσιών, οι οποίοι εκπροσωπούσαν σημαντικούς οργανισμούς (δηλαδή μεγάλους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και ελεγκτικές εταιρείες) που παρείχαν υπηρεσίες στον τραπεζικό τομέα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο όρος «χρήστες» αναφέρεται στην έννοια των καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

47. Στην απάντησή της, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι οι αιτούντες ήταν ελεύθεροι να δηλώσουν στην αίτησή τους το ενδιαφέρον τους για περισσότερες από μία από τις έξι κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών και εναπόκειται στην ΕΑΤ να αποφασίσει, κατά περίπτωση, σε ποια κατηγορία θα πρέπει να καταταγεί κάθε αίτηση. Όσον αφορά τον εκπρόσωπο των καταναλωτών που είναι ακαδημαϊκός, η ΕΑΤ εξήγησε ότι ήταν επίσης μέλος της ομάδας χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSUG)[7], η οποία ασχολήθηκε επίσης με θέματα που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών και τη διαφάνεια των τιμών. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, το εν λόγω πρόσωπο είχε σημαντική εμπειρία στην εκπροσώπηση, τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων και συστάσεων σχετικά με πρωτοβουλίες που επηρεάζουν τους «χρήστες» χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ότι στο παρελθόν ήταν επίσης μέλος του φόρουμ εμπειρογνωμόνων χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών («FIN-USE»), προσδιορίζοντας βασικά ζητήματα που επηρέασαν τους χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Διορίστηκε επίσης στο παρελθόν για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των χρηματοοικονομικών χρηστών στην προηγούμενη «Συμβουλευτική Επιτροπή CEBS»[8]. Δεδομένης της πολύτιμης συμβολής του στο προηγούμενο έργο της CEBS, εξετάστηκε θετικά από την ΕΑΤ και, ως εκ τούτου, διορίστηκε μέλος της κατηγορίας «καταναλωτές».

48. Όσον αφορά το μέλος που εκπροσώπησε τη δεξαμενή σκέψης «Re-define», η ΕΑΤ εξήγησε ότι η τελευταία είναι ένας ανεξάρτητος, μη κερδοσκοπικός διεθνής οργανισμός, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει τετραετή συμφωνία-πλαίσιο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την παροχή συμβουλών στην επιτροπή ECON σχετικά με θέματα που αφορούν τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την οικονομική πολιτική, και ότι ο εν λόγω εκπρόσωπος είχε δημοσιεύσει εκτενώς άρθρα και προτάσεις σχετικά με θέματα που αφορούν τους καταναλωτές.

49. Όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας των «χρηστών», η ΕΑΤ υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν περιλαμβάνει ορισμό των «χρηστών», αποφάσισε να υιοθετήσει ευρεία ερμηνεία του όρου αυτού, προκειμένου να υπάρχει συνεκτική και ισορροπημένη συνολική εκπροσώπηση στην ΟΚΕ. Ως εκ τούτου, ο όρος «χρήστες» ερμηνεύθηκε ότι περιλαμβάνει όλες τις πιθανές οντότητες, εκτός από τους εκπροσώπους του κλάδου, που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές/τραπεζικές υπηρεσίες. Εξήγησε επίσης ότι ελήφθησαν μόνο δεκαπέντε αιτήσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή και ότι μόνο επτά από αυτές ανέφεραν σαφώς την εκπροσώπηση των συμφερόντων των χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών.

50. Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι ο κανονισμός παρείχε ορισμό του όρου «χρήστες» από τον οποίο η ΕΑΤ δεν θα έπρεπε να παρεκκλίνει. Στην αιτιολογική σκέψη 48 αναφέρεται σαφώς ότι «εκτός από τους «καταναλωτές» θα πρέπει να παρουσιάζονται στην ομάδα και άλλοι χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών λιανικής. Ως εκ τούτου, κάθε οργανισμός που παρέχει αμειβόμενες υπηρεσίες σε τράπεζες θα έπρεπε να έχει συμπεριληφθεί στην κατηγορία του κλάδου. Ο ευρύς τρόπος με τον οποίο η ΕΑΤ ερμήνευσε τον όρο «χρήστες» κατέστησε έτσι δυνατό τον διορισμό περισσότερων μελών στη ΣΟΕ που αποτελούσαν μέρος του κλάδου. Ως εκ τούτου, η BSG κυριαρχούνταν από τη βιομηχανία και τους προμηθευτές της.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

51. Το γεγονός ότι ένα από τα επιλεγμένα μέλη της κατηγορίας «καταναλωτές» ήταν στην πραγματικότητα ακαδημαϊκό και ένα άλλο εργάστηκε για ομάδα προβληματισμού δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη, όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο καταγγέλλων, ότι τα δύο αυτά μέλη δεν είχαν καμία εμπειρογνωσία ή σχέση με το κίνημα των καταναλωτών. Το να είσαι ακαδημαϊκός ή να εργάζεσαι για μια δεξαμενή σκέψης δεν σημαίνει, από μόνο του, ότι κάποιος δεν είναι σε θέση να εκπροσωπεί τους καταναλωτές ή να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να τονίσει ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα επιλεγμένο μέλος είναι επίσης, όπως κάθε άλλο μέλος της ΟΣΕ, καταναλωτής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επαρκής και έγκυρη αιτιολόγηση για τον διορισμό του εν λόγω μέλους στην κατηγορία των «καταναλωτών». Διαφορετικά, όπως υποστήριξε ο καταγγέλλων, η ΕΑΤ θα μπορούσε να καταχραστεί τη διαδικασία επιλογής διορίζοντας στην κατηγορία «καταναλωτές» εκπροσώπους του κλάδου (ή για τον σκοπό αυτό οποιασδήποτε από τις άλλες 5 κατηγορίες), για τον λόγο και μόνον ότι, με την ιδιότητά τους, οι τελευταίοι είναι επίσης καταναλωτές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό που πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση είναι εάν ένα επιλεγμένο μέλος είναι πράγματι σε θέση να ενεργεί ως αντικειμενικός και αφοσιωμένος εκπρόσωπος των καταναλωτών.

52. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, καταρχήν, θα πρέπει να υπάρχει ισχυρό τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι που εκπροσωπούν οργανώσεις καταναλωτών και/ή σαφή συμφέροντα των καταναλωτών είναι καταλληλότεροι για να διοριστούν στην κατηγορία «καταναλωτές» από εκείνους των οποίων η κύρια εμπειρογνωσία και/ή επαγγελματική πείρα αφορά άλλους τομείς. Εν προκειμένω, η ΕΑΤ εξήγησε με πειστικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους, εν προκειμένω, έκρινε ότι τα δύο εν λόγω μέλη (ένας ακαδημαϊκός και ένας εκπρόσωπος ομάδας προβληματισμού), λαμβανομένης υπόψη της επαγγελματικής τους πείρας στον τομέα αυτό, θεωρούνταν ότι διέθεταν την απαιτούμενη ικανότητα και πείρα για να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα που να υποδηλώνουν ότι τα δύο αυτά πρόσωπα δεν μπορούσαν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή ότι επηρεάστηκαν ή θα μπορούσαν να επηρεαστούν από άλλα συγκρουόμενα συμφέροντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εν προκειμένω. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι θα διευκόλυνε και θα βελτίωνε περαιτέρω ολόκληρη τη διαδικασία επιλογής, εάν η ΕΑΤ απαιτούσε στο μέλλον από τους υποψηφίους για την ΟΚΕ να αναφέρουν κατά προτίμηση μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να εξεταστούν. Με τον τρόπο αυτό, οι αιτήσεις θα μπορούσαν να ταιριάζουν καλύτερα στη στοχευμένη κατηγορία, μειώνοντας έτσι περαιτέρω το πιθανό πεδίο των προκλήσεων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η ΕΑΤ με τον διορισμό υποψηφίων των οποίων τα κύρια προσόντα μπορεί να μην είναι εκείνα της σχετικής κατηγορίας. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω σχετική παρατήρηση κατωτέρω.

53. Όσον αφορά τον ορισμό του όρου «χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών», ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τρία από τα πέντε μέλη που διορίστηκαν στην κατηγορία αυτή αντιπροσώπευαν, αντίστοιχα, τρία μεγάλα λογιστικά και ελεγκτικά γραφεία, ένα μέλος εκπροσωπούσε την Ομοσπονδία Ευρωπαίων Λογιστών και το πέμπτο μέλος, έναν από τους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, παρόλο που το άρθρο 37 του κανονισμού δεν περιέχει ορισμό του όρου «χρήστες», η αιτιολογική σκέψη 48 του κανονισμού αναφέρει ότι η ΟΣΕΠ πρέπει να αποτελείται από «πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα της Ένωσης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά μοντέλα και μεγέθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των θεσμικών επενδυτών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν τα ίδια χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· συνδικαλιστικές οργανώσεις· ακαδημαϊκοί· καταναλωτές· και άλλοι ιδιώτες χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών». Ως εκ τούτου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες πρέπει να συμπεριληφθούν στην κατηγορία «βιομηχανία». Είναι επίσης σαφές ότι οι «χρήστες» στους οποίους αναφέρεται ο κανονισμός ως χωριστή κατηγορία πρέπει να είναι ιδιώτες χρήστες χρηματοπιστωτικών/τραπεζικών υπηρεσιών. Δεδομένου ότι οι καταναλωτές που είναι «τελικοί» ή «τελικοί» χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών αναφέρονται στον κανονισμό ως χωριστή κατηγορία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο όρος «χρήστες» περιλαμβάνει τους χρήστες λιανικής που βρίσκονται μεταξύ των παρόχων χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών υπηρεσιών και των καταναλωτών.

54. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τον ακριβή ορισμό των ιδιωτών χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών για τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 48, η προσέγγιση που ακολουθείται στην παρούσα υπόθεση από την ΕΑΤ, η οποία συνίσταται στον διορισμό στην κατηγορία των «χρηστών» εκπροσώπων οντοτήτων που σαφώς δεν ήταν ιδιώτες χρήστες των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι υπηρεσιών στον τελευταίο (λογιστικά και ελεγκτικά γραφεία, οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με τον κανονισμό. Ούτε υπάρχει τίποτα στη διατύπωση του κανονισμού που θα μπορούσε να στηρίξει την προσέγγιση της ΕΑΤ να συμπεριλάβει σε αυτή την κατηγορία οντότητες που απλώς επιτρέπουν στους καταναλωτές να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σχετικά με χρηματοπιστωτικές/τραπεζικές υπηρεσίες. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε θεωρητικά να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων που περιλαμβάνουν όχι μόνο λογιστές και οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά και δικηγόρους, οικονομικούς συμβούλους, εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης και του Τύπου, συγκριτικούς δικτυακούς τόπους και γενικά κάθε επάγγελμα ή οντότητα που άμεσα ή έμμεσα επιτρέπει ή επηρεάζει τις αποφάσεις των καταναλωτών σε χρηματοπιστωτικά και τραπεζικά θέματα. Μολονότι ο όρος «χρήστες» θα μπορούσε να περιλαμβάνει οντότητες οι οποίες, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων και της πείρας τους στον τομέα της λειτουργίας και της μηχανικής του χρηματοπιστωτικού και του τραπεζικού τομέα, θα μπορούσαν να συμβάλουν θετικά στην BSG, δεν είναι αποδεκτό να περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή οι κερδοφόροι πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον χρηματοπιστωτικό και τον τραπεζικό τομέα. Οι οντότητες αυτές είναι πιθανό να θεωρηθούν ότι εκπροσωπούν εμπορικά συμφέροντα και όχι συμφέροντα της ευρύτερης κατηγορίας των «χρηστών». Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, εάν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πράγματι την πρόθεση να συμπεριλάβει εκπροσώπους των εν λόγω επαγγελμάτων στη ΣΟΕ, ο κανονισμός θα χρησιμοποιούσε όρο διαφορετικό από τον όρο «χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών». Ως εκ τούτου, η ΕΑΤ, παραλείποντας να εξαιρέσει από την κατηγορία των «χρηστών» αιτήσεις από οντότητες που είναι σαφώς πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και όχι χρήστες των υπηρεσιών του τελευταίου, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω μια επικριτική παρατήρηση.

Δ. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

55. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η ΕΑΤ θα πρέπει να επανεξετάσει τη σύνθεση της BSG το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να περιμένει την ανανέωση των μελών της το 2013. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ii) η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό της τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγέντων μελών, καθώς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής και τη διαδικασία επιλογής με την οποία επιλέχθηκε κάθε υποψήφιος.

56. Στη γνώμη της, η ΕΑΤ επισήμανε ότι η διαδικασία επιλογής διεξήχθη καλή τη πίστει και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οποιαδήποτε πιθανή επανεξέταση της σύνθεσης της ΟΕΥΕ θα ήταν μια πολύ χρονοβόρα διαδικασία και θα επηρέαζε την αναμενόμενη συμβολή των ενδιαφερόμενων μερών στους προγραμματισμένους στόχους της ΕΑΤ για το 2012. Ωστόσο, η ΕΑΤ θα ήταν περισσότερο από πρόθυμη να δεχθεί τις προτάσεις και τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά τον επόμενο επαναδιορισμό των μελών της ΟΣΕ το 2013.

57. Η ΕΑΤ επιβεβαίωσε επίσης ότι έχει ήδη δημοσιεύσει τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγμένων μελών της BSG και ότι είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο στον ιστότοπό της. Όσον αφορά τα κριτήρια επιλογής, η ΕΑΤ δήλωσε ότι βασίστηκε στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 37 του κανονισμού και στις αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις του. Εξήγησε επίσης ότι τα γενικά κριτήρια και τα κριτήρια ανά κατηγορία εγκρίθηκαν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΤ τον Φεβρουάριο του 2011 και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση προτεινόμενου καταλόγου ενδιαφερόμενων μερών, ο οποίος υποβλήθηκε στη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΤ τον Μάρτιο του 2011.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

58. Η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η επανεξέταση της σύνθεσης της ομάδας συμφεροντούχων που συστάθηκε στις αρχές του 2011 δεν θα ήταν χρήσιμη σε αυτό το στάδιο, καθώς η θητεία των μελών πρόκειται να λήξει σύντομα και μια νέα διαδικασία επιλογής για τα μέλη της ΟΣΕ θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να πραγματοποιηθεί έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Επομένως, το πρώτο αίτημα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δέσμευση της ΕΑΤ να δεχθεί τυχόν προτάσεις και συστάσεις που μπορεί να διατυπώσει η Διαμεσολαβήτρια στην παρούσα έρευνα για τους σκοπούς του διορισμού των μελών της επόμενης ΟΚΕ.

59. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι τα βιογραφικά σημειώματα των μελών της BSG θα πρέπει να δημοσιεύονται στον ιστότοπο της ΕΑΤ, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει ήδη ικανοποιηθεί από την ΕΑΤ και ότι όλα τα βιογραφικά σημειώματα των μελών της BSG έχουν πλέον δημοσιευθεί στον ιστότοπο της ΕΑΤ. Όσον αφορά τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι η ΕΑΤ δημοσιεύει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποιήθηκαν και τη διαδικασία με την οποία επελέγη κάθε υποψήφιος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στις 18 Μαρτίου 2011, η ΕΑΤ εξέδωσε δελτίο Τύπου, το οποίο παρείχε πληροφορίες σχετικά με τα ονόματα των νεοδιορισθέντων μελών της ΟΣΕ, τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούσε έκαστο εξ αυτών, την ιθαγένειά τους και την κατηγορία στην οποία είχαν επιλεγεί. Επιπλέον, η ΕΑΤ έχει θεσπίσει ειδικούς κανόνες για την πρόσβαση σε έγγραφα που θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 72 του κανονισμού [9], επιτρέποντας έτσι σε τρίτους να ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη διαδικασία επιλογής, τα οποία θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν.[10] Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η ΕΑΤ θα ήταν υποχρεωμένη να δημοσιεύσει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποιήθηκαν και τη διαδικασία με την οποία επιλέχθηκε κάθε υποψήφιος, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων. Τούτου λεχθέντος, κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, θα βελτίωνε περαιτέρω τη συνολική διαφάνεια της διαδικασίας επιλογής και θα ενίσχυε επίσης την εμπιστοσύνη των πολιτών στη συνολική συμμόρφωση της ΕΑΤ με το άρθρο 37 του κανονισμού, εάν η ΕΑΤ δημοσίευε, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

Ε. Συμπεράσματα

60. Όπως κατέδειξαν τα προαναφερθέντα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η διαδικασία επιλογής που διεξήγαγε η ΕΑΤ για τη σύνθεση των διαφόρων κατηγοριών της ΟΣΕΠ χαρακτηρίστηκε από ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά τη σύνθεση των κατηγοριών «βιομηχανία», «καταναλωτές», «εκπρόσωποι των εργαζομένων» και «χρήστες», οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν σε αντίστοιχο αριθμό περιπτώσεων κακοδιοίκησης.

61. Ως εκ τούτου, βάσει της έρευνάς της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

1. Εφαρμόζοντας την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, της «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και της εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση» μόνο όσον αφορά τη σύνθεση της ΟΣΕ στο σύνολό της και όχι επίσης στο πλαίσιο κάθε κατηγορίας μελών, η ΕΑΤ διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης.

2. Με τον διορισμό μόνο ενός εκπροσώπου των εργαζομένων στην ΟΣΕ, η ΕΑΤ δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού να διασφαλιστεί, στο μέτρο του δυνατού, η ισόρροπη εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση και, ως εκ τούτου, διέπραξε κρούσμα κακοδιοίκησης.

3. Με τη συμπερίληψη στην κατηγορία «χρήστες» εφαρμογών από εκπροσώπους οντοτήτων που σαφώς δεν είναι χρήστες λιανικής των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον τελευταίο, η ΕΑΤ διέπραξε άλλη μια περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τις άλλες πτυχές των ισχυρισμών και ισχυρισμών του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων και η ΕΑΤ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατηρήσεις

1. Σε μελλοντικές επιλογές μελών της ΟΣΕ, θα ήταν σκόπιμο η ΕΑΤ να αποφεύγει τον κίνδυνο να φαίνεται ότι ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υπερεκπροσωπούνται.

2. Η ΕΑΤ θα μπορούσε να δημοσιεύει μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για να γίνει μέλος της BSG, όχι μόνο στον δικό της ιστότοπο, αλλά και στον εξειδικευμένο οικονομικό Τύπο, και να χρησιμοποιεί, γενικά, οποιονδήποτε άλλο δίαυλο επικοινωνίας που θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των γυναικών υποψηφίων.

3. Θα διευκόλυνε και θα βελτίωνε περαιτέρω τη διαδικασία επιλογής εάν η ΕΑΤ απαιτούσε από τους μελλοντικούς αιτούντες να αναφέρουν μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, και ιδίως με την ευκαιρία της επιθεώρησης εγγράφων (βλ. παράγραφο 13 ανωτέρω), πραγματοποιήθηκαν άτυπες και εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, η ΕΑΤ εξέφρασε την προθυμία της να αναθεωρήσει την προσέγγισή της για τον δεύτερο γύρο επιλογής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η ΕΑΤ ανακοίνωσε τη νέα σύνθεση της δημοσιονομικής ομάδας στις 23 Οκτωβρίου 2013. Μολονότι η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την πρώτη διαδικασία επιλογής που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011, η Διαμεσολαβήτρια καλεί την ΕΑΤ, στη συνέχεια που θα δώσει στις επικριτικές και περαιτέρω παρατηρήσεις ανωτέρω, να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αναθεώρησε την προσέγγισή της κατά τη δεύτερη διαδικασία επιλογής, ώστε να ληφθούν υπόψη τυχόν διδάγματα που αντλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας.

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Στρασβούργο, 7 Νοεμβρίου 2013


[1] ΕΕ 2010, L 331, σ. 12.

[2] http://www.uniglobalunion.org/Apps/uni.nsf/pages/about_euEn

[3] http://www.eba.europa.eu/cebs/media/Publications/Other%20Publications/Others/2010/BSG%20call%20for%20expression%20of%20interest/Complete-call-text.pdf">http://www.eba.europa.eu/cebs/media/Publications/Other%20Publications/Others/2010/BSG%20call%20for%20expression%20of%20interest/Complete-call-text.pdf

[4] http://www.eba.europa.eu/-/the-eba-establishes-its-banking-stakeholder-group

[5] http://www.eba.europa.eu/Aboutus/Organisation/Banking-Stakeholder-Group/Members.aspx

[6] http://www.businesseurope.eu/content/default.asp;PageID=600

[7] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε το 2010 μια ομάδα χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSUG). Η ομάδα ανέλαβε τα καθήκοντα δύο προηγούμενων ομάδων, του φόρουμ εμπειρογνωμόνων χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FIN-USE) και της ομάδας καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSCG).

[8] Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS). Την 1η Ιανουαρίου 2011 συστάθηκε η ΕΑΤ, η οποία ανέλαβε τα τρέχοντα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της CEBS.

[9] Σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 2 του κανονισμού, «[τ]ο διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει, έως τις 31 Μαΐου 2011, πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001».

[10] http://www.eba.europa.eu/documents/10180/16082/EBA-DC-036-Decision-on-Access-to-Documents-FINAL_1.pdf/c7c7ff83-14b5-4a97-a6e8-c63aafe9027e

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!