Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2198/2011/KM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2198/2011/KM - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 23 Νοεμβρίου 2011 - Απόφαση στις Τρίτη | 23 Ιουλίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης , Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα καταγγελία αφορά προηγούμενη υπόθεση που υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και συγκεκριμένα την καταγγελία 1344/2011/GG.
2. Η προηγούμενη καταγγελία αφορούσε την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος της 11ης Φεβρουαρίου 2011 για διερεύνηση εικαζόμενης υπόθεσης απάτης σχετικά με επιχορηγήσεις επενδύσεων της ΕΕ στη Γερμανία.
3. Η Thüringer Aufbaubank, η οποία χορηγεί επιχορηγήσεις στήριξης επιχειρήσεων για λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομίας, Εργασίας και Τεχνολογίας της Θουριγγίας, χορήγησε επενδυτική επιχορήγηση σε νεοσυσταθείσα εταιρεία για την αγορά μηχανής βούρτσας καρουζέλ. Τα χρήματα καταβλήθηκαν μέσω γερμανικής ιδιωτικής τράπεζας στον δικαιούχο, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος, βάσει της απόφασης χορήγησης της επιδότησης, να μεταβιβάσει το ποσό που χορηγήθηκε για την αγορά του μηχανήματος στον ιδιοκτήτη του μηχανήματος.
4. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ήδη γνωστό ότι η εταιρεία επρόκειτο να κλείσει και ότι τα χρήματα είχαν σκοπίμως δρομολογηθεί παράνομα και με δόλιο τρόπο μέσω της τράπεζας στον ιδιοκτήτη του μηχανήματος. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το Υπουργείο της Θουριγγίας θα έπρεπε να το είχε παρατηρήσει. Επιπλέον, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι το ποσό που χορηγήθηκε δεν ανακτήθηκε μετά την παύση των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι η τράπεζα είχε ζητήσει από τον δικαιούχο να αναζητήσει κάποιον να τον στηρίξει οικονομικά. Στη συνέχεια, ο δικαιούχος βρήκε γνώριμο τον καταγγέλλοντα [1], ο οποίος προσέφερε χρηματοδοτική στήριξη. Τα χρήματα αυτά φαίνεται ότι χάθηκαν όταν η εταιρεία του δικαιούχου χρεοκόπησε. Ο καταγγέλλων ήταν της γνώμης ότι η τράπεζα είχε παραβιάσει το καθήκον της να ενημερώσει τη γνωριμία του σχετικά με την οικονομική κατάσταση του δικαιούχου και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε τον πρώτο προκειμένου να λάβει τα χρήματα.
5. Δεδομένου ότι η Επιτροπή φέρεται να μην απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για έρευνα, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα, στις 19 Ιουλίου 2011, ότι ο Διαμεσολαβητής τους είχε ζητήσει να επικοινωνήσουν με την Επιτροπή προκειμένου να διερευνήσουν τη δυνατότητα εξεύρεσης ταχείας λύσης στην καταγγελία.
6. Στις 22 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή διαβίβασε προκαταρκτική απάντηση, με ημερομηνία 11 Ιουλίου 2011, στην οποία ανέφερε ότι είχε έρθει σε επαφή με λάθος αρχή στη Γερμανία, δεδομένου ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος απευθυνόταν στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΓΔ AGRI). Η Επιτροπή επισήμανε ότι το θέμα είχε εν τω μεταξύ διαβιβαστεί στην αρμόδια Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO), η οποία επικοινώνησε αμέσως με την αρμόδια αρχή στη Γερμανία. Δεδομένου ότι εξακολουθούσε να αναμένει τη γνώμη της, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα του απαντήσει σύντομα.
7. Μετά την αποστολή της απάντησης της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, ο εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η υπόθεση μπορούσε να τεθεί στο αρχείο. Ως εκ τούτου, η τελευταία έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, όπως διευθετήθηκε από το θεσμικό όργανο.
8. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων και ο εκπρόσωπός του απέστειλαν περαιτέρω επιστολές με περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση. Στην περαιτέρω αλληλογραφία του καταγγέλλοντος επισυνάφθηκε επιστολή με ημερομηνία 8 Αυγούστου 2011, με την οποία η ΓΔ AGRI ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το θέμα είχε διαβιβαστεί στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).
9. Στις 16 Οκτωβρίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Διαμεσολαβητή, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στην επιστολή της με ημερομηνία 21 Σεπτεμβρίου 2011, την οποία ο καταγγέλλων επισύναψε στην αλληλογραφία του. Στην επιστολή αυτή, η ΓΔ REGIO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος ήταν αβάσιμη και ότι δεν είχε εντοπίσει παραβίαση της νομοθεσίας της ΕΕ για τις επιδοτήσεις.
10. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής καταχώρισε την επιστολή αυτή ως νέα καταγγελία, η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έρευνας. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διατηρούσαν επίσης τακτικές τηλεφωνικές επαφές με τον καταγγέλλοντα και τον εκπρόσωπό του.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
11. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς που εξετάστηκαν για έρευνα από τον Διαμεσολαβητή:
Ισχυρισμοί
(1) Η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την καταγγελία του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι το θέμα εξετάστηκε από δύο διαφορετικές υπηρεσίες οι οποίες δεν φαίνεται να έχουν προβεί σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους.
(2) Η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την ουσία του αιτήματος του καταγγέλλοντος για έρευνα.
Διεκδίκηση
Η Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίσει δεόντως το ζήτημα που εγείρει ο καταγγέλλων.
Η έρευνα
12. Στις 23 Νοεμβρίου 2011, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει γνωμοδότηση. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή στις 27 Μαρτίου 2012. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε παρατηρήσεις στις 17 Μαΐου 2012, συνοδευόμενες από περαιτέρω υλικό που εστάλη στις 27 Νοεμβρίου 2012, στις 17 Ιανουαρίου 2013, στις 4 και στις 14 Απριλίου 2013.
13. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, ο εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος, στις 31 Μαΐου 2013, διαβίβασε επίσης στον Διαμεσολαβητή επιστολή της Επιτροπής, με ημερομηνία 4 Απριλίου 2013, με την οποία η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι σκόπευε να θέσει την καταγγελία του για παράβαση στο αρχείο, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις του αφορούν το εθνικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Επιτροπής. Δήλωσε επίσης ότι θα προχωρήσει, εκτός εάν ο καταγγέλλων παράσχει εντός τεσσάρων εβδομάδων νέα στοιχεία που υποδηλώνουν παραβίαση του δικαίου της ΕΕ.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Εικαζόμενη παράλειψη ορθής διεκπεραίωσης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την καταγγελία του, δεδομένου ότι το θέμα αντιμετωπίστηκε από δύο διαφορετικές υπηρεσίες οι οποίες δεν φαίνεται να έχουν προβεί σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους.
15. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε εν συντομία ότι θεωρούσε ότι, παρά κάποια αρχική οργανωτική παρανόηση όσον αφορά το ποια υπηρεσία θα έπρεπε να χειριστεί την καταγγελία, είχε ασχοληθεί ικανοποιητικά και δεόντως με την καταγγελία. Εξήγησε ότι η παρανόηση οδήγησε σε αρχική καθυστέρηση στην απάντηση στον καταγγέλλοντα για την οποία ζήτησε συγγνώμη.
16. Με τις παρατηρήσεις και τις συμπληρωματικές επιστολές του, ο προσφεύγων προέβαλε διάφορα πρόσθετα επιχειρήματα σχετικά με τις αιτιάσεις του. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα επιχειρήματα αυτά επικεντρώθηκαν σε θέματα σε εθνικό επίπεδο και δεν απευθύνονται στην Επιτροπή, δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
17. Κατά την αξιολόγηση του υπό κρίση ισχυρισμού, ο Διαμεσολαβητής πρέπει, κατ’ ουσίαν, να αναλύσει κατά πόσον η Επιτροπή παρέσχε επαρκείς πληροφορίες στον καταγγέλλοντα, οι οποίες θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι χειρίστηκε ορθά την καταγγελία του, παρά το γεγονός ότι συμμετείχαν διάφορες υπηρεσίες, και ότι οι δύο εμπλεκόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους.
18. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι τα άρθρα 14 και 15 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (ο «Κώδικας»)[2] είναι πολύ σαφή ως προς την υποχρέωση των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ να αποστέλλουν απόδειξη παραλαβής, αναφέροντας τον αρμόδιο υπάλληλο, και να ενημερώνουν τους πολίτες σε περίπτωση διαβίβασης της αλληλογραφίας τους.
19. Από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε αποστείλει απόδειξη παραλαβής ούτε ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τη διαβίβαση της καταγγελίας του από τη ΓΔ AGRI στη ΓΔ REGIO σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15 του εν λόγω κώδικα. Η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, δεν εξετάζει το σημείο αυτό σε βάθος, αλλά αναφέρεται απλώς σε μια «αρχική οργανωτική παρανόηση».
20. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η ΓΔ REGIO της Επιτροπής, στην επιστολή της 11ης Ιουλίου 2011, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι είχε απευθύνει εσφαλμένα την επιστολή του στη ΓΔ AGRI, η Επιτροπή είχε επικοινωνήσει αρχικά με το Υπουργείο Δασοκομίας της Θουριγγίας, πριν από τη διαβίβασή της στην αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, δηλαδή τη ΓΔ REGIO.
21. Κατά συνέπεια, μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό από την αλληλογραφία της Επιτροπής ότι χειρίστηκε σωστά την καταγγελία του καταγγέλλοντος, παρόλο που το θέμα αντιμετωπίστηκε από δύο διαφορετικές υπηρεσίες και δεν φαίνεται να έχει αποσταλεί απόδειξη παραλαβής.
22. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη διαβούλευσης, ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι η επιστολή της ΓΔ REGIO παραπέμπει στη ΓΔ AGRI. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι οι δύο υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν σε επαφή σχετικά με το θέμα και γνώριζαν επίσης η μία τις ενέργειες της άλλης. Το γεγονός ότι η ΓΔ AGRI, στην επιστολή της με ημερομηνία 8 Αυγούστου 2011, η οποία είναι μεταγενέστερη εκείνης της ΓΔ REGIO, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε διαβιβάσει την καταγγελία του στην OLAF για περαιτέρω εξέταση δεν προδικάζει τη διαπίστωση αυτή. Αντιθέτως, η Διαμεσολαβήτρια το αντιλαμβάνεται αυτό ως θετική πρωτοβουλία που ανέλαβε η Επιτροπή προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι η OLAF είναι το πλέον κατάλληλο γραφείο της ΕΕ για την αντιμετώπιση εικαζόμενης απάτης σε σχέση με κονδύλια της ΕΕ.
23. Με βάση τα ανωτέρω, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, ζήτησε συγγνώμη για την αρχική καθυστέρηση στην εξέταση της καταγγελίας του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Β. Εικαζόμενη παράλειψη ορθής εξέτασης επί της ουσίας του αιτήματος του καταγγέλλοντος για έρευνα
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
24. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την ουσία του αιτήματός του για έρευνα. Συνοπτικά, υποστήριξε ότι i) λόγω της κακής οικονομικής κατάστασής του, ο δικαιούχος δεν θα έπρεπε ποτέ να λάβει επιχορήγηση, ii) η τράπεζα του δικαιούχου και ο ιδιοκτήτης του μηχανήματος παρείχαν εσφαλμένες πληροφορίες, διαπράττοντας έτσι απάτη σχετικά με τις επιδοτήσεις, και iii) η τράπεζα του δικαιούχου παραβίασε το καθήκον της να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την οικονομική κατάσταση του δικαιούχου και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε τον πρώτο.
25. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι είχε ήδη απαντήσει πλήρως στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 2011.
26. Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι, λόγω της οικονομικής του κατάστασης, ο δικαιούχος δεν έπρεπε ποτέ να λάβει επιχορήγηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε στους εφαρμοστέους νομικούς κανόνες. Έγραψε τα εξής:
«Με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή εξήγησε, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 [3] και την αρχή της επικουρικότητας [4], τα συγχρηματοδοτούμενα μέτρα πρέπει να υλοποιούνται υπό την ευθύνη των κρατών μελών στο κατάλληλο εδαφικό επίπεδο, σύμφωνα με το ιδιαίτερο θεσμικό σύστημα κάθε κράτους μέλους.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι η Thüringer Aufbaubank χορηγεί επιχορηγήσεις στήριξης επιχειρήσεων για λογαριασμό του υπουργείου. Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές [5] (Richtlinie des Freistaats Thüringen für die Gewährung von Zuwendungen im Rahmen der Gemeinschaftsaufgabe "Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur" (GWR) - GWR-Richtlinie), οι προβληματικές επιχειρήσεις εξαιρούνται από τη λήψη επιχορηγήσεων. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον μια επιχείρηση εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να παραπέμπουν στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ (ΕΕ C 244/2 της 01.10.2004)[6]. Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ περιέχουν ειδική ρήτρα για τις νέες επιχειρήσεις. Οι νέες επιχειρήσεις που υπάρχουν για διάστημα έως τριών ετών δεν θεωρούνται, καταρχήν, προβληματικές επιχειρήσεις. Αυτό ισχύει επίσης εάν η αρχική οικονομική τους θέση είναι επισφαλής, καθώς πρόκειται για τυπικό πρόβλημα για νεοσύστατες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Υπουργείου, η [εταιρεία του δικαιούχου] ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 2003 και καταχωρίστηκε στις 4 Μαΐου 2003. Κατά την υποβολή της αίτησης στις 18 Μαρτίου 2003 και της έγκρισης στις 2 Σεπτεμβρίου 2003, η επιχείρηση χαρακτηριζόταν ως νέα επιχείρηση, όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να χορηγηθεί επιχορήγηση ακόμη και αν η οικονομική θέση ήταν επισφαλής. Από τα έγγραφα που υπέβαλε η καταγγέλλουσα προκύπτει επιπλέον ότι η Thüringer Aufbaubank ζήτησε επανειλημμένα έγγραφα και συμπληρωματικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές δείχνουν τη σχεδιαζόμενη χρηματοδότηση από την [τράπεζα του δικαιούχου] και τα προβλεπόμενα ποσοστά χρηματοδοτικής μίσθωσης που πρέπει να καταβληθούν στον [ιδιοκτήτη του μηχανήματος]. Δεν αποδεικνύουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι την εποχή εκείνη ήταν προφανές ότι η εταιρεία επρόκειτο να κλείσει. Πράγματι, η διαδικασία αφερεγγυότητας κινήθηκε μόλις στις 17 Φεβρουαρίου 2006.
Επιπλέον, η Thüringer Aufbaubank ανήγγειλε στον σύνδικο πτωχεύσεως, στις 14 Μαρτίου 2006, την είσπραξη του ποσού της επιχορηγήσεως μετά το κλείσιμο της εταιρίας και την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Το γεγονός ότι [ο ιδιοκτήτης του μηχανήματος] ήταν κύριος του μηχανήματος δεν αντιβαίνει στους κανόνες επιλεξιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι προβλέπονται στον κανονισμό αριθ. 448/2004 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 1685/2000 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία [7]. Σύμφωνα με τον κανόνα αριθ. 10, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται σε σχέση με πράξεις χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η Thüringer Aufbaubank δεν συμμορφώθηκε με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ και τους κανόνες που ισχύουν για τα διαρθρωτικά ταμεία κατά τη χορήγηση επιχορήγησης στη νεοσυσταθείσα εταιρεία.»
27. Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι η τράπεζα του δικαιούχου και ο ιδιοκτήτης του μηχανήματος παρείχαν εσφαλμένες πληροφορίες στην Thüringer Aufbaubank και ότι, ως εκ τούτου, υπήρξε απάτη σχετικά με τις επιδοτήσεις, η Επιτροπή υποστήριξε ότι υπήρξαν δύο έρευνες από την αρμόδια εισαγγελική υπηρεσία: μία κατά των μελών της τράπεζας του δικαιούχου και του ιδιοκτήτη του μηχανήματος και μία κατά του ίδιου του δικαιούχου. Ως προς αυτό, η Επιτροπή έγραψε ότι το «Υπουργείο [το] ενημέρωσε ότι η κίνηση ποινικής διαδικασίας κατά των μελών της [τράπεζας του δικαιούχου] και [του ιδιοκτήτη του μηχανήματος] είχε απορριφθεί από το γερμανικό δικαστήριο επειδή δεν μπορούσαν να εντοπιστούν παράνομες ενέργειες των μερών. Οι έρευνες της [αρμόδιας] εισαγγελικής αρχής κατά [του δικαιούχου] είχαν περατωθεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε το Υπουργείο από την [αρμόδια] υπηρεσία ποινικής έρευνας.»
28. Τρίτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι η τράπεζα του δικαιούχου παραβίασε την υποχρέωσή της να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την οικονομική του κατάσταση και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε τον καταγγέλλοντα προκειμένου να λάβει τα χρήματα και, ως εκ τούτου, διέπραξε απάτη, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτά εξετάστηκαν από τα περιφερειακά και τα περιφερειακά εφετεία, τα οποία τα απέρριψαν. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι η εμπορική σχέση υπήρχε μόνο μεταξύ της τράπεζας του δικαιούχου και του δικαιούχου· η τράπεζα του δικαιούχου δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα.
29. Τέλος, η Επιτροπή κατέληξε υπογραμμίζοντας ότι οι αιτιάσεις του καταγγέλλοντος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου.
30. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε ουσιαστικά στον ισχυρισμό του. Δηλώνει ότι ο γνωστός του αισθάνεται άδικη μεταχείριση από τα δικαστήρια και αναμένει επίσης από τον Διαμεσολαβητή ή την Επιτροπή να ελέγξουν αν υπάρχουν λόγοι για αξίωση αποζημίωσης κατά της Thüringer Aufbaubank. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον τηρήθηκαν οι ισχύοντες κανόνες της ΕΕ σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία, δεδομένου ότι δεν ήταν στη διάθεσή του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
31. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι οι πολίτες δεν δικαιούνται να απαιτούν από την Επιτροπή να λαμβάνει συγκεκριμένη θέση όσον αφορά την ουσία των καταγγελιών τους για παράβαση [8]. Επιπλέον, ο ρόλος του Διαμεσολαβητή δεν είναι να υποκαθιστά με την κρίση του την κρίση της Επιτροπής, αλλά να ελέγχει ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.
32. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αξιολογήσει κατά πόσον η Επιτροπή εξέτασε τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος και κατά πόσον οι απαντήσεις του φαίνονται εύλογες και κατάλληλες.
33. Ο καταγγέλλων προέβαλε τα επιχειρήματα ότι i) λόγω της κακής οικονομικής κατάστασής του, ο δικαιούχος δεν θα έπρεπε ποτέ να λάβει επιχορήγηση, ii) η τράπεζα του δικαιούχου και ο ιδιοκτήτης του μηχανήματος παρείχαν εσφαλμένες πληροφορίες, διαπράττοντας έτσι απάτη σχετικά με τις επιδοτήσεις, και iii) η τράπεζα του δικαιούχου παραβίασε το καθήκον της να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την οικονομική κατάσταση του δικαιούχου και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε τον πρώτο.
34. Όσον αφορά το επιχείρημα i) ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή εξήγησε ότι τα συγχρηματοδοτούμενα μέτρα πρέπει να υλοποιούνται υπό την ευθύνη των κρατών μελών, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της ΕΕ. Η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι οι νέες εταιρείες, οι οποίες δεν δραστηριοποιούνται για περισσότερα από τρία έτη, δεν θα πρέπει να θεωρούνται προβληματικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η αρχική επισφαλής οικονομική τους θέση αποτελεί τυπικό πρόβλημα για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις. Δήλωσε επίσης ότι κανένα από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν υποδήλωνε ότι ο δικαιούχος της επιχορήγησης θα πτωχεύσει. Επιπλέον, η Επιτροπή προσέθεσε ότι η Thüringer Aufbaubank υπέβαλε στον σύνδικο της πτώχευσης του δικαιούχου αίτηση ανάκτησης του ποσού της επιχορήγησης και ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο πράξεων χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε παράβαση εκ μέρους της Thüringer Aufbaubank όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των εφαρμοστέων κανόνων κατά τη χορήγηση επιχορήγησης στη νεοσυσταθείσα εταιρεία που ανήκει στον δικαιούχο.
35. Ο Διαμεσολαβητής έλεγξε τους εφαρμοστέους κανόνες στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή και θεωρεί ότι οι ανωτέρω εξηγήσεις που παρασχέθηκαν είναι εύλογες και κατάλληλες. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα που θα μπορούσε να οδηγήσει τον Διαμεσολαβητή να τους αμφισβητήσει.
36. Όσον αφορά τα επιχειρήματα ii) και iii) ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή επισήμανε δεόντως στον καταγγέλλοντα ότι τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν από τα δικαστήρια. Ενώ σχετικά με το επιχείρημα (ii) αποφάσισαν να μην το ακολουθήσουν, όσον αφορά τα επιχειρήματα (iii) τα απέρριψαν, διαπιστώνοντας ότι η εμπορική σχέση υπήρχε μόνο μεταξύ της τράπεζας του δικαιούχου και του δικαιούχου.
37. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι αιτιάσεις του καταγγέλλοντος και η γνωριμία του εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου για το οποίο δεν έχει αρμοδιότητα. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε επιχειρήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον Διαμεσολαβητή να μεταβάλει τη γνώμη του σχετικά με το θέμα αυτό. Ο Διαμεσολαβητής επιβεβαιώνει επίσης ότι, αφού ανέλυσε προσεκτικά τις πληροφορίες που περιέχονται στην επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή είχε πράγματι προηγουμένως εξετάσει επί της ουσίας το αίτημα του καταγγέλλοντος για έρευνα.
38. Ενώ ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του, δήλωσε ότι ο γνωστός του αισθάνεται άδικη μεταχείριση από τα δικαστήρια και ανέμενε επίσης από τον Διαμεσολαβητή ή την Επιτροπή να ελέγξουν αν υπήρχαν λόγοι για αξίωση αποζημίωσης κατά της Thüringer Aufbaubank, δεν εναπόκειται ούτε στην Επιτροπή ούτε στον Διαμεσολαβητή να αμφισβητήσει την ορθότητα μιας δικαστικής απόφασης ή να παράσχει νομικές συμβουλές και υποστήριξη.
39. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δεν έχει στην κατοχή του τους ισχύοντες ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσον τηρήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι κανόνες αυτοί είναι ελεύθερα διαθέσιμοι στις σχετικές Επίσημες Εφημερίδες (βλ. σημείο 26 ανωτέρω) και στο διαδίκτυο. Ο καταγγέλλων θα μπορούσε φυσικά να εξετάσει επίσης το ενδεχόμενο να επικοινωνήσει με την Επιτροπή και/ή τις αρμόδιες περιφερειακές αρχές σχετικά με το θέμα αυτό.
40. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Γ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η σχετική αξίωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 23 Ιουλίου 2013
[1] Το πρόσωπο αυτό είναι επίσης ο εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος στην παρούσα καταγγελία.
[2] Διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή στη διεύθυνση www.ombudsman.europa.eu
[3] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (ΕΕ L 210 της 31.7.2006, σ. 25).
[4] Άρθρο 12 στοιχείο β) της ΣΕΕ.
[5] Δημοσιεύθηκε στο Thüringer Staatsanzeiger αριθ. 51/2006, 18.12.2006.
[6] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.
[7] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 448/2004 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1685/2000 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1145/2003 (ΕΕ L 72 της 11.3.2004, σ. 66).
[8] Υπόθεση T-571/93, Lefebvre frères et soeurs κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2379, σκέψη 60.