FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2097/2011/RA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι η ΕΕ υποχρεούται να «διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Η Ευρωπαϊκή Ανθρωπιστική Ομοσπονδία απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή εσφαλμένα απέρριψε την πρότασή της για «σεμινάριο διαλόγου» βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι: i) μια συζήτηση σχετικά με το θέμα που προτείνει ο καταγγέλλων, δηλαδή την εξαίρεση των εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών οργανώσεων που προβλέπεται στους ευρωπαϊκούς κανόνες απασχόλησης, θα υπερέβαινε το πνεύμα του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2, σύμφωνα με το οποίο η Ένωση σέβεται το καθεστώς των εκκλησιών, των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων και των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο· και ii) δεδομένης της περιορισμένης διοικητικής της ικανότητας να διοργανώνει σεμινάρια διαλόγου, επέμεινε με όλους τους εταίρους του διαλόγου ότι ο μειωμένος αριθμός συνεδριάσεων που μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο θα πρέπει να επικεντρώνεται στις κύριες προτεραιότητες του θεματολογίου πολιτικής της. Η προϋπόθεση αυτή έχει τηρηθεί με όλους τους εταίρους του διαλόγου επί ίσοις όροις και χωρίς καμία διάκριση. Ο καταγγέλλων διαφώνησε.

Όσον αφορά το σημείο i), ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε με ποιον τρόπο η διεξαγωγή συζήτησης με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το ανωτέρω θέμα θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση το καθεστώς των εκκλησιών, των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων και των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων βάσει του εθνικού δικαίου. Έκανε μια επικριτική παρατήρηση. Όσον αφορά το σημείο ii), η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των θεμάτων που επιλέγει να συζητήσει στο πλαίσιο του διαλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 17 της ΣΛΕΕ. Σημείωσε, ωστόσο, ότι η Επιτροπή θα πρέπει πάντα να διασφαλίζει ότι μπορεί να δικαιολογήσει αντικειμενικά τον τρόπο με τον οποίο άσκησε το περιθώριο διακριτικής της ευχέρειας. Επιπλέον, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκεί το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως δεν εισάγει διακρίσεις ούτε γίνεται αντιληπτός ως εισάγων διακρίσεις.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η παρούσα υπόθεση παρέχει στην Επιτροπή την ευκαιρία να αποσαφηνίσει, προς το συμφέρον τόσο των εταίρων της στο πλαίσιο του διαλόγου δυνάμει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ όσο και του κοινού, τον τρόπο διεξαγωγής του διαλόγου. Ως εκ τούτου, προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα πρέπει i) να αποσαφηνίσει τις πρακτικές και τους κανόνες της στον τομέα αυτό και, εάν είναι αναγκαίο, ii) να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες θα αναφέρεται ο ακριβής τρόπος με τον οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η παρούσα υπόθεση αφορά εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εφαρμόσει ορθά το άρθρο 17 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)[1], το οποίο απαιτεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση να διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές οργανώσεις και μη ομολογιακές οργανώσεις. Η καταγγελία υποβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ανθρωπιστική Ομοσπονδία (EHF) («ο καταγγέλλων»), η οποία εκπροσωπεί 50 ανθρωπιστικές οργανώσεις από περισσότερες από 20 χώρες[2].

2. Στις 28 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε γραπτή πρόταση για σεμινάριο διαλόγου[3] στην Επιτροπή με θέμα «Θέματα δικαιωμάτων ανταγωνισμού στην Ευρώπη»[4]. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στόχος του σεμιναρίου διαλόγου ήταν να εξεταστούν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων που προκύπτουν από τις εξαιρέσεις για «εκκλησίες και άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς των οποίων η δεοντολογία βασίζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις» στο άρθρο 4 της οδηγίας για την ισότητα στην απασχόληση[5] και συναφή θέματα. Εξήγησε ότι το σεμινάριο θα επικεντρωθεί σε πολιτικά ζητήματα, καθώς και στις ανησυχίες της ανθρωπιστικής και κοσμικής κοινότητας στην Ευρώπη.

3. Στην απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, με ημερομηνία 5 Μαΐου 2011, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επανεξετάσει την πρότασή του. Με τον τρόπο αυτό, σημείωσε ότι η πρόταση του καταγγέλλοντος κάλυπτε «περιπτώσεις πιθανής σύγκρουσης μεταξύ της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας των πεποιθήσεων και του δικαιώματος στην ισότητα». Στη συνέχεια, ανέφερε ότι το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να διοργανώνει συναντήσεις διαλόγου με θρησκευτικές κοινότητες και φιλοσοφικές οργανώσεις, αλλά να μην συμμετέχει σε συζητήσεις σχετικά με τη θρησκεία ή τη φιλοσοφία. Η Επιτροπή δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε θρησκευτικά ή φιλοσοφικά θέματα, ανέφερε. Για τον λόγο αυτό, οι συνεδριάσεις διαλόγου επικεντρώνονται αποκλειστικά σε πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής. Αναφέρθηκε, για παράδειγμα, σε τομείς δράσης όπως η οικονομική και χρηματοπιστωτική διακυβέρνηση, η ενέργεια, το περιβάλλον και η κλιματική αλλαγή. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι το κατάλληλο φόρουμ για συζήτηση σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία των πεποιθήσεων. Στην ίδια επιστολή, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής Barroso είναι πολύ προσηλωμένος στην προστασία και την προώθηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις συνεδριάσεις του 2011 μεταξύ του Προέδρου της Επιτροπής και ηγετικών προσωπικοτήτων θρησκευτικών κοινοτήτων και μη ομολογιακών οργανώσεων συζητήθηκε το θέμα «Εταιρική σχέση για τη δημοκρατία και την κοινή ευημερία: κοινή βούληση για την προώθηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών».

4. Η απάντηση της Επιτροπής περιελάμβανε επίσης επιστολή του 2009, στην οποία εκθέτει τη γενική προσέγγισή της όσον αφορά τον διάλογο με θρησκευτικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Στην επιστολή, η Επιτροπή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα ότι «εάν οι εμπειρογνώμονες του EHF επιδιώξουν ανταλλαγή απόψεων με εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής, ο διάλογος αυτός αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο (..) Επισημαίνεται ότι η ίδια η ουσία του διαλόγου αυτού συνεπάγεται ότι το EHF κινητοποιεί τους εμπειρογνώμονές του στους τομείς της μετανάστευσης, της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της εκπαίδευσης, της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής κ.λπ., για να συζητήσουν με εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής στους εν λόγω τομείς».

5. Σε επιστολή προς τον Πρόεδρο Barroso, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 2011, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απάντηση που έλαβε από την Επιτροπή σχετικά με την πρότασή του για σεμινάριο. Επέμεινε ότι η πρότασή της δεν είναι «σε καμία περίπτωση να διατυπώσουμε τις απόψεις μας για τη θρησκεία». (...) Μάλλον είμαστε πολύ πρόθυμοι να διατηρήσουμε διάλογο με την Επιτροπή για να μοιραστούμε τις ανησυχίες μας, οι οποίες περιλαμβάνουν θέματα όπως η απαγόρευση των διακρίσεων και τα ανθρώπινα δικαιώματα».

6. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα προτεινόμενα θέματα αφορούν θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Υποστήριξε ότι:

  • Η ΕΕ έχει εγκρίνει Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ο οποίος περιλαμβάνει, παράλληλα με το δικαίωμα εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων και το δικαίωμα αντίρρησης συνείδησης, το δικαίωμα του ατόμου να μην υφίσταται διακρίσεις. Τα δικαιώματα αυτά συχνά συγκρούονται και, ως εκ τούτου, απαιτούν δικαστική απόφαση. Η οδηγία της ΕΕ για την ισότητα στην απασχόληση συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στην παροχή μιας τέτοιας απόφασης, καθορίζοντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες η διαφορετική μεταχείριση μπορεί κατ’ εξαίρεση να επιτρέπεται για λόγους θρησκείας ή πεποιθήσεων. Ωστόσο, η οδηγία αφήνει πολλά ζητήματα ανεπίλυτα.
  • Η Επιτροπή πρότεινε, το 2008, μια νέα οδηγία για την απαγόρευση των διακρίσεων[6], η οποία, και πάλι, περιλάμβανε εξαιρέσεις για τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω εξαιρέσεων εξακολουθεί να είναι ανοικτό προς συζήτηση.
  • Οι αρμοδιότητες του Επιτρόπου Δικαιοσύνης, Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ιθαγένειας καλύπτουν σαφώς τα θέματα που ο καταγγέλλων πρότεινε προς συζήτηση.
  • Η Επιτροπή χρηματοδοτεί την ακαδημαϊκή συνεργασία RELIGARE[7] ακριβώς σε θέματα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ζητημάτων, που αφορούν τη θέση της θρησκείας στην κοινωνία.

7. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης τη δήλωση της Επιτροπής ότι τα θέματα που πρότεινε ήταν καταλληλότερα να αφεθούν στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

8. Ελλείψει απάντησης από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή[8].

Επί του αντικειμένου της έρευνας

9. Ο καταγγέλλων διατύπωσε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα:

Ισχυρισμός:

Απορρίπτοντας την πρόταση της Ευρωπαϊκής Ανθρωπιστικής Ομοσπονδίας για τη διοργάνωση σεμιναρίου προκειμένου να συζητηθούν θέματα τα οποία, κατά τον καταγγέλλοντα, εμπίπτουν στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτροπής, η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 17 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο η ΕΕ υποχρεούται να «διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.

Αίτημα:

Η Επιτροπή θα πρέπει να αποδεχθεί την πρόταση για ένα σεμινάριο.

10. Η επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή με την οποία ζητούσε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία περιλάμβανε τα ακόλουθα ερωτήματα:

  • Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ανέφερε ότι το κύριο μέσο με το οποίο επιθυμεί να διεξαγάγει τον διάλογο δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ είναι μέσω σεμιναρίων διαλόγου. Έχει εκδώσει η Επιτροπή εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές ή οδηγίες προς το προσωπικό σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ;
  • Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει συγκεκριμένα τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι:
    • το προτεινόμενο θέμα για το σεμινάριο διαλόγου εμπίπτει στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτροπής;
    • ο διάλογος βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, δεν μπορεί να περιορίζεται σε θέματα τα οποία η Επιτροπή είναι πρόθυμη να συζητήσει, ειδάλλως πρέπει να είναι μάταιος;
  • Όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, διαθέτει η Επιτροπή κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια όσον αφορά τα θέματα που επιλέγει να συζητήσει βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 3;
  • Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει την αντίληψή της για τη σχέση μεταξύ των γενικότερων διατάξεων του άρθρου 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως του άρθρου 11 παράγραφοι 1 έως 3[9], και του άρθρου 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ;

Η έρευνα

11.  Η καταγγελία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 18 Οκτωβρίου 2011. Στις 15 Νοεμβρίου, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα ζητώντας τη γνώμη της Επιτροπής. Στις 7 Μαρτίου 2012, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις στις 27 Απριλίου 2012.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Επί του ισχυρισμού περί μη εφαρμογής του άρθρου 17, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και της συναφούς αιτιάσεως

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

12. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δηλώνει ότι η ΕΕ υποστηρίζει σθεναρά την αρχή του διαχωρισμού θρησκείας και πολιτικής. Η Επιτροπή, όπως όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, δεν έχει ούτε θρησκευτικές ούτε φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Σέβεται ισότιμα όλες τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, χωρίς διακρίσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες (ανθρώπινα δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες, δημοκρατικό κράτος δικαίου, αλληλεγγύη και σεβασμός της ελευθερίας σκέψης και πεποιθήσεων) γίνονται, με τη σειρά τους, σεβαστές από όλες τις κοινότητες πεποιθήσεων που συμμετέχουν στον διάλογο του άρθρου 17.

13. Δεδομένης της περιορισμένης διοικητικής ικανότητας και των διαθέσιμων μέσων για τη διοργάνωση σεμιναρίων διαλόγου, η Επιτροπή επέμεινε με όλους τους εταίρους του διαλόγου ότι ο μειωμένος αριθμός συνεδριάσεων που μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο θα πρέπει να επικεντρώνεται σε θέματα βασικών προτεραιοτήτων του θεματολογίου πολιτικής της Επιτροπής. Η προϋπόθεση αυτή έχει τηρηθεί με όλους τους εταίρους του διαλόγου επί ίσοις όροις και χωρίς καμία διάκριση, είτε πρόκειται για θρησκευτικές κοινότητες είτε για φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, μέχρι σήμερα, όλοι οι εταίροι έχουν κατανοήσει το σκεπτικό της και έχουν αποδεχθεί αυτόν τον γενικό όρο. Η Επιτροπή επιμένει ότι παραμένει αποφασισμένη να διατηρήσει έναν διάλογο χωρίς αποκλεισμούς, όχι μόνο με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και με φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για τη διατήρηση καλών σχέσεων με τον καταγγέλλοντα και ελπίζει να διατηρήσει αυτές τις καλές σχέσεις στο μέλλον.

14. Απαντώντας στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δήλωσε ότι, παρόλο που δεν έχει εγκρίνει επίσημες εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές αυτές καθαυτές, ερμηνεύει τον «ανοικτό, διαφανή και τακτικό» διάλογο με τις εκκλησίες, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ ως εξής:

"Ανοικτό": όλα τα σχετικά θέματα του θεματολογίου της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτού του άτυπου
διαλόγου που έχει οριζόντιο χαρακτήρα και έχει συμφωνηθεί από κοινού. Εταίροι του διαλόγου μπορούν να είναι όλες οι εκκλησίες, οι θρησκευτικές κοινότητες και οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις που αναγνωρίζονται ως τέτοιες σε εθνικό επίπεδο και τηρούν τις ευρωπαϊκές αξίες.

"Διαφανής": τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεσμεύονται να διαβιβάσουν στο κοινό όλες τις σχετικές πληροφορίες για τον διάλογο αυτό. Ένα συγκεκριμένο σημάδι αυτού είναι το γεγονός ότι πραγματοποιείται συνέντευξη Τύπου μετά τις ετήσιες συναντήσεις υψηλού επιπέδου με τους προέδρους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Επίσης, ένας ειδικός ιστότοπος απαριθμεί όλες τις πρόσφατες εκδηλώσεις, με προγράμματα, καταλόγους συμμετεχόντων και ομιλίες[10]. Τέλος, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής[11] απαντά σε όλες τις ερωτήσεις που υποβάλλονται μέσω ταχυδρομείου ή τηλεφώνου, είτε από ιδιώτες είτε από οργανισμούς.

"Τακτική": έχει καταστεί συνήθης πρακτική να διοργανώνονται, μία φορά ετησίως, δύο χωριστές άτυπες συνεδριάσεις που φιλοξενούνται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και στις οποίες συμπροεδρεύουν οι Πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: η μία με υψηλού επιπέδου εκπροσώπους θρησκευτικών κοινοτήτων και ενώσεων και η άλλη με εκπροσώπους φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων, συνήθως για το ίδιο θέμα. Ο διάλογος περιλαμβάνει επίσης ανταλλαγές απόψεων και συναντήσεις με μέλη της Επιτροπής, καθώς και ομιλίες της τελευταίας. Στο πνεύμα αυτό, η Επιτροπή διοργάνωσε, κατά τα τελευταία έτη, διάφορες εκδηλώσεις με φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Παρέχει σχετικά παραδείγματα.

15. Ειδικότερα όσον αφορά τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δηλώνει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής Barroso, καθώς και οι υπηρεσίες της Επιτροπής, συναντώνται τακτικά με μεμονωμένους εταίρους αυτού του διαλόγου σε διμερείς συναντήσεις. Στο πνεύμα αυτό, ο Πρόεδρος Barroso συναντήθηκε με τον Πρόεδρο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EHF στις 5 Ιουλίου 2007. Στη συνέχεια, οι υπηρεσίες της Επιτροπής βρίσκονταν σε τακτική επαφή μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συναντήσεων με τον καταγγέλλοντα.

16. Απαντώντας στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με το κατά πόσον το προτεινόμενο θέμα για το σεμινάριο διαλόγου εμπίπτει στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτροπής, η Επιτροπή δηλώνει ότι ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, στο πλαίσιο του θέματος «Θέματα δικαιωμάτων ανταγωνισμού στην Ευρώπη», επιθυμούσε να συζητήσει «προβλήματα που προκύπτουν κατά τον καθορισμό της εφαρμογής θρησκευτικών εξαιρέσεων από την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ΕΕ για την απασχόληση». Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ισχυρίστηκε ότι η οδηγία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ένωσης. Ωστόσο, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επανεξετάσει την πρότασή του για δύο λόγους. Πρώτον, τα σεμινάρια διαλόγου αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ευρύτερων ζητημάτων, όπως η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η νεολαία και η εκπαίδευση (ως η σωστή απάντηση στην κρίση), η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη ή ο αντίκτυπος της μετανάστευσης στα ευρωπαϊκά σχολικά συστήματα. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να συμβάλει στον ευρωπαϊκό σκοπό επιλέγοντας ένα θέμα αυτού του είδους. Δεύτερον, η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν βάσει του εθνικού δικαίου οι εκκλησίες, οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, καθώς και οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Πρόκειται για αρμοδιότητες των εθνικών αρχών βάσει των αντίστοιχων συνταγμάτων και νομικών συστημάτων τους και των ποικίλων πολιτιστικών παραδόσεών τους. Η Επιτροπή σέβεται αυτή την αυτονομία και την πολυμορφία και προσπαθεί να σέβεται την αρχή της επικουρικότητας. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή της, η συζήτηση σχετικά με τα «προβλήματα που προκύπτουν κατά τον καθορισμό της εφαρμογής των θρησκευτικών εξαιρέσεων από την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ΕΕ για την απασχόληση» αφορά ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο και θα υπερέβαιναν το πνεύμα του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2.

17. Απαντώντας στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ο διάλογος βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 3 δεν μπορεί να περιορίζεται σε θέματα τα οποία η Επιτροπή είναι πρόθυμη να συζητήσει, διαφορετικά πρέπει να είναι μάταιος, η Επιτροπή εξηγεί ότι κατανοεί ότι ο διάλογος πραγματοποιείται για θέματα ευρύτερου κοινού ενδιαφέροντος. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή είναι ανοικτή σε προτάσεις των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών και μη ομολογιακών συνομιλητών της και έχει υιοθετήσει τις προτάσεις τους στο παρελθόν. Ειδικότερα, στις 16 Απριλίου 2008, η Επιτροπή συμμετείχε σε ημερίδα που διοργάνωσε ο καταγγέλλων με θέμα «Laïcité et droits de l'homme», κατά την οποία ο Πρόεδρος Barroso εκφώνησε την καταληκτική ομιλία με τίτλο «Droits de l'homme: le point de convergence de tous les héritages européens".

18. Όσον αφορά τις παραμέτρους για την επιλογή των θεμάτων των σεμιναρίων διαλόγου, η Επιτροπή δηλώνει εκ νέου ότι η Συνθήκη αναφέρει στο άρθρο 17 παράγραφος 3 διάλογο με εκκλησίες, θρησκευτικές κοινότητες και φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις και όχι διάλογο για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν να εξετάζει θέματα πολιτικής της ΕΕ και όχι φιλοσοφικά ή θρησκευτικά. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται επίσης σημαντική ενόψει του πιθανού αντίκτυπου που μπορεί να έχει αυτός ο διάλογος στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ.

19. Τέλος, όσον αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ του άρθρου 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και του άρθρου 11 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, η Επιτροπή δηλώνει ότι η έννοια του «ανοικτού, διαφανούς και τακτικού διαλόγου» είναι κοινή στα άρθρα 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και 11 παράγραφος 2 της ΣΕΕ. Το τελευταίο αυτό άρθρο συνεπάγεται σαφώς ότι ο διάλογος της ΕΕ με την κοινωνία των πολιτών και τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της συμμετοχικής δημοκρατίας, προκειμένου να «δώσει στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης», όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 της ΣΕΕ. Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι η ίδια έκφραση «ανοιχτός, διαφανής και τακτικός διάλογος» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ σημαίνει ότι, μολονότι το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου είναι πιο περιορισμένο, αποσκοπεί επίσης στην εφαρμογή της αρχής της συμμετοχικής δημοκρατίας, δηλαδή στην παροχή στις εκκλησίες, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις της δυνατότητας να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης.

20. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της Επιτροπής ότι η ΕΕ υποστηρίζει σθεναρά την αρχή του διαχωρισμού θρησκείας και πολιτικής. Ο καταγγέλλων επιμένει, ωστόσο, ότι τα πρόσφατα γεγονότα απλώς ενίσχυσαν την εντύπωση ότι η εφαρμογή του διαλόγου του άρθρου 17 από την Επιτροπή επιδεικνύει συνεπή προκατάληψη υπέρ της θρησκείας.

21. Όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα της άρνησης της Επιτροπής να αποδεχθεί την πρόταση του καταγγέλλοντος για σεμινάριο διαλόγου, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι, ενώ η Επιτροπή δήλωσε, στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 5ης Μαΐου 2011, ότι οι συνεδριάσεις διαλόγου επικεντρώνονται αποκλειστικά σε πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής και ότι ένα σεμινάριο διαλόγου για τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία των πεποιθήσεων δεν είναι κατάλληλο, στις 30 Μαρτίου 2012, η Επιτροπή διοργάνωσε ολοήμερο σεμινάριο διαλόγου με τις εκκλησίες με θέμα «Ελευθερία της θρησκείας: Ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο»[12]. Στη συνάντηση αυτή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ένας διευθυντής της Επιτροπής και ένας γενικός διευθυντής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος αφορούσε ακριβώς το θέμα για το οποίο είχε απορριφθεί. Ο καταγγέλλων επιμένει ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή προβαίνει σε διακρίσεις εις βάρος του: ενώ στις εκκλησίες προσφέρθηκε ένα ολοήμερο σεμινάριο διαλόγου με υψηλόβαθμους αξιωματούχους για να υποστηρίξουν την ελευθερία της θρησκείας, στον καταγγέλλοντα προσφέρθηκε μόνο μια συνάντηση χαμηλού επιπέδου 90 λεπτών για να προβεί σε δηλώσεις σχετικά με τον κίνδυνο να συγκρουστεί η ελευθερία της θρησκείας ή των πεποιθήσεων με άλλα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο καταγγέλλων εκφράζει την άποψη ότι είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό να σημειωθεί ότι η πολιτική της Επιτροπής που εισάγει διακρίσεις συνεχίζεται παρά την τρέχουσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

22. Ο καταγγέλλων επισημαίνει περαιτέρω ότι η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η πρόταση της πρώτης θα υπερέβαινε το πνεύμα του άρθρου 17, καθώς το θέμα θα έθετε ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο. Ο καταγγέλλων υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή έχει ρητό ρόλο στον έλεγχο και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη μεταφορά του δικαίου της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο: ως εκ τούτου, επιθυμεί να συζητήσει το θέμα με την Επιτροπή. Ο καταγγέλλων εφιστά επίσης την προσοχή στο γεγονός ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη να διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ. Κατά την άποψή της, τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την οδηγία για την ισότητα στην απασχόληση είναι ιδιαίτερα σημαντικά για το υπό συζήτηση σχέδιο οδηγίας για την απαγόρευση των διακρίσεων[13].

23. Όσον αφορά, γενικότερα, τις παραμέτρους για την επιλογή των θεμάτων των σεμιναρίων διαλόγου, ο καταγγέλλων εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή επαναλαμβάνει την προσπάθειά της να υποστηρίξει ότι ο καταγγέλλων επιθυμεί να συζητήσει τη θρησκεία και όχι τις διακρίσεις. Ο καταγγέλλων δεν αντιλαμβάνεται γιατί το προτεινόμενο θέμα ήταν λιγότερο πολιτικό από το προαναφερθέν σεμινάριο διαλόγου για τη θρησκευτική ελευθερία.

24. Ο καταγγέλλων αμφισβητεί στη συνέχεια το γεγονός ότι η Επιτροπή, αφού προσφέρθηκε να υποστηρίξει μια διάσκεψη παρόμοια με εκείνη που διοργάνωσε το EHF και υποστηρίχθηκε από την Επιτροπή το 2008, μετέβαλε μονομερώς την προσφορά της το καλοκαίρι του 2010 σε σεμινάριο διαλόγου. Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή χρησιμοποιεί ενίοτε τον όρο «συνεδρίαση» αντί του όρου «σεμινάριο». Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή i) μετέτρεψε μονομερώς την προσφορά της για διάσκεψη σε σεμινάριο διαλόγου· ii) να αφήσει τον καταγγέλλοντα να πιστέψει εσφαλμένα ότι είχε συμφωνήσει να διοργανώσει σεμινάριο διαλόγου· iii) εν πάση περιπτώσει, παρέλειψε να εξηγήσει εγκαίρως τη διαφορά στη φύση μεταξύ ενός «σεμιναρίου διαλόγου» και μιας «συνεδρίασης για την ανταλλαγή απόψεων».

25. Γενικότερα, όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι η έννοια που δίνει η Επιτροπή στον όρο «ανοικτό», δηλαδή ότι «όλα τα σχετικά θέματα του θεματολογίου της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου (...)», είναι στην πραγματικότητα νέα: Η προηγούμενη έκδοση δεν έλεγε τίποτα για το θέμα. Όσον αφορά τους εταίρους του διαλόγου, ο καταγγέλλων δηλώνει ότι, ακόμη και για τις τακτικές ετήσιες συνεδριάσεις στις οποίες συμπροεδρεύουν οι τρεις πρόεδροι, η Επιτροπή δεν ήταν πρόθυμη να δεχθεί οποιαδήποτε πρόταση σχετικά με το ποιος θα μπορούσε να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων αμφισβητεί ποιος ακριβώς προσκαλείται στις σχετικές συνεδριάσεις, εφιστώντας την προσοχή, ιδίως, στην ετήσια συνεδρίαση κορυφής το 2010, όταν μόνο τρία άτομα προσκλήθηκαν από το EHF και τις 50 περίπου οργανώσεις-μέλη του.

26. Όσον αφορά την απαίτηση να είναι ο διάλογος «διαφανής», ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι ο ιστότοπος της Επιτροπής σπανίως περιέχει τις ομιλίες των εκπροσώπων της ΕΕ σε αυτές τις εκδηλώσεις, πόσο μάλλον τις ομιλίες των εταίρων του διαλόγου. Ούτε παράγονται ποτέ λεπτά. Όσον αφορά τις συνεντεύξεις Τύπου στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή, οι παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι της Ένωσης –οι μόνοι που λαμβάνουν τον λόγο– έχουν πάντοτε προετοιμαστεί πριν από τις συναντήσεις που σκοπεύουν να περιγράψουν.

27. Όσον αφορά τον όρο «τακτικές», οι δύο σειρές ετήσιων συνεδριάσεων υψηλού επιπέδου είναι πράγματι τακτικές. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις ετήσιες συναντήσεις υψηλού επιπέδου, το ιστορικό της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο 19 από τις 26 συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν με τις εκκλησίες, μιλάει από μόνο του. Πάνω από τέσσερα χρόνια, υπήρξε μόνο μία συνεργασία με τον καταγγέλλοντα, παρά το γεγονός ότι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό όργανο στην Ευρώπη για όσους διασκεδάζουν με φιλοσοφικές και μη ομολογιακές πεποιθήσεις. Όσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής στην τακτική επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και συναντήσεων μεταξύ του αρμόδιου υπαλλήλου και του καταγγέλλοντος, η αλληλογραφία αυτή, εκτός από τις συναντήσεις που διοργάνωσε η Επιτροπή, ξεκίνησε πάντα από τον καταγγέλλοντα, κυρίως σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί δικαιότερη μεταχείριση. Οι συναντήσεις που αναφέρθηκαν ήταν σχεδόν όλες τυχαίες συναντήσεις σε εκδηλώσεις τρίτων.

28. Εν κατακλείδι, ο καταγγέλλων δηλώνει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η πρόταση EHF δεν ήταν επιλέξιμη επειδή δεν αφορούσε κύρια προτεραιότητα του θεματολογίου πολιτικής της Επιτροπής δεν είναι αποδεκτός διότι i) θα αποτελούσε άρνηση της ερμηνείας του άρθρου 17 από την ίδια την Επιτροπή (το«ανοικτό» σημαίνει ότι «όλα τα σχετικά θέματα του θεματολογίου της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου»)· ii) έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις προτεραιότητες που έθεσε η ίδια η Επιτροπή, όπως αναφέρεται ανωτέρω· iii) το θέμα ήταν απολύτως επιλέξιμο όταν προτάθηκε από τις εκκλησίες.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

29. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την εφαρμογή διατάξεως της Συνθήκης η οποία τέθηκε σε ισχύ σχετικά πρόσφατα, ήτοι την 1η Δεκεμβρίου 2009 με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Ως εκ τούτου, η υπόθεση αυτή προσφέρει μια ευπρόσδεκτη ευκαιρία για την ανάπτυξη της κατανόησης του τρόπου με τον οποίο η Συνθήκη της Λισαβόνας βελτιώνει τη διαδικασία της συμμετοχικής δημοκρατίας στην ΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν έχει άμεση σημασία μόνο για την Επιτροπή, αλλά και για το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και για όλα τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ που συμμετέχουν ενεργά στον διάλογο με την κοινωνία των πολιτών.

30. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 11 ΣΕΕ και το άρθρο 17 ΣΛΕΕ προσδίδουν πρόσθετη ισχύ στη διαδικασία της συμμετοχικής δημοκρατίας. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, στο πλαίσιο αυτό, την κοινή αναφορά σε «ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» στο άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 11 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, ενώ η τελευταία διάταξη περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ της ΣΕΕ υπό τον τίτλο «Διατάξεις για τις δημοκρατικές αρχές».

31. Ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη την ευκαιρία, στο σχέδιο σύστασής του στην υπόθεση 2558/2009/(TN)DK[14], να εξετάσει ορισμένες από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας σχετικά με τη συμμετοχική δημοκρατία. Στην εν λόγω υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι «η συμμετοχική δημοκρατία, με βάση τις αρχές της ισότητας και της διαφάνειας, βελτιώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ και στη διοίκηση της ΕΕ. Η αυξημένη εμπιστοσύνη στην ΕΕ και στη διοίκηση της ΕΕ αποτελεί βασικό στοιχείο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της ΕΕ και της διοίκησής της.»[15]

32. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής υπογράμμισε ότι ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η συμμετοχική δημοκρατία καθίσταται αποτελεσματική σε κάθε δεδομένη περίσταση θα εξαρτηθεί από την ιδιαίτερη φύση της εν λόγω δράσης της Ένωσης. Περιλαμβάνει επίσης τον καθορισμό του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο η συμμετοχή είναι κατάλληλη σε μια συγκεκριμένη διαδικασία[16].

33. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε περαιτέρω ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν κατ’ ανάγκη περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όταν αποφασίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο καθίσταται αποτελεσματική η συμμετοχική δημοκρατία. Ωστόσο, θα πρέπει πάντα να διασφαλίζουν ότι μπορούν να αιτιολογούν αντικειμενικά τον τρόπο με τον οποίο άσκησαν αυτό το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας[17].

34. Η παροχή αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι ο τρόπος με τον οποίο τα θεσμικά όργανα ασκούν το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις ούτε γίνεται αντιληπτός ως εισάγων δυσμενείς διακρίσεις. Ειδικότερα, υπό το πρίσμα του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω, μεταξύ άλλων, θρησκείας, πεποιθήσεων ή κάθε άλλης γνώμης, τα θεσμικά όργανα, κατά την εφαρμογή του διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 11 της ΣΕΕ και στο άρθρο 17 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να αποφεύγουν τις διακρίσεις εις βάρος ορισμένων ομάδων, μεταξύ άλλων εις βάρος ορισμένων θρησκευτικών ομάδων ή εις βάρος της μη θρησκευτικής κοινότητας. Θα πρέπει επίσης να επιδιώκουν την αποφυγή κάθε αντίληψης περί διακρίσεων.

35. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η υποχρέωση διεξαγωγής διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών δεν αφορά μόνο τη χορήγηση χρηματοδότησης για ορισμένες δράσεις, πράγμα που αποτελεί εν μέρει το ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, θα φανταζόταν κανείς ότι αυτό συμβαίνει σπάνια. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Επιτροπή επιλέγει να μην χρηματοδοτήσει συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι παρέβη την υποχρέωσή της να αρχίσει διάλογο με την οικεία οργάνωση.

36. Επιπλέον, όπως θα εκτεθεί λεπτομερέστερα κατωτέρω (βλέπε σημεία 56 και 57), το γεγονός ότι η Επιτροπή επιλέγει να μην συμμετάσχει σε συγκεκριμένο διάλογο βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών δεν μπορεί να διασφαλιστεί με άλλα μέσα, ιδίως βάσει του άρθρου 11 της ΣΕΕ. Με άλλα λόγια, η άρνηση συζήτησης ενός ζητήματος βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να αποκλείει το δικαίωμα των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να διατυπώνουν και να διαβιβάζουν στην Επιτροπή ιδέες για τον ίδιο ή για άλλους τομείς πολιτικής βάσει του άρθρου 11 της ΣΕΕ.

Διάλογος βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ

37. Το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ προβλέπει διάλογο με τις εκκλησίες, τις θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες και τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.

38. Η Επιτροπή δηλώνει ότι υποστηρίζει πλήρως «τον διαχωρισμό θρησκείας και πολιτικής». Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι αυτό αντικατοπτρίζει την αρχή του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους («laïceté»στα γαλλικά). Μεταφρασμένη στο πλαίσιο της ΕΕ, η αρχή αυτή θα μπορούσε, ακριβέστερα, να αντικατοπτρίζεται ως ο διαχωρισμός μεταξύ των εκκλησιών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η έννοια του «διαχωρισμού» δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει κατάλληλος διάλογος με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά ότι οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές οργανώσεις δεν θα πρέπει να έχουν ακατάλληλη προνομιακή θέση σε σχέση με τον διάλογό τους με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

39. Η δήλωση της Επιτροπής ότι το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ δεν αφορά καθαυτό τη συζήτηση περί θρησκείας ή φιλοσοφίας είναι ορθή. Είναι επίσης σαφές, ωστόσο, και όχι κατ 'αρχήν προβληματικό, ότι οι απόψεις που θα προβληθούν από τις θρησκευτικές (και μάλιστα ανθρωπιστικές) κοινότητες κατά τη διάρκεια του διαλόγου τους με τους θεσμούς θα αντανακλούν τις απόψεις τους ως θρησκευτικές (και μάλιστα ανθρωπιστικές) κοινότητες.

40. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος είναι ότι, απορρίπτοντας την πρότασή της για σεμινάριο προκειμένου να συζητηθούν θέματα τα οποία ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι εμπίπτουν στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτροπής, η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η ΕΕ υποχρεούται να «διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει πρώτα τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με την (παρα)κανονικότητα και την (έλλειψη) διαφάνειας του διαλόγου. Στη συνέχεια, θα εξετάσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ σε μια δεδομένη υπόθεση απορρίπτοντας την πρόταση του καταγγέλλοντος για σεμινάριο διαλόγου.

41. Όσον αφορά τον «τακτικό» διάλογο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά που προέβαλε ο καταγγέλλων, για περισσότερες συναντήσεις με εκκλησίες και θρησκευτικές οργανώσεις και κοινότητες δεν αποτελούν από μόνα τους ενδείξεις προβλήματος. Επισημαίνει ότι από κανένα στοιχείο του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ δεν προκύπτει ότι πρέπει να επιτευχθεί ακριβής ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ομάδων. Ο Διαμεσολαβητής είναι πράγματι της άποψης ότι μια τυπολατρική προσέγγιση, η οποία θα επεδίωκε την επίτευξη ακριβούς ισορροπίας, θα ήταν ακατάλληλη και μάλιστα αδύνατη δεδομένης της φύσης του αντικειμένου. Παρά ταύτα, αν από την ανάλυση της σειράς των συσκέψεων προέκυπτε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής είναι προδήλως δυσανάλογη, θα μπορούσε να υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος από τα αριθμητικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων ότι η Επιτροπή έχει υιοθετήσει μια προδήλως δυσανάλογη προσέγγιση.

42. Όσον αφορά τον «διαφανή» διάλογο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τα οποία δεν συντάσσονται πρακτικά των διαφόρων συνεδριάσεων. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το ζήτημα του καθήκοντος της Επιτροπής, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, να λαμβάνει επαρκώς λεπτομερή σημειώματα των συνεδριάσεων. Η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση σε ορισμένους τομείς, ιδίως όταν ασκεί ερευνητικές και κανονιστικές εξουσίες, να λαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς σημειώσεις[18]. Ωστόσο, για τις συνεδριάσεις γενικότερου χαρακτήρα, οι οποίες αφορούν το καθήκον της διατήρησης ανοικτού διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών, η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η λήψη εκτεταμένων επίσημων σημειώσεων δεν είναι απαραίτητη προκειμένου το θεσμικό όργανο να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την ορθή διοικητική συμπεριφορά. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να αρκεί το θεσμικό όργανο να σημειώνει το αντικείμενο, τους συμμετέχοντες και να παρέχει απολογισμό του γενικού περιεχομένου της συνεδρίασης. Η ανάρτηση σχετικών ομιλιών στον ιστότοπο της Επιτροπής, όπως έπραξε η Επιτροπή ανταποκρινόμενη σε αίτημα του καταγγέλλοντος, αποτελεί ένα ακόμη κατάλληλο μέσο για τη διασφάλιση της διαφάνειας. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι οι δηλώσεις στον Τύπο προετοιμάζονται πριν από τις συνεδριάσεις, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η δήλωση δεν θα αντικατοπτρίζει τουλάχιστον τη συμμετοχή της Επιτροπής στη συνεδρίαση και τα αναμενόμενα αποτελέσματά της.

43. Ο Διαμεσολαβητής στρέφεται τώρα στην τρίτη πτυχή του διαλόγου (δηλαδή, τον βαθμό στον οποίο είναι «ανοικτός»). Μεταξύ των επιχειρημάτων του καταγγέλλοντος είναι ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να συναντηθεί μαζί του με το δήθεν ψευδές επιχείρημα ότι το θέμα που πρότεινε ο καταγγέλλων δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής δεν έχει δει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή «αρνήθηκε» κατηγορηματικά να συναντήσει τον καταγγέλλοντα. Αντιθέτως, η εξέταση μέρους της αλληλογραφίας της Επιτροπής με τον καταγγέλλοντα από το 2009 επιβεβαιώνει την προθυμία της Επιτροπής να ξεκινήσει διάλογο με τον καταγγέλλοντα για διάφορα θέματα. Ως εκ τούτου, η δήλωση του καταγγέλλοντος θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά μόνο την άρνηση της Επιτροπής να συναντήσει τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο του ειδικού σεμιναρίου διαλόγου σχετικά με την οδηγία για την ισότητα στην απασχόληση.

44. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή έσφαλε λέγοντας ότι το θέμα που πρότεινε ο καταγγέλλων δεν εμπίπτει στις εξουσίες και τα καθήκοντα της Επιτροπής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ισχυρίστηκε ότι η οδηγία δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται τη διευκρίνιση αυτή, η οποία είναι αυτονόητα ορθή.

45. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά την άποψή της, υπάρχουν δύο βάσιμοι λόγοι για να ζητηθεί από τον καταγγέλλοντα να επανεξετάσει την πρότασή του (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω). Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει πρώτα τον δεύτερο από τους δύο αυτούς λόγους.

46. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν βάσει του εθνικού δικαίου οι εκκλησίες, οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη, καθώς και οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Πρόκειται, σύμφωνα με την Επιτροπή, για αρμοδιότητες των εθνικών αρχών που απορρέουν από τα αντίστοιχα συντάγματα και νομικά συστήματά τους, καθώς και από τις ποικίλες πολιτιστικές παραδόσεις τους. Η Επιτροπή δηλώνει ότι σέβεται αυτή την αυτονομία και την πολυμορφία και προσπαθεί να σεβαστεί την αρχή της επικουρικότητας. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή της, η συζήτηση σχετικά με τα «προβλήματα που προκύπτουν κατά τον καθορισμό της εφαρμογής των θρησκευτικών εξαιρέσεων από την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ΕΕ για την απασχόληση» αφορά ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο και θα υπερέβαιναν το πνεύμα του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ.

47. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται το επιχείρημα αυτό ως εξής: η Επιτροπή θεωρεί ότι εάν εφάρμοζε το άρθρο 17 παράγραφος 3 με τον τρόπο που ζήτησε ο καταγγέλλων, δηλαδή να ξεκινήσει διάλογο σχετικά με «προβλήματα που ανακύπτουν κατά τον καθορισμό της εφαρμογής των θρησκευτικών εξαιρέσεων από την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ΕΕ για την απασχόληση», θα έθετε κατά κάποιον τρόπο σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με (τουλάχιστον) το «πνεύμα» του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ.

48. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, εκτός από τις πιο ακραίες περιπτώσεις, ο ανοικτός διάλογος είναι θετικός. Επιπλέον, είναι της άποψης ότι, εκτός εάν η Επιτροπή αποδείξει ότι ένας συγκεκριμένος διάλογος θα ήταν αντίθετος προς τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ[19], η Επιτροπή είναι ελεύθερη να συμμετάσχει σε ανοικτή και ειλικρινή συζήτηση. Η διεξαγωγή διαλόγου για ένα θέμα που εξετάζεται στην ισχύουσα νομοθεσία δεν μπορεί παρά να συνιστά εποικοδομητική δράση. Ειδικότερα, δεν μπορεί, από μόνη της, να θέσει υπό αμφισβήτηση «το καθεστώς, βάσει του εθνικού δικαίου, των εκκλησιών, των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων, καθώς και των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων».

49. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή κακώς υποστήριξε ότι, συμμετέχοντας στον διάλογο που πρότεινε ο καταγγέλλων, θα υπερέβαινε το «πνεύμα» του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ. Απορρίπτοντας την πρόταση του καταγγέλλοντος για σεμινάριο διαλόγου, με την αιτιολογία ότι αυτό θα υπερέβαινε το πνεύμα του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε ορθά το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

50. Υπό το πρίσμα της διαπίστωσης αυτής, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τα πλεονεκτήματα της πρότασης φιλικής λύσης στην παρούσα υπόθεση[20]. Όπως επισημάνθηκε στην παράγραφο 9 ανωτέρω, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος είναι ότι η Επιτροπή πρέπει να αποδεχθεί την πρόταση για σεμινάριο. Ωστόσο, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι μια πρόταση φιλικής λύσης δεν θα ήταν κατάλληλη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

51. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή προέβαλε μια δεύτερη επιχειρηματολογία για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους είχε καλέσει τον καταγγέλλοντα να επανεξετάσει την πρότασή του. Η Επιτροπή εξήγησε ότι τα σεμινάρια διαλόγου αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ευρύτερων ζητημάτων, όπως η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η νεολαία και η εκπαίδευση (ως η σωστή απάντηση στην κρίση), η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη ή ο αντίκτυπος της μετανάστευσης στα ευρωπαϊκά σχολικά συστήματα. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να συμβάλει στον ευρωπαϊκό σκοπό επιλέγοντας ένα θέμα αυτού του είδους.

52. Ο καταγγέλλων, από την πλευρά του, διαφωνεί με τη θέση της Επιτροπής ότι η πρότασή του δεν είναι επιλέξιμη διότι δεν αφορούσε κύρια προτεραιότητα του θεματολογίου πολιτικής της Επιτροπής. Υποστηρίζει ότι i) αυτό συνιστά άρνηση της ερμηνείας του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ από την ίδια την Επιτροπή (δηλαδή, ότι «ανοικτά» σημαίνει ότι «όλα τα σχετικά θέματα του θεματολογίου της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου»)· ii) αυτό έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις προτεραιότητες που έθεσε η ίδια η Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην υποσημείωση 13 ανωτέρω· iii) το ίδιο θέμα ήταν απολύτως επιλέξιμο όταν προτάθηκε από τις εκκλησίες.

53. Όσον αφορά το σημείο i), η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο ορισμός της Επιτροπής αναφέρεται σε «όλατα σχετικά θέματα του θεματολογίου της ΕΕ». Η δική του άποψη είναι ότι εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να καθορίζει ποια θεωρεί ότι είναι τα «σχετικά» θέματα.

54. Όσον αφορά το σημείο ii), η Επιτροπή εξηγεί την πολιτική της όσον αφορά τα σεμινάρια διαλόγου δυνάμει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ, ως εξής (η υπογράμμιση του Διαμεσολαβητή):

i) οι συνεδριάσεις διαλόγου επικεντρώνονται αποκλειστικά σε πρωτοβουλίες πολιτικής της Επιτροπής·

ii) ο μειωμένος αριθμός συνεδριάσεων που μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο θα πρέπει να επικεντρώνεται σε θέματα βασικών προτεραιοτήτων της πολιτικής ατζέντας της Επιτροπής —η προϋπόθεση αυτή έχει τηρηθεί με όλους τους εταίρους του διαλόγου επί ίσοις όροις και χωρίς διακρίσεις, είτε πρόκειται για θρησκευτικές κοινότητες είτε για φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις·

iii) η προσέγγιση ήταν να εξετάζονται θέματα πολιτικής της ΕΕ και όχι φιλοσοφικά ή θρησκευτικά·

iv) τα σεμινάρια διαλόγου θα πρέπει να αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ζητημάτων ευρύτερου κοινού ενδιαφέροντος.

55. Η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει μια γενικότερη και αξιέπαινη πολιτική σύμφωνα με την οποία ο διάλογος που διεξάγει η Επιτροπή με την κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για τη συλλογή πληροφοριών από το θεσμικό όργανο και την ενσωμάτωση στους προβληματισμούς του διαφόρων απόψεων σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες της ημερήσιας διάταξης. Καθένα από τα τέσσερα κριτήρια που περιγράφονται στα σημεία i) έως iv) ανωτέρω μπορεί να ερμηνευθεί ως η προσπάθεια της Επιτροπής να διασφαλίσει ότι ο διάλογος που διεξάγει, επίσης βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ, μπορεί να τροφοδοτήσει την εκπόνηση και την εφαρμογή των προτεραιοτήτων πολιτικής και των δράσεων που προβλέπονται από την Επιτροπή.

56. Μολονότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι, από μόνη της, καθόλου προβληματική, η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι μπορεί να είναι χρήσιμο, στην αρχή κάθε έτους, να περιγράφει η Επιτροπή τα θέματα προτεραιότητάς της προς συζήτηση στα σεμινάρια διαλόγου για το εν λόγω έτος. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η γενικότερη διάταξη για τον διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών, σύμφωνα με το άρθρο 11 της ΣΕΕ, θα μπορούσε στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για να δώσει τη δυνατότητα σε οργανώσεις, όπως ο καταγγέλλων, να συζητήσουν άλλα θέματα που η Επιτροπή δεν θεωρεί προτεραιότητα για συζήτηση στο πλαίσιο σεμιναρίων διαλόγου.

57. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ακριβώς αυτό ενθάρρυνε την Επιτροπή τον καταγγέλλοντα να πράξει στην παρούσα υπόθεση.

58. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων πολιτικής της και, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, όσον αφορά τον καθορισμό των θεμάτων που επιλέγει να συζητήσει στο πλαίσιο του διαλόγου βάσει του άρθρου 17 της ΣΛΕΕ. Το κατά πόσον η πρόταση του καταγγέλλοντος αποτελεί κύρια προτεραιότητα και ευρύτερου κοινού ενδιαφέροντος εναπόκειται στην Επιτροπή να καθορίσει.

59. Το τρίτο επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων, στη σκέψη 52 ανωτέρω, ήταν ότι το ίδιο ακριβώς θέμα που προτάθηκε από τον καταγγέλλοντα και απορρίφθηκε από την Επιτροπή ήταν απολύτως επιλέξιμο όταν προτάθηκε από τις εκκλησίες. Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει πάντα να διασφαλίζει ότι ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις.

60. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, πρώτον, ότι τα θέματα που προτάθηκαν για τα δύο σεμινάρια διαλόγου δεν ήταν απολύτως πανομοιότυπα.

61. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ελλείψει πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί θέση επί του ζητήματος αν η Επιτροπή εισάγει δυσμενή διάκριση υπέρ των εκκλησιών βάσει συγκρίσεως που αφορά μόνο δύο προτάσεις για σεμινάριο διαλόγου.  Η άποψη σχετικά με την ύπαρξη μιας τέτοιας διάκρισης θα μπορούσε κανονικά να ληφθεί μόνο μετά από εξέταση της πρακτικής της Επιτροπής για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα[21].

62. Παρά το συμπέρασμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η παρούσα υπόθεση προσφέρει στην Επιτροπή την ευκαιρία να αποσαφηνίσει, προς το συμφέρον των εταίρων της στο πλαίσιο του διαλόγου σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ, καθώς και του κοινού, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τον διάλογο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει μια περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

63. Όπως τονίστηκε ανωτέρω, τα θεσμικά όργανα εξακολουθούν να βρίσκονται σε διαδικασία μάθησης όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της νέας διάταξης της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής παροτρύνει την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει αυτή την περαιτέρω παρατήρηση ως ευκαιρία για να κατανοήσει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ. Η περαιτέρω παρατήρηση της Διαμεσολαβήτριας εξετάζει την πιθανή ανάγκη να αποσαφηνίσει η Επιτροπή τις πρακτικές και τους κανόνες της στον τομέα αυτό και, εάν χρειαστεί, να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τον ακριβή τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ. Κατά την αιτιολόγηση της άσκησης της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι αρκεί να υπάρχουν γενικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τους όρους «ανοικτός» (όσον αφορά το ποιος συμμετέχει στον διάλογο και τι μπορεί να συζητηθεί προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της υπηρεσίας), «διαφανής» (όσον αφορά τη δυνατότητα του κοινού να επαληθεύει τον τρόπο εφαρμογής του διαλόγου) και «τακτικός» (όσον αφορά μια γενική ένδειξη της συχνότητας διεξαγωγής των διαφόρων συνεδριάσεων και εκδηλώσεων με τα διάφορα μέρη).

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Απορρίπτοντας την πρόταση του καταγγέλλοντος για σεμινάριο διαλόγου, με την αιτιολογία ότι αυτό θα υπερέβαινε το πνεύμα του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε ορθά το άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η ΕΕ υποχρεούται να «διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα πρέπει i) να αποσαφηνίσει τις πρακτικές και τους κανόνες της στον τομέα αυτό και, εάν είναι αναγκαίο, ii) να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες θα αναφέρεται ο ακριβής τρόπος με τον οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 25 Ιανουαρίου 2013



[1] Το άρθρο 17 ΣΛΕΕ έχει ως εξής:

"1. Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.

2. Η Ένωση σέβεται επίσης το καθεστώς των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

3. Αναγνωρίζοντας την ταυτότητά τους και τη συγκεκριμένη συμβολή τους, η Ένωση διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις εν λόγω εκκλησίες και οργανώσεις.»

[2] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το EHF είναι η «κύρια οργάνωση στην Ευρώπη που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των ανθρώπων που ζουν δεοντολογικές ζωές χωρίς θρησκευτικές πεποιθήσεις».

[3] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ανέφερε ότι το κύριο μέσο με το οποίο επιθυμεί να διεξαγάγει τον διάλογο βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 3 της Συνθήκης είναι μέσω «σεμιναρίων διαλόγου» —συναντήσεων με μειωμένο αριθμό ατόμων που αποσκοπούν στη συζήτηση συγκεκριμένων θεμάτων.

[4] Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων πρότεινε διάσκεψη στην Επιτροπή ήδη το 2010. Ο τίτλος που προτάθηκε για το συνέδριο ήταν «Θρησκεία και Πίστη στις Δημοκρατικές Κοινωνίες: Ζητήματα ισότητας και ελευθερίας». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήθελε να εξετάσει περαιτέρω ορισμένα προβλήματα που διερευνήθηκαν σε διάσκεψη, η οποία διοργανώθηκε από την ισπανική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, με θέμα «Θρησκευτική ελευθερία στις δημοκρατικές κοινωνίες». Η προτεινόμενη από το EHF διάσκεψη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αλλά οδήγησε στην πρόταση για το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση σεμινάριο διαλόγου.

[5] Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ την εθνική νομοθεσία κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας ή να προβλέψουν μελλοντική νομοθεσία που θα ενσωματώνει τις εθνικές πρακτικές που υφίστανται κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με την οποία, στην περίπτωση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εντός εκκλησιών και άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών των οποίων η δεοντολογία βασίζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, η διαφορετική μεταχείριση λόγω της θρησκείας ή των πεποιθήσεων ενός προσώπου δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων αυτών ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκούνται, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις ενός προσώπου συνιστούν πραγματική, νόμιμη και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας του οργανισμού. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη των συνταγματικών διατάξεων και αρχών των κρατών μελών, καθώς και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και δεν πρέπει να δικαιολογεί διακρίσεις για άλλο λόγο.

Υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται κατά τα λοιπά οι διατάξεις της, η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των εκκλησιών και άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών, η δεοντολογία των οποίων βασίζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, οι οποίοι ενεργούν σύμφωνα με τα εθνικά συντάγματα και νόμους, να απαιτούν από τα άτομα που εργάζονται γι' αυτούς να ενεργούν καλή τη πίστει και με πίστη στη δεοντολογία του οργανισμού.»

[6] Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού· COM(2008) 426 τελικό.

[7] Το έργο RELIGARE είναι ένα τριετές ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο που χρηματοδοτείται από τη Γενική Διεύθυνση Έρευνας της Επιτροπής. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, το έργο RELIGARE «αφορά τις θρησκείες, το ανήκειν, τις πεποιθήσεις και την εκκοσμίκευση στην Ευρώπη. Εξετάζει τους νομικούς κανόνες που προστατεύουν ή περιορίζουν (περιορίζουν) τις εμπειρίες θρησκευτικών ή άλλων κοινοτήτων που βασίζονται σε πεποιθήσεις».

[8] Φαίνεται ότι η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 16 Νοεμβρίου 2011 —ένα μήνα μετά την υποβολή της καταγγελίας του από τον καταγγέλλοντα στον Διαμεσολαβητή— προτείνοντας τη διεξαγωγή συνάντησης με εμπειρογνώμονες από διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της οποίας ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το θέμα που επιθυμούσε να συζητήσει κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου διαλόγου. Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων απάντησε θετικά στην προσφορά της Επιτροπής για συνάντηση προκειμένου να συζητηθεί το εν λόγω θέμα, αν και με την (προφανώς εσφαλμένη) αντίληψη ότι η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να διοργανώσει το σεμινάριο διαλόγου.

[9] Το άρθρο 11 ΣΕΕ έχει ως εξής:

"1. Τα θεσμικά όργανα παρέχουν, με τα κατάλληλα μέσα, στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης.

2. Τα θεσμικά όργανα διατηρούν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών.

3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δράσεις της Ένωσης είναι συνεκτικές και διαφανείς.

4. (...).»

[10] http://ec.europa.eu/bepa/activitiesoutreach-team/dialogue/

[11] Συγκεκριμένα, το Γραφείο Συμβούλων Ευρωπαϊκής Πολιτικής της Επιτροπής.

[12] Το πρόγραμμα αυτού του σεμιναρίου διαλόγου είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/bepa/pdf/seminars/programme-dialogue-seminar-30-march-2012.pdf

[13] Στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Απαγόρευση των διακρίσεων και ίσες ευκαιρίες: Μια ανανεωμένη δέσμευση»,η Επιτροπή δηλώνει ότι: «[...] σταθερά προσηλωμένη στην καταπολέμηση όλων των μορφών διακρίσεων σύμφωνα με το άρθρο 13 ΕΚ [νυν άρθρο 19 ΣΛΕΕ] και θα συνεχίσει να παρακολουθεί προσεκτικά τη μεταφορά των υφιστάμενων οδηγιών στο εθνικό δίκαιο». Βλ. COM (2008) 420 τελικό, που εγκρίθηκε στις 2 Ιουλίου 2008 και διατίθεται στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2008:0420:FIN:EN:PDF, σ. 10.

[14] Διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/draftrecommendation.faces/en/11621/html.bookmark

[15] Όπ.π., παράγραφος 9. Ενώ το σχέδιο σύστασης της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 2558/2009/(TN)DK αναφέρεται στο άρθρο 11 της ΣΕΕ, η άποψη της Διαμεσολαβήτριας είναι ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι εξίσου σημαντικές για το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ. 

[16] Όπ.π., παράγραφος 12.

[17] Όπ.π., παράγραφος 13.

[18] Βλ. την επικριτική παρατήρηση του Διαμεσολαβητή στην απόφασή του στην υπόθεση 1935/2008/FOR, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/4164/html.bookmark

[19] Το άρθρο 2 ΣΕΕ ορίζει ότι «[η] Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη σε μια κοινωνία όπου επικρατούν ο πλουραλισμός, η απαγόρευση των διακρίσεων, η ανοχή, η δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών». Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί επίσης να ισχύει όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών (ΕΠΠ), στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι μία από τις προϋποθέσεις για την καταχώριση μιας πρότασης ΕΠΠ στον ιστότοπό της είναι ότι δεν αντίκειται προδήλως στις αξίες της ΕΕ, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι οι ΕΠΠ συνιστούν μια άλλη μορφή «συμμετοχικής δημοκρατίας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 4 της ΣΕΕ.

[20] Το άρθρο 3.5 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή ορίζει ότι, στο μέτρο του δυνατού, ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει την εξεύρεση λύσης με το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.

[21] Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη επισημάνει, στη σκέψη 41 ανωτέρω, ότι από κανένα στοιχείο του άρθρου 17 ΣΛΕΕ δεν προκύπτει ότι πρέπει να επιτευχθεί ακριβής ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ομάδων.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!