FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 1708/2011/JF - Η ορθή ερμηνεία των κανόνων της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων

Ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Πορτογαλίας, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν εφαρμόζει ορθά τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων.

Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απεφάνθη πως δεν υπήρχε λόγος για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με την καταγγελία, ο ενδιαφερόμενος στράφηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή έλαβε την απόφαση πολύ βιαστικά και, επιπλέον, δεν την αιτιολόγησε επαρκώς. Επίσης η Επιτροπή δεν απάντησε στον ενδιαφερόμενο στα πορτογαλικά, στοιχείο σημαντικό βάσει του οποίου ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε την ίδια την ερμηνεία της νομοθεσίας της ΕΕ από τις πορτογαλικές αρχές. Τέλος, δεν απάντησε στην μετέπειτα αλληλογραφία του ενδιαφερόμενου. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή πρέπει να ερευνήσει δεόντως την καταγγελία του και να διασαφηνίσει την ερμηνεία που δίνει στη σχετική νομοθεσία.

Απαντώντας στην έρευνα του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε ότι η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Ανταγωνισμού είχε ήδη ασχοληθεί με ανάλογο ζήτημα με αυτό που έθεσε ο ενδιαφερόμενος στην καταγγελία του, στο πλαίσιο διαδικασίας που περατώθηκε το 2011. Για τον λόγο αυτό η ΓΔ Ανταγωνισμού μπόρεσε να απαντήσει τόσο γρήγορα. Παρείχε επιπλέον την ερμηνεία της στη σχετική νομοθεσία, η οποία συμπίπτει με αυτή των πορτογαλικών αρχών. Τέλος, ζήτησε συγγνώμη για ορισμένα σφάλματα διοικητικής φύσης που διέπραξε και εξήγησε τους λόγους.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, όχι μόνον δεν υπήρξε κρούσμα κακοδιοίκησης, αλλά επιπλέον η Επιτροπή ικανοποίησε τα αιτήματα του ενδιαφερόμενου. Τονίζοντας ότι το δίκαιο της ΕΕ ερμηνεύεται αυθεντικά μόνο από τα Δικαστήρια της ΕΕ, Ο Διαμεσολαβητής, έκρινε ωστόσο εύλογη την ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ από την Επιτροπή. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την εξέταση της υπόθεσης.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων κατέχει δύο εταιρείες, η μία με έδρα την Πορτογαλία και η άλλη στις Κάτω Χώρες.

2. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 11ης Απριλίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία κατά της Πορτογαλίας, ισχυριζόμενος παραβίαση του δικαίου της ΕΕ («πρώτη καταγγελία»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Πορτογαλία, αρνούμενη να χορηγήσει ενίσχυση σχετικά με άυλα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε μια εταιρεία από άλλη εταιρεία που ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη, παρέβη το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία [1] και, ως εκ τούτου, δεν συμμορφώθηκε δεόντως με τη νομοθεσία της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.

3. Στις 4 Μαΐου 2011, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Ανταγωνισμού της Επιτροπής απάντησε στην πρώτη καταγγελία. Εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει καμία παράνομη κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τις πορτογαλικές αρχές. Προσέθεσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ένα μέτρο συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση εφόσον έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους υπό οποιαδήποτε μορφή και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Κατά την άποψη της ΓΔ Ανταγωνισμού, ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό σχετικά με την παράνομη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης, αλλά αναφέρθηκε στην απουσία κρατικής ενίσχυσης. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν προέβλεψε την περαιτέρω εξέταση του θέματος.

4. Στις 9 Μαΐου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με το ίδιο θέμα, στα πορτογαλικά («δεύτερη καταγγελία»).

5. Στις 12 Μαΐου 2011, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής (η «ΓΓ») επιβεβαίωσε την παραλαβή της δεύτερης καταγγελίας.

6. Στις 27 Ιουλίου 2011, ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή της SG στο γεγονός ότι δεν είχε λάβει περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά τη δεύτερη καταγγελία.

7. Στις 29 Ιουλίου 2011, η SG απάντησε ότι είχε καταχωρίσει τη δεύτερη καταγγελία με αριθμό αναφοράς «Ares (2011)516669» και την είχε αναθέσει στη ΓΔ Ανταγωνισμού.

8. Στις 3 Αυγούστου 2011, η ΓΔ Ανταγωνισμού κατέθεσε τη δεύτερη καταγγελία. Ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την καθυστέρηση και την ταλαιπωρία που προκάλεσε, η οποία, όπως εξήγησε, οφειλόταν σε «πρόβλημα με το σύστημα μητρώου [του], το οποίο διέγραψε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο [του καταγγέλλοντος].»

9. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από τη ΓΔ Ανταγωνισμού να επιβεβαιώσει ότι είχε λάβει όλα τα σχετικά έγγραφα σχετικά με τη δεύτερη καταγγελία. Η ΓΔ Ανταγωνισμού επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει όλα τα έγγραφα. Τον καθησύχασε ότι «ήταν απλώς ένα πρόβλημα [IT]».

10. Στις 4 Αυγούστου 2011, ήτοι την επόμενη ημέρα, η ΓΔ Ανταγωνισμού απάντησε στη δεύτερη καταγγελία στην αγγλική γλώσσα. Εν κατακλείδι, η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο στη δεύτερη καταγγελία ότι η Πορτογαλία είχε παραβιάσει το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία. Κατά συνέπεια, δεν σκόπευε να συνεχίσει την εξέταση του ζητήματος.

11. Ο καταγγέλλων απάντησε την ίδια ημέρα, εκφράζοντας τη διαφωνία του με τη θέση της ΓΔ Ανταγωνισμού. Ισχυρίστηκε ότι η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία από τις πορτογαλικές αρχές προκάλεσε ζημίες στην εταιρεία του στην Πορτογαλία. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το Ηνωμένο Βασίλειο («ΗΒ») εφαρμόζει διαφορετικά το εν λόγω άρθρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι αλλοδαπές εταιρείες να βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των εταιρειών που εδρεύουν στην Πορτογαλία. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τη ΓΔ Ανταγωνισμού να διευκρινίσει ποια ήταν η ορθή ερμηνεία του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία.

12. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση, στις 17 Αυγούστου και στις 18 και 22 Σεπτεμβρίου 2011, η καταγγελία απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως τη δεύτερη καταγγελία του.

14. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει

i) να αναλύσει ενδελεχώς και να διερευνήσει τη δεύτερη καταγγελία, ενημερώνοντάς τον για τις εξελίξεις σε όλα τα στάδια και δημοσιοποιώντας τυχόν συμπεράσματα που προκύπτουν, με σκοπό τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· και

ii) να παράσχει την ορθή ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο γ ́, του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της πορτογαλικής γλωσσικής αποδόσεως του άρθρου αυτού.

Η έρευνα

15. Στις 26 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για γνωμοδότηση.

16. Στις 27 Φεβρουαρίου 2012, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής στα αγγλικά και, στις 12 Μαρτίου 2012, τη μετάφρασή της στα πορτογαλικά, την οποία διαβίβασε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, εκτός από αντίγραφο επιστολής που ο καταγγέλλων είχε αποστείλει απευθείας στη ΓΔ Ανταγωνισμού την 1η Ιανουαρίου 2012.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Ισχυρισμός περί μη ορθής διεκπεραίωσης της δεύτερης καταγγελίας

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

17. Πρώτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού ήταν σε θέση να αναλύσει διεξοδικά και, στη συνέχεια, να απαντήσει δεόντως στη δεύτερη καταγγελία εντός μόλις 24 ωρών από την καταχώρισή της.

18. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε σχετικά ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού ήταν σε θέση να απαντήσει αμέσως στη δεύτερη καταγγελία, διότι είχε ήδη εξετάσει λεπτομερώς τα σχετικά ζητήματα στο πλαίσιο της πρώτης καταγγελίας. Πράγματι, το γεγονός ότι οι δύο καταγγελίες ήταν πολύ παρόμοιες είχε ως αποτέλεσμα την εσφαλμένη διαγραφή της δεύτερης καταγγελίας, λόγω της εντύπωσης της ΓΔ Ανταγωνισμού ότι ισοδυναμούσε με επανάληψη της πρώτης καταγγελίας.

19. Επιπλέον, η ΓΔ Ανταγωνισμού είχε ήδη ασχοληθεί με τα ζητήματα που ανέφερε ο καταγγέλλων στις δύο καταγγελίες του στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που κινήθηκε το 2009 και η οποία περατώθηκε από τη ΓΔ Ανταγωνισμού στις 14 Ιουλίου 2011 («διαδικασία του 2009»). Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η ΓΔ Ανταγωνισμού ήταν σε θέση να απαντήσει ταχέως στη δεύτερη καταγγελία.

20. Δεύτερον, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν αιτιολόγησε δεόντως τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε παράσχει καμία ένδειξη ότι οι πορτογαλικές αρχές παρέβησαν το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία.

21. Με τη γνώμη της, η Επιτροπή επισύναψε επιστολή την οποία η ΓΔ Ανταγωνισμού είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα στις 15 Δεκεμβρίου 2011. Στην εν λόγω επιστολή, η ΓΔ Ανταγωνισμού εξήγησε την άποψή της ότι οι πορτογαλικές αρχές εφάρμοσαν ορθά το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία. Εν ολίγοις, σύμφωνα με τη ΓΔ Ανταγωνισμού, σε περιπτώσεις στις οποίες οι εταιρείες που πωλούν και αγοράζουν άυλα στοιχεία ενεργητικού ελέγχονται από το ίδιο πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του «τρίτου» του εν λόγω άρθρου.

22. Η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι η διαδικασία της ΓΔ Ανταγωνισμού του 2009 είχε ήδη επικεντρωθεί στην ερμηνεία του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία από τις πορτογαλικές αρχές. Κατά την περάτωση της υπόθεσης, η ΓΔ Ανταγωνισμού υπενθύμισε στις πορτογαλικές αρχές ότι, όταν πραγματοποιούνται συναλλαγές μεταξύ δύο συνδεδεμένων εταιρειών, δεν πληρούται η απαίτηση του «τρίτου μέρους». Αυτή είναι, κατά την άποψη της ΓΔ Ανταγωνισμού, η ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου και, ως εκ τούτου, οι πορτογαλικές αρχές είχαν την υποχρέωση να μην χορηγούν ενισχύσεις σε καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες στις οποίες αναφέρεται ο καταγγέλλων στις καταγγελίες του.

23. Στην επιστολή του προς τη ΓΔ Ανταγωνισμού της 1ης Ιανουαρίου 2012, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη θέση της Επιτροπής. Μολονότι αναγνώρισε ότι έλεγχε πλήρως τις εταιρείες που πωλούσαν και αγόραζαν τα άυλα περιουσιακά στοιχεία, ο καταγγέλλων τόνισε ότι δεν έλεγχε ούτε επηρέαζε τις μεταξύ τους συναλλαγές. Οι συνθήκες της αγοράς το έκαναν. Επιπλέον, οι εν λόγω εταιρείες υπόκειντο σε πλήρως ανεξάρτητα φορολογικά συστήματα στα εν λόγω κράτη μέλη [2]. Τέλος, επισήμανε ότι, κατά τον χρόνο σύνταξης του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, ένα κράτος μέλος και ένα δικηγορικό γραφείο εξέφρασαν αμφιβολίες σχετικά με τη σαφήνεια του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ), τις οποίες η Επιτροπή αγνόησε.

24. Τρίτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν απάντησε στη δεύτερη καταγγελία του στα πορτογαλικά, η οποία δεν ήταν μόνο η γλώσσα της καταγγελίας, αλλά και η γλώσσα της διατύπωσης του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία που οδήγησε στην καταγγελία. Επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ερμήνευσε διαφορετικά το εν λόγω άρθρο.

25. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στην επιστολή της ΓΔ Ανταγωνισμού της 15ης Δεκεμβρίου 2012, με την οποία η ΓΔ ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για τα διοικητικά σφάλματα που είχαν προκύψει. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναγνώρισε επίσης ότι παρέλειψε να απαντήσει στη δεύτερη καταγγελία στα πορτογαλικά και ζήτησε επίσης συγγνώμη για το γεγονός αυτό.

26. Ωστόσο, η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα του καταγγέλλοντος προς τη ΓΔ Ανταγωνισμού, καθώς και ορισμένα παραρτήματα, συντάχθηκαν στην αγγλική γλώσσα. Αυτό εξηγεί γιατί η ΓΔ Ανταγωνισμού, αφού προσδιόρισε τη δεύτερη καταγγελία ως καταγγελία, προσπάθησε γρήγορα να απαντήσει σε αυτήν στην αγγλική γλώσσα.

27. Όσον αφορά το πορτογαλικό κείμενο του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν διέφερε σχεδόν καθόλου από το αγγλικό κείμενο του εν λόγω άρθρου [3]. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ σχετικά με την ερμηνεία νομοθεσίας που έχει συνταχθεί σε διάφορες γλώσσες [4].

28. Τέλος, η Επιτροπή αντιλήφθηκε διαφορετικά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ερμήνευσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία υπό την έννοια ότι το εν λόγω κράτος μέλος παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ. Η Επιτροπή έκρινε ότι το ζήτημα αν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου εφάρμοσαν ορθά ή όχι το δίκαιο της ΕΕ δεν είχε σημασία για την εκτίμηση της ΓΔ Ανταγωνισμού όσον αφορά την πρώτη και τη δεύτερη καταγγελία, οι οποίες αφορούσαν τη συμβατότητα της επίμαχης πορτογαλικής νομοθεσίας με το δίκαιο της ΕΕ. Τυχόν αμφιβολίες όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις από άλλο κράτος μέλος θα έπρεπε να είχαν εκφραστεί και διερευνηθεί στο πλαίσιο χωριστών διαδικασιών κατά του οικείου κράτους μέλους.

29. Στην επιστολή του προς τη ΓΔ Ανταγωνισμού της 1ης Ιανουαρίου 2012, ο καταγγέλλων τόνισε ότι σκόπευε να υποστηρίξει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο (καθώς και ορισμένα άλλα κράτη μέλη) εφάρμοζαν πράγματι ορθά το δίκαιο της ΕΕ, ενώ η Πορτογαλία όχι. Επανέλαβε ότι οι εταιρείες που εδρεύουν στην Πορτογαλία και εκείνες που εδρεύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζονται διαφορετικά.

30. Τέταρτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμά του της 4ης Αυγούστου 2011 σχετικά με τη δεύτερη καταγγελία.

31. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2012 και στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Αυγούστου 2011. Ζήτησε συγγνώμη για την εν λόγω «παράβλεψη», η οποία, όπως εξήγησε, οφειλόταν i) στο γεγονός ότι ο υπάλληλος της ΓΔ Ανταγωνισμού που χειρίστηκε τη δεύτερη καταγγελία βρισκόταν επανειλημμένα σε αναρρωτική άδεια· και ii) τις θερινές διακοπές, πράγμα που σημαίνει ότι λιγότεροι υπάλληλοι ήταν διαθέσιμοι και υπήρχε ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στους πόρους, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στη ΓΔ Ανταγωνισμού να χειρίζεται υποθέσεις που υπόκεινται σε αυστηρές προθεσμίες.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Όσον αφορά την ταχεία απάντηση της ΓΔ Ανταγωνισμού στη δεύτερη καταγγελία (πρώτο επιχείρημα)

32. Η εξήγηση της Επιτροπής που συνοψίζεται στα σημεία 18 και 19 ανωτέρω είναι εύλογη. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό προκειμένου να αντικρούσει την εξήγηση της Επιτροπής.

Όσον αφορά την αιτιολόγηση της ΓΔ Ανταγωνισμού για τη μη διερεύνηση της δεύτερης καταγγελίας (δεύτερο επιχείρημα)

33. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι σκοπός του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία ήταν, μεταξύ άλλων, η θέσπιση σαφούς συνόλου προϋποθέσεων οι οποίες, εφόσον εκπληρωθούν, θα επιτρέψουν να θεωρηθούν ορισμένα μέτρα κρατικών ενισχύσεων συμβατά με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις χωρίς να χρειάζεται να εκπληρωθεί η απαίτηση προηγούμενης κοινοποίησης.

34. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο γ ́, του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία:

«Για να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα άυλα στοιχεία ενεργητικού πρέπει να πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

[...]

πρέπει να αγοράζονται από τρίτους υπό τους όρους της αγοράς, χωρίς ο αγοραστής να είναι σε θέση να ασκήσει έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 3 του [κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων], επί του πωλητή, και αντιστρόφως».

Το άρθρο 3 του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων [5] ορίζει τα εξής:

"2. Ο έλεγχος συνίσταται σε δικαιώματα, συμβάσεις ή άλλα μέσα τα οποία, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών πραγματικών ή νομικών στοιχείων, παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης αποφασιστικής επιρροής σε μια επιχείρηση, ιδίως με:

α) την κυριότητα ή το δικαίωμα χρήσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης·

β) δικαιώματα ή συμβάσεις που παρέχουν αποφασιστική επιρροή στη σύνθεση, την ψηφοφορία ή τις αποφάσεις των οργάνων μιας επιχείρησης.

3. Ο έλεγχος αποκτάται από πρόσωπα ή επιχειρήσεις τα οποία:

α) είναι κάτοχοι των δικαιωμάτων ή δικαιούχοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις σχετικές συμβάσεις· είτε

β) ... έχουν την εξουσία να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν.»

35. Κατά την αντίληψη του Διαμεσολαβητή σχετικά με τα ανωτέρω άρθρα [6], τα άυλα περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται επιλέξιμες δαπάνες μόνον όταν αγοράζονται από τρίτους.

36. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο όρος «τρίτο μέρος» αποκλείει τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ πωλητών και αγοραστών εταιρειών που ελέγχονται από το ίδιο πρόσωπο [7].

37. Δεδομένου ότι, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο καταγγέλλων, ελέγχει και τις δύο εταιρείες που πωλούν και αγοράζουν τα άυλα στοιχεία ενεργητικού [8], η θέση της Επιτροπής ότι, συνολικά, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούται η προϋπόθεση του «τρίτου μέρους», φαίνεται συνεκτική και εύλογη.

Όσον αφορά τη γλώσσα της απάντησης της ΓΔ Ανταγωνισμού στη δεύτερη καταγγελία και την εικαζόμενη μη συνεκτίμηση της ερμηνείας της σχετικής διάταξης από άλλα κράτη μέλη (τρίτο επιχείρημα)

38. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι διέπραξε σφάλματα, δηλαδή δεν απάντησε στον καταγγέλλοντα στα πορτογαλικά, και ζήτησε συγγνώμη. Ο Διαμεσολαβητής χαιρετίζει ασφαλώς την πρωτοβουλία της Επιτροπής.

39. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, τόσο στην επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 2012 όσο και στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή έδωσε την ερμηνεία της σχετικά με το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία στα πορτογαλικά (συνοψίζεται στα σημεία 22 και 36 ανωτέρω). Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να θεωρηθεί εσφαλμένη η ερμηνεία της Επιτροπής, σε αντίθεση με την ερμηνεία του καταγγέλλοντος ότι, συνολικά, η απαίτηση του «τρίτου» πληρούται σε περιπτώσεις όπου, παρά τον πλήρη έλεγχο τόσο των εταιρειών αγοράς όσο και των εταιρειών πώλησης, ο ιδιοκτήτης δεν ελέγχει την αγορά άυλων στοιχείων ενεργητικού ή πρέπει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες υπόκεινται σε διαφορετικά φορολογικά συστήματα [9].

40. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι, συνολικά, ορισμένα κράτη μέλη ερμηνεύουν το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία κατά τρόπο διαφορετικό από την ερμηνεία της ΓΔ Ανταγωνισμού, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απάντηση της Επιτροπής στο επιχείρημα αυτό είναι ακριβής. Η ανάλυση της εφαρμογής της επίμαχης νομοθεσίας της Ένωσης από όλα τα κράτη μέλη κάθε φορά που η Επιτροπή εξετάζει συγκεκριμένες προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίες επί παραβάσει που αφορούν ένα κράτος μέλος δύσκολα θα μπορούσε να συνάδει με την αρχή της οικονομίας της διαδικασίας. Επιπλέον, κάθε απόφαση συνεκδίκασης διαδικασιών που αφορούν παραβάσεις άλλων κρατών μελών με εν εξελίξει προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίες ή κάθε απόφαση σχετικά με ερμηνευτικά πρότυπα σε τέτοιες διαδικασίες (υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω πρότυπα συμμορφώνονται με τη νομολογία) εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, περιορίζοντας την ανάλυσή της στην πορτογαλική κατάσταση, δεν άσκησε ορθά τη διακριτική της ευχέρεια.

Όσον αφορά την απουσία απάντησης στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Αυγούστου 2011 (τέταρτο επιχείρημα)

41. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή αποκατέστησε τη συμπεριφορά της ζητώντας συγγνώμη και παρέχοντας εξηγήσεις για την παράλειψη απάντησης.

Συνολική αξιολόγηση του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος από τον Διαμεσολαβητή

42. Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεών του στα σημεία 32, 37, 39, 40 και 41, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Β. Αιτήσεις

43. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει

i) να αναλύσει ενδελεχώς και να διερευνήσει τη δεύτερη καταγγελία, ενημερώνοντάς τον για τις εξελίξεις σε όλα τα στάδια και δημοσιοποιώντας τυχόν συμπεράσματα που προκύπτουν, με σκοπό τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· και

ii) να παράσχει την ορθή ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο γ ́, του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της πορτογαλικής γλωσσικής αποδόσεως του άρθρου αυτού.

44. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στα συμπεράσματα της διαδικασίας του 2009 και παρείχε πρόσθετες εξηγήσεις για την απόφασή της να μην διερευνήσει τη δεύτερη καταγγελία.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

45. Τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής του επιτρέπουν να συμπεράνει ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού αποφάνθηκε επί της δεύτερης καταγγελίας με επαρκώς εύλογο τρόπο. Επιπλέον, στην επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 2011 και στη γνώμη που υπέβαλε κατά τη διάρκεια της έρευνας που οδήγησε στην παρούσα απόφαση, η Επιτροπή παρείχε επαρκείς, σαφείς και εύκολα κατανοητές εξηγήσεις για την απόφασή της να μην διερευνήσει τις καταγγελίες. Τέλος, διευκρίνισε την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο γ ́, του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη γλωσσική απόδοση του άρθρου αυτού στην πορτογαλική γλώσσα.

46. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο η Επιτροπή δεν διέπραξε κακοδιοίκηση, αλλά ικανοποίησε επίσης τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση.

Γ. Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό της καταγγελίας. Επιπλέον, η Επιτροπή ικανοποίησε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων και ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 14 Ιανουαρίου 2013


[1] Το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο γ ́, με τίτλο «Ειδικοί όροι που εφαρμόζονται στις επενδυτικές ενισχύσεις», του κανονισμού (ΕΚ) 800/2008 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2008, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την κοινή αγορά κατ’ εφαρμογή των (τότε) άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης (στο εξής: γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία), ΕΕ L 214, σ. 3, ορίζει τα εξής: «Για να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα άυλα στοιχεία ενεργητικού πρέπει να πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις: [...] πρέπει να αγοράζονται από τρίτους υπό τους όρους της αγοράς, χωρίς ο αγοραστής να είναι σε θέση να ασκήσει έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 [του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων), ΕΕ 2004, L 24, σ. 1], επί του πωλητή ή αντιστρόφως [...]».

[2] Στο πρωτότυπο πορτογαλικό κείμενο: "[ε] u controlo plenamente a empresa vendedora e a empresa adquirente. Importa no entanto referir que nas transacções em causa bem em como praticamente todas as que as empresas realizam as mesmas não são alvo do meu controlo ou influência mas sim das condições do mercado, ou seja qualquer uma das minhas empresas (tal como é comum no mercado comercial) não vai comprar um bem ou serviço mais caro a uma empresa ou grupo quando pode encontrar o mesmo bem ou serviço a preços mais baratos noutra empresa - tal seria ilógico e não nos trataria quaisquer vantagens. Devo referir que fiscalmente somos até obrigados (procedimento que é monitorizado pelas autoridades fiscais - até de forma activa e perceptível no caso das autoridades Holandesas) a estabelecer preços de mercado para licenciamento de software entre ambas as empresas por forma a proteger os interesses fiscais de cada país...»

[3] Το σχετικό τμήμα του εν λόγω άρθρου προβλέπει, στα πορτογαλικά: "tenha a possibilidade de exercer controlo"και, στα αγγλικά: «να είναι σε θέση να ασκεί έλεγχο».

[4] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-349/06, T-371/06, T-14/07, T-15/07 και T-332/07, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-2181, σκέψη 67: «Η κοινοτική νομοθεσία έχει συνταχθεί σε διάφορες γλώσσες και οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις είναι εξίσου αυθεντικές, η ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου προϋποθέτει σύγκριση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων [...]. Η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών επιβάλλει να μην εξετάζεται μεμονωμένα μια γλωσσική απόδοση, αλλά να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των αποδόσεών της στις άλλες επίσημες γλώσσες [...], ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο αντίθετο προς το φυσικό και σύνηθες νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται σε μία ή περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις, κατά παράβαση των επιταγών της ασφάλειας δικαίου».

[5] Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1.

[6] Ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για τη δεσμευτική ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ.

[7] Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2011, η ΓΔ Ανταγωνισμού εξήγησε (στα πορτογαλικά) ότι «[p] ode dificilmente argumentar-se, como se afigura ser a sua opinião, que uma interpretação razoável da expressão "um terceiro" abranja o caso de um vendedor e um adquirente que são controlados pela mesma pessoa. Tal interpretação, se aceite, privaria quase totalmente de objecto o "requisito de um terceiro". Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι «[σ]την επιστολή τους της 14ης Ιουλίου 2011 προς την Πορτογαλία, οι υπηρεσίες της ΓΔ Ανταγωνισμού [...] ενημέρωσαν τις πορτογαλικές αρχές ότι η απαίτηση περί «τρίτου μέρους» δεν πληρούται εάν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μεταξύ δύο συνδεδεμένων εταιρειών».

[8] Σύμφωνα με τα λόγια του καταγγέλλοντος: "[ε] u controlo plenamente a empresa vendedora e a empresa adquirente."

[9] Ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για τη δεσμευτική ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!