FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 431/2008/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Οι Έλληνες ανήλικοι κάτω των 12 ετών υποχρεούνται να αποκτήσουν διαβατήριο για να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες. Αυτά τα διαβατήρια ισχύουν μόνο για δύο χρόνια και εκδίδονται έναντι αντιτίμου. Έλληνας πολίτης υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, ζητώντας της να λάβει μέτρα κατά της Ελλάδας με την αιτιολογία ότι ο κανόνας της διετούς ισχύος των διαβατηρίων ανηλίκων παραβιάζει τους κανόνες σχετικά με την ισχύ των διαβατηρίων που ορίζονται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών [1], η οποία ορίζει ότι τα διαβατήρια θα πρέπει να ισχύουν για τουλάχιστον πέντε έτη.

Στη συνέχεια, υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ορθά την καταγγελία του και ζητώντας από την Επιτροπή να αναλάβει δράση κατά της Ελλάδας.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να θεσπίζουν κανόνες για την προστασία των ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία των ανηλίκων. Στη συνέχεια, επισήμανε ότι οι κανόνες που θέσπισε η Ελλάδα δεν συνιστούν δυσανάλογο περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας. Η Επιτροπή δεν καταχώρισε την αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ως «καταγγελία», διότι δεν διατύπωσε «καταγγελία» και δεν παρείχε «στοιχεία» που να υποδεικνύουν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης αναφορά στο Κοινοβούλιο σχετικά με το ίδιο θέμα με την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή, δηλαδή τις διακρίσεις εις βάρος ανήλικων ταξιδιωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

Ο Διαμεσολαβητής, ωστόσο, διατύπωσε την ακόλουθη περαιτέρω παρατήρηση σε σχέση με ένα διαδικαστικό σημείο:

Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να μην καταχωρίσει ως «καταγγελία» αλληλογραφία πολίτη σχετικά με παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, θα πρέπει πάντα να ενημερώνει τον πολίτη για τους λόγους για τους οποίους το πράττει.


[1] Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/268 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77).

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Η Ελλάδα δεν εκδίδει δελτία ταυτότητας σε ανηλίκους κάτω των 12 ετών. Ως εκ τούτου, οι ανήλικοι υποχρεούνται να αποκτήσουν διαβατήριο για να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες. Δεδομένου ότι τα διαβατήρια ισχύουν μόνο για δύο έτη και εκδίδονται έναντι τέλους, οι ανήλικοι πρέπει να πληρώνουν για νέο διαβατήριο κάθε δύο έτη.

2. Η οδηγία 2004/38/ΕΚ, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών (1) θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη διάρκεια ισχύος του διαβατηρίου. Ειδικότερα, το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας ορίζει ότι «[ό]ταν η νομοθεσία κράτους μέλους δεν προβλέπει την έκδοση δελτίων ταυτότητας, η διάρκεια ισχύος κάθε διαβατηρίου κατά την έκδοση ή ανανέωσή του δεν είναι μικρότερη των πέντε ετών».

3. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή στις 17 Ιουλίου 2007 ζητώντας της να λάβει μέτρα κατά της Ελλάδας με την αιτιολογία ότι ο κανόνας της διετούς ισχύος για τα ελληνικά διαβατήρια ανηλίκων παραβιάζει την οδηγία 2004/38/ΕΚ. Δεδομένου ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 2007, επικοινώνησε εκ νέου μαζί της την ίδια ημερομηνία. Στις 13 Νοεμβρίου 2007, η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα. Δεν έμεινε ικανοποιημένος και από την απάντηση αυτή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

4. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ορθά την καταγγελία του της 17ης Ιουλίου 2007. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει μέτρα κατά της Ελλάδας για να διασφαλίσει τη συμμόρφωσή της με την οδηγία 2004/38/ΕΚ.

5. Όταν ο Διαμεσολαβητής κίνησε την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία, επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε ήδη ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι, όσον αφορά τα διαβατήρια ανηλίκων, τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να παρεκκλίνουν από τον ειδικό κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας (2). Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με την εν λόγω «παρέκκλιση» και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 17ης Ιουλίου 2007 δεν καταχωρίστηκε ως «καταγγελία», σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου («ανακοίνωση»)(3).

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

6. Η καταγγελία απεστάλη στον Διαμεσολαβητή στις 20 Δεκεμβρίου 2007. Στις 3 Μαρτίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε την έρευνά του και απέστειλε την καταγγελία στην Επιτροπή. Στις 9 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η οποία στη συνέχεια διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στον Διαμεσολαβητή στις 30 Ιουλίου 2008.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Προκαταρκτική παρατήρηση

7. Η παρούσα καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αφορά δύο πτυχές:

(α) την εικαζόμενη διάκριση εις βάρος ανηλίκων και τη σχετική αξίωση· και

β) την εικαζόμενη μη εξέταση της καταγγελίας σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες.

Α. Εικαζόμενη διάκριση εις βάρος ανηλίκων και συναφής αξίωση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

8. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα εισάγει διακρίσεις εις βάρος των ανηλίκων, απαιτώντας από αυτούς να καταβάλλουν τέλη ανά διετία για την ανανέωση των διαβατηρίων τους. Υποστήριξε επίσης ότι ο κανόνας της διετούς ισχύος παραβιάζει την οδηγία 2004/38/ΕΚ, επισημαίνοντας ότι το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας ορίζει ότι «[ό]ταν το δίκαιο κράτους μέλους δεν προβλέπει την έκδοση δελτίων ταυτότητας, η διάρκεια ισχύος οποιουδήποτε διαβατηρίου κατά την έκδοση ή ανανέωσή του δεν είναι μικρότερη των πέντε ετών». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει μέτρα κατά της Ελλάδας για να διασφαλίσει τη συμμόρφωσή της με την οδηγία 2004/38/ΕΚ.

9. Απαντώντας στις επιστολές του καταγγέλλοντος της 17ης Ιουλίου 2007 και της 8ης Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή εξήγησε ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τους κανόνες για τα διαβατήρια και τα δελτία ταυτότητας κατά τρόπο που λαμβάνει υπόψη την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων (όπως απαιτείται από το κοινοτικό, το εθνικό και το διεθνές δίκαιο). Στη συνέχεια, επισήμανε ότι, δεδομένου ότι οι ανήλικοι μεγαλώνουν γρήγορα, η εθνική νομοθεσία συχνά τους υποχρεώνει να ανανεώνουν το διαβατήριό τους κάθε δύο ή τρία έτη. Αυτό, υποστήριξε η Επιτροπή, δεν φαινόταν να αντιβαίνει στην οδηγία 2004/38/ΕΚ και φαινόταν δικαιολογημένο προκειμένου να διασφαλιστεί ο θεμιτός στόχος της προστασίας των παιδιών.

10. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι οι ειδικοί κανόνες σχετικά με τα έγγραφα ταυτότητας για ανηλίκους δικαιολογούνται υπό το πρίσμα του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, του εθνικού δικαίου και των διεθνών πράξεων. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να θεσπίζουν κανόνες για την προστασία των ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία των ανηλίκων. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν εφόσον δεν συνιστούν δυσανάλογο περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα δεν συνιστούν δυσανάλογο περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας.

11. Τέλος, η Επιτροπή δήλωσε ότι το ζήτημα που εγείρεται στην καταγγελία αποτελεί επίσης αντικείμενο αναφοράς που υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (4).

12. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στο αντικείμενο της καταγγελίας του. Επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι τα ταξιδιωτικά έγγραφα για ανήλικους ταξιδιώτες θα πρέπει να εκδίδονται δωρεάν.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

13. Όταν ένας καταγγέλλων υποβάλλει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το ίδιο θέμα με καταγγελία που έχει υποβάλει στον Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής εξετάζει κατά πόσον εξακολουθούν να υφίστανται λόγοι για τη συνέχιση της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία (5).

14. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων υπέβαλε αναφορά στο Κοινοβούλιο σχετικά με διακρίσεις εις βάρος ανήλικων ταξιδιωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Διαμεσολαβητής επαλήθευσε ότι η Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου κήρυξε την παρούσα αναφορά παραδεκτή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει λόγος να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

Β. Εικαζόμενη μη εξέταση της καταγγελίας σύμφωνα με τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανόνες

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

15. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 17ης Ιουλίου 2007 δεν καταχωρίστηκε ως «καταγγελία». Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στο σημείο 3 παράγραφος 2 περίπτωση 4 του παραρτήματος της ανακοίνωσης, το οποίο ορίζει ότι «η αλληλογραφία δεν διερευνάται ως καταγγελία από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών, εάν δεν διατυπωθεί καταγγελία». Η Επιτροπή δήλωσε ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα του καταγγέλλοντος δεν περιείχαν «παράπονο» και δεν παρείχαν «στοιχεία» που να υποδεικνύουν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή χαρακτήρισε το ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2007 ως «κανονική αλληλογραφία».

16. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ (6), διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όταν αποφασίζει αν θα δώσει συνέχεια σε «καταγγελία παράβασης». Υπογράμμισε επίσης ότι μόνο το Δικαστήριο έχει τον τελευταίο λόγο επί της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

17. Η ανακοίνωση (7) καθορίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται στις σχέσεις της Επιτροπής με τα πρόσωπα που της καταγγέλλουν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με το σημείο 3 της ανακοίνωσης:

«Η αλληλογραφία δεν διερευνάται ως καταγγελία από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών, εάν: (...)
- δεν διατυπώνει παράπονο·
(...)
- διατυπώνει αιτίαση η οποία σαφώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.»

18. Η Επιτροπή δήλωσε, στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν καταχωρίστηκε η αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ως «καταγγελία» ήταν επειδή η αλληλογραφία δεν περιείχε «παράπονο» και ο καταγγέλλων δεν παρείχε «στοιχείο» που να υποδεικνύει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι λόγοι αυτοί σχετίζονται άμεσα με την ουσία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι, για να συνεχίσει τις έρευνές του σχετικά με το αν οι λόγοι αυτοί ήταν ή δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένοι, θα έπρεπε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή Αναφορών εξετάζει ήδη αναφορά που αφορά την ουσία της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν συντρέχει λόγος να συνεχίσει τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

19. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε στον καταγγέλλοντα, στην αλληλογραφία της μαζί του πριν από την υποβολή της παρούσας καταγγελίας, τους λόγους για τους οποίους δεν καταχώρισε τα ηλεκτρονικά του μηνύματα ως «καταγγελία». Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η τέταρτη παράγραφος του σημείου 4 της ανακοίνωσης προβλέπει ότι:

«[ε]φόσον οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφασίσουν να μην καταχωρίσουν την αλληλογραφία ως καταγγελία, ενημερώνουν σχετικά τον συντάκτη με τακτική επιστολή εκθέτοντας έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται στο σημείο 3 δεύτερο εδάφιο.»

Όπως επισημαίνεται ανωτέρω στο σημείο 18, ο Διαμεσολαβητής δεν θα αξιολογήσει κατά πόσον οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή ήταν ή δεν ήταν κατάλληλοι. Ωστόσο, παρέλκει η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου να εκτιμηθεί αν τηρήθηκε ή όχι η προβλεπόμενη στο σημείο 4 της ανακοινώσεως διαδικαστική εγγύηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους για τους οποίους δεν καταχώρισε την αλληλογραφία ως καταγγελία όταν απάντησε για πρώτη φορά στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση.

20. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει πλήρως ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ. Ωστόσο, η συμμόρφωση με έναν διαδικαστικό κανόνα που απαιτεί από την Επιτροπή να ενημερώνει έναν πολίτη για τους λόγους για τους οποίους δεν έχει καταχωρίσει την αλληλογραφία του ως «καταγγελία» δεν περιορίζει σε καμία περίπτωση το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής.

Γ. Συμπεράσματα

Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για τη συνέχιση της έρευνάς του.

Ωστόσο, διατυπώνει την ακόλουθη περαιτέρω παρατήρηση:

Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να μην καταχωρίσει ως «καταγγελία» αλληλογραφία πολίτη σχετικά με παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, θα πρέπει πάντα να ενημερώνει τον πολίτη για τους λόγους για τους οποίους το πράττει.

Ο Διαμεσολαβητής θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 19 Νοεμβρίου 2008


(1) Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/268 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77).

(2) Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 2 ανωτέρω, το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ότι τα διαβατήρια πρέπει να έχουν διάρκεια ισχύος τουλάχιστον πέντε ετών.

(3) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [COM(2002) 141 τελικό]· ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

(4) Διακρίσεις εις βάρος ανήλικων ταξιδιωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αριθ. αναφ. 0931/2007.

(5) Το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι «[ο] Διαμεσολαβητής διεξάγει, σύμφωνα με τα καθήκοντά του, έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι (...)».

(6) Το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να διερευνά κατά πόσον ένα κράτος μέλος συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη συνθήκη και, ενδεχομένως, να προσφεύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ ορίζει τα εξής: «Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της παρούσης Συνθήκης, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Εάν το ενδιαφερόμενο κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, η τελευταία μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.»

(7) Βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!