FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2819/2005/BU κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου


Στρασβούργο, 27 Ιουνίου 2008

Αξιότιμη κ. B.,

Στις 30 Αυγούστου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο σας αντιμετώπισε η Μονάδα Ασφαλείας του στις 18 Μαρτίου 2005.

Στις 5 Οκτωβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και ζήτησα από το Κοινοβούλιο να υποβάλει γνωμοδότηση. Το Κοινοβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του στις 23 Φεβρουαρίου 2006. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 18 Μαρτίου 2006.

Στις 10 Μαΐου 2006, απηύθυνα περαιτέρω ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, στο οποίο απάντησε στις 26 Ιουνίου 2006. Σας διαβίβασα την απάντηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 3 Σεπτεμβρίου 2006.

Στις 5 Φεβρουαρίου 2007, υπέβαλα πρόταση φιλικής λύσης στο Κοινοβούλιο σχετικά με μία πτυχή της υπόθεσής σας. Το Κοινοβούλιο γνωμοδότησε στις 30 Μαρτίου 2007. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 24 Ιουνίου 2007.

Στις 29 Ιανουαρίου 2008, υπέβαλα σχέδιο σύστασης στο Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο γνωμοδότησε (στα αγγλικά) στις 20 Μαΐου 2008 και υπέβαλε σλοβακική μετάφραση στις 28 Μαΐου 2008. Σας διαβίβασα και τις δύο γλωσσικές αποδόσεις με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 29 Μαΐου 2008.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η καταγγέλλουσα είναι πρώην βοηθός βουλευτή του ΕΚ, για τον οποίο εργάστηκε βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών που συνήφθη στις 31 Αυγούστου 2004 για περίοδο ενός έτους (η «σύμβαση»). Η σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2004.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά είναι τα εξής:

Την 1η Φεβρουαρίου 2005, ο βουλευτής του ΕΚ απηύθυνε στον καταγγέλλοντα προφορική καταγγελία. Η καταγγέλλουσα επέμεινε ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση, ο βουλευτής του ΕΚ θα έπρεπε να της είχε αποστείλει γραπτή ειδοποίηση καταγγελίας με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ενάμιση μήνα πριν από την καταγγελία. Ο βουλευτής του ΕΚ έδωσε γραπτή ειδοποίηση καταγγελίας στις 10 Φεβρουαρίου 2005 και ο καταγγέλλων την παρέλαβε στις 11 Φεβρουαρίου 2005.

Στις 18 Μαρτίου 2005, δηλαδή πριν από τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης που υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγέλλουσα έλαβε τη γραπτή ειδοποίηση καταγγελίας, ένας από τους φρουρούς ασφαλείας του Κοινοβουλίου, ενεργώντας κατόπιν αιτήματος του βουλευτή του ΕΚ και παρουσία του νέου βοηθού του βουλευτή, διέκοψε την καταγγέλλουσα κατά τη διάρκεια του γεύματός της στο κυλικείο του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες και έλεγξε την κάρτα διαπίστευσής της. Της ζήτησε να σταματήσει να τρώει και αμέσως να αφήσει την καντίνα μαζί του. Παρά το γεγονός ότι ζήτησε δύο φορές να της επιτραπεί να τελειώσει το γεύμα της, η καταγγέλλουσα δεν της επετράπη να το πράξει και «σύρθηκε» από την καντίνα του Κοινοβουλίου παρουσία (εκπληκτικών) ατόμων που γευμάτιζαν ταυτόχρονα. Η καταγγέλλουσα αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον φύλακα ασφαλείας στις εγκαταστάσεις της Μονάδας Ασφαλείας, όπου υποχρεώθηκε να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσης.

Στις 16 Μαΐου 2005, η καταγγέλλουσα υπέβαλε καταγγελία (στα αγγλικά) στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, στην οποία περιέγραψε το ανωτέρω περιστατικό και ζήτησε να ενημερωθεί για την επίσημη θέση του Κοινοβουλίου.

Στις 7 Ιουνίου 2005, ο προϊστάμενος της Μονάδας Ασφαλείας του Κοινοβουλίου απάντησε εξ ονόματος του Προέδρου του Κοινοβουλίου (στα γαλλικά) ως εξής:

  1. Η βουλευτής του ΕΚ γνωστοποίησε στη Μονάδα Ασφαλείας του Κοινοβουλίου την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση με τον καταγγέλλοντα στις 10 Φεβρουαρίου 2005. Κατά συνέπεια, η ηλεκτρονική κάρτα πρόσβασης της καταγγέλλουσας έπρεπε να απενεργοποιηθεί, η κάρτα διαπίστευσής της να αποσυρθεί και τα κλειδιά των γραφείων του βουλευτή του ΕΚ να επιστραφούν. Η ηλεκτρονική κάρτα του καταγγέλλοντος απενεργοποιήθηκε αμέσως.
  2. Στις 18 Μαρτίου 2005, ο φύλακας ασφαλείας ζήτησε από την καταγγέλλουσα να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της, παρατηρώντας ότι αυτή χρησιμοποιούνταν δολίως, δεδομένου ότι δεν ήταν πλέον εξουσιοδοτημένη να τη χρησιμοποιεί. Η καταγγέλλουσα επέστρεψε την κάρτα διαπίστευσης αφού υπέγραψε δήλωση που επιβεβαιώνει ότι το είχε πράξει. Αμέσως μετά, ο φρουρός ασφαλείας οδήγησε τον καταγγέλλοντα εκτός των χώρων του Κοινοβουλίου σύμφωνα με τους κανόνες.
  3. Η κάρτα διαπίστευσης (α) «παρέχει πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μόνο με την άδεια του βουλευτή»· β) ανήκει στο Κοινοβούλιο· δεν συνδέεται με καμία συμβατική συμφωνία ή με κανένα σύστημα προνομίων ή ασυλιών.

Στην καταγγελία της προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για την απάντηση του Κοινοβουλίου τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενό της.

Ισχυρίστηκε ότι:

  1. οι υπηρεσίες ασφαλείας του Κοινοβουλίου την αντιμετώπισαν με ακατάλληλο τρόπο· και
  2. Το Κοινοβούλιο δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη μεταχείριση αυτή και δεν απάντησε στο από 16 Μαΐου 2005 έγγραφό της στη γλώσσα του εγγράφου αυτού.

Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο:

  1. να της καταβάλει αποζημίωση για τη θεραπεία που έλαβε (δεν ανέφερε το ποσό)· και
  2. να της αποσταλεί απάντηση στην επιστολή της 16ης Μαΐου 2005 στην αγγλική ή, εναλλακτικά, στη σλοβακική γλώσσα.

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό και ισχυρισμό της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι η απάντηση του Κοινοβουλίου αποτελεί αδύναμη δικαιολογία για τη βίαιη απομάκρυνσή της από το κυλικείο του Κοινοβουλίου και για την ανάκληση της κάρτας διαπίστευσής της, παρά το γεγονός ότι η προθεσμία προειδοποίησης δεν είχε ακόμη λήξει.

Προς στήριξη του δεύτερου ισχυρισμού και ισχυρισμού της, η καταγγέλλουσα παρέπεμψε στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες των Συνθηκών και πρέπει να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη του Κοινοβουλίου

Η γνώμη του Κοινοβουλίου είχε ως εξής:

  1. Το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας προχώρησε με κάθε σεβασμό στο να ζητήσει από την καταγγέλλουσα να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της, όπως απαιτήθηκε μετά την απόφαση του βουλευτή του ΕΚ να καταγγείλει τη σύμβασή της.
  2. Η καταγγέλλουσα έλαβε πλήρη εξήγηση της κατάστασης σε απάντηση της επιστολής της με ημερομηνία 16 Μαΐου 2005. Το Κοινοβούλιο δεν υποχρεούται να απαντά στην αλληλογραφία του προσωπικού στη γλώσσα του.
  3. Η καταγγέλλουσα δεν αποδέχθηκε τις συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασής της μετά την απόφαση του βουλευτή του ΕΚ, γεγονός που αναπόφευκτα σήμαινε την ανάκληση της κάρτας διαπίστευσής της. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν λόγοι για την παροχή αποζημίωσης στον καταγγέλλοντα.
  4. Η καταγγέλλουσα έλαβε απάντηση στην επιστολή της 16ης Μαΐου 2005 στη γαλλική γλώσσα, η οποία ήταν λυπηρή. Η τρέχουσα πολιτική του Κοινοβουλίου, όσον αφορά την εσωτερική αλληλογραφία, είναι να προσφέρει στο προσωπικό του την επιλογή της αγγλικής ή της γαλλικής γλώσσας.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου δεν περιέχει κανένα σχετικό επιχείρημα σχετικά με το προαναφερθέν περιστατικό και ενέμεινε στους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς της. Διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις για καθένα από τα σημεία του Κοινοβουλίου:

  1. Δεν υπήρχαν λόγοι για τις υπηρεσίες ασφαλείας του Κοινοβουλίου να σύρουν την καταγγέλλουσα από το κυλικείο του Κοινοβουλίου και να της ζητήσουν να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της, δεδομένου ότι βρισκόταν ακόμη εντός της νόμιμης προθεσμίας προειδοποίησης και, ως εκ τούτου, είχε το δικαίωμα να φορέσει την κάρτα διαπίστευσης. Οι υπηρεσίες ασφαλείας δεν ενήργησαν με πλήρη γνώση των γεγονότων, καθώς δεν επαλήθευσαν αν ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να φέρει την κάρτα διαπίστευσης. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο το μέλος των υπηρεσιών ασφαλείας του Κοινοβουλίου διέκοψε το γεύμα της καταγγέλλουσας και την έσυρε μακριά παρουσία άλλων ατόμων έβλαψε την προσωπική φήμη της καταγγέλλουσας και αποτελεί την πιο ταπεινωτική εμπειρία της ζωής της. Εάν οι υπηρεσίες ασφαλείας ήταν πράγματι υποχρεωμένες να παρέμβουν κατά του καταγγέλλοντος, θα μπορούσαν να το πράξουν εκτός της καντίνας και με καταλληλότερο τρόπο.
  2. Η καταγγέλλουσα, υπό την ιδιότητά της ως πολίτη της ΕΕ, υπέβαλε καταγγελία στην αγγλική γλώσσα στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και ανέμενε απάντηση στα αγγλικά ή, εναλλακτικά, στα σλοβακικά.
  3. Η καταγγέλλουσα ενέμεινε στο αίτημά της να της καταβάλει το Κοινοβούλιο αποζημίωση για τη θεραπεία που έλαβε.
  4. Η καταγγέλλουσα συνέστησε στο Κοινοβούλιο να θεωρήσει την καταγγελία της, της 16ης Μαΐου 2005, προς τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ως εξωτερική αλληλογραφία και ενέμεινε στο αίτημά της να λάβει απάντηση στην αγγλική γλώσσα ή, εναλλακτικά, σλοβακική μετάφραση της απάντησης του Κοινοβουλίου στην καταγγελία.
Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική μελέτη της γνώμης του Κοινοβουλίου και των παρατηρήσεων της καταγγέλλουσας, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ανησυχία της για το γεγονός ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου δεν απαντούσε με επαρκείς λεπτομέρειες στους σοβαρούς ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι υπηρεσίες ασφαλείας την απομάκρυναν από το κυλικείο και από τους χώρους του Κοινοβουλίου και έκρινε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο: i) να παράσχει δηλώσεις των μελών της Μονάδας Ασφαλείας που απομάκρυναν τον καταγγέλλοντα από το κυλικείο και από τους χώρους του Κοινοβουλίου, περιγράφοντας λεπτομερώς τι συνέβη· και ii) να σχολιάσει κατά πόσον οι ενέργειες και οι μέθοδοι της Μονάδας Ασφαλείας με την ευκαιρία αυτή ήταν σύμφωνες με τις πολιτικές του Κοινοβουλίου.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου δεν αναφερόταν στους κανόνες του που διέπουν τη διαπίστευση των βοηθών και το έργο τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (1). Δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί περιέχουν, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, διατάξεις που θα μπορούσαν να είναι συναφείς, ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 2 και το άρθρο 4 παράγραφος 3, ζήτησε από το Κοινοβούλιο να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν στην παρούσα υπόθεση ή, εάν δεν εφαρμόστηκαν, τους λόγους για τους οποίους δεν εφαρμόστηκαν. Η Διαμεσολαβήτρια πρόσθεσε ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει, ειδικότερα, το ζήτημα του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης της καταγγέλλουσας πριν από τη λήψη απόφασης με δυσμενείς συνέπειες για την ίδια.

Τέλος, δεδομένου ότι, κατά την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας της στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, η καταγγέλλουσα δεν ήταν πλέον βοηθός, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε και ζήτησε από το Κοινοβούλιο να παράσχει αγγλική μετάφραση της απάντησής του στην καταγγελία της καταγγέλλουσας της 16ης Μαΐου 2005. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε στο άρθρο 21, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 41, παράγραφος 4, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα οποία φαίνεται να παρέχουν στον καταγγέλλοντα το δικαίωμα να λάβει απάντηση στην εν λόγω καταγγελία στη γλώσσα της.

Η περαιτέρω γνώμη του Κοινοβουλίου

Συνοπτικά, το Κοινοβούλιο απάντησε στις περαιτέρω έρευνες ως εξής:

Πρώτον, το Κοινοβούλιο επέστησε την προσοχή στους κανόνες που διέπουν την καταβολή των εξόδων και αποζημιώσεων των βουλευτών (στο εξής: κανόνες ΕΑΒ) και στο παράρτημά τους VI, και συγκεκριμένα στους κανόνες που διέπουν τη διαπίστευση των βοηθών και το έργο τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: κανόνες που διέπουν τη διαπίστευση ΕΑΒ), και παρείχε αντίγραφο των κανόνων ΕΑΒ. Το Κοινοβούλιο σημειώνει ότι, όπως αναφέρεται στους κανόνες ΕΑΒ, καθώς και στα ατομικά υποδείγματα συμβάσεων που χρησιμοποιούν οι βουλευτές του ΕΚ, κάθε βοηθός επιλέγεται, προσλαμβάνεται και απασχολείται υπό την αποκλειστική ευθύνη του βουλευτή του ΕΚ που παραμένει ο μοναδικός εργοδότης του. Το Κοινοβούλιο δεν συνάπτει σε καμία περίπτωση, ούτε τυπικά ούτε ουσιαστικά, συμβατική σχέση με τους βοηθούς. Κατά συνέπεια, όταν προσλαμβάνεται βοηθός, η μονάδα ασφαλείας δημιουργεί δελτίο διαπίστευσης αποκλειστικά κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου βουλευτή του ΕΚ και, όταν λήγει η σύμβαση, η ανάκληση του δελτίου διαπίστευσης πραγματοποιείται επίσης αποκλειστικά βάσει των οδηγιών του ενδιαφερόμενου βουλευτή του ΕΚ. Ως εκ τούτου, όταν ένας βουλευτής του ΕΚ ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι, από μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ένας βοηθός δεν απασχολείται πλέον, η κάρτα διαπίστευσης χάνει τον λόγο ύπαρξής της και, κατά συνέπεια, είναι άκυρη.

Όσον αφορά την πρόταση του Διαμεσολαβητή να εξετάσει το Κοινοβούλιο το ζήτημα του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης της καταγγέλλουσας πριν από τη λήψη απόφασης που έχει δυσμενείς συνέπειες για αυτήν, το Κοινοβούλιο παρέπεμψε στο άρθρο 7 του παραρτήματος VI των κανόνων ΕΑΒ (4). Το Κοινοβούλιο τόνισε, ωστόσο, ότι ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο για τους εν ενεργεία βοηθούς και όχι για πρώην βοηθό που δεν απασχολείται πλέον συμβατικά από τον βουλευτή του ΕΚ και δεν διαθέτει πλέον έγκυρη κάρτα διαπίστευσης. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι δεν θα υπήρχε λόγος να διεξαχθεί προηγούμενη ακρόαση από όργανο του Κοινοβουλίου σχετικά με ζήτημα που αφορά τη συμβατική σχέση μεταξύ ενός βουλευτή του ΕΚ και του βοηθού του και το δικαίωμα των εν λόγω μερών να τερματίσουν την απασχόληση (δικαίωμα για το οποίο το Κοινοβούλιο δεν θα είχε λόγο).

Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι η καταγγέλλουσα είχε ενημερωθεί δεόντως από τις υπηρεσίες του και είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, δεδομένου ότι δεν απασχολούνταν πλέον από τον βουλευτή του ΕΚ, ο τελευταίος δεν μπορούσε πλέον να αναλάβει την ευθύνη για την παρουσία της στους χώρους του Κοινοβουλίου.

Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγέλλουσα είχε πλήρη επίγνωση και πλήρη ενημέρωση σχετικά με τη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τη στιγμή της καταγγελίας της σύμβασής της. Όταν το προσωπικό ασφαλείας, κατόπιν οδηγιών του προϊσταμένου της μονάδας ασφαλείας, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να εγκαταλείψει τους χώρους του Κοινοβουλίου, αυτό πραγματοποιήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τους εσωτερικούς κανόνες του Κοινοβουλίου και χωρίς κανένα περιστατικό που να οδηγεί σε επίσημες δηλώσεις του εμπλεκόμενου προσωπικού.

Κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο παρέσχε αγγλική μετάφραση της απάντησής του της 7ης Ιουνίου 2005 στην καταγγελία του καταγγέλλοντος της 16ης Μαΐου 2005 προς τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στην απάντησή της στην περαιτέρω γνώμη του Κοινοβουλίου, η καταγγέλλουσα επανέλαβε ότι έλαβε γραπτή ειδοποίηση καταγγελίας από τον βουλευτή του ΕΚ στις 11 Φεβρουαρίου 2005 και ότι, από την ημερομηνία αυτή, άρχισε να τρέχει η προθεσμία προειδοποίησης ενάμιση μήνα. Στη συνέχεια, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι η προθεσμία καταγγελίας έληξε στις 25 Μαρτίου 2005 και, μέχρι την ημερομηνία αυτή, η σύμβασή της εξακολουθούσε να ισχύει. Ως εκ τούτου, εξακολουθούσε να είναι βοηθός του βουλευτή και, ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα πρόσβασης στους χώρους του Κοινοβουλίου με τη χρήση της κάρτας διαπίστευσής της. Κατά την άποψη της καταγγέλλουσας, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, την ημέρα του συμβάντος της 18ης Μαρτίου 2005, η δήλωση στην περαιτέρω γνώμη του Κοινοβουλίου «όταν λήγει η σύμβαση» δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωσή της. Για τους ίδιους λόγους, η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι το Κοινοβούλιο διαπράττει επανειλημμένα σοβαρό σφάλμα όταν θεωρεί ότι, στις 18 Μαρτίου 2005, ήταν «πρώην βοηθός».

Όσον αφορά τη δήλωση του Κοινοβουλίου ότι «η καταγγέλλουσα είχε πλήρη επίγνωση και πλήρη ενημέρωση για τη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τη στιγμή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της», η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι τα μόνα πραγματικά περιστατικά που γνώριζε πλήρως ήταν ότι η προθεσμία προειδοποίησης εξακολουθούσε να τρέχει και ότι η κάρτα διαπίστευσής της εξακολουθούσε να ισχύει. Η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε επίσης τη δήλωση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία «είχε επίσης ενημερωθεί δεόντως από τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου», δηλώνοντας ότι αυτό δεν συνέβαινε.

Η καταγγέλλουσα κατέληξε επαναλαμβάνοντας ότι θεωρεί ότι η μεταχείριση που της επιφυλάχθηκε από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Κοινοβουλίου συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της και διατήρησε το αίτημά της για οικονομική αποζημίωση για τη μεταχείριση που της επιφυλάχθηκε.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Μετά από προσεκτική εξέταση των γνωμοδοτήσεων και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε απαντήσει επαρκώς στον πρώτο ισχυρισμό και ισχυρισμό της καταγγέλλουσας σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας την απομάκρυνε από το κυλικείο και από τους χώρους του Κοινοβουλίου.

Η πρόταση για μια φιλική λύση

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (5) δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης και να ικανοποιηθεί ο καταγγέλλων.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να ζητήσει συγγνώμη από την καταγγέλλουσα για τη μεταχείριση που της επιφυλάχθηκε στις 18 Μαρτίου 2005 και να της καταβάλει εύλογη χρηματική αποζημίωση για την ίδια μεταχείριση.

Γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση για φιλική λύση

Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Πρώτον, το Κοινοβούλιο επανέλαβε την άποψή του ότι το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του ενήργησε με κατάλληλο τρόπο όταν ζήτησε από την καταγγέλλουσα να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της μετά τη λύση της σύμβασής της από τον βουλευτή του ΕΚ. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, ο καταγγέλλων συμφώνησε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και να επιστρέψει την κάρτα.

Στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο σημείωσε ότι «[ο]ι κανόνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζουν ότι ο κάτοχος δελτίου που χορηγεί συγκεκριμένη μορφή πρόσβασης πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στους κανόνες που καταρτίζει ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου· Οι κάρτες βοηθών χορηγούνται σε πρόσωπα που έχουν άμεσο επαγγελματικό ή ιδιωτικό δεσμό με βουλευτή.»

Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη μεταξύ του καταγγέλλοντος και του βουλευτή του ΕΚ στις 31 Αυγούστου 2004, η οποία έληξε στις 15 Μαρτίου 2005, είναι, από νομική άποψη, σύμβαση παρόχου υπηρεσιών και το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί εργοδότης ή συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν.

Το Κοινοβούλιο δηλώνει επίσης ότι, δεδομένης της άμεσης σχέσης μεταξύ του βοηθού και του βουλευτή του ΕΚ, ο τελευταίος είναι απολύτως ελεύθερος, μετά τη λήξη της σύμβασης, να ζητήσει από τον βοηθό να μην επιστρέψει στο γραφείο για να εργαστεί κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η προθεσμία προειδοποίησης αποσκοπεί στην προστασία του βοηθού μόνο από την άποψη του μισθού, αλλά πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά από τους υπογράφοντες τη σύμβαση εάν ο βοηθός θα εργαστεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προειδοποίησης. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα δεν έχει καμία βάση για να απαιτήσει από τον βουλευτή του ΕΚ να την αφήσει να συνεχίσει να εργάζεται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι ο βουλευτής του ΕΚ επιθυμούσε ο καταγγέλλων να διακόψει αμέσως την εργασία του και ότι η κάρτα διαπίστευσης βοηθού εκδίδεται αποκλειστικά για τον λόγο ότι υπάρχει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του βοηθού και του βουλευτή του ΕΚ, η καταγγέλλουσα δεν είχε λόγους να δικαιολογήσει την παρουσία της στους χώρους του Κοινοβουλίου την ημέρα του περιστατικού της 18ης Μαρτίου 2005.

Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένων των ανωτέρω περιστάσεων, «δεν είναι σε θέση να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα». Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι «δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη ως εργοδότης και δεν μπορεί να προσφέρει οικονομική αποζημίωση σε περίπτωση που η σύμβαση είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου δεόντως συναφθείσα σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο».

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, η καταγγέλλουσα επισήμανε τη δήλωση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του ενήργησε με τον κατάλληλο τρόπο όταν της ζήτησε να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσης μετά τη λήξη της σύμβασής της από τον βουλευτή του ΕΚ. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, έχοντας προβεί στη δήλωση αυτή, το Κοινοβούλιο i) αγνόησε εν γνώσει του τη διαπίστωση του Διαμεσολαβητή ότι συμπεριφερόταν αθέμιτα σε πολίτη της ΕΕ· και ii) αγνόησε το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης συνδέεται με την απόδειξη παραλαβής (της ειδοποίησης καταγγελίας) της 11ης Φεβρουαρίου 2005 και δεν έλαβε υπόψη ότι, στις 18 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων εξακολουθούσε να βρίσκεται εντός της προθεσμίας προειδοποίησης και, ως εκ τούτου, είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την κάρτα διαπίστευσης.

Η καταγγέλλουσα διερωτήθηκε επίσης σε ποια βάση το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι ο βουλευτής του ΕΚ επιθυμούσε να διακόψει αμέσως την εργασία της και ότι η κάρτα διαπίστευσης βοηθού εκδίδεται αποκλειστικά και μόνο επειδή υπάρχει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του βοηθού και του βουλευτή του ΕΚ, δεν είχε λόγους να δικαιολογήσει την παρουσία της στους χώρους του Κοινοβουλίου στις 18 Μαρτίου 2005. Στο πλαίσιο αυτό, η καταγγέλλουσα επισήμανε εκ νέου ότι η σύμβασή της ίσχυε έως τις 25 Μαρτίου 2005 και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 των κανόνων που διέπουν τη διαπίστευση, ένας βοηθός που διαθέτει έγκυρη κάρτα διαπίστευσης, όπως στην περίπτωση της καταγγέλλουσας, δεν χρειάζεται την άδεια του βουλευτή του ΕΚ για να διαμείνει στους χώρους του Κοινοβουλίου.

Η καταγγέλλουσα εξέφρασε επίσης τη διαφωνία της με τη δήλωση του Κοινοβουλίου ότι συμφώνησε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσης. Δήλωσε ότι της αφαιρέθηκε δια της βίας η κάρτα διαπίστευσης και ότι η δήλωση που πιστοποιούσε την επιστροφή της χορηγήθηκε σε αυτήν μόνο κατόπιν αιτήματός της να λάβει τέτοια δήλωση.

Τέλος, η καταγγέλλουσα σημείωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν αντιμετώπισε τον «σκανδαλώδη τρόπο» με τον οποίο το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας την συνόδευσε έξω από τους χώρους του Κοινοβουλίου και, ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο δεν είναι σε θέση να της ζητήσει συγγνώμη.

ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Το σχέδιο σύστασης

Στις 29 Ιανουαρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στο Κοινοβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη από την καταγγέλλουσα για τη μεταχείρισή της στις 18 Μαρτίου 2005. Για να υπογραμμίσει την ειλικρίνεια της συγγνώμης του, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να προσφέρει στον καταγγέλλοντα μια χαριστική πληρωμή. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το ποσό των 1000 ευρώ θα ήταν κατάλληλο για μια τέτοια πληρωμή.

Το σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

(1) Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, στις 18 Μαρτίου 2005 (δηλαδή πριν από τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης) και παρουσία άλλων ατόμων, ένα μέλος της Μονάδας Ασφαλείας του Κοινοβουλίου την διέκοψε κατά τη διάρκεια του γεύματος της στο κυλικείο του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες και της ζήτησε να σταματήσει να τρώει και να φύγει αμέσως από το κυλικείο μαζί του. Η καταγγέλλουσα αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη φρουρά στις εγκαταστάσεις της Μονάδας Ασφαλείας, όπου έπρεπε να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της. Στη συνέχεια της ζητήθηκε να εγκαταλείψει τους χώρους του Κοινοβουλίου. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας του Κοινοβουλίου την αντιμετώπισαν ακατάλληλα και ζήτησε αποζημίωση για τη μεταχείριση που έλαβε.

(2) Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του ζήτησε από την καταγγέλλουσα, με όλο τον σεβασμό, να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, ήταν υποχρεωμένη να το πράξει βάσει της απόφασης του βουλευτή του ΕΚ να καταγγείλει τη σύμβασή της. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η καταγγέλλουσα δεν αποδέχθηκε τις συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασής της. Αυτό σήμαινε, αναπόφευκτα, ότι η κάρτα διαπίστευσής της θα ανακληθεί. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι για την παροχή αποζημίωσης στον καταγγέλλοντα.

(3) Στην απάντησή του στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε i) στους κανόνες ΕΑΒ· ii) τους κανόνες που διέπουν τη διαπίστευση· και iii) τα μεμονωμένα υποδείγματα συμβάσεων που χρησιμοποιούν οι βουλευτές του ΕΚ. Το Κοινοβούλιο σημειώνει ότι κάθε κοινοβουλευτικός βοηθός επιλέγεται, προσλαμβάνεται και απασχολείται υπό την αποκλειστική ευθύνη του ενδιαφερόμενου βουλευτή του ΕΚ και ότι το Κοινοβούλιο δεν παρεμβαίνει στις συμβατικές σχέσεις των βουλευτών του ΕΚ με τους βοηθούς τους. Ως εκ τούτου, όταν ένας βουλευτής του ΕΚ ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι, από μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ένας βοηθός δεν απασχολείται πλέον, η κάρτα διαπίστευσης χάνει τον λόγο ύπαρξής της και, κατά συνέπεια, είναι άκυρη.

(4) Στην απάντησή του στην πρόταση για φιλική λύση, το Κοινοβούλιο επανέλαβε την άποψή του ότι το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του προχώρησε με τον κατάλληλο τρόπο όταν ζήτησε από την καταγγέλλουσα να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της μετά τη λήξη της σύμβασής της από τον βουλευτή του ΕΚ. Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι «[ο]ι κανόνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζουν ότι ο κάτοχος δελτίου που χορηγεί συγκεκριμένη μορφή πρόσβασης πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στους κανόνες που καταρτίζει ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου· Οι κάρτες βοηθών χορηγούνται σε άτομα που έχουν άμεσο επαγγελματικό ή ιδιωτικό δεσμό με βουλευτή». Επισήμανε επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί εργοδότης βάσει της σύμβασης ιδιωτικού δικαίου που έχει συναφθεί μεταξύ του καταγγέλλοντος και του βουλευτή του ΕΚ ή συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν. Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι, δεδομένου ότι ο βουλευτής του ΕΚ επιθυμεί ο καταγγέλλων να διακόψει αμέσως την εργασία του και η κάρτα διαπίστευσης βοηθού εκδίδεται αποκλειστικά και μόνο επειδή υπάρχει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του βοηθού και του βουλευτή του ΕΚ, ο καταγγέλλων δεν έχει λόγους να δικαιολογήσει την παρουσία του στους χώρους του Κοινοβουλίου την ημέρα του συμβάντος της 18ης Μαρτίου 2005. Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένων των ανωτέρω περιστάσεων, «δεν είναι σε θέση να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα». Προσέθεσε ότι «δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη ως εργοδότης και δεν μπορεί να προσφέρει οικονομική αποζημίωση σε περίπτωση που η σύμβαση είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου δεόντως συναφθείσα σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο».

(5) Με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης και 15ης Νοεμβρίου 2007, ο βουλευτής του ΕΚ ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή για τις νομικές διαδικασίες που κίνησε η καταγγέλλουσα εναντίον της ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης.

Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ (6) και το άρθρο 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του (7), ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την εκτίμησή του σχετικά με την εφαρμογή από το Κοινοβούλιο των άρθρων 2 παράγραφος 8 και 4 παράγραφος 9 των κανόνων που διέπουν τη διαπίστευση στην κατάσταση του καταγγέλλοντος χωρίς να καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα ως προς το θέμα αυτό, διότι τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, είναι κρίσιμα για την εν λόγω εκτίμηση.

(6) Στην επιστολή του με την οποία απηύθυνε περαιτέρω ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης της καταγγέλλουσας πριν από τη λήψη απόφασης με δυσμενείς συνέπειες για αυτήν. Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στο άρθρο 7 του παραρτήματος VI των ρυθμίσεων ΕΑΒ (10), αλλά τόνισε ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στους βοηθούς «εν ενεργεία» και όχι στους πρώην βοηθούς χωρίς έγκυρη κάρτα διαπίστευσης. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι δεν υπάρχει λόγος να διεξαχθεί προηγούμενη ακρόαση από το Κοινοβούλιο σχετικά με ζήτημα που αφορά τη συμβατική σχέση μεταξύ ενός βουλευτή του ΕΚ και του βοηθού του και το δικαίωμα των εν λόγω μερών να τερματίσουν την εν λόγω απασχόληση.

(7) Ως εκ τούτου, στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τη σοβαρή ανησυχία του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν αναφέρθηκε στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 41 «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης». Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει επίσης «το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση, πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του (...)»(η υπογράμμιση δική μου). Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Κοινοβούλιο παραδέχθηκε ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν έγινε σεβαστό.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν αναφέρθηκε στην ανωτέρω διάταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην απάντησή του, απορρίπτοντας την πρόταση για φιλική λύση, επιβεβαιώνοντας έτσι το προσωρινό συμπέρασμα της Διαμεσολαβήτριας ότι δεν έγινε σεβαστό το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος.

(8) Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε μη πειστική τη δήλωση του Κοινοβουλίου ότι δεν θα υπήρχε λόγος να ακούσει την καταγγέλλουσα για ζήτημα που σχετίζεται με τη συμβατική σχέση μεταξύ αυτής ως κοινοβουλευτικού βοηθού και του ενδιαφερόμενου βουλευτή του ΕΚ και με τα αντίστοιχα δικαιώματά τους να τερματίσουν την απασχόληση.

Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής τόνισε ότι η απουσία συμβατικής σχέσης μεταξύ του Κοινοβουλίου και της καταγγέλλουσας δεν απαλλάσσει το Κοινοβούλιο από το καθήκον να εφαρμόζει ορθά τους δικούς του κανόνες, καθώς και τις αρχές της χρηστής διοίκησης στην καταγγέλλουσα και να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματά της.

Δεύτερον, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης είχε άμεσο αντίκτυπο στο κατά πόσον, την ημέρα του συμβάντος, η κάρτα διαπίστευσης της καταγγέλλουσας εξακολουθούσε να ισχύει και, ως εκ τούτου, κατά πόσον το Κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να την απομακρύνει από τους χώρους του (το οποίο, κατά την έννοια του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ήταν ασφαλώς μέτρο που επηρέασε αρνητικά την καταγγέλλουσα).

Ως εκ τούτου, εναπέκειτο στο Κοινοβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να ακούσει την καταγγέλλουσα σχετικά με το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης πριν από την απομάκρυνσή της από τους χώρους του. Η παράλειψη του Κοινοβουλίου να το πράξει συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

(9) Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε τη δήλωση του Κοινοβουλίου, η οποία έγινε σε απάντηση των περαιτέρω ερευνών του, ότι το άρθρο 7 των κανόνων που διέπουν τη διαπίστευση δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Η διάταξη αυτή αφορά μια κατάσταση κατά την οποία οι Κοσμήτορες θεωρούν ότι οι ενέργειες ή η συμπεριφορά του βοηθού είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, από τη δήλωση του Κοινοβουλίου προκύπτει ότι δεν θεώρησε την παρουσία του καταγγέλλοντος στους χώρους του ως επιζήμια για τα συμφέροντά του ως θεσμικού οργάνου.

(10) Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε επίσης τις δηλώσεις της καταγγέλλουσας, τις οποίες το Κοινοβούλιο ουδέποτε αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, ότι το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας την πλησίασε στο κυλικείο κατά τη διάρκεια του γεύματος, παρουσία άλλων γευσιγνωστών, και χωρίς καν να της επιτρέψει να τελειώσει το γεύμα της ζήτησε να φύγει αμέσως. Ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου στην παρατήρηση της καταγγέλλουσας ότι ο τρόπος με τον οποίο ο φύλακας ασφαλείας την διέκοψε κατά τη διάρκεια του γεύματος και την «τράβηξε» από την καντίνα παρουσία των άλλων γευσιγνωστών έβλαψε την προσωπική της φήμη και αποτελεί την πιο ταπεινωτική εμπειρία της ζωής της.

(11) Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 (Αναλογικότητα) του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς προβλέπει ότι, «[κ]ατά τη λήψη αποφάσεων, ο υπάλληλος μεριμνά ώστε τα ληφθέντα μέτρα να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο υπάλληλος αποφεύγει ιδίως να περιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών ή να τους επιβάλλει κατηγορίες, όταν οι εν λόγω περιορισμοί ή κατηγορίες δεν έχουν εύλογη σχέση με τον σκοπό της επιδιωκόμενης δράσης.»

(12) Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μια τέτοια ταπεινωτική συμπεριφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί αναλογική μόνον εάν η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος θεωρούνταν επιζήμια για τα συμφέροντα του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, από το σημείο 9 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι αυτό δεν συνέβη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παρέμβαση του προσωπικού της Μονάδας Ασφαλείας κατά του καταγγέλλοντος δεν ήταν αναλογική και συνιστούσε άλλη περίπτωση κακοδιοίκησης.

(13) Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παραβίαση από το Κοινοβούλιο του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης του καταγγέλλοντος και της αρχής της αναλογικότητας συνιστούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, υπέβαλε το προαναφερόμενο σχέδιο σύστασης.

Γνώμη του Κοινοβουλίου

Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η καταγγελία είναι αβάσιμη. Κατά το Κοινοβούλιο, ως κοινοβουλευτικός βοηθός, η καταγγέλλουσα ήταν κάτοχος δελτίου διαπίστευσης το οποίο ίσχυε καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της υπό την ιδιότητα αυτή.

Το Κοινοβούλιο προσέθεσε ότι, όταν η βουλευτής του ΕΚ αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση και «με ανεξαρτησία από τα συμβατικά δικαιώματα [της καταγγέλλουσας]», η Μονάδα Ασφαλείας έλαβε εντολή να ανακτήσει την κάρτα διαπίστευσης από αυτήν, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα κτίρια του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, «[ε]ντούτοις, θα έπρεπε να είχε δώσει αυτή την κάρτα απευθείας.» Δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στο Κοινοβούλιο ως βοηθός του βουλευτή του ΕΚ.

Το Κοινοβούλιο συνέχισε λέγοντας ότι, μετά την ημέρα κατά την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση, ο καταγγέλλων βρέθηκε στο κυλικείο του Κοινοβουλίου. Δεδομένου ότι η κάρτα διαπίστευσής της δεν ήταν πλέον έγκυρη, της ζητήθηκε να την παραδώσει στη Μονάδα Ασφαλείας, η οποία απλώς εφάρμοσε τους ισχύοντες κανόνες. Ωστόσο, ο καταγγέλλων εξακολουθούσε να δικαιούται να εισέλθει στα κτίρια του Κοινοβουλίου ως επισκέπτης.

Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ενήργησε κατά τρόπο επιζήμιο για τα συμφέροντα της καταγγέλλουσας και, ως εκ τούτου, δεν ζητούσε συγγνώμη ή αποζημίωση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι και πάλι εξεπλάγη δυσάρεστα από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε επανειλημμένα αποτύχει να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσε ο Διαμεσολαβητής και απλώς συνέχισε να αναφέρεται στην κάρτα διαπίστευσης εν γένει.

Ζητεί από το Κοινοβούλιο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με διάφορες δηλώσεις που περιέχονται στη γνωμοδότησή του. Για παράδειγμα, ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με τις δηλώσεις του Κοινοβουλίου ότι: i) η καταγγελία της είναι αβάσιμη· ii) τερματίστηκε η απασχόλησή της ως κοινοβουλευτικού βοηθού· iii) ανατέθηκε στη Μονάδα Ασφαλείας, «με ανεξαρτησία από τα συμβατικά της δικαιώματα», να ανακτήσει την κάρτα διαπίστευσης από αυτήν· ή iv) η Μονάδα Ασφαλείας ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα κτίρια του Κοινοβουλίου.

Η καταγγέλλουσα ρώτησε επίσης γιατί το Κοινοβούλιο αγνόησε τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή, τα οποία περιέχονται στο σχέδιο σύστασής του, ότι η μεταχείρισή της από το Κοινοβούλιο αφορούσε περιπτώσεις κακοδιοίκησης που συνίσταντο σε παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματός της ακρόασης και της αρχής της αναλογικότητας. Καταλήγει δηλώνοντας ότι το Κοινοβούλιο έβλαψε τα συμφέροντά της και ρωτά γιατί το Κοινοβούλιο, ως θεσμικό όργανο που εκλέγεται απευθείας από τους πολίτες της ΕΕ, δεν θεωρεί σκόπιμο να ζητήσει συγγνώμη από έναν πολίτη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη ανάρμοστη μεταχείριση του καταγγέλλοντος

1.1 Η καταγγέλλουσα, πρώην βοηθός βουλευτή του ΕΚ, δήλωσε ότι, στις 18 Μαρτίου 2005 (δηλαδή πριν από τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης) και παρουσία άλλων ατόμων, ένα μέλος της Μονάδας Ασφαλείας του Κοινοβουλίου την διέκοψε κατά τη διάρκεια του γεύματος της στο κυλικείο του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες και της ζήτησε να σταματήσει να τρώει και να φύγει αμέσως από το κυλικείο μαζί του. Η καταγγέλλουσα αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη φρουρά στις εγκαταστάσεις της Μονάδας Ασφαλείας, όπου έπρεπε να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της. Στη συνέχεια της ζητήθηκε να εγκαταλείψει τους χώρους του Κοινοβουλίου. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας του Κοινοβουλίου την αντιμετώπισαν ακατάλληλα και ζήτησε αποζημίωση για τη μεταχείριση που έλαβε.

1.2 Στη γνώμη του και στην απάντησή του στις περαιτέρω έρευνες, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε ουσιαστικά στην άμεση συμβατική σχέση μεταξύ των βουλευτών του ΕΚ και των βοηθών τους και έκρινε ότι το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του αντιμετώπιζε τον καταγγέλλοντα με τον κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να της ζητήσει συγγνώμη ή αποζημίωση.

1.3 Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν προέβαλε κανένα βάσιμο επιχείρημα που να δικαιολογεί τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στην καταγγέλλουσα και, ως εκ τούτου, υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης, σύμφωνα με την οποία το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να της ζητήσει συγγνώμη και να της καταβάλει εύλογη χρηματική αποζημίωση για τη μεταχείριση αυτή.

1.4 Στην απάντησή του στην πρόταση του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο επανέλαβε ουσιαστικά την άποψή του ότι το προσωπικό της μονάδας ασφαλείας του αντιμετώπιζε τον καταγγέλλοντα με τον κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις σχετικά με την άμεση συμβατική σχέση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του βουλευτή του ΕΚ και το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν ήταν εργοδότης ή συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου που συνήψαν. Στη βάση αυτή, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη ή αποζημίωση από τον καταγγέλλοντα.

1.5 Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η απάντηση του Κοινοβουλίου στην πρόταση για φιλική λύση δεν ήταν επαρκής και, ως εκ τούτου, υπέβαλε σχέδιο σύστασης στο οποίο το ζήτημα εξετάστηκε ως εξής.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, στην επιστολή του με την οποία απηύθυνε περαιτέρω ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, ζήτησε από το Κοινοβούλιο να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης της καταγγέλλουσας πριν από τη λήψη απόφασης με δυσμενείς συνέπειες για την ίδια. Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στο άρθρο 7 του παραρτήματος VI των ρυθμίσεων ΕΑΒ (11), αλλά τόνισε ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στους βοηθούς «εν ενεργεία» και όχι στους πρώην βοηθούς χωρίς έγκυρη κάρτα διαπίστευσης. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι δεν υπάρχει λόγος να διεξαχθεί προηγούμενη ακρόαση από το Κοινοβούλιο σχετικά με ζήτημα που αφορά τη συμβατική σχέση μεταξύ ενός βουλευτή του ΕΚ και του βοηθού του και το δικαίωμα των εν λόγω μερών να τερματίσουν την εν λόγω απασχόληση.

1.7 Ως εκ τούτου, στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τη σοβαρή ανησυχία του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν αναφέρθηκε στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης». Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει επίσης «το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση, πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του (...)»(η υπογράμμιση δική μου). Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Κοινοβούλιο παραδέχθηκε ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν έγινε σεβαστό.

1.8 Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν αναφέρθηκε στην ανωτέρω διάταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην απάντησή του, απορρίπτοντας την πρόταση για φιλική λύση, επιβεβαιώνοντας έτσι το προσωρινό συμπέρασμα της Διαμεσολαβήτριας ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος δεν έγινε σεβαστό. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε μη πειστική τη δήλωση του Κοινοβουλίου ότι δεν θα υπήρχε λόγος να ακούσει την καταγγέλλουσα για ζήτημα που σχετίζεται με τη συμβατική σχέση μεταξύ αυτής ως κοινοβουλευτικού βοηθού και του ενδιαφερόμενου βουλευτή του ΕΚ και με τα αντίστοιχα δικαιώματά τους να τερματίσουν την απασχόληση. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης είχε άμεσο αντίκτυπο στο κατά πόσον η κάρτα διαπίστευσης της καταγγέλλουσας ήταν έγκυρη και, ως εκ τούτου, κατά πόσον το Κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να την απομακρύνει από τους χώρους του και ότι, ως εκ τούτου, εναπόκειται στο Κοινοβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να ακούσει την καταγγέλλουσα σχετικά με το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης πριν από την απομάκρυνσή της από τους χώρους του. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη του Κοινοβουλίου να το πράξει συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

1.9 Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε τη δήλωση του Κοινοβουλίου, που έγινε σε απάντηση των περαιτέρω ερευνών του, ότι το άρθρο 7 των κανόνων που διέπουν τη διαπίστευση δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αφορά μια κατάσταση κατά την οποία οι Κοσμήτορες θεωρούν ότι οι ενέργειες ή η συμπεριφορά του βοηθού είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου, από τη δήλωση του Κοινοβουλίου προκύπτει ότι δεν θεώρησε την παρουσία του καταγγέλλοντος στους χώρους του επιζήμια για τα συμφέροντά του.

1.10 Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε επίσης τις δηλώσεις της καταγγέλλουσας, τις οποίες το Κοινοβούλιο ουδέποτε αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, ότι το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας την πλησίασε στο κυλικείο κατά τη διάρκεια του γεύματος, παρουσία άλλων γευσιγνωστών, και χωρίς καν να της επιτρέψει να τελειώσει το γεύμα της ζήτησε να φύγει αμέσως, και ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε έβλαψε την προσωπική της φήμη και αποτελεί την πιο ταπεινωτική εμπειρία της ζωής της.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 (Αναλογικότητα) του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς προβλέπει ότι, «[κ]ατά τη λήψη αποφάσεων, ο υπάλληλος μεριμνά ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο υπάλληλος αποφεύγει ιδίως να περιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών ή να τους επιβάλλει κατηγορίες, όταν οι εν λόγω περιορισμοί ή κατηγορίες δεν έχουν εύλογη σχέση με τον σκοπό της επιδιωκόμενης δράσης.»

1.11 Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μια τέτοια ταπεινωτική συμπεριφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί αναλογική μόνον εάν η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος θεωρούνταν επιζήμια για τα συμφέροντα του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, από το σημείο 1.9 ανωτέρω προκύπτει ότι αυτό δεν συνέβη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παρέμβαση του προσωπικού της Μονάδας Ασφαλείας κατά του καταγγέλλοντος δεν ήταν αναλογική και συνιστούσε άλλη περίπτωση κακοδιοίκησης.

1.12 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παραβίαση από το Κοινοβούλιο του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης της καταγγέλλουσας και της αρχής της αναλογικότητας συνιστούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, υπέβαλε το σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο το Κοινοβούλιο θα πρέπει i) να ζητήσει συγγνώμη από την καταγγέλλουσα για τη μεταχείριση που επιφύλαξε σε αυτήν στις 18 Μαρτίου 2005· και ii) να εξετάσει το ενδεχόμενο να της προσφέρει χαριστική πληρωμή, για την οποία το ποσό των 1000 ευρώ θα ήταν κατάλληλο κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή.

1.13 Στη γνώμη του σχετικά με το σχέδιο σύστασης, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η καταγγελία είναι αβάσιμη. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η καταγγέλλουσα ήταν κάτοχος κάρτας διαπίστευσης που ίσχυε για τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησής της και δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στο Κοινοβούλιο ως βοηθός του βουλευτή του ΕΚ όταν ο βουλευτής του ΕΚ αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβασή της. Η Μονάδα Ασφαλείας έλαβε εντολή να ανακτήσει την κάρτα διαπίστευσης από αυτήν, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα κτίρια του Κοινοβουλίου, δεδομένου ότι η κάρτα δεν ισχύει πλέον. Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ενήργησε κατά τρόπο επιζήμιο για τα συμφέροντα της καταγγέλλουσας και, ως εκ τούτου, δεν ζητήθηκε συγγνώμη ή αποζημίωση.

1.14 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, τόσο στη γνώμη του όσο και στην απάντησή του στην πρόταση για φιλική λύση, το Κοινοβούλιο αναφέρει γενικά ότι το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας του ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα κτίρια του Κοινοβουλίου και απλώς εφάρμοσε αυτούς τους κανόνες. Ειδικότερα, δεν παραθέτει καμία ειδική νομική διάταξη βάσει της οποίας θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκε ο καταγγέλλων στις 18 Μαρτίου 2005. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι το Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε με κανέναν τρόπο τους σοβαρούς ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες το προσωπικό της Μονάδας Ασφαλείας παρενέβη εναντίον της και τις συγκεκριμένες μεθόδους που χρησιμοποίησε για την απομάκρυνσή της από το κυλικείο. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου δεν εξετάζει τα πορίσματά του για κακοδιοίκηση που συνίσταται σε παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης του καταγγέλλοντος και της αρχής της αναλογικότητας.

1.15 Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει τις διάφορες ερωτήσεις της καταγγέλλουσας που διατυπώνονται στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου επί του σχεδίου σύστασης. Ωστόσο, ενόψει της πορείας της παρούσας έρευνας μέχρι στιγμής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να ζητήσει περαιτέρω σχόλια από το Κοινοβούλιο σχετικά με την εν λόγω υπόθεση.

1.16 Με βάση τα ανωτέρω και ελλείψει νέων επιχειρημάτων ή αποδεικτικών στοιχείων από το Κοινοβούλιο, ο Διαμεσολαβητής εμμένει στη διαπίστωση κακοδιοίκησης, η οποία περιλαμβάνεται στο σχέδιο σύστασής του, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

1.17 Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 της απόφασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων (12), σε περίπτωση που ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη του θεσμικού οργάνου σχετικά με το σχέδιο σύστασής του δεν είναι ικανοποιητική, μπορεί να συντάξει ειδική έκθεση προς το Κοινοβούλιο σχετικά με την περίπτωση κακοδιοίκησης. Στην ετήσια έκθεσή του για το 1998, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο ήταν ανεκτίμητης αξίας για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα για τα οποία το Κοινοβούλιο θα είναι σε θέση να αναλάβει δράση προκειμένου να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή (13). Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.

1.18 Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν ήταν πρόθυμη να επανορθώσει την κακοδιοίκηση στην παρούσα υπόθεση, πραγματοποιώντας την πληρωμή ex gratia που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει λόγο να υποπτεύεται ότι η αξιοθρήνητη μεταχείριση του καταγγέλλοντος ήταν αποτέλεσμα γενικής πολιτικής και όχι μεμονωμένου σφάλματος κρίσης, δεν θεωρεί δικαιολογημένη τη σύνταξη ειδικής έκθεσης. Ως εκ τούτου, θα θέσει την υπόθεση στο αρχείο με τη σχετική επικριτική παρατήρηση που ακολουθεί.

2 Εικαζόμενη παράλειψη απαντήσεως σε επιστολή στη γλώσσα στην οποία συντάχθηκε

2.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο παρέλειψε να απαντήσει στην επιστολή της 16ης Μαΐου 2005 στη γλώσσα στην οποία συντάχθηκε, δηλαδή στην αγγλική, και ζήτησε να της απαντήσει στην επιστολή αυτή στην αγγλική ή, εναλλακτικά, στη σλοβακική γλώσσα.

2.2 Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι δεν υποχρεούται να απαντά στην αλληλογραφία του προσωπικού στη γλώσσα του. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η καταγγέλλουσα έλαβε απάντηση στην επιστολή της στα γαλλικά, η οποία ήταν λυπηρή. Προσέθεσε ότι η τρέχουσα πολιτική της, όσον αφορά την εσωτερική αλληλογραφία, είναι να προσφέρει στο προσωπικό της την επιλογή της αγγλικής ή της γαλλικής γλώσσας.

2.3 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι συνέταξε επιστολή στην αγγλική γλώσσα προς το Κοινοβούλιο υπό την ιδιότητά της ως πολίτη της ΕΕ και ανέμενε απάντηση στα αγγλικά ή, εναλλακτικά, στα σλοβακικά.

2.4 Στην επιστολή του με την οποία απηύθυνε περαιτέρω ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 21 της Συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 41 παράγραφος 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα οποία φαίνεται να παρέχουν στον καταγγέλλοντα το δικαίωμα να λάβει απάντηση στην επιστολή στη γλώσσα στην οποία είχε συνταχθεί η εν λόγω επιστολή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στο Κοινοβούλιο να παράσχει αγγλική μετάφραση της απάντησής του στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Μαΐου 2005.

2.5 Επισυνάπτοντας την απάντησή του στις περαιτέρω έρευνες, το Κοινοβούλιο παρέσχε αγγλική μετάφραση της απάντησής του στην επιστολή του καταγγέλλοντος.

2.6 Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

3 Συμπέρασμα

3.1 Βάσει των πορισμάτων του Διαμεσολαβητή στο σημείο 1 ανωτέρω, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η μεταχείριση της καταγγέλλουσας από το Κοινοβούλιο στις 18 Μαρτίου 2005, με την οποία ένα μέλος της Μονάδας Ασφαλείας του Κοινοβουλίου την διέκοψε κατά τη διάρκεια του γεύματός της στην καντίνα του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες και, παρουσία άλλων ατόμων και χωρίς να της επιτρέψει να τελειώσει το γεύμα της, της ζήτησε να σταματήσει να τρώει και να τον ακολουθήσει αμέσως στους χώρους της Μονάδας Ασφαλείας, όπου έπρεπε να επιστρέψει την κάρτα διαπίστευσής της και στη συνέχεια να εγκαταλείψει τους χώρους του Κοινοβουλίου, αφορούσε περιπτώσεις κακοδιοίκησης που συνίσταντο σε παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματός της ακρόασης και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

3.2 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Παράρτημα VI των κανονιστικών ρυθμίσεων περί καταβολής των εξόδων και αποζημιώσεων των βουλευτών.

(2) Άρθρο 2: «Η παρούσα κάρτα [διαπίστευσης] ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ του βουλευτή και του βοηθού (…). Η κάρτα πρέπει να επιστραφεί στην υπηρεσία έκδοσης κατά τη λήξη της σύμβασης του βοηθού.»

(3) Άρθρο 4: «Η κάρτα διαπίστευσης παρέχει στον βοηθό το δικαίωμα:

  • πρόσβαση στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως η βιβλιοθήκη, τα εστιατόρια, τα γκαράζ και το κέντρο διανομής εγγράφων,
  • να εργάζεται στο γραφείο του εργοδότη βουλευτή, με την επιφύλαξη της εξουσιοδότησής του (…)».

(4) «Οι Κοσμήτορες μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να ανακαλέσουν την κάρτα διαπίστευσης εάν κρίνουν ότι οι ενέργειες ή η συμπεριφορά του βοηθού είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου. Οι Κοσμήτορες ακούν τον/τους βοηθό/-ούς και τον/τους ενδιαφερόμενο/-ους βουλευτή/-είς πριν λάβουν την απόφασή τους.»

(5) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(6) «Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι (…), εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας.»

Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να τερματίσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα τυχόν ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι εκείνο το σημείο κατατίθεται οριστικά.

(8) Άρθρο 2: «Η παρούσα κάρτα [διαπίστευσης] ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ του βουλευτή και του βοηθού (…). Η κάρτα πρέπει να επιστραφεί στην υπηρεσία έκδοσης κατά τη λήξη της σύμβασης του βοηθού.»

(9) Άρθρο 4: «Η κάρτα διαπίστευσης παρέχει στον βοηθό το δικαίωμα:

  • πρόσβαση στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως η βιβλιοθήκη, τα εστιατόρια, τα γκαράζ και το κέντρο διανομής εγγράφων,
  • να εργάζεται στο γραφείο του εργοδότη βουλευτή, με την επιφύλαξη της εξουσιοδότησής του (…)».

(10) «Οι Κοσμήτορες μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να ανακαλέσουν την κάρτα διαπίστευσης εάν κρίνουν ότι οι ενέργειες ή η συμπεριφορά του βοηθού είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου. Οι Κοσμήτορες ακούν τον/τους βοηθό/-ούς και τον/τους ενδιαφερόμενο/-ους βουλευτή/-είς πριν λάβουν την απόφασή τους.»

(11) «Οι Κοσμήτορες μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να ανακαλέσουν την κάρτα διαπίστευσης εάν κρίνουν ότι οι ενέργειες ή η συμπεριφορά του βοηθού είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου. Οι Κοσμήτορες ακούν τον/τους βοηθό/-ούς και τον/τους ενδιαφερόμενο/-ους βουλευτή/-είς πριν λάβουν την απόφασή τους.»

(12) Εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 2002 και τροποποιήθηκε με απόφαση του Διαμεσολαβητή της 5ης Απριλίου 2004.

(13) Ετήσια έκθεση για το 1998, σ. 27-28.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!