FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίστηκε ορισμένες διαδικαστικές πτυχές που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (υπόθεση 637/2024/PB)

Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαδικαστικών πτυχών που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων [1] το 2022. Η καταγγελία αφορούσε εικαζόμενη οικογενειακή σχέση μεταξύ υπαλλήλου πρόσληψης και του προσώπου που προσλήφθηκε.

Ο καταγγέλλων επέδειξε συμπεριφορά των φερόμενων ως παραβατών, η οποία, κατά την εκτίμησή του, ισοδυναμούσε με ανάρμοστη συμπεριφορά (συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης). Ο καταγγέλλων ζήτησε σχετική διοικητική έρευνα.

Η ΕΚΤ αποφάσισε να αξιολογήσει την καταγγελία από κοινού με το ζήτημα της εικαζόμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούσαν την έναρξη διοικητικής έρευνας. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε και τα δύο σημεία μέσω διοικητικής καταγγελίας, την οποία η ΕΚΤ έκρινε απαράδεκτη λόγω έλλειψης ατομικού συμφέροντος (από κοινού χειρισμός των δύο ζητημάτων) ή λόγω έλλειψης απόφασης δεκτικής προσφυγής (μη κίνηση διοικητικής έρευνας).

Ο καταγγέλλων προσέφυγε στον Διαμεσολαβητή, αμφισβητώντας την απόφαση της ΕΚΤ περί απαραδέκτου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα ζήτησε επίσης από τη Διαμεσολαβήτρια να εξετάσει διεξοδικότερα τον χειρισμό των αναφορών και των καταγγελιών των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στην ΕΚΤ.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι λόγοι που προέβαλε η ΕΚΤ για να κηρύξει απαράδεκτη τη διοικητική καταγγελία του καταγγέλλοντος δεν ήταν πειστικοί.

Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς της, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στο θέμα και ότι οι σχετικές εσωτερικές έρευνες υψηλού επιπέδου βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. Επιπλέον, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε την αυτεπάγγελτη επανεξέταση του πλαισίου υποβολής εκθέσεων, ερευνών και πειθαρχικών διαδικασιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνες εκείνη τη χρονική στιγμή και περάτωσε την έρευνα.

 

[1] Για λόγους ανωνυμίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά το φύλο του καταγγέλλοντος, το κείμενο αναφέρεται στον καταγγέλλοντα ως «αυτοί»/«αυτοί»/«αυτοί».

 

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι μέλος του προσωπικού που εργάζεται επί σειρά ετών σε τμήμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Κατά την περίοδο 2021-2022,[1] συμμετείχαν ανεπιτυχώς σε εσωτερική διαδικασία πρόσληψης για θέση στον κλάδο τους. Πιστεύοντας ότι η διαδικασία δεν ήταν αμερόληπτη και αντικειμενική, διαβίβασαν τις ανησυχίες τους στην αρμόδια υπηρεσία της ΕΚΤ και ζήτησαν υποστήριξη για την αλλαγή του επιχειρηματικού τομέα. Το υποτιθέμενο ζήτημα ήταν μια πιθανώς πολύ στενή οικογενειακή σχέση μεταξύ ενός υπαλλήλου πρόσληψης και του ατόμου που προσλήφθηκε.

2. Τον Νοέμβριο του 2022 ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημη καταγγελία μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τις προαναφερθείσες ανησυχίες και παράλληλα ζήτησε από την ΕΚΤ να κινήσει διοικητική έρευνα σχετικά με εικαζόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά συναδέλφων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για την εσωτερική διαδικασία πρόσληψης, καθώς και το πρόσωπο που είχε προσληφθεί, είχαν διαπράξει πράξεις παρενόχλησης, κατάχρησης εξουσίας και διακρίσεων εις βάρος τους, αφού αντιλήφθηκαν ότι ο καταγγέλλων είχε εκφράσει τις προαναφερθείσες ανησυχίες. (Αυτό είναι γνωστό ως καταγγελία «αξιοπρέπειας στην εργασία» στην ΕΚΤ [3]. Στο σημείο αυτό θα αναφέρεται ως «καταγγελία παρενόχλησης» του καταγγέλλοντος.) Επιπλέον, ο καταγγέλλων υποπτευόταν ότι το τμήμα που ήταν αρμόδιο για την πρόσληψη (DGHR) δεν είχε χειριστεί τις επικοινωνίες του καταγγέλλοντος εμπιστευτικά, διαρρέοντας ουσιαστικά την ταυτότητά του στον υπεύθυνο πρόσληψης και στο πρόσωπο που προσλήφθηκε.

3. Τον Μάιο του 2023 η ΕΚΤ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τον περαιτέρω χειρισμό του ζητήματος. Αυτό έγινε με τρία μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

4. Το πρώτο μήνυμα της 4ης Μαΐου 2023 κοινοποιήθηκε μέσω του εργαλείου της ΕΚΤ για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η έκθεσή του για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αξιολογήθηκε και περατώθηκε με απόφαση των αρμόδιων υπηρεσιών της ΕΚΤ «με τα επακόλουθα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού σχετικά με την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων που θέσατε στην έκθεση».

5. Ένα δεύτερο μήνυμα ήταν ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 12ης Μαΐου 2023 που εστάλη απευθείας στον καταγγέλλοντα και παρέπεμπε στην απόφαση των αρμόδιων υπηρεσιών: «Συνειδητοποιώ ότι αρχικά θέλατε να κρατήσετε τις πτυχές της καταγγελίας δυσλειτουργιών χωριστές από τις [καταγγελίες παρενόχλησης], αλλά η απόφαση ... ήταν ότι η HR θα εξέταζε και τις δύο. .

6. Ένα τρίτο μήνυμα, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 16ης Μαΐου 2023, το οποίο απεστάλη απευθείας στον καταγγέλλοντα, τον ενημέρωνε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν συζητήσει αν ήταν αναγκαία εσωτερική διοικητική έρευνα και είχαν καταλήξει, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων, στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να κινηθεί διοικητική έρευνα.

7. Στη συνέχεια, η καταγγέλλουσα υπέβαλε διοικητική καταγγελία κατά της απόφασης από κοινού χειρισμού της καταγγελίας καταγγέλλοντος και της καταγγελίας για παρενόχληση, καθώς και κατά της απόφασης να μην κινηθεί έρευνα σχετικά με την καταγγελία για παρενόχληση. Εκτός από την ασυνέπεια που διαπίστωσαν με τους εσωτερικούς κανόνες της ΕΚΤ, αμφισβήτησαν ιδίως το γεγονός ότι ο από κοινού χειρισμός της υπόθεσης θα ήταν στα χέρια της υπηρεσίας (DGHR) για την οποία υποπτεύονταν ότι αποκάλυψε (διέρρευσε) αδικαιολόγητα την ταυτότητά τους στους φερόμενους ως παραβάτες.

8. Η ΕΚΤ απέρριψε τη διοικητική ένσταση ως απαράδεκτη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τον από κοινού χειρισμό των δύο ζητημάτων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η τελική απόφαση σχετικά με το αν θα διερευνηθεί πλήρως μια αναφορά μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος και μια καταγγελία παρενόχλησης ήταν μια απόφαση που έπρεπε να ληφθεί συλλογικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ. Όσον αφορά την απόφαση να μην κινηθεί διοικητική έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη παρενόχληση, η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μηνύματα που έλαβε η καταγγέλλουσα τον Μάιο του 2023 περιείχαν αναφορά μόνο σε προπαρασκευαστικά μέτρα. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε απόφαση την οποία θα μπορούσαν να προσβάλουν.

9. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 27 Μαρτίου 2024. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει ποιες πτυχές της καταγγελίας του προς την ΕΚΤ είχαν οριστικοποιηθεί και μπορούσαν να αμφισβητηθούν, καθώς και ποιες πτυχές η ΕΚΤ εξακολουθούσε να θεωρεί υπό αξιολόγηση. Ειδικότερα, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε λάβει επαρκείς λόγους για τους οποίους δεν είχε κινηθεί επίσημη διοικητική έρευνα βάσει της καταγγελίας της για παρενόχληση.

Η έρευνα

10. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία, ζητώντας από την ΕΚΤ να υποβάλει απάντηση.

11. Στην απάντησή της, της 30ής Αυγούστου 2024, η ΕΚΤ διευκρίνισε καταρχάς ότι η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που υπέβαλε η καταγγέλλουσα είχε εν τω μεταξύ ολοκληρωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες και ότι η αντίστοιχη επίσημη (και αρνητική) απόφαση είχε αποσταλεί στην καταγγέλλουσα. Ωστόσο, το ζήτημα δεν ήταν οριστικό, διότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν επιλογές εσωτερικών προσφυγών. Η ΕΚΤ εφαρμόζει διαδικασία διοικητικής επανεξέτασης σε δύο στάδια [4].

12. Η ΕΚΤ επιβεβαίωσε επίσης ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν αποφασίσει το 2023 να αξιολογήσουν από κοινού α) την έκθεση για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος και β) την καταγγελία για παρενόχληση. Η ΕΚΤ αναφέρθηκε στον «προσωρινό χαρακτήρα» της απόφασης να μην κινηθεί τότε διοικητική έρευνα. Εξήγησε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ «δεν έλαβαν καμία τελική θέση σχετικά με τους ισχυρισμούς που υπέβαλε ο καταγγέλλων», και «διαπίστωσαν απλώς ότι οι ισχυρισμοί που ανέφερε ο καταγγέλλων δεν δικαιολογούσαν, σε εκείνο το στάδιο, εσωτερική διοικητική [έρευνα]. Ταυτόχρονα, κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν απορρίφθηκε τελικά.»

13. Σε επακόλουθη απάντηση της 27ης Ιανουαρίου 2025, η ΕΚΤ ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια για τις εξελίξεις στο θέμα, ως εξής.

α) Έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας από τον Γενικό Διευθυντή Υπηρεσιών σχετικά με πιθανή παραβίαση της υποχρέωσης αναφοράς σύγκρουσης συμφερόντων

14. Στις 28 Αυγούστου 2024 ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών της ΕΚΤ αποφάσισε να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων που αποτέλεσε αντικείμενο της έκθεσης καταγγελίας δυσλειτουργιών που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

β) Συνέχεια που δόθηκε στην απόφαση του αναπληρωτή γενικού διευθυντή της 9ης Ιουλίου 2024

15. Όσον αφορά την καταγγελία παρενόχλησης του καταγγέλλοντος, οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ κατέληξαν στις 12 Μαρτίου 2024 στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποστεί ανάρμοστη συμπεριφορά και, ως εκ τούτου, αποφάσισαν να μην κινήσουν σχετική διοικητική έρευνα. Ο καταγγέλλων προσέβαλε την απόφαση αυτή μέσω της διοικητικής διαδικασίας καταγγελιών σε δύο στάδια της ΕΚΤ. Στις 30 Οκτωβρίου 2024 ο Πρόεδρος της ΕΚΤ ακύρωσε την απόφαση. Στην απόφαση του Προέδρου επισημάνθηκε ότι ο καταγγέλλων «παρείχε εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν ορισμένους από τους ισχυρισμούς του για ανάρμοστη συμπεριφορά, με αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά», και ότι η ανακριτική υπηρεσία είχε καθήκον να εξετάσει δεόντως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων ζητώντας επιβεβαίωση από τρίτους (για παράδειγμα, εξέταση μαρτύρων). Ο Πρόεδρος ανέθεσε στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ να εξετάσουν το ενδεχόμενο να προτείνουν την έναρξη διοικητικής έρευνας στον Γενικό Διευθυντή Υπηρεσιών που ενεργεί για λογαριασμό της Εκτελεστικής Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της διοικητικής εγκυκλίου για τις εσωτερικές διοικητικές έρευνες [5].

γ) Παρακολούθηση της απόρριψης του αιτήματος προστασίας του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος από τον προϊστάμενο συμμόρφωσης και διακυβέρνησης

16. Τον Μάιο του 2024 ο προϊστάμενος συμμόρφωσης και διακυβέρνησης είχε απορρίψει αίτημα του καταγγέλλοντος για προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, διότι το αίτημα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τους κανόνες για θέματα προσωπικού.[6] Ο καταγγέλλων προσέβαλε την απόφαση αυτή μέσω της διαδικασίας διοικητικών καταγγελιών σε δύο στάδια της ΕΚΤ. Στις 16 Ιανουαρίου 2025, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ ακύρωσε την απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση για επαναξιολόγηση από τον προϊστάμενο συμμόρφωσης και διακυβέρνησης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για προστασία και, σε περίπτωση που συντρέχει τέτοια περίπτωση, αν υπάρχει ανάγκη προστασίας.

17. Συνοπτικά, υπήρχαν τρεις εν εξελίξει εσωτερικές διαδικασίες στα τέλη Ιανουαρίου 2025:

α) Η εν εξελίξει αυτεπάγγελτη έρευνα του Διευθύνοντος Συμβούλου Υπηρεσιών σχετικά με το θέμα της σύγκρουσης συμφερόντων.

β) Η εκκρεμής δράση σχετικά με την καταγγελία παρενόχλησης του καταγγέλλοντος αφορούσε την εντολή του Προέδρου προς τις αρμόδιες υπηρεσίες να εξετάσουν το ενδεχόμενο να προτείνουν την έναρξη διοικητικής έρευνας στον προϊστάμενο υπηρεσιών που ενεργεί για λογαριασμό της εκτελεστικής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της διοικητικής εγκυκλίου για τις εσωτερικές διοικητικές έρευνες.

γ) Η εν εξελίξει επαναξιολόγηση από τον επικεφαλής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για την προστασία από αντίποινα για την καταγγελία δυσλειτουργιών.

18. Στις 14 Ιουλίου 2025 ο καταγγέλλων υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις και επικαιροποιήσεις στον Διαμεσολαβητή. Υπενθύμισαν ότι ο πυρήνας της καταγγελίας αφορούσε την αρχική απόφαση της ΕΚΤ να χειριστεί από κοινού την καταγγελία τους για καταγγελία δυσλειτουργιών και την καταγγελία τους για παρενόχληση, καθώς και την απόφασή της, τον Μάιο του 2023, να μην κινήσει διοικητική έρευνα. Ο καταγγέλλων έκρινε θετικό το γεγονός ότι η ΕΚΤ διεξάγει τώρα τις προαναφερθείσες εσωτερικές έρευνές της, αλλά εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω ερευνών ήταν υπερβολικά περιορισμένο και ότι οι έρευνες θα διαρκούσαν υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο καταγγέλλων έθεσε επίσης την υπόθεση σε ευρύτερο πλαίσιο, υποδηλώνοντας ότι ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να αντιμετωπίσει γενικές αδυναμίες στον χειρισμό από την ΕΚΤ των καταγγελιών και των αναφορών μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

19. Στις 2 Δεκεμβρίου 2025, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας συναντήθηκε με εκπροσώπους της ΕΚΤ για να λάβει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προαναφερόμενων ερευνών. Οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ επιβεβαίωσαν ότι η αξιολόγηση της πιο σύνθετης και συναφούς έρευνας, σχετικά με εικαζόμενες συγκρούσεις συμφερόντων, βρίσκεται ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ και αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα. Το πεδίο εφαρμογής της αξιολόγησης έγινε αντιληπτό ως ευρύ. Όσον αφορά τις άλλες δύο έρευνες, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη, τα θέματα εξετάζονται και η επίλυσή τους αναμένεται σε εύθετο χρόνο.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

20. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε την εν λόγω έρευνα σχετικά με δύο συναφή διαδικαστικά ζητήματα στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου χειρισμού από την ΕΚΤ ενός ζητήματος που αφορά μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Τα ζητήματα αυτά αφορούσαν, αφενός, το κατά πόσον η ΕΚΤ ορθώς έκρινε ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση που ελήφθη τον Μάιο του 2023 να διεκπεραιώσει από κοινού την καταγγελία της καταγγέλλουσας και την καταγγελία της για παρενόχληση και, αφετέρου, το κατά πόσον η ΕΚΤ ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε απόφαση δεκτική προσφυγής για τη μη κίνηση διοικητικής έρευνας σχετικά με την καταγγελία της για παρενόχληση.

21. Οι διαφορές προσωπικού πρέπει γενικά να αμφισβητούνται μέσω των εσωτερικών διαδικασιών καταγγελιών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, προτού ο Διαμεσολαβητής μπορέσει να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση.[7] Αυτό ισχύει ιδίως όταν η διαφορά αφορά τα ατομικά δικαιώματα του υπαλλήλου. Στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα που αποτελεί την πηγή της διαφοράς είναι η καταγγελία δυσλειτουργιών, για την οποία ο Διαμεσολαβητής έχει ρητώς καθορισμένο ρόλο. [8] Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε σκόπιμο να κινήσει την παρούσα έρευνα σχετικά με αυτό που φαινόταν να αφορά την έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά βασικά ζητήματα στη συνέχεια που έδωσε η ΕΚΤ στην εν λόγω έκθεση για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

22. Ωστόσο, εξακολουθεί να ισχύει ότι η Διαμεσολαβήτρια θα ήθελε γενικά τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ολοκληρώσουν τις εσωτερικές τους επανεξετάσεις για ένα συγκεκριμένο θέμα πριν από την έναρξη πλήρους έρευνας. Κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας, σημειώθηκαν διάφορα βασικά διαδικαστικά γεγονότα και ενέργειες στην ΕΚΤ και, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, τουλάχιστον τρεις έρευνες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Με βάση τους κανόνες και τις διαδικασίες της ΕΚΤ, στις έρευνες αυτές συμμετέχουν, ή θα συμμετάσχουν τελικά, πολλοί παράγοντες εντός της ΕΚΤ, μεταξύ των οποίων η Εκτελεστική Επιτροπή, ο Γενικός Διευθυντής Υπηρεσιών, ο Γενικός Διευθυντής Διακυβέρνησης, η Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης, η Γραμματεία της Διεύθυνσης και, εν τέλει, ο Πρόεδρος. Επιπλέον, οι τρεις έρευνες είναι διαδικαστικά διακριτές και δεν διεξάγονται και ολοκληρώνονται ταυτόχρονα. Η πιο πολύπλοκη και συναφής έρευνα, σχετικά με εικαζόμενες συγκρούσεις συμφερόντων, βρίσκεται ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ και αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα.

23. Είναι απολύτως κατανοητό ότι ο καταγγέλλων θα ήθελε ο Διαμεσολαβητής να συνεχίσει να εξετάζει το θέμα σε μεγαλύτερο βάθος. Ωστόσο, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, δεν θα ήταν σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να διερευνήσει τα ζητήματα παράλληλα με τις εν εξελίξει έρευνες στην ΕΚΤ. Η εξαίρεση σε αυτό θα ήταν περιπτώσεις όπου υπάρχουν καθυστερήσεις που είναι σαφώς παράλογες ή που ισοδυναμούν ακόμη και με αδράνεια. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια θα υποθέσει ότι οι δύο έρευνες της ΕΚΤ σχετικά με την προστασία του καταγγέλλοντος θα ωφεληθούν πιθανώς, όσον αφορά την εστίαση και τον αποτελεσματικό χειρισμό τους, από τα συμπεράσματα σχετικά με το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων, τα οποία αναμένονται σύντομα.

24. Εάν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα στο πλαίσιο των προαναφερόμενων ερευνών έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, ο καταγγέλλων μπορεί να επικοινωνήσει εκ νέου με τον Διαμεσολαβητή.

25. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια περιορίζει αυστηρά τα πορίσματά της στα δύο προαναφερθέντα ζητήματα για τα οποία κινήθηκε η έρευνα. Με βάση την αξιολόγηση που παρατίθεται κατωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει στην ΕΚΤ πρόταση βελτίωσης.

26. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η ΕΚΤ βρίσκεται επί του παρόντος στη διαδικασία ολοκλήρωσης μιας αυτεπάγγελτης επανεξέτασης του πλαισίου υποβολής εκθέσεων, ερευνών και πειθαρχικών κυρώσεων (το «πλαίσιο»), η οποία, εκτός από την ενίσχυση της συνολικής διακυβέρνησης του πλαισίου, αναμένεται επίσης να επηρεάσει θετικά τη διάρκεια των ερευνών μέσω της απλούστευσης των διαδικασιών και της παρακολούθησής τους. Η εν λόγω επανεξέταση ζητήθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ. Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι η ΕΚΤ αναμένει ότι το αναθεωρημένο πλαίσιο θα προβλέπει ταχύτερο και πιο εξορθολογισμένο χειρισμό των ζητημάτων δεοντολογίας και χαιρετίζει την πρωτοβουλία αυτή.

Κοινή αξιολόγηση θεμάτων

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

27. Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι η ΕΚΤ εσφαλμένα αξιολόγησε από κοινού τα ζητήματα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και την καταγγελία για παρενόχληση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα μηνύματα της ΕΚΤ της 4, της 12ης και της 16ης Μαΐου 2023 —τα οποία διαπιστώθηκε ότι περιείχαν α/την/τις απόφαση/-εις— θα πρέπει ουσιαστικά να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ είχαν αποφασίσει να μην διεκπεραιώσουν το ζήτημα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από την υπηρεσία που είναι συνήθως αρμόδια για τον χειρισμό των εκθέσεων των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος (εσωτερική επιθεώρηση [9]). Επιπλέον, και ειδικότερα όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε το γεγονός ότι η ΓΔ HR θα ήταν το κύριο τμήμα του θέματος, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη εκφράσει ανησυχίες σχετικά με ανάρμοστη συμπεριφορά του εν λόγω τμήματος (ιδίως την εικαζόμενη διαρροή της ταυτότητας του καταγγέλλοντος στους φερόμενους ως παραβάτες).

28. Η ΕΚΤ έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει από κοινού την απόφαση αξιολόγησης των ζητημάτων που αφορούν τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος και την καταγγελία για παρενόχληση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η τελική απόφαση σχετικά με το αν θα διερευνηθεί πλήρως μια καταγγελία καταγγελίας δυσλειτουργιών και μια καταγγελία παρενόχλησης ήταν μια απόφαση που έπρεπε να ληφθεί συλλογικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ [10].

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

29. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα προσωρινά διαδικαστικά μέτρα δεν αποκλείονται εξ ορισμού από το να αποτελούν αποφάσεις ατομικού έννομου συμφέροντος για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Εξαρτάται από τους ισχύοντες κανόνες και τις περιστάσεις.

30. Ο από κοινού χειρισμός των δύο εν λόγω ζητημάτων περιλάμβανε ένα ζήτημα που είχε άμεσο και ατομικό ενδιαφέρον για τον καταγγέλλοντα, δηλαδή την αξιολόγηση της καταγγελίας του για παρενόχληση. Ο καταγγέλλων είχε ατομικό και άμεσο συμφέρον για την προστασία της ακεραιότητας της διαδικασίας μέσω της οποίας θα διενεργούνταν η αξιολόγηση.

31. Η απόφαση να αξιολογηθούν από κοινού η καταγγελία του καταγγέλλοντος και η σχετική καταγγελία παρενόχλησης θέτει αναμφισβήτητα σε κίνδυνο την ακεραιότητα της διαδικασίας που σχετίζεται με την καταγγελία παρενόχλησης τουλάχιστον από δύο απόψεις.

32. Πρώτον, η κοινή αξιολόγηση θα μπορούσε πολύ εύκολα να προκαλέσει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο εύλογος χρόνος διεκπεραίωσης αποτελεί, στο δίκαιο της ΕΕ, θεμελιώδες δικαίωμα.[11] Η απόφαση σχετικά με την κίνηση πλήρους διοικητικής έρευνας για καταγγελία παρενόχλησης θα πρέπει κανονικά να λαμβάνεται εντός εβδομάδων ή λίγων μηνών. Η εξάρτηση μιας τέτοιας απόφασης από την οριστικοποίηση της πλήρους αξιολόγησης μιας καταγγελίας μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα προκαλούσε, κατά πάσα πιθανότητα, αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Στην περίπτωση αυτή, η πρώτη επίσημη απόφαση της ΕΚΤ να μην κινήσει διοικητική έρευνα σχετικά με την καταγγελία παρενόχλησης του καταγγέλλοντος ελήφθη ουσιαστικά ενάμισι έτος μετά την υποβολή της καταγγελίας παρενόχλησης από τον καταγγέλλοντα.

33. Δεύτερον, η συμμετοχή στην αξιολόγηση μιας αναφοράς μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος με την αξιολόγηση μιας σχετικής καταγγελίας παρενόχλησης μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει στην κατανόηση ότι η αξιολόγηση της τελευταίας εξαρτάται από τα πορίσματα που σχετίζονται με την πρώτη. Υποχρέωση του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος είναι να ενεργεί με καλή πίστη και με την πεποίθηση ότι εκφράζει ανησυχίες και πληροφορίες που είναι αληθείς. Ο μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος προστατεύεται από σχετικές αρνητικές συνέπειες μόνο σε αυτή τη βάση.

34. Επιπλέον, ο καταγγέλλων εντόπισε ό,τι φαίνεται να συνιστά παραβίαση των κανόνων της ίδιας της ΕΚΤ, επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι κανόνες της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού προβλέπουν ότι αρμόδια υπηρεσία για την αναφορά μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα είναι ο Διευθυντής Εσωτερικής Επιθεώρησης (και όχι η ΓΔ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία ανέλαβε τον από κοινού χειρισμό). Η προφανής απόκλιση από τον κανόνα αυτό δεν εξηγήθηκε στον καταγγέλλοντα.

35. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η Διαμεσολαβήτρια δεν μπορεί να συμφωνήσει με την ΕΚΤ ότι ο καταγγέλλων δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφασή της να εξετάσει από κοινού την καταγγελία του καταγγέλλοντος για καταγγελία δυσλειτουργιών και τη σχετική καταγγελία του για παρενόχληση.

36. Ωστόσο, υπό το πρίσμα των προαναφερόμενων σημαντικών περαιτέρω εξελίξεων στο θέμα, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω αυτό το τμήμα της υπόθεσης.

Απόφαση μη κίνησης διοικητικής έρευνας

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

37. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, τον Μάιο του 2023, είχε ληφθεί απόφαση να μην κινηθεί διοικητική έρευνα ως απάντηση στην καταγγελία της για παρενόχληση. Επισήμαναν το ακόλουθο μήνυμα της ΕΚΤ της 16ης Μαΐου 2023, το οποίο παρέπεμπε στις διαβουλεύσεις των αρμόδιων υπηρεσιών της ΕΚΤ:

«Συζήτησαν κατά πόσον ήταν αναγκαία μια εσωτερική διοικητική [έρευνα] (IAI), αλλά, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλατε, αποφάσισαν ότι δεν θα προταθεί IAI στην ΕΒ. [Αυτές] είναι σε βάθος Έρευνες, που χρησιμοποιούνται ειδικά όπου απαιτείται εκτεταμένη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό (και ξέρω ότι ήδη μέχρι αυτό το σημείο, η κατάσταση συνεχίζεται εδώ και πολύ καιρό για εσάς). Αναγνώρισαν ότι απαιτείται παρακολούθηση των «συνδέσεων» και της αξιοπρέπειας στα μέρη της εργασίας, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έκλεισαν την υπόθεση. Θεώρησαν ότι η HR θα πρέπει να δώσει αυτή τη συνέχεια, κάτι που συμβαίνει τώρα.»

Σημειώνω ότι η απόφαση της Τρόικας αφορά τη μελλοντική πορεία, δεν κάνει «ευρήματα» ως τέτοια. Εναπόκειται σε εμάς (στους ΥΕ) να διατυπώσουμε τα πορίσματά μας στο πλαίσιο της συνέχειας που θα δοθεί.»

38. Στην απόφασή της σχετικά με τη διοικητική ένσταση του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση να μην κινηθεί τότε διοικητική έρευνα αποτελούσε προκαταρκτικό και διαδικαστικό βήμα που δεν συνεπαγόταν οριστικά πορίσματα. Επομένως, η απόφαση δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατάσταση του καταγγέλλοντος, ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν είχε κανένα συμφέρον να προσβάλει την απόφαση αυτή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

39. Το συμπέρασμα της ΕΚΤ ότι, τον Μάιο του 2023, δεν είχε κοινοποιήσει στην καταγγέλλουσα απόφαση δεκτική προσφυγής συνήχθη σε ένα ιδιαίτερα ασαφές πλαίσιο. Η ίδια η ΕΚΤ έπρεπε να ερμηνεύσει τις προηγούμενες ανακοινώσεις της προς τον καταγγέλλοντα. Στην τελική της απόφαση σχετικά με τη διοικητική ένσταση του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ δήλωσε ότι η απόφαση την οποία ο καταγγέλλων επιχείρησε να προσβάλει «πρέπει να θεωρηθεί προκαταρκτικό και διαδικαστικό βήμα στον βαθμό που, στην παρούσα υπόθεση, δεν περιλαμβάνει ούτε συνεπάγεται οριστική διαπίστωση της διοίκησης όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ...». Στην απάντησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η ΕΚΤ δήλωσε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΚΤ «δεν έλαβαν καμία τελική θέση σχετικά με τους ισχυρισμούς που υπέβαλε ο καταγγέλλων», και « διαπίστωσε απλώς ότι οι ισχυρισμοί που ανέφερε ο καταγγέλλων δεν δικαιολογούσαν, σε εκείνο το στάδιο, εσωτερική διοικητική έρευνα. Ταυτόχρονα, κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν απορρίφθηκε τελικά.»

40. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί τις ανωτέρω δηλώσεις και θέσεις της ΕΚΤ προβληματικές τουλάχιστον από δύο απόψεις.

41. Πρώτον, το μήνυμά της προς τον καταγγέλλοντα της 16ης Μαΐου 2023 ανέφερε σαφώς ότι «με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλατε, (...) δεν θα προταθεί IAI». Δεδομένου ότι, εάν ένα μέλος του προσωπικού υποβάλει πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπάρχουν «εκ πρώτης όψεως» (προφανείς) αποδείξεις παρενόχλησης, η ΕΚΤ έχει την υποχρέωση να κινήσει ταχέως διοικητική έρευνα, η ανωτέρω δήλωση της ΕΚΤ μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν επαρκούσαν για την κίνηση διοικητικής έρευνας.

42. Δεύτερον, η αναφορά της ΕΚΤ σε «προκαταρκτικό και διαδικαστικό» στάδιο είναι εξίσου δυσνόητη. Όσον αφορά την καταγγελία παρενόχλησης του καταγγέλλοντος, δεν υπήρξε «διαδικαστικό στάδιο». Υπήρξαν μόνο μη δομημένες ηλεκτρονικές επικοινωνίες με ορισμένες ασαφείς πληροφορίες οι οποίες, στην ουσία, θα μπορούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, να ερμηνευθούν από τον καταγγέλλοντα υπό την έννοια ότι η καταγγελία του για παρενόχληση δεν μπορούσε, από μόνη της, να οδηγήσει σε διοικητική έρευνα. Στη συνέχεια, εναπέκειτο στον καταγγέλλοντα να μαντέψει κατά πόσον οι απροσδιόριστες επακόλουθες εργασίες θα προσκόμιζαν κάποια στιγμή στο μέλλον —μέσω της ιδίας πρωτοβουλίας και των προσπαθειών της ΕΚΤ— ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διενέργεια κατάλληλης διοικητικής έρευνας.

43. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν εύλογο για τον καταγγέλλοντα να θεωρήσει ότι η ΕΚΤ είχε εκδώσει αρνητική απόφαση σχετικά με την εν λόγω καταγγελία για παρενόχληση.

44. Τελικά, ανεξάρτητα από την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στα προαναφερθέντα μηνύματα της ΕΚΤ του Μαΐου 2023, γεγονός παραμένει ότι ο καταγγέλλων έμεινε χωρίς απόφαση σχετικά με την καταγγελία του για παρενόχληση μετά από αρκετούς μήνες και/ή ότι οι ανταλλαγές μεταξύ τους θα μπορούσαν να σημαίνουν μόνο ότι θα χρειαστούν αρκετοί επιπλέον μήνες πριν ληφθεί απόφαση από την ΕΚΤ σχετικά με το αν θα κινήσει διοικητική έρευνα σχετικά με την καταγγελία του για παρενόχληση. Ο καταγγέλλων θα μπορούσε επίσης να πιστέψει ότι η ΕΚΤ είχε απορρίψει σιωπηρώς την καταγγελία του για παρενόχληση.

45. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη φύση της επίμαχης απόφασης της ΕΚΤ.

46. Υπό το πρίσμα των σημαντικών περαιτέρω εξελίξεων στο θέμα, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω αυτό το τμήμα της υπόθεσης.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Υπό το πρίσμα των σημαντικών περαιτέρω εξελίξεων που σημειώθηκαν μετά την υποβολή της καταγγελίας, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και θα οδηγήσουν στη λήψη αποφάσεων στα ανώτατα επίπεδα της ΕΚΤ, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες επί του παρόντος.

Εάν δεν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα στο πλαίσιο των εν εξελίξει ερευνών έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, ο καταγγέλλων μπορεί να επικοινωνήσει εκ νέου με τη Διαμεσολαβήτρια.

Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Πρόταση βελτίωσης

Η ΕΚΤ θα πρέπει να διοργανώσει κατάρτιση σε θέματα καταγγελίας δυσλειτουργιών (συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος) για τα ανώτερα στελέχη της. Τα εν λόγω σεμινάρια κατάρτισης, εκτός του ότι αποτελούν χρήσιμα φόρουμ για την ενημέρωση σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές, μπορούν να συμβάλουν στον εξορθολογισμό της εσωτερικής κατανόησης των εφαρμοστέων κανόνων, αρχών και διαδικασιών. Επιπλέον, θα μπορούσε να στηρίξει θετικά την εφαρμογή από την ΕΚΤ του αναθεωρημένου πλαισίου της σε αυτόν τον τομέα της διοίκησής της.

 

η Τερέζα Αντζίνιο

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Στρασβούργο , 17/12/2025

 

 

[1] Για λόγους ανωνυμίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά το φύλο του καταγγέλλοντος, το κείμενο αναφέρεται στον καταγγέλλοντα ως «αυτοί»/«αυτοί»/«αυτοί».

[2] Ο καταγγέλλων εργάζεται επί του παρόντος σε χώρο εργασίας της ΕΚΤ διαφορετικό από το κανονικό του τμήμα.

[3] Η ΕΚΤ λειτουργεί με ένα πλαίσιο δεοντολογίας στο οποίο με τον όρο «Αξιοπρέπεια στην εργασία» νοείται η απουσία ακατάλληλης συμπεριφοράς. Ως ακατάλληλη συμπεριφορά νοείται κάθε μορφή άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, σωματικής βίας, ψυχολογικής παρενόχλησης (που αναφέρεται επίσης ως εκφοβισμός ή ηθική παρενόχληση) και σεξουαλικής παρενόχλησης.»(Άρθρο 0.5.2.1 των κανόνων της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού.)

[4] Η ΕΚΤ έχει θεσπίσει ένα σύστημα δύο επιπέδων εσωτερικών προσφυγών σε θέματα προσωπικού. Το πρώτο στάδιο είναι η

διοικητική επανεξέταση απόφασης που αφορά το προσωπικό από τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Ανθρωπίνων Πόρων ή τον αναπληρωτή του. Το

το δεύτερο στάδιο είναι μια «διαδικασία καταγγελιών». Οι καταγγελίες αξιολογούνται από την Ομάδα Δημοσίου Δικαίου στο

τη Γενική Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών (ΓΔ-L) όσον αφορά το παραδεκτό και την ουσία τους, και

τελικά αποφασίστηκε από τον Πρόεδρο της ΕΚΤ.

[5] Διοικητική εγκύκλιος 01/2006 της ΕΚΤ σχετικά με τις εσωτερικές διοικητικές έρευνες

[6] Πρόκειται για ειδική χωριστή διαδικασία. Τα σχετικά ζητήματα δεν εμπίπτουν στο πεδίο της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας. Οι πληροφορίες που παρέχονται εδώ περιλαμβάνονται στο κείμενο για το πλαίσιο. 

[7] «Οι καταγγελίες που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και του προσωπικού τους είναι παραδεκτές μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες, (...). Άρθρο 2 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

[8] “Ο Διαμεσολαβητής μπορεί επίσης να διερευνήσει αν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης κατά τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης [έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος] από το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προστασία του οικείου υπαλλήλου ή λοιπού προσωπικού.” Άρθρο 8 παράγραφος 3 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

[9]0.4bis.3.1 Για αναφορές πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις που λαμβάνονται μέσω του εργαλείου καταγγελίας δυσλειτουργιών, η αρμόδια αρχή είναι:

α) ο Διευθυντής Εσωτερικού Ελέγχου,...».

[10] Η ΕΚΤ αναφέρθηκε (άρθρο 4 του ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ 01/2006 της ΕΚΤ σχετικά με τις εσωτερικές διοικητικές έρευνες, το οποίο στο άρθρο 4 παράγραφος 2 προβλέπει ότι «Εάν ο Γενικός Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού, Προϋπολογισμού και Οργάνωσης, ο Διευθυντής Εσωτερικής Επιθεώρησης και ο Διευθυντής Γενικής Γραμματείας και Γλωσσικής Υπηρεσίας επιβεβαιώσουν την ανάγκη διεξαγωγής διοικητικής έρευνας, προτείνουν αμέσως την έναρξή της στον Γενικό Διευθυντή Υπηρεσιών, ο οποίος ενεργεί εξ ονόματος της Εκτελεστικής Επιτροπής». Αναφέρθηκε επίσης στις σχετικές διατάξεις των κανόνων της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού (0.5.3.3 και 04α.3.3.).

[11] Άρθρο 41 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!