Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 1393 αποτελέσματα

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (EMSA) χειρίστηκε την επανένταξη μέλους του προσωπικού στο τέλος της προσωπικής του άδειας (υπόθεση 3546/2025/ET)

Δευτέρα | 07 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (EMSA) χειρίστηκε την επανένταξη του καταγγέλλοντος μετά από περίοδο άδειας για προσωπικούς λόγους. Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι ο EMSA δεν την επανέφερε το συντομότερο δυνατόν αφού ζήτησε να επιστρέψει στην εργασία της το 2022 και υποστήριξε ότι, κατά συνέπεια, η αρχαιότητα και το μισθολογικό κλιμάκιό της θα πρέπει να υπολογιστούν εκ νέου σαν να είχε επανενταχθεί από την εν λόγω ημερομηνία.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο EMSA είχε αξιολογήσει την καταλληλότητα της καταγγέλλουσας για όλες τις σχετικές κενές θέσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου και της είχε δώσει την προτεραιότητα που απαιτείται βάσει των εφαρμοστέων κανόνων. Η Διαμεσολαβήτρια δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση του EMSA ότι οι εν λόγω κενές θέσεις δεν ήταν κατάλληλες για την καταγγέλλουσα και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επανένταξή της είχε καθυστερήσει εσφαλμένα. Ωστόσο, η έρευνα ανέδειξε τη σημασία της σαφούς ενημέρωσης, της τακτικής παρακολούθησης και της αξιόπιστης τεκμηρίωσης σε περιπτώσεις όπου καθυστερεί η επανένταξη μετά από άδεια για προσωπικούς λόγους.

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Ταυτόχρονα, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε πρόταση βελτίωσης σύμφωνα με την οποία ο EMSA θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα μέλη του προσωπικού που ζητούν άδεια για προσωπικούς λόγους διάρκειας άνω των έξι μηνών ενημερώνονται σαφώς για τους πιθανούς κινδύνους καθυστερημένης επανένταξης και ότι τα μέλη του προσωπικού που αναμένουν επανένταξη ενημερώνονται τακτικά σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης των προφίλ τους σε σχέση με τις διαθέσιμες κενές θέσεις.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (EUSPA) χειρίστηκε καταγγελία σχετικά με παρενόχληση (υπόθεση 3481/2025/ET)

Δευτέρα | 07 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (EUSPA) χειρίστηκε καταγγελία μέλους του προσωπικού που προσελήφθη μέσω εξωτερικού αναδόχου, ισχυριζόμενος ηθική παρενόχληση από τον επόπτη του.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο EUSPA έλαβε σοβαρά υπόψη τους ισχυρισμούς, κίνησε διοικητική έρευνα, εξέτασε αρμόδια πρόσωπα και μάρτυρες και κατέληξε σε συμπέρασμα μετά την εν λόγω έρευνα. Ως εκ τούτου, ο EUSPA ακολούθησε το ισχύον διαδικαστικό πλαίσιο. Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη πρόδηλης πλάνης εκτίμησης και, ως εκ τούτου, καμία κακοδιοίκηση κατά τον χειρισμό της καταγγελίας παρενόχλησης από τον EUSPA.

Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στον EUSPA να αναπτύξει καλύτερες μεθόδους επικοινωνίας για αυτό το είδος καταγγελίας παρενόχλησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα πρόσωπα που δεν καλύπτονται από τις διαδικαστικές εγγυήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ λαμβάνουν σαφείς και συνεπείς πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης αιτιολόγησης κατά την περάτωση της διαδικασίας.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (EUSPA) χειρίστηκε καταγγελία σχετικά με παρενόχληση (υπόθεση 3487/2025/ET)

Δευτέρα | 07 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (EUSPA) χειρίστηκε καταγγελία μέλους του προσωπικού που προσελήφθη μέσω εξωτερικού αναδόχου, ισχυριζόμενος ηθική παρενόχληση από τον επόπτη του.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο EUSPA έλαβε σοβαρά υπόψη τους ισχυρισμούς, κίνησε διοικητική έρευνα, εξέτασε αρμόδια πρόσωπα και μάρτυρες και κατέληξε σε συμπέρασμα μετά την εν λόγω έρευνα. Ως εκ τούτου, ο EUSPA ακολούθησε το ισχύον διαδικαστικό πλαίσιο. Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη πρόδηλης πλάνης εκτίμησης και, ως εκ τούτου, καμία κακοδιοίκηση κατά τον χειρισμό της καταγγελίας παρενόχλησης από τον EUSPA.

Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στον EUSPA να αναπτύξει καλύτερες μεθόδους επικοινωνίας για αυτό το είδος καταγγελίας παρενόχλησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα πρόσωπα που δεν καλύπτονται από τις διαδικαστικές εγγυήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ λαμβάνουν σαφείς και συνεπείς πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης αιτιολόγησης κατά την περάτωση της διαδικασίας.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν τη συνέχεια που δόθηκε σε έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (υπόθεση 627/2025/SF)

Δευτέρα | 03 Αυγούστου 2026

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να παράσχει πλήρη πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με έρευνες και συστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Η ΕΤΕπ εντόπισε πολυάριθμα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των τελικών εκθέσεων και συστάσεων της OLAF, καθώς και των πειθαρχικών αποφάσεων της ίδιας της ΕΤΕπ. Μολονότι η ΕΤΕπ παρέσχε μερική πρόσβαση σε δέκα από τις 13 προσδιορισθείσες τελικές εκθέσεις της OLAF, αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα έγγραφα στο σύνολό τους. Όσον αφορά τις πειθαρχικές αποφάσεις της ΕΤΕπ, η ΕΤΕπ παρείχε σύνοψη των πειθαρχικών επακόλουθων μέτρων που ελήφθησαν. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επικαλέστηκε εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού στους κανόνες διαφάνειας, υποστηρίζοντας ότι η πλήρης γνωστοποίηση θα υπονόμευε την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τον σκοπό των ερευνών και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και η ομάδα έρευνας της επιθεώρησε τα επίμαχα έγγραφα στην αίτηση πρόσβασης του κοινού που υπέβαλε η καταγγέλλουσα. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι σημαντικό μέρος των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στα εν λόγω έγγραφα συνιστούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία, εάν γνωστοποιηθούν, θα μπορούσαν να καταστήσουν αναγνωρίσιμα τα επιμέρους μέλη του προσωπικού της ΕΤΕπ που ερευνήθηκαν από την OLAF. Δεδομένης της λεπτής στάθμισης που απαιτείται για να καθοριστεί κατά πόσον η γνωστοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει στον εντοπισμό ατόμων και λαμβανομένου υπόψη ότι η ΕΤΕπ είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα επισκόπηση των επακόλουθων μέτρων που ελήφθησαν και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η άρνηση της ΕΤΕπ να παράσχει πλήρη πρόσβαση στο κοινό ήταν συνολικά εύλογη. Ως εκ τούτου, περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Τούτου λεχθέντος, μολονότι σημαντικό μέρος των πληροφοριών που περιέχονται στα παρακρατηθέντα έγγραφα συνιστά σαφώς δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ένα μέρος των πληροφοριών, έστω και περιορισμένο, είχε διοικητικό χαρακτήρα και δεν συνιστούσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, πρότεινε να εξεταστεί από την ΕΤΕπ κατά πόσον τουλάχιστον ορισμένα τμήματα των πειθαρχικών αποφάσεών της που περιέχουν αμιγώς διοικητικές πληροφορίες θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν χωρίς να υπάρχει κίνδυνος κοινολόγησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίστηκε ορισμένες διαδικαστικές πτυχές που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (υπόθεση 637/2024/PB)

Τετάρτη | 22 Ιουλίου 2026

Η υπόθεση αφορούσε τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαδικαστικών πτυχών που σχετίζονται με έκθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων [1] το 2022. Η καταγγελία αφορούσε εικαζόμενη οικογενειακή σχέση μεταξύ υπαλλήλου πρόσληψης και του προσώπου που προσλήφθηκε.

Ο καταγγέλλων επέδειξε συμπεριφορά των φερόμενων ως παραβατών, η οποία, κατά την εκτίμησή του, ισοδυναμούσε με ανάρμοστη συμπεριφορά (συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης). Ο καταγγέλλων ζήτησε σχετική διοικητική έρευνα.

Η ΕΚΤ αποφάσισε να αξιολογήσει την καταγγελία από κοινού με το ζήτημα της εικαζόμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούσαν την έναρξη διοικητικής έρευνας. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε και τα δύο σημεία μέσω διοικητικής καταγγελίας, την οποία η ΕΚΤ έκρινε απαράδεκτη λόγω έλλειψης ατομικού συμφέροντος (από κοινού χειρισμός των δύο ζητημάτων) ή λόγω έλλειψης απόφασης δεκτικής προσφυγής (μη κίνηση διοικητικής έρευνας).

Ο καταγγέλλων προσέφυγε στον Διαμεσολαβητή, αμφισβητώντας την απόφαση της ΕΚΤ περί απαραδέκτου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα ζήτησε επίσης από τη Διαμεσολαβήτρια να εξετάσει διεξοδικότερα τον χειρισμό των αναφορών και των καταγγελιών των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στην ΕΚΤ.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι λόγοι που προέβαλε η ΕΚΤ για να κηρύξει απαράδεκτη τη διοικητική καταγγελία του καταγγέλλοντος δεν ήταν πειστικοί.

Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς της, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στο θέμα και ότι οι σχετικές εσωτερικές έρευνες υψηλού επιπέδου βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. Επιπλέον, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε την αυτεπάγγελτη επανεξέταση του πλαισίου υποβολής εκθέσεων, ερευνών και πειθαρχικών διαδικασιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνες εκείνη τη χρονική στιγμή και περάτωσε την έρευνα.

 

[1] Για λόγους ανωνυμίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά το φύλο του καταγγέλλοντος, το κείμενο αναφέρεται στον καταγγέλλοντα ως «αυτοί»/«αυτοί»/«αυτοί».