FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1224/2002/ADB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 22 Οκτωβρίου 2003

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 30 Ιουνίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη διαχείριση από την Επιτροπή ενός έργου (ARG/B-3010/95/172) που πρόκειται να υλοποιηθεί στην Αργεντινή.

Στις 18 Ιουλίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 25 Οκτωβρίου 2002. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 23 Δεκεμβρίου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρόνο που χρειάστηκε για τη διεξαγωγή αυτών των ερευνών.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός και προσλήφθηκε με σύμβαση διάρκειας 30 μηνών από ιταλική εταιρεία (εφεξής «η εταιρεία»), για να συμμετάσχει ως εμπειρογνώμονας σε τριετές πρόγραμμα κατάρτισης στην Αργεντινή. Το έργο χρηματοδοτήθηκε από κοινοτικά κονδύλια. Την προηγουμένη της αναχώρησης για την Αργεντινή, την 1η Αυγούστου 2000, η Επιτροπή ζήτησε από την εταιρεία να καθυστερήσει την αναχώρηση του καταγγέλλοντος, διότι οι αρχές της Αργεντινής δεν επιβεβαίωσαν, κατά τους ισχυρισμούς, τη διαθεσιμότητα του γραφείου του καταγγέλλοντος στο Μπουένος Άιρες. Τέλος, μετά από περαιτέρω καθυστέρηση, στις 10 Οκτωβρίου 2000, η εταιρεία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή είχε ανακαλέσει τη θέση του και ότι, ως εκ τούτου, η σύμβασή του έπρεπε να ακυρωθεί.

Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Επιτροπή και τελικά πληροφορήθηκε ότι, κατόπιν αιτήματος της Αργεντινής, η θέση του αντικαταστάθηκε από θέσεις εμπειρογνωμόνων με βραχυπρόθεσμες συμβάσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι εμπειρογνώμονες αυτοί έπρεπε να αμείβονται λιγότερο και να επιλέγονται χωρίς τη συγκατάθεση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι υπήρχε κίνδυνος διαφθοράς και ότι η εταιρεία θα ήταν σε θέση να αυξήσει τα κέρδη της. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης) και αποφάσισε επίσης να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

1. Μετά την ανάθεση του έργου, η Επιτροπή προέβη σε ουσιαστικές τροποποιήσεις και δεν προέβη σε προηγούμενη έρευνα.

2. Κατά την εξέταση του ζητήματος, η Επιτροπή δεν διέθετε διαφάνεια, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις της με τον καταγγέλλοντα. Έδωσε ασαφείς και μάλιστα αντιφατικές εξηγήσεις για την κατάσταση.

3. Πραγματοποιώντας σημαντικές αλλαγές στο σχέδιο, η Επιτροπή προξένησε ζημία τόσο στον καταγγέλλοντα όσο και στους απορριφθέντες αιτούντες.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η κακοδιοίκηση θα πρέπει να αναγνωριστεί και ότι θα πρέπει να λάβει αποζημίωση για υλική ζημία και ηθική βλάβη.

Ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ότι η καταγγελία του στην OLAF βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και ότι είχε τύχει ακρόασης από τις υπηρεσίες της. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν κωλύεται να διεξαγάγει έρευνα ταυτόχρονα με την OLAF.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία ήταν συνοπτικά η ακόλουθη:

Ιστορικό

Το 1999 η Επιτροπή υπέγραψε συμφωνία χρηματοδότησης (εφεξής «η σύμβαση») με την Αργεντινή με σκοπό τη χρηματοδότηση σχεδίου που αποσκοπεί στην ενίσχυση των δομών στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) στην Αργεντινή. Για πρακτικούς λόγους, η σύμβαση προέβλεπε τη δημιουργία διοικητικής μονάδας με έδρα την Αργεντινή. Η δημιουργία αυτής της μονάδας απαιτούσε την πρόσληψη τόσο τοπικών όσο και ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων. Για την πρόσληψη ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή προκήρυξε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η οποία συνήφθη με την ανάθεση σύμβασης τεχνικής βοήθειας σε κοινοπραξία υπό την ηγεσία ιταλικής εταιρείας.

Πραγματικά περιστατικά

Η σύμβαση τεχνικής βοήθειας με την εταιρεία υπεγράφη στις 23 Ιουνίου 2000. Οι όροι εντολής προέβλεπαν μια ομάδα εμπειρογνωμόνων αποτελούμενη από δύο εμπειρογνώμονες μακράς διάρκειας (τον Ευρωπαίο συνδιευθυντή και τον εμπειρογνώμονα στον τομέα της κατάρτισης - η θέση αυτή επρόκειτο να καλυφθεί από τον καταγγέλλοντα) και 10 θέσεις ανά μήνα που θα καλύπτονταν από εμπειρογνώμονες σε βραχυπρόθεσμες αποστολές που θα καθορίζονταν κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του έργου. Τον Ιούλιο του 2000, η Επιτροπή πληροφόρησε την εταιρεία ότι ο συνδιευθυντής θα ξεκινούσε την αποστολή του για τη διευθέτηση πρακτικών λεπτομερειών (εγκαταστάσεις, τραπεζικοί λογαριασμοί κ.λπ.) προτού μπορέσει να ξεκινήσει την αποστολή του ο μακροχρόνιος εμπειρογνώμονας στον τομέα της κατάρτισης, δηλαδή ο καταγγέλλων. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2000, οι αρχές της Αργεντινής υπέβαλαν επίσημο αίτημα για την τροποποίηση της σύμβασης και ζήτησαν τη μετατροπή της θέσης ενός εμπειρογνώμονα μακράς διαρκείας στον τομέα της κατάρτισης σε διάφορες θέσεις βραχείας διαρκείας, προκειμένου να είναι σε θέση να επωφεληθούν από την ευρωπαϊκή εμπειρογνωμοσύνη σε άλλους τομείς. Η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα και η σύμβαση τροποποιήθηκε αναλόγως στις 15 Ιανουαρίου 2001. Στις 22 Μαΐου 2001, η σύμβαση με την εταιρία τροποποιήθηκε αναλόγως.

Επί της καταγγελίας

1. Σε αντίθεση με την παραδοχή του καταγγέλλοντος, οι τεχνικές διατάξεις της σύμβασης με την Αργεντινή δεν είναι αμετάβλητες. Οι δικαιούχοι μπορούν να προτείνουν την προσαρμογή του έργου στις πραγματικές ανάγκες, ιδίως όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον προσδιορισμό των αναγκών και την απόφαση χρηματοδότησης του έργου. Δεν υπάρχει διάταξη που θα υποχρέωνε την Επιτροπή να διεξαγάγει «έρευνα» σχετικά με τις προτεινόμενες αλλαγές. Ωστόσο, η Επιτροπή ελέγχει την καταλληλότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων και σε δεύτερο στάδιο ελέγχει ότι δεν θα τροποποιήσουν ουσιαστικά το έργο ως προς τους στόχους, τους πόρους και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του. Η Επιτροπή θεώρησε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι προτεινόμενες αλλαγές θα μπορούσαν και θα έπρεπε να γίνουν δεκτές προς το συμφέρον του έργου. Η Επιτροπή δηλώνει ότι αυτό συνάδει με τις «αλλαγές στη νοοτροπία διαχείρισης της Επιτροπής προς μια μεγαλύτερη ευελιξία και μια προσέγγιση προσανατολισμένη στα αποτελέσματα» που ζήτησε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην έκθεσή του αριθ. 21/2000 (1).

Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει στα συμπεράσματα της έρευνας της OLAF σχετικά με το θέμα που έθεσε ο καταγγέλλων. Κατά την Επιτροπή, η OLAF κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από την έρευνά της δεν προέκυψαν παρατυπίες ή απάτη εκ μέρους της Επιτροπής.

2. Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας. Ο συμβατικός εταίρος της Επιτροπής, η εταιρεία, ενημερώθηκε δεόντως για τις καθυστερήσεις του έργου. Η Επιτροπή απάντησε στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος και μάλιστα έλαβε τον καταγγέλλοντα στις εγκαταστάσεις της για να εξηγήσει την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις αλλαγές που πρότειναν οι αρχές της Αργεντινής.

3. Η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της συμβατικής εντολής όταν πρότεινε την προσαρμογή της σύμβασης που υπεγράφη με την εταιρεία στις νέες διατάξεις της σύμβασης. Η σύμβαση προέβλεπε ρητά τη δυνατότητα αυτή. Η Επιτροπή κατανοεί την απογοήτευση του καταγγέλλοντος όσον αφορά τη συντόμευση της αποστολής του. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θα μπορούσε ακόμη να έχει εργαστεί σε βραχυπρόθεσμες αποστολές. Αρνήθηκε επανειλημμένα την επιλογή αυτή, μολονότι η συμφωνία που υπέγραψε με την εταιρεία, την οποία ο καταγγέλλων δεν αμφισβητεί, προέβλεπε τη δυνατότητα τροποποίησης της αποστολής του σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι είναι τρίτο μέρος της σύμβασης της 11ης Αυγούστου 2000 μεταξύ του καταγγέλλοντος και της εταιρείας. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της σύμβασης τεχνικής βοήθειας με την εταιρεία, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για ζημίες που προκλήθηκαν από την εταιρεία στους εμπειρογνώμονές της σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης τεχνικής βοήθειας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατικά υπεύθυνη. Σύμφωνα με το άρθρο 288 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η εξωσυμβατική ευθύνη συνεπάγεται ότι ο καταγγέλλων αποδεικνύει ότι η Επιτροπή ενήργησε παράνομα, ότι υπάρχει ζημία και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αγωγής της Επιτροπής και της ζημίας.

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ενήργησε νόμιμα. Ούτε η συμβατική ευθύνη της Επιτροπής ούτε η εξωσυμβατική ευθύνη έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Επιπλέον, φαίνεται ότι τηρήθηκε και η συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας και του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή θεωρεί τις κατηγορίες του καταγγέλλοντος αβάσιμες και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων επανέλαβε συνοπτικά τους ισχυρισμούς του και δήλωσε τα εξής:

Η άποψη της Επιτροπής είναι γενική, ελλιπής και εν μέρει εσφαλμένη όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη της έναντι του καταγγέλλοντος βάσει της σύμβασης που έχει υπογραφεί με την εταιρεία. Η θέση του καταγγέλλοντος αποτελούσε ουσιώδες μέρος του έργου, τα προσόντα του ήταν καθοριστικά για την ανάθεση του έργου και υπάλληλοι της Επιτροπής συμμετείχαν ενεργά στην τροποποίηση του έργου, καθώς και στους ελιγμούς για την εξαπάτηση του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η Επιτροπή, οι αρχές της Αργεντινής και η εταιρεία είχαν συμφέρον να αναβάλουν τις αλλαγές στο έργο για μετά την ανάθεση της σύμβασης και, ως εκ τούτου, δημιούργησαν την κατάσταση που έβλαψε τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή και οι αρχές της Αργεντινής θέλησαν να αποφύγουν την εφαρμογή πιο περιοριστικών όρων που θεσπίστηκαν ως απάντηση στις εικαζόμενες παρατυπίες της διοίκησης που οδήγησαν στην πτώση της Επιτροπής Santer το 1999.

1. Η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε τροποποιήσει τους όρους εντολής της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος πριν από την ανάθεση της σύμβασης, αντί να τροποποιήσει ουσιωδώς το έργο λίγο αργότερα. Μία από τις εξηγήσεις που δόθηκαν στις 30 Οκτωβρίου 2000 από τις αρχές της Αργεντινής προς υποστήριξη του αιτήματός τους για τροποποίηση του σχεδίου αναφερόταν στους προσανατολισμούς της νέας κυβέρνησης του 1999. Ως εκ τούτου, ήταν γνωστές πολύ πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών, δηλαδή στις 7 Φεβρουαρίου 2000. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η προκήρυξη πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για ένα παρωχημένο έργο συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

2. Η Επιτροπή και η εταιρεία παραπλάνησαν επίτηδες τον καταγγέλλοντα. Ο τελευταίος θεωρεί ότι οι πρακτικοί λόγοι που προβλήθηκαν για να εξηγηθεί η καθυστέρηση της αναχώρησής του για την Αργεντινή τον Ιούλιο του 2000 ήταν κακές δικαιολογίες. Δηλώνει ότι, παρόλο που η σύμβασή του με την εταιρεία συνήφθη στις 11 Αυγούστου 2000, τόσο η Επιτροπή όσο και η εταιρεία γνώριζαν ήδη τότε ότι οι αρχές της Αργεντινής επιθυμούσαν να τροποποιήσουν τη σύμβαση όσον αφορά τη θέση του εμπειρογνώμονα μακράς διαρκείας στον τομέα της κατάρτισης. Ενώ το αίτημα της Αργεντινής για τροποποίηση του σχεδίου υποβλήθηκε μόλις στις 14 Σεπτεμβρίου 2000, ένας υπάλληλος της Επιτροπής που βρισκόταν σε αποστολή στην Αργεντινή μεταξύ 29 Ιουλίου και 2 Αυγούστου 2000 ανέφερε ήδη την επιθυμία των αρχών της Αργεντινής να καταργήσουν και να αντικαταστήσουν τη θέση του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων έλαβε τις πληροφορίες αυτές μέσω της τελικής έκθεσης της OLAF σχετικά με την καταγγελία του της 13ης Ιουνίου 2002. Ο καταγγέλλων πιστεύει ότι μέχρι τις αρχές Αυγούστου 2000, οι αλλαγές είχαν ήδη συμφωνηθεί από όλα τα μέρη. Η σύμβαση του καταγγέλλοντος με την εταιρεία στις 11 Αυγούστου 2000 οριστικοποιήθηκε μόνο για τυπικούς λόγους, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η εταιρεία συμμορφώθηκε με τη σύμβαση με την Επιτροπή και ότι η ευθύνη για την κατάργηση της θέσης του καταγγέλλοντος ανήκε εξ ολοκλήρου στις αρχές της Αργεντινής.

3. Ο καταγγέλλων απορρίπτει τον ισχυρισμό της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο η τροποποίηση του σχεδίου δεν συνεπαγόταν πλήρη κατάργηση των καθηκόντων που είχαν αρχικά ανατεθεί στον επί μακρόν εμπειρογνώμονα στον τομέα της κατάρτισης. Η προσθήκη στη σύμβαση προέβλεπε ακριβώς την κατάργηση της θέσης. Η δυνατότητα που προβλέπεται στη σύμβαση με την εταιρεία να τροποποιηθούν τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος βάσει των απαιτήσεων της σύμβασης δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την πλήρη κατάργηση της θέσης του. Ο καταγγέλλων απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σύμφωνα με τους οποίους είχε προσφερθεί να εργαστεί σε αποστολές μικρής διάρκειας. Επιπλέον, οι προσφορές αυτές θα είχαν καθυστερήσει και δεν θα είχαν καμία σχέση με την πραγματική σημασία και τον όγκο των εργασιών που προβλέπονταν στην αρχή. Αντίθετα, τον Φεβρουάριο του 2002, η εταιρεία επανέλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να βρει εναλλακτική συμμετοχή για τον καταγγέλλοντα στο σχέδιο.

Μαζί με τις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της τελικής έκθεσης της OLAF σχετικά με την καταγγελία του. Ειδικότερα, η έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή πριν από την τροποποίηση της σύμβασης με την εταιρεία.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Πεδίο της έρευνας

1.1 Ο καταγγέλλων προσλήφθηκε για σύμβαση 30 μηνών από την εταιρεία, μια ιταλική εταιρεία, για να συμμετάσχει ως εμπειρογνώμονας σε ένα τριετές πρόγραμμα κατάρτισης που χρηματοδοτήθηκε από κοινοτικά κονδύλια στην Αργεντινή. Η σύμβαση του καταγγέλλοντος ακυρώθηκε αφού η Επιτροπή είχε ενημερώσει την εταιρεία ότι η θέση του καταγγέλλοντος δεν προβλεπόταν πλέον στο σχέδιο.

1.2 Στο πλαίσιο της καταγγελίας του κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε ορισμένους ισχυρισμούς κατά του εργοδότη του, της εταιρείας.

1.3 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος σχετικά με την εταιρεία δεν θα εξεταστούν στην παρούσα απόφαση.

2 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να διεξαγάγει έρευνα πριν προβεί σε ουσιαστικές τροποποιήσεις ενός σχεδίου μετά την ανάθεσή του

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, μετά την ανάθεση στην εταιρεία της σύμβασης τεχνικής βοήθειας για ένα τριετές πρόγραμμα κατάρτισης στην Αργεντινή, η Επιτροπή προέβη σε ουσιαστικές αλλαγές στο πρόγραμμα και δεν διενήργησε προηγούμενη έρευνα.

2.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι η σύμβαση με την Αργεντινή, στην οποία βασίστηκε η σύμβαση τεχνικής βοήθειας, δεν ήταν αμετάβλητη, ιδίως όταν είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον προσδιορισμό των αναγκών και την απόφαση χρηματοδότησης του έργου. Μολονότι δεν υπήρχε ρητή υποχρέωση της Επιτροπής να διεξαγάγει έρευνα, όπως ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή είχε ελέγξει την καταλληλότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων και, σε δεύτερο στάδιο, έλεγξε ότι δεν θα τροποποιούσαν ουσιαστικά το έργο όσον αφορά τους στόχους, τους πόρους και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του. Η Επιτροπή υπογράμμισε επίσης ότι η έρευνα της OLAF μετά την καταγγελία του καταγγέλλοντος δεν αποκάλυψε καμία παρατυπία.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του προκύπτει ότι οι αρχές της Αργεντινής υπέβαλαν αίτηση για το σχέδιο το 1995, ότι ο προσδιορισμός των αναγκών των αρχών της Αργεντινής χρονολογείται από το 1997, ότι η συμφωνία χρηματοδότησης υπεγράφη στις 27 Μαΐου 1999, ότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προκηρύχθηκε το ίδιο έτος και ότι η προθεσμία για την υποβολή οικονομικών προτάσεων ήταν η 7η Φεβρουαρίου 2000. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η σύμβαση με την Αργεντινή έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες που προέβαλαν οι αρχές της Αργεντινής. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να τροποποιήσει τυπικά μια σύμβαση αν αυτή κρινόταν ανεπαρκής για την ορθή παροχή οικονομικής συνδρομής. Λαμβανομένης υπόψη της χρονολογικής σειράς των γεγονότων που προαναφέρθηκαν, η εξήγηση της Επιτροπής φαίνεται εύλογη.

2.4 Η αλλαγή που ζήτησαν οι αρχές της Αργεντινής αφορούσε ιδίως την αντικατάσταση ενός εμπειρογνώμονα μακράς διαρκείας στον τομέα της κατάρτισης που προβλεπόταν να εργαστεί στην Αργεντινή για 30 μήνες από διάφορους εμπειρογνώμονες βραχείας διαρκείας. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν διενήργησε τους κατάλληλους ελέγχους πριν αποδεχθεί τις τροποποιήσεις του σχεδίου. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την τελική έκθεση της OLAF που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή από τον καταγγέλλοντα, το αίτημα της Αργεντινής της 14ης Σεπτεμβρίου 2000 αξιολογήθηκε από τεχνική και οικονομική άποψη από διάφορες μονάδες της Κοινής Υπηρεσίας RELEX (SCR) της Επιτροπής πριν από την έγκρισή του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2.5 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η προκήρυξη πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για ένα παρωχημένο έργο συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων (παράγραφος 2.3) και του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στον φάκελο για να στηρίξουν τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες σε σχέση με αυτόν τον περαιτέρω ισχυρισμό τον οποίο ο καταγγέλλων δεν είχε διατυπώσει στην αρχική του καταγγελία.

3 Έλλειψη διαφάνειας, ασαφείς και αντίθετες εξηγήσεις

3.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, κατά την εξέταση του ζητήματος, η Επιτροπή δεν διέθετε διαφάνεια, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις της μαζί της. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή έδωσε αόριστες και μάλιστα αντιφατικές εξηγήσεις για την κατάσταση.

3.2 Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο συμβατικός εταίρος της, η εταιρεία, ενημερώθηκε δεόντως για τις καθυστερήσεις του έργου. Η Επιτροπή απάντησε στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος και μάλιστα έλαβε τον καταγγέλλοντα στις εγκαταστάσεις της για να εξηγήσει την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις αλλαγές που πρότειναν οι αρχές της Αργεντινής.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του προκύπτει ότι ο εργοδότης του καταγγέλλοντος, δηλαδή η εταιρεία, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τους λόγους καθυστέρησης της αποχώρησής του και στη συνέχεια για τους λόγους κατάργησης της θέσης του. Η Επιτροπή φαίνεται να ενημερώνει τακτικά την εταιρεία σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά τη θέση του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, η Επιτροπή παρείχε πληροφορίες στον καταγγέλλοντα, αν και ούτε ο καταγγέλλων ούτε η Επιτροπή υπέβαλαν πληροφορίες στον Διαμεσολαβητή σχετικά με την ουσία των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής αφού η εταιρεία είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την κατάργηση της θέσης του. Δεν αμφισβητείται ότι πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή επιστολών και συνάντηση. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένος.

3.4 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με δήθεν αόριστες και αντιφατικές εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα αναφέρεται εν μέρει στους πρακτικούς λόγους που προέβαλε η Επιτροπή για να καθυστερήσει την αποχώρηση του καταγγέλλοντος και εν μέρει στους λόγους που προβλήθηκαν για να δικαιολογήσουν την αποδοχή των αλλαγών στη σύμβαση. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει στον Διαμεσολαβητή αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς αυτούς, τα οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένα. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

3.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, προτού ενημερωθεί από την εταιρεία για την κατάργηση της θέσης του στις 10 Οκτωβρίου 2000, φέρεται να είχε εξαπατηθεί ως προς τους πραγματικούς λόγους για την καθυστέρηση της αναχώρησής του. Υποστήριξε ότι η απόφαση περί καταργήσεως της θέσεώς του είχε ήδη ληφθεί στα τέλη Ιουλίου 2000. Πρόκειται για έναν περαιτέρω ισχυρισμό τον οποίο ο καταγγέλλων δεν είχε διατυπώσει στην αρχική του καταγγελία. Από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τον Ιούλιο του 2000 διεξήχθησαν συζητήσεις μεταξύ ενός υπαλλήλου της Επιτροπής και των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τη δυνατότητα να προταθεί η κατάργηση της θέσης του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε γιατί η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ενημερώσει την εταιρεία ή τον καταγγέλλοντα για τη δυνατότητα αυτή πριν οι αρχές της Αργεντινής υποβάλουν επίσημη αίτηση στις 14 Σεπτεμβρίου 2000. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο που να αποδεικνύουν ότι οι πρακτικοί λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της αποχώρησης του καταγγέλλοντος είναι αβάσιμοι. Με βάση τα ανωτέρω πορίσματα, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες σε σχέση με αυτόν τον νέο ισχυρισμό.

4 Ζημίες που προκλήθηκαν από τις ενέργειες της Επιτροπής

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, με την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών στο έργο, η Επιτροπή έβλαψε τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και τους απορριφθέντες αιτούντες.

4.2 Η Επιτροπή θεώρησε ότι ενήργησε στο πλαίσιο της συμβατικής εντολής όταν πρότεινε την προσαρμογή της σύμβασης που είχε υπογραφεί με την εταιρεία στις νέες διατάξεις της σύμβασης. Η σύμβαση της 11ης Αυγούστου 2000 που υπέγραψε ο καταγγέλλων με την εταιρεία προέβλεπε επίσης τη δυνατότητα τροποποίησης της αποστολής του σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12 της σύμβασης τεχνικής βοήθειας, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για ζημίες που προκλήθηκαν από την εταιρεία στους εμπειρογνώμονές της σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης τεχνικής βοήθειας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να της καταλογιστεί συμβατική ευθύνη. Όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων πρέπει να αποδείξει ότι η Επιτροπή ενήργησε παράνομα, ότι υπάρχει ζημία και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αγωγής της Επιτροπής και της ζημίας.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή είναι τρίτο μέρος στη σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και του καταγγέλλοντος και ότι δεν υπήρξε σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος. Επομένως, μόνον η εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής θα μπορούσε να έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις για την εξωσυμβατική ευθύνη είναι ότι το θεσμικό όργανο ενήργησε παράνομα.

4.4 Όπως προαναφέρθηκε (παράγραφοι 2.3 και 2.4), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Επιτροπή ενήργησε παράνομα όταν δέχθηκε να τροποποιήσει τη Σύμβαση κατόπιν αίτησης των αρχών της Αργεντινής ή όταν τροποποίησε τη σύμβαση τεχνικής βοήθειας που είχε συνάψει με την εταιρεία.

4.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των διαδίκων να εξεταστεί η διαφορά τους και να διευθετηθεί εγκύρως από αρμόδιο δικαστήριο.

5 Καταβολή αποζημίωσης από την Επιτροπή στον καταγγέλλοντα

5.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η κακοδιοίκηση θα πρέπει να αναγνωριστεί και ότι θα πρέπει να λάβει αποζημίωση για υλική ζημία και ηθική βλάβη.

5.2 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, δεν είναι αναγκαίο να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

6 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ C 57 της 22.2.2001, σ. 3, σημείο 8.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!