Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Τρέχουσα γλώσσα:
- EL Ελληνικά
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 278/2000/ΦΕΚ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 278/2000/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 01 Μαρτίου 2000 - Απόφαση στις Δευτέρα | 22 Ιανουαρίου 2001
Στρασβούργο, 22 Ιανουαρίου 2001
Αξιότιμε κ. Ε.,
Στις 20 Ιανουαρίου, 26 Ιανουαρίου και 7 Φεβρουαρίου 2000, υποβάλατε, εξ ονόματος της Prospect C&S S.A., καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με διαγωνισμό που διοργάνωσε η Επιτροπή για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης στην Επιτροπή (ΓΔ Περιβάλλοντος) για την αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το περιβάλλον (καταγγελία 89/2000/IJH). Με επιστολή της 16ης Φεβρουαρίου 2000, σας ενημέρωσα ότι δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθούν σαφώς οι ισχυρισμοί σας και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήμουν σε θέση να εξετάσω την καταγγελία σας.
Στις 23 Φεβρουαρίου 2000, υποβάλατε νέα καταγγελία σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Την 1η Μαρτίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 31 Μαΐου 2000. Σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής στις 9 Ιουνίου 2000 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 31 Ιουλίου 2000, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, απέστειλα στην Επιτροπή αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Η Επιτροπή απάντησε στις 20 Νοεμβρίου 2000 και σας διαβίβασα την απάντηση αυτή στις 24 Νοεμβρίου 2000, καλώντας σας να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000. Δεν λάβατε τέτοιες παρατηρήσεις από εσάς.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η καταγγελία είναι τα ακόλουθα:
Ο καταγγέλλων είναι εταιρεία που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες. Από κοινού με τη Particip GmbH (την καταγγέλλουσα στη σχετική υπόθεση 220/2000/GG), ανήκει σε ορισμένες εταιρείες συμβούλων που υπέβαλαν προσφορές ως απάντηση σε πρόσκληση υποβολής προσφορών για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης στην Επιτροπή (ΓΔ Περιβάλλοντος) για την αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το περιβάλλον. Συνολικά, υπήρχαν 8 γεωγραφικές παρτίδες. Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για τις παρτίδες που καλύπτουν τις χώρες της Μπενελούξ και την Ελλάδα. Εφαρμόστηκε επίσης, από κοινού με τη Particip, για την παρτίδα που κάλυπτε τη Γερμανία και την Αυστρία. Ο καταγγέλλων ήταν επίσης εταίρος των επιχειρήσεων που υπέβαλαν προσφορές για τις παρτίδες που κάλυπταν το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, αφενός, και την Ισπανία και την Πορτογαλία, αφετέρου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, όλες οι προσφορές προσδιόριζαν την ίδια μεθοδολογία. Οι προσφορές φαίνεται ότι υποβλήθηκαν το Μάιο του 1999.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, διάφορες επιστολές που ζητούσαν πληροφορίες ή διευκρινίσεις εστάλησαν στην Επιτροπή από την ίδια ή τη Particip από τον Σεπτέμβριο του 1999, στις οποίες η Επιτροπή δεν απάντησε γραπτώς.
Αφού άκουσε ότι οι παρτίδες φαίνεται να έχουν κατανεμηθεί, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 13 Σεπτεμβρίου 1999 ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την προσφορά. Ελλείψει απάντησης, απεστάλη υπενθύμιση στις 7 Οκτωβρίου 1999. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή και ενημερώθηκε ότι η Επιτροπή επανεξέταζε τις προσφορές.
Στις 29 Νοεμβρίου 1999, ο καταγγέλλων ανανέωσε την αίτησή του για παροχή πληροφοριών. Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στο Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Περιβάλλοντος στις 15 Δεκεμβρίου 1999, με την οποία ρωτούσε γιατί η αξιολόγηση της προσφοράς διήρκεσε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τον εν λόγω διαγωνισμό.
Στις 16 Δεκεμβρίου 1999, οι συνεργαζόμενες εταιρείες του καταγγέλλοντος επικοινώνησαν με την Επιτροπή και πληροφορήθηκαν ότι είχαν ανατεθεί μόνο οι παρτίδες Ισπανία/Πορτογαλία, Σκανδιναβία και Ελλάδα, ενώ δεν είχε ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με τις υπόλοιπες πέντε παρτίδες. Η TAU Consultora, η εταιρεία που είχε υποβάλει, μαζί με τον καταγγέλλοντα, προσφορά σχετικά με την παρτίδα Ισπανίας/Πορτογαλίας, ενημερώθηκε τηλεφωνικά την ίδια ημέρα ότι η προσφορά της είχε θεωρηθεί καλή, αλλά ότι η παρτίδα είχε αποδοθεί σε άλλη εταιρεία που είχε προσφέρει καλύτερη τιμή. Η Επιτροπή δεν απάντησε σε επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 1999, με την οποία η TAU Consultora ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες στο πλαίσιο αυτό.
Στις 6 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα, μέσω τηλεομοιοτυπίας, επιστολή στη γερμανική γλώσσα, στην οποία ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατόν να κατανεμηθεί η παρτίδα Γερμανίας/Αυστρίας βάσει της αρχικής προσφοράς, δεδομένου ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες δεν ήταν επαρκείς. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι θα εφάρμοζε τώρα τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 3 σχετικά με τη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Ο καταγγέλλων κλήθηκε να υποβάλει νέα πρόταση έως τις 31 Ιανουαρίου 2000. Η Επιτροπή πρότεινε στον καταγγέλλοντα να λάβει ιδιαίτερα υπόψη το κριτήριο ανάθεσης 2 (μεθοδολογία) το οποίο, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν είχε εξεταστεί στην αρχική προσφορά. Παρόμοιο φαξ έλαβε η Particip.
Ο καταγγέλλων επικοινώνησε αμέσως με την Επιτροπή για να ζητήσει μετάφραση της παρούσας επιστολής στη γαλλική ή την αγγλική γλώσσα. Με την ευκαιρία αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι η προσφορά του δεν είχε φθάσει στο απαιτούμενο τεχνικό επίπεδο, δηλαδή ότι η μεθοδολογία του δεν ήταν αποδεκτή. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι αυτό ήταν εκπληκτικό, δεδομένου ότι είχε χρησιμοποιήσει την ίδια μεθοδολογία που είχε αποδεχθεί η Επιτροπή στην περίπτωση της TAU Consultora.
Στις 7 Ιανουαρίου 2000, ο καταγγέλλων έλαβε τηλεομοιοτυπία από την Επιτροπή, η οποία συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στην οποία η Επιτροπή εξηγούσε ότι είχε σημειωθεί σφάλμα στην επιστολή που είχε αποσταλεί την προηγούμενη ημέρα και ότι είχε επισυναφθεί το οριστικό κείμενο της επιστολής. Η νέα αυτή έκδοση εξηγούσε ότι η αρχική προσφορά είχε απορριφθεί επειδή δεν πληρούσε το κριτήριο ανάθεσης 3 (προτεινόμενη ομάδα έργου). Η νέα επιστολή δεν υπογράφηκε. Εξήγησε ότι περαιτέρω εξηγήσεις θα μπορούσαν να δοθούν γραπτώς στον ασκούντα χρέη προϊσταμένου μονάδας (του οποίου το όνομα και η διεύθυνση δόθηκαν) ή με την αποστολή τηλεομοιοτυπίας σε έναν από τους δύο αριθμούς που αναφέρονταν στην επιστολή.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή προκειμένου να επισημάνει τις αποκλίσεις μεταξύ των δύο επιστολών και να ζητήσει διευκρινίσεις. Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων τηλεφώνησε, στις 11 Ιανουαρίου 2000, στο πρόσωπο του οποίου το όνομα είχε αναφερθεί στην τηλεομοιοτυπία και του ζητήθηκε να αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο θα περιγράφονταν τα διάφορα προβλήματα. Σχετική επιστολή συντάχθηκε και διαβιβάστηκε στην Επιτροπή την ίδια ημέρα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αλλά και με τηλεομοιοτυπία και συστημένη επιστολή.
Στις 14 Ιανουαρίου 2000, ένας ταχυμεταφορέας απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου 2000 στον καταγγέλλοντα. Η επιστολή αυτή ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη που εστάλη με τηλεομοιοτυπία στις 7 Ιανουαρίου, εκτός από το γεγονός ότι έφερε την υπογραφή ενός άλλου προϊσταμένου μονάδας της ΓΔ Περιβάλλοντος. Επισυνάφθηκε νέο υπόδειγμα σύμβασης.
Στις 17 Ιανουαρίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον εν λόγω προϊστάμενο μονάδας και ζήτησε επειγόντως εξηγήσεις.
Στις 20 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή απέστειλε εκ των προτέρων αντίγραφο της απάντησής της στην πλέον πρόσφατη επιστολή του καταγγέλλοντος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η επιστολή αυτή περιείχε εξηγήσεις σχετικά με το σφάλμα που είχε συμβεί, το κριτήριο το οποίο δεν πληρούσε η αρχική προσφορά του καταγγέλλοντος και τη διαδικασία με διαπραγμάτευση την οποία είχε πλέον επιλέξει η Επιτροπή. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν μπορούσε, στο παρόν στάδιο, να σχολιάσει διάφορα σημεία που είχε διατυπώσει ο καταγγέλλων σχετικά με τις προσφορές άλλων επιχειρήσεων. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 21 Φεβρουαρίου 2000, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η επιστολή της Επιτροπής απαντούσε στις περισσότερες από τις ερωτήσεις που του είχαν τεθεί στην πιο πρόσφατη επιστολή της. Ο καταγγέλλων επισήμανε, ωστόσο, ότι πολλά σημεία πρέπει ακόμη να εξεταστούν. Τα σημεία αυτά αναφέρονται σε επιστολή που απέστειλε ο καταγγέλλων στην Επιτροπή στις 7 Φεβρουαρίου 2000.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή της 23ης Φεβρουαρίου 2000, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένη από τις απαντήσεις της Επιτροπής στην τελευταία επιστολή της.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
1) Η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει εγγράφως σε διάφορες ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν σε επιστολές που της απευθύνονταν. Τα ερωτήματα αυτά παρατίθενται στα σημεία 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9 της επιστολής της 23ης Φεβρουαρίου 2000·
2) Είναι αμφίβολο αν, εν προκειμένω, η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί τη διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (βλ. σημεία 5 και 10 του εγγράφου της 23ης Φεβρουαρίου 2000)·
3) Η Επιτροπή έθεσε σε μειονεκτική θέση τον καταγγέλλοντα δίνοντάς του λιγότερο χρόνο για να υποβάλει νέα προσφορά σε σχέση με άλλους προσφέροντες (βλ. σημείο 5 της επιστολής της 23ης Φεβρουαρίου 2000).
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της Επιτροπής
Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ιστορικό Η
Επιτροπή είχε λάβει 42 προσφορές που κάλυπταν μία ή περισσότερες από τις 8 παρτίδες τον Μάιο του 1999. Αυτά άνοιξαν στις 4 Ιουνίου 1999. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση καθυστέρησε λόγω διοικητικών δυσκολιών εντός της επιχειρησιακής μονάδας.
Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε από τη ΓΔ Περιβάλλοντος βάσει των όρων εντολής. Η ΓΔ Περιβάλλοντος δεν διέθετε δική της ειδική γραπτή διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών, αλλά ακολούθησε τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβουλές που περιέχονται στον «Οδηγό της ΣΕΑΣ» (Συμβουλευτική Επιτροπή Προμηθειών και Συμβάσεων). Οι προσφορές για κάθε χώρα ή ομάδα χωρών αξιολογήθηκαν χωριστά από μια ad hoc ομάδα, η οποία περιλάμβανε τον αρμόδιο υπάλληλο για τη συγκεκριμένη χώρα ή ομάδα και δύο άλλους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένου του αναπληρωτή προϊσταμένου μονάδας. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης εξετάστηκαν επίσης σε ad hoc συνεδριάσεις υπό την προεδρία του προϊσταμένου μονάδας. Για 3 παρτίδες, η αξιολόγηση οδήγησε στην ανάθεση σύμβασης που εγκρίθηκε στη ΣΕΑΣ τον Δεκέμβριο του 1999. Για τις άλλες παρτίδες, καμία εταιρεία δεν πληρούσε τόσο τα κριτήρια επιλογής όσο και τα κριτήρια ανάθεσης.
Μετά από διαβούλευση με τη γραμματεία της ΣΕΑΣ, αποφασίστηκε η μετάβαση σε διαδικασία με διαπραγμάτευση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών με διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού ελλείψει προσφορών ή κατάλληλων προσφορών στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν τροποποιούνται ουσιωδώς». Όλοι οι υποψήφιοι που είχαν αποστείλει προσφορά ως απάντηση στην ανοικτή πρόσκληση κλήθηκαν στο στάδιο της διαδικασίας με διαπραγμάτευση, γεγονός που σήμαινε επίσης ότι δεν χρειαζόταν να δημοσιευθεί προκήρυξη.
Τα αποτελέσματα της διαδικασίας με διαπραγμάτευση βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της αξιολόγησης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο σχολιασμός του τελικού αποτελέσματος.
Οι
επιστολές που ελήφθησαν από τον καταγγέλλοντα και τις συνεργαζόμενες με αυτόν επιχειρήσεις κατά την εν λόγω περίοδο έθεταν τη ΓΔ Περιβάλλοντος σε ευαίσθητη θέση, δεδομένου ότι κάθε επαφή μεταξύ των υποψηφίων και της αναθέτουσας αρχής αποθαρρύνθηκε κατά τη διάρκεια πρόσκλησης υποβολής προσφορών, δεδομένου ότι παρείχε πλεονέκτημα σε ορισμένους υποψηφίους έναντι άλλων. Σε κανένα σημείο δεν τροποποιήθηκαν οι όροι αναφοράς κατά τη διάρκεια της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, οι οποίοι είχαν εξηγηθεί κατά την αρχική ενημερωτική συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε πριν από την καταληκτική ημερομηνία της αρχικής πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
Η απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν κατά τη διαδικασία με διαπραγμάτευση απεστάλη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 20 Ιανουαρίου 2000. Θα ήταν άδικο για άλλους υποψηφίους να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες.
Παρόλο που δεν υπήρξαν επιστολές που να απαντούν ειδικά στα άλλα σημεία που έθεσε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή είχε λάβει πολλές τηλεφωνικές κλήσεις από τον καταγγέλλοντα, τη Particip και τους εταίρους τους, στις οποίες είχε εξηγηθεί η τρέχουσα διαδικασία και είχαν δοθεί οι λόγοι για τη μη απάντηση.
Η Επιτροπή παρέσχε επίσης πληροφορίες σχετικά με τις ερωτήσεις που παρατίθενται στα σημεία 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9 της καταγγελίας.
Η διαδικασία με διαπραγμάτευση
Η αναθέτουσα αρχή είχε τη δυνατότητα να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση μετά από άκαρπη ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, όταν καμία επιχείρηση δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης. Καμία δημοσίευση δεν ήταν αναγκαία για να κλείσει ο διαγωνισμός εάν όλες οι υποψήφιες επιχειρήσεις είχαν προσκληθεί στη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Τούτο συνέβη εν προκειμένω.
Όλοι οι υποψήφιοι αντιμετωπίστηκαν ισότιμα. Τα πρωτότυπα έγγραφα εστάλησαν σε όλους στις 23 Δεκεμβρίου 1999. Για να αποφευχθούν προβλήματα στις ταχυδρομικές υπηρεσίες λόγω των διακοπών, απεστάλη σε όλους τηλεομοιοτυπία στις 7 Ιανουαρίου 2000. Όταν εντοπίστηκε λάθος σε ορισμένες από τις επιστολές, οι επιστολές διορθώθηκαν και στάλθηκαν με ειδική παράδοση. Ο καταγγέλλων γνώριζε το περιεχόμενο της επιστολής που του απευθύνθηκε μέσω τηλεφωνικής συνομιλίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 7 Ιανουαρίου 2000 και έλαβε η ίδια την επιστολή στις 13 Ιανουαρίου 2000 σύμφωνα με την έκθεση παράδοσης. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε αρκετό χρόνο για να αντιδράσει δεν ήταν δικαιολογημένο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων φάνηκε να είναι ικανοποιημένος ή να μη διαφωνεί με τις περισσότερες εξηγήσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις σχετικά με δύο από τα ζητήματα (πίνακες 3 και 4 της καταγγελίας του).
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ
Με
βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για την εξέταση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα δύο σημεία που έθεσε ο καταγγέλλων.
Η απάντηση της Επιτροπής
Στην απάντησή της, η Επιτροπή παρείχε περαιτέρω εξηγήσεις, όπως ζήτησε ο Διαμεσολαβητής.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Παράλειψη απάντησης στις ερωτήσεις
1.1 Ο καταγγέλλων, εταιρεία συμβούλων, υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο ανοικτής πρόσκλησης υποβολής προσφορών που διοργάνωσε η Επιτροπή. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στις ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν στα έγγραφα που της απευθύνονταν από τον Σεπτέμβριο του 1999. Τα ερωτήματα αυτά παρατίθενται στα σημεία 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9 της καταγγελίας της 23ης Φεβρουαρίου 2000.
1.2 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ερωτήσεις του καταγγέλλοντος τον θέτουν σε ευαίσθητη θέση, δεδομένου ότι κάθε επαφή μεταξύ των υποψηφίων και της αναθέτουσας αρχής αποθαρρύνεται κατά τη διάρκεια μιας πρόσκλησης υποβολής προσφορών, δεδομένου ότι παρέχει πλεονέκτημα σε ορισμένους υποψηφίους έναντι άλλων. Ως εκ τούτου, ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τις προσφορές δεν μπόρεσαν να απαντηθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν κατά τη διαδικασία με διαπραγμάτευση απαντήθηκαν με επιστολή που εστάλη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 20 Ιανουαρίου 2000.
1.3 Από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι ορισμένες από τις ερωτήσεις που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων απαντήθηκαν αποτελεσματικά με την επιστολή της Επιτροπής, η οποία εστάλη στον καταγγέλλοντα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 20 Ιανουαρίου 2000. Φαίνεται ότι η Επιτροπή παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες στον καταγγέλλοντα ή στις συνεργαζόμενες με αυτόν επιχειρήσεις μέσω τηλεφώνου. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί επίσης ότι το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η απάντηση σε ορισμένες ερωτήσεις που θέτει ένας υποψήφιος κατά τη διάρκεια διαδικασίας υποβολής προσφορών μπορεί να παράσχει στον εν λόγω υποψήφιο αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι άλλων δεν φαίνεται παράλογο.
1.4 Στη γνώμη της και στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή έδωσε λεπτομερείς απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν είχαν απαντηθεί από την Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο να υποτεθεί ότι η Επιτροπή παρέσχε με τον τρόπο αυτό όλες τις πληροφορίες που ζήτησε ο καταγγέλλων.
1.5 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό.
2 Η διαδικασία με διαπραγμάτευση
2.1 Ο καταγγέλλων διερωτάται αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση στην παρούσα υπόθεση.
2.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση μετά από άκαρπη ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, εφόσον καμία επιχείρηση δεν πληροί τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης. Ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αναγκαία η δημοσίευση, δεδομένου ότι όλες οι υποψήφιες επιχειρήσεις κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (2) προβλέπει ότι «οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών με διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού ελλείψει προσφορών ή κατάλληλων προσφορών στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, υπό τον όρο ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν τροποποιούνται ουσιωδώς». Οι έρευνες του Διαμεσολαβητή δεν απέδειξαν ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Επομένως, φαίνεται ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση στην υπό κρίση υπόθεση.
2.4 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
3 Μειονέκτημα λόγω συντομότερης προθεσμίας για την υποβολή νέας προσφοράς
3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι βρισκόταν σε μειονεκτική θέση επειδή η Επιτροπή του έδωσε λιγότερο χρόνο για να υποβάλει νέα προσφορά από ό,τι άλλοι προσφέροντες.
3.2 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα πρωτότυπα έγγραφα εστάλησαν σε όλους τους προσφέροντες στις 23 Δεκεμβρίου 1999. Για να αποφευχθούν προβλήματα στις ταχυδρομικές υπηρεσίες λόγω των διακοπών, απεστάλη σε όλους τηλεομοιοτυπία στις 7 Ιανουαρίου 2000. Όταν εντοπίστηκε λάθος σε ορισμένες από τις επιστολές, οι επιστολές διορθώθηκαν και στάλθηκαν με ειδική παράδοση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι ο καταγγέλλων γνώριζε το περιεχόμενο της επιστολής που του απευθύνθηκε μέσω τηλεφωνικής συνομιλίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 7 Ιανουαρίου 2000 και έλαβε η ίδια την επιστολή στις 13 Ιανουαρίου 2000 σύμφωνα με την έκθεση παράδοσης. Θεωρεί επομένως ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε αρκετό χρόνο για να αντιδράσει δεν ήταν δικαιολογημένο.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της επιστολής με την οποία τον καλούσε να συμμετάσχει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση στις 7 Ιανουαρίου 2000, όταν έλαβε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, το διορθωμένο κείμενο της επιστολής που του είχε αποσταλεί αρχικά, παρόλο που το υπογεγραμμένο κείμενο της επιστολής αυτής περιήλθε στον καταγγέλλοντα μόλις στις 13 ή 14 Ιανουαρίου 2000. Δεν αποδείχθηκε ότι άλλοι προσφέροντες είχαν σημαντικά περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους για να προετοιμάσουν τις νέες προσφορές τους από ό,τι ο καταγγέλλων.
3.4 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό.
4 Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση
Jacob Söderman
(1) ΕΕ 1992, αριθ. L 209, σ. 1.
(2) ΕΕ 1992, αριθ. L 209, σ. 1.