Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2384/2011/AN κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης
Απόφαση
Υπόθεση 2384/2011/AN - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 06 Δεκεμβρίου 2011 - Απόφαση στις Τρίτη | 17 Ιουλίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Ο καταγγέλλων αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Η OLAF γνωστοποίησε λεπτομέρειες σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνάς της σε τρίτο μέρος, οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε άρθρο στον Τύπο στη χώρα του καταγγέλλοντος. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έκρινε ότι η γνωστοποίηση αντιβαίνει στους κανόνες της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να παραδεχθεί ότι διέπραξε παράπτωμα κατά τη δημοσιοποίηση των προσωπικών πληροφοριών και να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτό.
Η OLAF αρχικά αρνήθηκε να το πράξει. Ωστόσο, μετά την έρευνα του Διαμεσολαβητή, απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στην οποία εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων στην περίπτωσή του και ζήτησε συγγνώμη από αυτόν. Αν και ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με τη συγγνώμη, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ικανοποιούσε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι πρώην μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις 5 Ιανουαρίου 2007, βάσει πληροφοριών που έλαβε από τρίτο μέρος, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF») κίνησε εσωτερική έρευνα για να εξακριβώσει κατά πόσον ο καταγγέλλων «προέβαινε σε παρατυπίες εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού σχετικά με τα έξοδα βουλευτικής επικουρίας και τις γενικές δαπάνες».
2. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, η OLAF περάτωσε την εσωτερική της έρευνα, συνιστώντας να δοθεί δικαστική συνέχεια από τις εθνικές αρχές της χώρας του καταγγέλλοντος. Μεταξύ της 4ης και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, η OLAF ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον τρίτο σχετικά με το ανωτέρω αποτέλεσμα. Η OLAF ενημέρωσε επίσης εγγράφως δημοσιογράφο ότι η έρευνα είχε περατωθεί και ότι είχε διαβιβάσει τον φάκελο στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Και στις δύο περιπτώσεις, η OLAF το έπραξε προτού ενημερώσει τον καταγγέλλοντα και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το αποτέλεσμα της έρευνάς της.
3. Λίγες ημέρες αργότερα, ο εθνικός τύπος στη χώρα του καταγγέλλοντος δημοσίευσε άρθρο σχετικά με την έρευνα της OLAF, αναφέροντας «κάποιος πολύ εξοικειωμένος με την υπόθεση». Το άρθρο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατά του καταγγέλλοντος από το τρίτο μέρος και το αποτέλεσμα της έρευνας της OLAF.
4. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων («ΕΕΠΔ») σχετικά με τη γνωστοποίηση των προσωπικών του δεδομένων από την OLAF. Στις 24 Ιουλίου 2009, κατόπιν έρευνας, ο ΕΕΠΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η OLAF δεν ενήργησε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [του καταγγέλλοντος]» («απόφαση ΕΕΠΔ»).
5. Μετά την απόφαση του ΕΕΠΔ, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Γενικό Διευθυντή της OLAF ζητώντας δημόσια συγγνώμη και «παραδοχή από την OLAF παραπτωμάτων».
6. Η OLAF δεν απάντησε στην επιστολή αυτή. Στις 20 Απριλίου 2012, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Η καταγγελία του καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς 935/2011/AN.
7. Στις 25 Μαΐου 2011, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν με την OLAF προκειμένου να διερευνήσουν τη δυνατότητα εξεύρεσης ταχείας λύσης στην παράλειψη της OLAF να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος.
8. Στις 21 Ιουνίου 2011, η OLAF απάντησε στον καταγγέλλοντα με επιστολή και διαβίβασε αντίγραφο της επιστολής αυτής στον Διαμεσολαβητή. Στην απάντησή της, η OLAF δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος αντιμετωπίστηκαν πλήρως και έγιναν εν μέρει δεκτοί από τον ΕΕΠΔ στην απόφασή του, κατά της οποίας η OLAF δεν είχε ασκήσει προσφυγή. Κατά την άποψη της OLAF, τα νέα αιτήματα του καταγγέλλοντος συνδέονταν με την προηγούμενη καταγγελία του προς τον ΕΕΠΔ, αλλά δεν καλύπτονταν με κανέναν τρόπο από το άρθρο 47 παράγραφος 1 του κανονισμού 45/2001 [1], ούτε βασίζονταν σε συστάσεις του ΕΕΠΔ. Ως εκ τούτου, η OLAF έκρινε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος δεν είχε νομική βάση.
9. Στις 22 Ιουνίου 2011, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω απάντηση, πράγμα που έπραξε ο καταγγέλλων στις 14 Ιουλίου 2011. Δήλωσε ότι η απάντηση της OLAF δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική και «δεν απάντησε στην απόφαση του ΕΕΠΔ στην περίπτωσή του».
10. Στις 5 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ του Διαμεσολαβητή και του ΕΕΠΔ [2], «[κ]αμία από τις δύο αρχές προτίθεται να κινήσει έρευνα εάν η άλλη αρχή εξετάζει ή έχει εξετάσει ουσιαστικά την ίδια καταγγελία, εκτός εάν ο καταγγέλλων παρουσιάσει σημαντικά νέα αποδεικτικά στοιχεία σε περίπτωση που η άλλη αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την έρευνά της.» Δεδομένου ότι η αποκάλυψη προσωπικών πληροφοριών σχετικά με τον καταγγέλλοντα είχε ήδη διερευνηθεί από τον ΕΕΠΔ, ο οποίος έλαβε απόφαση επί του θέματος στις 24 Ιουλίου 2009, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε λόγος να διεξαγάγει έρευνα σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας του.
11. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει, έως τις 31 Οκτωβρίου 2011, κατά πόσον το υπόλοιπο της καταγγελίας του θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά αποκλειστικά παραδοχή παραπτώματος και απολογία από την OLAF. Εν ολίγοις, ο Διαμεσολαβητής επεδίωξε να εξακριβώσει αν ο καταγγέλλων θα θεωρούσε ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί, σε περίπτωση που η OLAF δεχόταν τα αιτήματά του.
12. Στις 30 Νοεμβρίου 2011, μη έχοντας λάβει τις ζητούμενες διευκρινίσεις, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την εξέταση της καταγγελίας 935/2011/AN.
13. Την ίδια ημερομηνία, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε αποστείλει τις ζητούμενες διευκρινίσεις στις 5 Οκτωβρίου 2011. Μετά από εσωτερική επαλήθευση από τον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό, προέκυψε ότι, λόγω τεχνικού σφάλματος, οι διευκρινίσεις του καταγγέλλοντος δεν περιήλθαν εγκαίρως στον φάκελο της καταγγελίας του και περιήλθαν στον Διαμεσολαβητή μόλις στις 30 Νοεμβρίου 2011, όταν ο καταγγέλλων διαβίβασε αντίγραφο στον Διαμεσολαβητή.
14. Ο Διαμεσολαβητής ευχαρίστησε τον καταγγέλλοντα για την επιμέλεια που επέδειξε ενημερώνοντάς τον ότι απέστειλε εγκαίρως τις ζητούμενες διευκρινίσεις και ζήτησε συγγνώμη για το τεχνικό σφάλμα που οδήγησε στο κλείσιμο της αρχικής του καταγγελίας 935/2011/AN. Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαδικαστική συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής χορήγησε νέο αριθμό καταχώρισης στην υπόθεση του καταγγέλλοντος, και συγκεκριμένα τον αριθμό 2384/2011/AN.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
15. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
Ισχυρισμός:
Η OLAF παρέλειψε να παραδεχθεί ότι διέπραξε πταίσμα επειδή γνωστοποίησε παρανόμως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν τον καταγγέλλοντα και να ζητήσει συγγνώμη για το γεγονός αυτό.
Αίτημα:
Η OLAF θα πρέπει να παραδεχθεί τις παρατυπίες και να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα.
Η έρευνα
16. Στις 6 Δεκεμβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και κάλεσε την OLAF να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση που αναφέρονται στη σκέψη 15 ανωτέρω. Την ίδια ημερομηνία, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον ΕΕΠΔ για την έναρξη της έρευνάς του.
17. Στις 15 Μαρτίου 2012, η OLAF υπέβαλε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη στον καταγγέλλοντα καλώντας τον να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ο καταγγέλλων το έπραξε στις 24 Απριλίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Εικαζόμενη παράλειψη παραδοχής παραπτώματος και συγγνώμης στον καταγγέλλοντα
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
18. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να παραδεχθεί ότι διέπραξε αδίκημα γνωστοποιώντας παράνομα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν και να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτό. Επισήμανε ότι, στις 24 Ιουλίου 2009, ο ΕΕΠΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η OLAF δεν ενήργησε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [του καταγγέλλοντος]. Επιπλέον, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, «δεν του απαγγέλθηκαν ποτέ νομικές κατηγορίες λόγω της παντελούς έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν του ζήτησε ποτέ να επιστρέψει τα κεφάλαια που φέρεται ότι καταχράστηκαν. Οι εθνικές αρχές απέρριψαν επίσης τις κατηγορίες της OLAF.
19. Στις διευκρινίσεις του της 5ης Οκτωβρίου 2011, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι θα εξέταζε το ζήτημα ως διευθετημένο, εάν η OLAF απολογηθεί και παραδεχθεί ότι «έχει διαπράξει αδίκημα».
20. Στη γνώμη της, η OLAF εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι έλαβε μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαδικαστικών εγγυήσεων με τη βελτίωση των εσωτερικών ελέγχων νομιμότητας των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν τα μέλη του προσωπικού της.
21. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για τον χειρισμό της καταγγελίας του. Εκτιμά επίσης τη συγγνώμη της OLAF και την προθυμία της να παραδεχθεί ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των δεδομένων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι μια τέτοια «ιδιωτική συγγνώμη» δεν αναγνώρισε ούτε αντιστάθμισε τη ζημία που προκλήθηκε στη «δημόσια εικόνα [του], την τιμή [του] και την πολιτική σταδιοδρομία [του]». Η OLAF διέρρευσε ψευδείς κατηγορίες εναντίον του στη μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας του, η οποία τις δημοσίευσε «με μεγάλη φήμη». Οι εν λόγω «συκοφαντικές προσωπικές πληροφορίες» έχουν αναδημοσιευθεί σε πολλές περιπτώσεις στο διαδίκτυο και έχουν ήδη φτάσει σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση που δόθηκε.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
22. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην αρχική απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, με ημερομηνία 21 Ιουνίου 2011, η OLAF αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχθεί την ευθύνη για τη διαρροή των προσωπικών πληροφοριών του καταγγέλλοντος και να ζητήσει συγγνώμη για αυτήν. Ωστόσο, μετά την έναρξη της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η OLAF είχε, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, «την ευκαιρία να εξετάσει στενότερα τον φάκελο [του καταγγέλλοντος]». Στη συνέχεια, η OLAF παραδέχθηκε ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των δεδομένων στην περίπτωση του καταγγέλλοντος και εξέφρασε τη λύπη της για αυτό. Επιπλέον, μέσω του Γενικού Διευθυντή της, ο οποίος υπέγραψε τη γνωμοδότηση, η OLAF ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την εν λόγω εσφαλμένη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων.
23. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την αλλαγή στάσης της OLAF και την ενδεχόμενη αποδοχή των επιχειρημάτων του καταγγέλλοντος. Μια τέτοια εποικοδομητική προσέγγιση είναι χαρακτηριστική μιας διοίκησης της ΕΕ με γνώμονα τις υπηρεσίες και μπορεί να συμβάλει στην (ανα)δημιουργία γεφυρών μεταξύ της ΕΕ και των πολιτών της. Επιπλέον, η θετική απάντηση της OLAF στην έρευνα του Διαμεσολαβητή συνάδει με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και, ειδικότερα, με το άρθρο 12 παράγραφος 3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, το οποίο ορίζει ότι «[σ]ε περίπτωση σφάλματος που επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός μέλους του κοινού, ο υπάλληλος απολογείται για αυτό...».
24. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τις προορατικές προσπάθειες της OLAF να βελτιώσει τις εσωτερικές της διαδικασίες και για τη δέσμευσή της να ενισχύσει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαδικαστικών εγγυήσεων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της.
25. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν είναι πλήρως ικανοποιημένος από την παραδοχή της OLAF ότι διέπραξε παραπτώματα και ζητεί συγγνώμη. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι η απάντηση της OLAF είναι επαρκής για να ικανοποιήσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, όπως διευκρινίζεται στην επιστολή του της 5ης Οκτωβρίου 2011. Όσον αφορά την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι οι απολογίες της OLAF είναι «ιδιωτικές», ενώ η αποκάλυψη επιζήμιων πληροφοριών σχετικά με τον καταγγέλλοντα δημοσιοποιήθηκε, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η παρούσα απόφαση θα δημοσιευθεί στον ιστότοπό του. Επιπλέον, τίποτα δεν εμποδίζει τον καταγγέλλοντα να δώσει περαιτέρω δημοσιότητα στις απολογίες της OLAF, εφόσον το επιθυμεί.
26. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών σχετικά με την εν λόγω καταγγελία.
Γ. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπάρχει λόγος να διεξαγάγει ο Διαμεσολαβητής περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία.
Ο καταγγέλλων και η OLAF θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 17 Ιουλίου 2012
[1] "1. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων μπορεί: α) παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους· β) παραπέμπει το ζήτημα στον υπεύθυνο επεξεργασίας σε περίπτωση εικαζόμενης παραβίασης των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, κατά περίπτωση, υποβάλλει προτάσεις για την επανόρθωση της εν λόγω παραβίασης και για τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων· γ) να διατάσσουν τη συμμόρφωση με αιτήματα για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων σε σχέση με δεδομένα, όταν τα εν λόγω αιτήματα έχουν απορριφθεί κατά παράβαση των άρθρων 13 έως 19· δ) προειδοποιεί ή νουθετεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας· ε) να διατάσσουν τη διόρθωση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή όλων των δεδομένων όταν έχουν υποστεί επεξεργασία κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την κοινοποίηση των ενεργειών αυτών σε τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα· στ) να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της επεξεργασίας· ζ) παραπέμπει το θέμα στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Κοινότητας και, εφόσον απαιτείται, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή· η) να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπό τους όρους που προβλέπονται στη Συνθήκη· i) να παρεμβαίνει στις προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
[2] ΕΕ C 27 της 7ης Φεβρουαρίου 2017, σ. 21.