Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Πρόταση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας για φιλική λύση στην έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1770/2013/JF κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Λύση - Hμερομηνία Παρασκευή | 18 Οκτωβρίου 2013
Υπόθεση 1770/2013/JF - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 18 Οκτωβρίου 2013 - Απόφαση στις Τετάρτη | 18 Νοεμβρίου 2015 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ( Επικριτική παρατήρηση ) - Χώρα Βέλγιο
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι πρώην προϊστάμενος μονάδας («προϊστάμενος μονάδας») για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές (βαθμός AD 13) στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή («ΕΟΚΕ»).
2. Στις 19 Δεκεμβρίου 2012, ο Πρόεδρος της Ομάδας Διαφόρων Δραστηριοτήτων της ΕΟΚΕ («Πρόεδρος της Ομάδας ΙΙΙ») απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με τίτλο «Καλά Χριστούγεννα» σε ορισμένους μη γνωστοποιηθέντες αποδέκτες, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος και όλου του λοιπού προσωπικού. Το e-mail περιελάμβανε ένα κείμενο θρησκευτικού χαρακτήρα [2] και δύο εικόνες: Το ένα απεικονίζει τη γέννηση του Χριστού και το άλλο των ανθρώπων που θρηνούν το θάνατο ενός παιδιού. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα περιλαμβανόταν η «ηλεκτρονική υπογραφή» του προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ, στην οποία αναγραφόταν σαφώς το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και η επαγγελματική διεύθυνσή του.
3. Στις 20 Δεκεμβρίου 2012, ο ενδιαφερόμενος απάντησε στο ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, επίσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο αντέγραψε, μεταξύ άλλων, στον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ και στους Προέδρους άλλων πολιτικών ομάδων της ΕΟΚΕ· τον Πρόεδρο και έναν Αντιπρόεδρο της Επιτροπής· τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας· τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· οι πρόεδροι του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου· και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. Ο ενδιαφερόμενος υπενθυμίζει στον Πρόεδρο της Ομάδας ΙΙΙ ότι είχε αποστείλει παρόμοιες επιθυμίες θρησκευτικού χαρακτήρα στο προσωπικό και το προηγούμενο έτος και ότι ορισμένα μέλη του προσωπικού της ΕΟΚΕ τον είχαν ενημερώσει ρητά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι δεν επιθυμούσαν να λαμβάνουν τέτοιου είδους ανακοινώσεις. Εξέφρασαν επίσης την ανησυχία τους για το γεγονός ότι τέτοιου είδους επικοινωνίες πραγματοποιήθηκαν εντός θεσμικού οργάνου της ΕΕ, το οποίο θα πρέπει να επιδεικνύει διακριτική ευχέρεια και ουδετερότητα σε τέτοια θέματα και να σέβεται άλλα θρησκεύματα. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι το μήνυμα του προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ προς όλο το προσωπικό δεν ήταν μόνο θρησκευτικό, αλλά και πολιτικό. Δεν καταλάβαινε τον συσχετισμό ή τον παραλληλισμό μεταξύ των δύο εικόνων που συνόδευαν τις ευχές. Αν και δεν αμφισβήτησε τις καλές προθέσεις του προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ κατά την επιλογή των φωτογραφιών, ο καταγγέλλων και ορισμένοι άλλοι συνάδελφοι αισθάνθηκαν βαθιά πληγωμένοι από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού του μηνύματος. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος περιλαμβανόταν η «ηλεκτρονική υπογραφή» του, με την οποία προσδιοριζόταν σαφώς ως προϊστάμενος μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές, καθώς και η επαγγελματική του διεύθυνση.
4. Στις 21 Δεκεμβρίου 2012, ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού και Εσωτερικών Υπηρεσιών της ΕΟΚΕ («Διευθυντής») εξέδωσε σημείωμα προς τον καταγγέλλοντα, εφιστώντας την προσοχή του στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την απόφαση 451/06 A, κατά τη χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όλοι οι υπάλληλοι της ΕΟΚΕ πρέπει να συμμορφώνονται με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΚΥΚ»), και συγκεκριμένα με τα άρθρα 11 και 12. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους και να συμπεριφέρονται με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να απέχουν από κάθε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη θέση τους. Ο διευθυντής έκρινε ότι η αποστολή μηνυμάτων που περιείχαν επιθέσεις ηθικού, θρησκευτικού, πολιτικού και φυλετικού χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό αποδεκτών ήταν καταχρηστική. Το περιεχόμενο και ο τόνος της απάντησης του καταγγέλλοντος στον πρόεδρο της Ομάδας ΙΙΙ δεν ήταν συμβατά με τα αναμενόμενα από υπάλληλο της ΕΟΚΕ σε υψηλού επιπέδου θέση με διευθυντικές αρμοδιότητες και στο κοινό [3]. Συνεπώς, κατά την άποψη του διευθυντή, ο καταγγέλλων δεν συμμορφώθηκε με τους ισχύοντες κανόνες. Τον προέτρεψε να απόσχει από κάθε τέτοια συμπεριφορά και τον ενημέρωσε ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν κυρώσεις [4].
5. Στις 23 Ιανουαρίου 2013, ο καταγγέλλων απάντησε στον διευθυντή, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι είχε ήδη την ευκαιρία να του εξηγήσει, γραπτώς, ότι, απαντώντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα που του είχε αποσταλεί, δεν παρατήρησε ότι είχε ενεργοποιηθεί η λειτουργία της «ηλεκτρονικής υπογραφής». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ενήργησε για την υπεράσπιση των ιδρυτικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή των κοσμικών αξιών της και του σεβασμού προς τους πολίτες της. Δεν θεώρησε ότι η συμπεριφορά του αντανακλούσε αρνητικά τη θέση του και εξέφρασε την άποψη ότι κανένα άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ δεν απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα όπως αυτό που απέστειλε ο πρόεδρος της Ομάδας ΙΙΙ. Αφού έλαβε το ηλεκτρονικό μήνυμα του Προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ, ο ενδιαφερόμενος συναντήθηκε με τον Διευθυντή του, τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα και τον Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ και τους ενημέρωσε προσωπικά σχετικά με τις απόψεις του. Η απάντησή του της 20ής Δεκεμβρίου 2012 εστάλη την επόμενη ημέρα μετά τις επαφές αυτές. Ο καταγγέλλων διαφώνησε ότι ο τόνος ή το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού του μηνύματος ήταν ακατάλληλο. Κατά την άποψή του, ήταν ευγενικός, χρησιμοποιούσε την κατάλληλη γλώσσα και έστελνε το ηλεκτρονικό του μήνυμα σε περιορισμένο αριθμό παραληπτών. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όταν ο πρόεδρος της Ομάδας ΙΙΙ απέστειλε παρόμοιο ηλεκτρονικό μήνυμα το προηγούμενο έτος, ορισμένοι υπάλληλοι της ΕΟΚΕ «απάντησαν σε όλους» με όρους παρόμοιους με εκείνους που χρησιμοποίησε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, ούτε τα μέλη ούτε η διοίκηση της ΕΟΚΕ εξέφρασαν ανησυχίες με την ευκαιρία αυτή.
6. Στις 4 Φεβρουαρίου 2013, ο Γενικός Γραμματέας της ΕΟΚΕ εξέδωσε την απόφαση αριθ. 065/13 A («απόφαση 65») για την τοποθέτηση του καταγγέλλοντος, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και από την 1η Μαρτίου 2013, από τη θέση του προϊσταμένου μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές στη θέση του διευθυντή στη Γραμματεία του Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα Γενικών Υποθέσεων και Συμβουλευτικών Εργασιών, «διοικητική επιτροπή «Ευρώπη 2020»(«διοικητική επιτροπή»). Στην απόφαση 65, ο Γενικός Γραμματέας έλαβε υπόψη: i) το γεγονός ότι υπήρχε κενή θέση διοικητικού υπαλλήλου στη διευθύνουσα επιτροπή· ii) το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 20ής Δεκεμβρίου και το σημείωμα του διευθυντή της 21ης Δεκεμβρίου 2012· και iii) το γεγονός ότι η αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος της 20ής Δεκεμβρίου 2012 από τον καταγγέλλοντα ήταν κατάφωρη μη συμμόρφωση με τους ισχύοντες κανόνες, γεγονός που υπονόμευσε την εμπιστοσύνη που του έδειξαν, μεταξύ άλλων, οι πολιτικοί φορείς της ΕΟΚΕ [5], ως προϊσταμένου μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές.
7. Την ίδια ημέρα, ο Γενικός Γραμματέας της ΕΟΚΕ εξέδωσε επίσης την απόφαση αριθ. 066/13 A («απόφαση 66»), η οποία προβλέπει ότι, υπό το πρίσμα της απόφασης 65, ο καταγγέλλων δεν πληρούσε πλέον, από την 1η Μαρτίου 2013, τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αποζημίωσης διαχείρισης που συνδέεται με τα καθήκοντά του ως προϊσταμένου μονάδας, την οποία λάμβανε από τις 2 Δεκεμβρίου 2004 [6].
8. Στις 13 Μαΐου 2013, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην ΕΟΚΕ καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του ΚΥΚ κατά των αποφάσεων 65 και 66 («αποφάσεις»). Ο καταγγέλλων, πρώτον, συνόψισε όλα τα επιχειρήματα που είχε προηγουμένως υποβάλει στην ΕΟΚΕ. Δεύτερον, προσθέτει ότι, το 2011, ορισμένοι βουλευτές αποδοκίμασαν επίσης το μήνυμα του προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ σε επιστολή που του απεστάλη απευθείας, αντίγραφο της οποίας είχε σταλεί στη διοίκηση της ΕΟΚΕ [7]. Η ΕΟΚΕ δεν έθεσε ποτέ το θέμα στον Πρόεδρο της Ομάδας ΙΙΙ και η αντίδραση του τελευταίου στην εν λόγω αποδοκιμασία, εάν υπήρξε, παρέμεινε άγνωστη. Ο καταγγέλλων, στη συνέχεια, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν απάντησε σε όλους, αλλά αντέγραψε το ηλεκτρονικό του μήνυμα σε περιορισμένο αριθμό προσώπων. Δήλωσε επίσης ότι ενήργησε καλή τη πίστει και προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, κατά την άποψή του, δεν μπορούσε να ανεχθεί, κατά το έτος που έλαβε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, έναν πρόεδρο ομάδας ενός από τα συμβουλευτικά της όργανα που απέστειλε στο προσωπικό της «des images de guerre» με θρησκευτική ευχετήρια κάρτα. Ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι το ανωτέρω γεγονός έλαβε χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία υφίστατο έντονη πίεση στο πλαίσιο του ρόλου του ως διευθυντή του ανθρώπινου δυναμικού της μονάδας του, γεγονός το οποίο ήταν ευρέως γνωστό στους προϊσταμένους του, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι υφίστατο δίωξη και ότι η επανατοποθέτησή του ήταν, στην πραγματικότητα, συγκεκαλυμμένη κύρωση, η οποία ήταν τόσο αδικαιολόγητη όσο και δυσανάλογη. Κατά την άποψή του, οι αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα τεταμένων σχέσεων με τους προϊσταμένους του, οι οποίες προέκυψαν από τον χειρισμό ορισμένων ευαίσθητων φακέλων ανθρώπινων πόρων και συγκρούσεων στη μονάδα του [8]. Επιπλέον, τιμωρήθηκε χωρίς να έχει την ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Επιπλέον, οι αποφάσεις παραβίασαν τους εσωτερικούς κανόνες της ΕΟΚΕ, διότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του καταγγέλλοντος ήταν ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ και οι αποφάσεις ελήφθησαν από τον Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ. Τέλος, οι αποφάσεις δεν συμμορφώνονταν με τις διατάξεις του ΚΥΚ σχετικά με τα πειθαρχικά μέτρα ή την εφαρμοστέα πειθαρχική διαδικασία. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, καθώς και της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της επανατοποθέτησής του σε καθήκοντα χαμηλότερα από εκείνα που είχε προηγουμένως ασκήσει και της ανάκλησης της αποζημίωσης διαχείρισης, ο καταγγέλλων ζήτησε την ακύρωση των αποφάσεων και την καταβολή αποζημίωσης ύψους 10 000 EUR.
9. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2013, η ΕΟΚΕ εξέδωσε την απόφασή της σχετικά με την ανωτέρω καταγγελία («απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2013»). Πρώτον, ανέφερε ότι το γεγονός από το οποίο προήλθαν οι αποφάσεις ήταν το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 20ής Δεκεμβρίου 2012. Αυτό, σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, είχε ως αποτέλεσμα τόσο οι πολιτικοί φορείς όσο και οι προϊστάμενοι του καταγγέλλοντος να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σε αυτόν ως επικεφαλής μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές. Κατά συνέπεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγκάστηκε να τοποθετήσει εκ νέου τον καταγγέλλοντα το συντομότερο δυνατόν. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ αναφέρθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: ΔΔΔ) στην υπόθεση Kerstens, η οποία προβλέπει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την τοποθέτηση προσωπικού σε άλλη θέση, εφόσον η τοποθέτηση αυτή πραγματοποιείται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σέβεται την αρχή της τοποθέτησης σε ισοδύναμη θέση [9]. Όσον αφορά το συμφέρον της υπηρεσίας, η ΕΟΚΕ δήλωσε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έπρεπε να αντιδράσει γρήγορα μετά το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 20ής Δεκεμβρίου 2012. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο (όπως αναγνώρισε ο καταγγέλλων) υπογράφηκε ως «Προϊστάμενος της Μονάδας Θεσμικών Σχέσεων και με τις Εθνικές Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές» και διαβιβάστηκε σε ορισμένα σημαντικά πρόσωπα στην ΕΕ, περιείχε επικρίσεις κατά προέδρου μίας από τις Ομάδες της ΕΟΚΕ. Κατά συνέπεια, η πολιτική αρχή της ΕΟΚΕ διαπίστωσε ότι ο καταγγέλλων είχε υπονομεύσει την εμπιστοσύνη που του είχε εμπιστευθεί ως κατέχων σημαντική θέση [10]. Η ΕΟΚΕ δήλωσε ότι η αρχή της επανατοποθέτησης σε παρόμοια θέση προβλέπει σύγκριση μεταξύ των σημερινών καθηκόντων του υπαλλήλου που επανατοποθετείται και του βαθμού του στην ιεραρχία. Κατά τον χρόνο της επανατοποθέτησης του καταγγέλλοντος, δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση προϊσταμένου μονάδας. Η διευθύνουσα επιτροπή, στην οποία τοποθετήθηκε εκ νέου ο καταγγέλλων, διέθετε μόνο δύο θέσεις διοικητικού υπαλλήλου και μία θέση βοηθού. Δεν είχε θέση προϊσταμένου. Ωστόσο, οι δύο διοικητικοί υπάλληλοι εργάζονται απευθείας υπό τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ. Γενικά, κάθε θέση που υπάγεται άμεσα σε αναπληρωτή γενικό γραμματέα μπορεί να συγκριθεί με τη θέση συμβούλου, η οποία συνήθως κατέχεται από υπάλληλο πολύ υψηλού βαθμού [11]. Κατά συνέπεια, η επανατοποθέτηση του καταγγέλλοντος πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, δεδομένου ότι τα νέα του καθήκοντα δεν υπολείπονταν σαφώς εκείνων που αντιστοιχούν στο βαθμό και τη θέση του. Επιπλέον, σύμφωνα με την ερμηνεία της ΕΟΚΕ στην υπόθεση Kerstens, εάν μια απόφαση που τροποποιεί τα καθήκοντα ενός υπαλλήλου δεν αντίκειται στο συμφέρον της υπηρεσίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση εξουσίας [12]. Η νέα θέση του καταγγέλλοντος αντιστοιχούσε στο βαθμό του. Όσον αφορά την ανάκληση της αποζημίωσης διαχείρισης, η ΕΟΚΕ τόνισε ότι η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται μόνο στους προϊσταμένους μονάδας, τους διευθυντές και τους γενικούς γραμματείς. Η διευθύνουσα επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των τριών θέσεών της, εμπίπτει στην άμεση αρμοδιότητα του αναπληρωτή γενικού γραμματέα. Δεδομένου ότι η ΕΟΚΕ είναι ένα μικρό συμβουλευτικό όργανο με περιορισμένο αριθμό προσωπικού (και ακόμη πιο περιορισμένο αριθμό διευθυντικών θέσεων), δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις προϊσταμένου μονάδας την 1η Μαρτίου 2013. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθέτησε εσκεμμένα τον καταγγέλλοντα σε θέση χωρίς άμεσο προϊστάμενο μονάδας, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντίληψη απώλειας σεβασμού [13]. Τον Ιούνιο του 2013, η ΕΟΚΕ δημοσίευσε τρεις θέσεις προϊσταμένου μονάδας, συγκεκριμένα δύο στο Τμήμα Επικοινωνιών («Επισκέψεις και δημοσιεύσεις» και «Τύπος») και μία στη Διεύθυνση Γενικών Υποθέσεων («Σχέσεις με την οργανωμένη και μελλοντική κοινωνία των πολιτών»). Εάν ο καταγγέλλων επιθυμούσε να καλύψει μια θέση διευθυντικού στελέχους, θα μπορούσε να έχει υποβάλει αίτηση για οποιαδήποτε από τις ανωτέρω κενές θέσεις. Εφόσον δεν το έπραξε, φαίνεται ότι δεν επιθυμούσε πλέον να καλύψει καμία τέτοια διευθυντική θέση [14]. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, τα ανωτέρω κατέδειξαν ότι η ανάκληση της αποζημίωσης διαχείρισης του καταγγέλλοντος πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Τέλος, η ΕΟΚΕ επέστησε την προσοχή του καταγγέλλοντος σε μια άλλη απόφαση της ΕΟΚΕ σχετικά με την ανάθεση εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ) για ανατοποθέτηση από τον Πρόεδρο στον Γενικό Γραμματέα της ΕΟΚΕ. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος ήταν αρμόδιος για την έκδοση των αποφάσεων. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, η ΕΟΚΕ απέρριψε την καταγγελία και το αίτημα αποζημίωσης και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 ενώπιον του ΔΔΔ ή καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
10. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, ο ενδιαφερόμενος επικοινώνησε με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η έρευνα
11. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της ΕΟΚΕ για την τοποθέτηση του καταγγέλλοντος σε άλλη θέση ήταν άδικη, καθώς και σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η ΕΟΚΕ θα πρέπει να ακυρώσει την τοποθέτηση του καταγγέλλοντος σε άλλη θέση και να τον αποζημιώσει για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστη, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της αποζημίωσης διαχείρισης. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν αφορά την ορθότητα ή μη των ενεργειών του Προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ.
12. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της ΕΟΚΕ σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης της ΕΟΚΕ. Οι υπηρεσίες της έλαβαν επίσης υπόψη περαιτέρω πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων πριν από τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ. Η πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή λαμβάνει υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προβάλλουν τα μέρη.
Επί του ισχυρισμού περί καταχρηστικότητας
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
13. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η απόφαση του Γενικού Γραμματέα βασίστηκε ρητά στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων φέρεται να διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα. Ως εκ τούτου, συνιστούσε πειθαρχική κύρωση. Επομένως, η ΕΟΚΕ δεν ακολούθησε την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο ΚΥΚ πριν επιβάλει την κύρωση αυτή και, ως αντίδραση στην απάντηση του καταγγέλλοντος της 20ής Δεκεμβρίου 2012 στο ηλεκτρονικό μήνυμα του προέδρου της Ομάδας Διαφόρων Δραστηριοτήτων της 19ης Δεκεμβρίου 2012, η απόφαση περί τοποθετήσεώς του σε νέα θέση ήταν αδικαιολόγητη και δυσανάλογη.
14. Στη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ δήλωσε ότι, μετά την απόφασή της σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του ΚΥΚ, του πρότεινε, πρώτον, στις 11 Δεκεμβρίου 2013 και, στη συνέχεια, εκ νέου, στις 13 Ιανουαρίου 2014, θέση συμβούλου στο Τμήμα Επικοινωνίας και Πληροφόρησης, την οποία ο καταγγέλλων απέρριψε.
15. Αφού επανέλαβε τις εξηγήσεις που παρέσχε στον καταγγέλλοντα στην απάντησή της στην καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του ΚΥΚ, η ΕΟΚΕ αναφέρθηκε επίσης σε άλλη νομολογία του ΔΔΔ. Στην περίπτωση του Z, κατά την ΕΟΚΕ, δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο προσφεύγων κρίθηκαν επαρκή για να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τις εργασιακές σχέσεις εντός της μονάδας του και δικαιολόγησαν την επανατοποθέτησή του προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Αυτό διαπιστώθηκε ανεξάρτητα από τις προθέσεις του ενάγοντος, από τις γνώσεις που είχαν άλλα μέλη της μονάδας σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ αυτού και των ανωτέρων του ή την αλήθεια των κατηγοριών του [15]. Ομοίως, εν προκειμένω, οι προθέσεις του καταγγέλλοντος όσον αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή του ηλεκτρονικού του μηνύματος της 20ής Δεκεμβρίου 2012, οι προσεγγίσεις του πριν από την αποστολή του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, καθώς και οι παρεμφερείς θέσεις που ενδεχομένως εκφράστηκαν από άλλα μέλη του προσωπικού της ΕΟΚΕ, δεν μπορούσαν να υπερισχύσουν του συμφέροντος της υπηρεσίας, γεγονός που δικαιολογούσε την έκδοση της απόφασης 65. Ο καταγγέλλων έθεσε σε κίνδυνο τη νόμιμη εμπιστοσύνη των ανωτέρων του και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 12 του ΚΥΚ [16]. Δεδομένου ότι η νέα τοποθέτηση πραγματοποιήθηκε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, η απόφαση αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί συγκεκαλυμμένη κύρωση ή κατάχρηση εξουσίας [17]. Η διαχείριση ευαίσθητων φακέλων και προβλημάτων σχετικά με τους ανθρώπινους πόρους από τον καταγγέλλοντα δεν επηρέασε την εν λόγω απόφαση [18]. Ούτε προσβλήθηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του, διότι η ΕΟΚΕ δεν είχε άλλη εύλογη επιλογή από την επανατοποθέτησή του [19]. Η νέα θέση του καταγγέλλοντος ήταν ισοδύναμου βαθμού και περιλάμβανε καθήκοντα τα οποία δεν ήταν σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα που αντιστοιχούσαν στον εν λόγω βαθμό και την εν λόγω απασχόληση [20]. Μολονότι η αποζημίωση διαχειρίσεως είχε ανακληθεί, τίποτε δεν εμπόδιζε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αίτηση για θέσεις προϊσταμένων μονάδας που έμειναν κενές και να ανακτήσει την αποζημίωση αυτή. Τέλος, η ΕΟΚΕ αναφέρει ότι ο Γενικός Γραμματέας έχει την εξουσία να εκδίδει αποφάσεις σχετικά με την τοποθέτηση προσωπικού σε νέα θέση σύμφωνα με την απόφαση αριθ. º 659/12 της 27ης Σεπτεμβρίου 2012 [21].
16. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε τα προηγούμενα επιχειρήματά του και επισύναψε αντίγραφο άλλου χριστουγεννιάτικου μηνύματος παρόμοιου θρησκευτικού χαρακτήρα από τον πρόεδρο της Ομάδας ΙΙΙ, με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 2013, και τη συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντος, με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 2014, προς τον διευθυντή, με την οποία τον ρωτούσε σχετικά με τα μέτρα που επρόκειτο να λάβει η ΕΟΚΕ κατά όσων ο καταγγέλλων θεωρούσε, υπό το πρίσμα των αιτημάτων του να μην λαμβάνει τέτοια μηνύματα, παρενόχληση. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την άποψη ότι ο χειρισμός ευαίσθητων φακέλων επηρέασε την απόφαση έκδοσης της απόφασης 65 [22]. Αναφέρει επίσης ότι η διευθύνουσα επιτροπή είναι προσωρινό όργανο που δημιουργήθηκε ad hoc και ότι τα νέα καθήκοντά του δεν μπορούν να συγκριθούν εύλογα με τα προηγούμενα καθήκοντά του ως προϊσταμένου μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές. Ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε επίσης την άποψη ότι, εάν δεν υπήρχε θέση προϊσταμένου μονάδας στη διευθύνουσα επιτροπή, η ΕΟΚΕ θα έπρεπε να του είχε προτείνει εναλλακτική θέση και ότι το επιχείρημα της ΕΟΚΕ ότι θα μπορούσε να υποβάλει υποψηφιότητα για άλλες θέσεις προϊσταμένου μονάδας ήταν παράλογο, δεδομένης της γνώμης της ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη των προϊσταμένων του. Υποστήριξε επίσης ότι ο Εσωτερικός Κανονισμός της ΕΟΚΕ δεν επιτρέπει στον Γενικό Γραμματέα να εγκρίνει αποφάσεις όπως η απόφαση 65 και ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η αξιολόγηση των επιδόσεών του από την ΕΟΚΕ στην πιο πρόσφατη έκθεση βαθμολογίας του μειώθηκε κατά 0,5 μονάδες. Τέλος, η καταγγέλλουσα επισύναψε αντίγραφο της υπόθεσης CU, στην οποία το ΔΔΔ ακύρωσε τις αποφάσεις της ΕΟΚΕ για την καταγγελία σύμβασης εργασίας έκτακτου υπαλλήλου και την υποχρέωσε να καταβάλει αποζημίωση ύψους 25 000 EUR στον προσφεύγοντα [23].
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε στην πρόταση φιλικής λύσης
17. Στο σημείωμά του της 21ης Δεκεμβρίου 2012, ο διευθυντής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η διοίκηση θα μπορούσε να του επιβάλει κυρώσεις για την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος της 20ής Δεκεμβρίου 2012 [24]. Είναι σαφές ότι ο λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων τοποθετήθηκε εκ νέου στη διευθύνουσα επιτροπή ήταν η εικαζόμενη μη τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων, δηλαδή των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [25].
18. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι η μη τήρηση του ΚΥΚ επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις για τους υπαλλήλους [26]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής συμμερίζεται την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση του Γενικού Γραμματέα να αναθέσει εκ νέου τον καταγγέλλοντα στη διευθύνουσα επιτροπή ήταν μέτρο που αποσκοπούσε στην επιβολή κυρώσεων για τη συμπεριφορά του [27]. Επομένως, επρόκειτο σαφώς για μέτρο παρόμοιο με πειθαρχικό μέτρο. Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί προσεκτικά αν το μέτρο αυτό ήταν δίκαιο και δικαιολογημένο.
19. Η ΕΟΚΕ υποστήριξε ότι η επανατοποθέτηση ήταν συμβατή με την απόφαση του ΔΔΔ στην υπόθεση Kerstens. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να συμφωνήσει με την ανάλυση της ΕΟΚΕ για δύο λόγους. Πρώτον, η υπόθεση Kerstens αφορά μια κατάσταση στην οποία ένας προϊστάμενος μονάδας τοποθετήθηκε εκ νέου σε άλλη θέση προϊσταμένου μονάδας [28]. Ο καταγγέλλων ήταν προϊστάμενος μονάδας ο οποίος τοποθετήθηκε εκ νέου σε θέση διοικητικού υπαλλήλου. Κατά συνέπεια, δεν βρίσκεται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη της προσφεύγουσας στην υπόθεση Kerstens. Ως επικεφαλής μονάδας, ο καταγγέλλων ασκούσε διοικητικά καθήκοντα (και, ως εκ τούτου, λάμβανε αποζημίωση διαχείρισης). Δεν ασκεί τέτοια καθήκοντα στη νέα του θέση διοικητικού στελέχους. Δεύτερον, από την απόφαση Kerstens δεν προκύπτει ότι ο καταγγέλλων έπρεπε να υποβάλει αίτηση για θέσεις προϊσταμένων μονάδας αν επιθυμούσε να ασκήσει, όπως στο παρελθόν, διευθυντικά καθήκοντα. Όπως ορθώς επισήμανε η ΕΟΚΕ, σύμφωνα με την απόφαση Kerstens, δεν μπορεί να υπάρξει συγκεκαλυμμένη πειθαρχική κύρωση ή κατάχρηση εξουσίας παρά μόνον όταν η νέα τοποθέτηση, πέραν του ότι πραγματοποιήθηκε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τηρεί επίσης την αρχή της ισοδυναμίας των θέσεων [29].
20. Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, η ΕΟΚΕ σαφώς δεν τήρησε την αρχή της ισοδυναμίας των θέσεων. Πράγματι, τοποθετώντας τον καταγγέλλοντα σε θέση διοικητικού υπαλλήλου και όχι σε θέση προϊσταμένου μονάδας, η ΕΟΚΕ δεν συμμορφώθηκε με τη νομολογία στην υπόθεση Kerstens και, ως εκ τούτου, απέδειξε ότι η τοποθέτηση σε νέα θέση, η οποία συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην και την απώλεια της αποζημίωσης διαχείρισης, συνιστούσε πράγματι, κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων και της νομολογίας, συγκεκαλυμμένη πειθαρχική κύρωση. Δεδομένου ότι δεν κινήθηκε καμία πειθαρχική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος, η εν λόγω πειθαρχική κύρωση συνιστούσε επίσης κατάχρηση εξουσίας.
21. Η κατάσταση του καταγγέλλοντος διαφέρει από εκείνη του ενάγοντος στην υπόθεση Ζ, στην οποία το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») είχε κινήσει πειθαρχική διαδικασία και είχε παράσχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να αμυνθεί [30]. Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, δεν διεξήχθη καμία τέτοια διαδικασία και δεν μπορούσε να αμυνθεί πριν από την έκδοση της απόφασης 65. Επειδή η επανατοποθέτηση του καταγγέλλοντος ήταν σε θέση διαφορετική από εκείνη του προϊσταμένου της μονάδας (και επομένως ασυμβίβαστη με την υπόθεση Kerstens) και επειδή η επανατοποθέτηση είχε ως αποτέλεσμα να χάσει ο καταγγέλλων την αποζημίωση διαχείρισης, το γεγονός ότι δεν δόθηκε ποτέ στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του πριν από την επανατοποθέτησή του καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό. Πράγματι, όπως αναφέρεται σαφώς στην υπόθεση Z, η παράλειψη ακρόασης ενός προσώπου πριν από τη λήψη οποιουδήποτε ατομικού μέτρου που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το εν λόγω πρόσωπο συνιστά παραβίαση του δικαιώματος χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»)[31]. Η ΕΟΚΕ δεν σεβάστηκε το δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος πριν από τη λήψη της απόφασης 65 και, ως εκ τούτου, παραβίασε τον Χάρτη.
22. Τέλος, η ΕΟΚΕ υποστήριξε ότι ανατοποθέτησε τον καταγγέλλοντα επειδή είχε χάσει την εμπιστοσύνη της σε αυτόν ως επικεφαλής μονάδας για τις σχέσεις με τα θεσμικά όργανα και τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να αποτελεί βάσιμο λόγο, για παράδειγμα, για την απόλυση από ορισμένες θέσεις υπό ορισμένες περιστάσεις [συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bonnet, εκείνες που αφορούν τη σχέση μεταξύ του Προέδρου του ΔΕΕ και ενός référendaire (στη συγκεκριμένη υπόθεση, αναγνώστη αποφάσεων)][32]. Ακόμη περισσότερο, η απώλεια εμπιστοσύνης σε πρόσωπο που κατέχει θέση εμπιστοσύνης θα μπορούσε πράγματι να δικαιολογήσει την τοποθέτηση του υπαλλήλου ή του μέλους του προσωπικού σε άλλη θέση.
23. Ωστόσο, ενώ ο Διαμεσολαβητής μπορεί να συμφωνεί ή να μην συμφωνεί με την ΕΟΚΕ ότι ο καταγγέλλων δεν θα έπρεπε να έχει αντιγράψει το ηλεκτρονικό του μήνυμα στους επικεφαλής των θεσμικών οργάνων της ΕΕ με τα οποία η ΕΟΚΕ έχει θεσμικές σχέσεις και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του, η πράξη αυτή δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε εύλογα να δικαιολογήσει την απώλεια εμπιστοσύνης προς αυτόν. Η παραβίαση της εμπιστοσύνης είναι πολύ σοβαρός ισχυρισμός που μπορεί να αποδειχθεί μόνο μετά από σοβαρή και τυπική πειθαρχική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Είναι απολύτως απαράδεκτο να γίνεται επίκληση της παραβίασης της εμπιστοσύνης για την επανατοποθέτηση υπαλλήλων σε περιπτώσεις όπου δεν έχουν τηρηθεί οι κατάλληλες διαδικασίες. Στην υπόθεση Z, στην οποία αναφέρεται η ΕΟΚΕ, ο λόγος της επανατοποθέτησης ήταν η σύγκρουση που έθετε σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας και, στην περίπτωση αυτή, το ΔΕΕ κίνησε πειθαρχική διαδικασία και άκουσε τους ενδιαφερομένους.
24. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τα επιχειρήματα που προέβαλε επανειλημμένα ο καταγγέλλων, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της, ότι ο ίδιος και ορισμένα άλλα μέλη του προσωπικού της ΕΟΚΕ είχαν ενημερώσει ρητά τη διοίκηση της ΕΟΚΕ ότι έκριναν ακατάλληλα τα επαναλαμβανόμενα μηνύματα θρησκευτικού χαρακτήρα του Προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ· ότι δεν επιθυμούσαν να λάβουν τέτοια μηνύματα· και ότι η ΕΟΚΕ δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματά τους για ανάληψη δράσης σχετικά με την κατάσταση. Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν η ΕΟΚΕ γνώριζε επαρκώς τα συναισθήματα του καταγγέλλοντος (και άλλων μελών του προσωπικού) σχετικά με το περιεχόμενο των ετήσιων μηνυμάτων του προέδρου της Ομάδας ΙΙΙ και δεν ανταποκρίθηκε στις ανησυχίες του προσωπικού της, η επιχειρηματολογία της περί παραβίασης της εμπιστοσύνης για να δικαιολογηθεί η επανατοποθέτηση του καταγγέλλοντος είναι σαφώς άδικη.
25. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επανατοποθέτηση στηριζόταν σε αθέμιτη χρήση της απιστίας, το γεγονός ότι η επανατοποθέτηση είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει ο καταγγέλλων την αποζημίωση διαχειρίσεώς του καθιστούσε την επανατοποθέτησή του δυσανάλογη.
26. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις 65 και 66, με τις οποίες ο καταγγέλλων τοποθετήθηκε εκ νέου σε θέση διοικητικού υπαλλήλου στη διευθύνουσα επιτροπή και του αφαιρέθηκε η αποζημίωση διαχείρισης, εκδόθηκαν χωρίς να τηρηθούν τα διαδικαστικά δικαιώματα που διασφαλίζονται από τον Χάρτη. Οι αποφάσεις αυτές, σαφώς, ισοδυναμούσαν με κύρωση που επιβλήθηκε στον καταγγέλλοντα για το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 20ής Δεκεμβρίου 2012. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν κατά τρόπο άδικο και παράνομο και ότι η έκδοσή τους ισοδυναμούσε με κακοδιοίκηση. Ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει πρόταση για φιλική λύση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, κατωτέρω.
Η πρόταση για μια φιλική λύση
Η Διαμεσολαβήτρια προτείνει στην ΕΟΚΕ:
i) να ακυρώσει την επανατοποθέτηση του καταγγέλλοντος·
ii) να επαναφέρει τον καταγγέλλοντα στην προηγούμενη θέση του ή να συμφωνήσει μαζί του σε άλλη θέση προϊσταμένου μονάδας και να επαναφέρει το διοικητικό του επίδομα·
iii) να καταβάλει στον καταγγέλλοντα αποζημίωση ίση με την αποζημίωση διαχείρισης που απωλέσθηκε λόγω της επανατοποθέτησης· και
iv) να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα.
Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια
Στρασβούργο, 01/09/2014
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
[2] "Αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί φίλοι, "... Τρομοκρατήθηκαν, αλλά ο άγγελος είπε: «Μη φοβάσαι. Κοίτα, σου φέρνω νέα μεγάλης χαράς, μια χαρά που θα μοιραστούν όλοι οι άνθρωποι. «Σήμερα στην πόλη Δαυίδ γεννήθηκε για σένα ένας Σωτήρας. Είναι ο Χριστός ο Κύριος... . Δόξα τω Θεώ εν τω υψίστω ουρανώ και επί της γης ειρήνη υπέρ των ευνοούντων» Λουκάς 2,9-11,14 «Η ειρήνη δεν είναι όνειρο ή ουτοπία· είναι δυνατόν. Το βλέμμα μας πρέπει να πάει βαθύτερα, κάτω από επιφανειακές εμφανίσεις και φαινόμενα, για να διακρίνει μια θετική πραγματικότητα που υπάρχει στις ανθρώπινες καρδιές, αφού κάθε άνδρας και γυναίκα έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θεού και καλείται να αναπτυχθεί και να συμβάλει στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Ο ίδιος ο Θεός, μέσω της ενσάρκωσης του Υιού του και του έργου της λύτρωσής του, έχει εισέλθει στην ιστορία και έχει επιφέρει μια νέα δημιουργία και μια νέα διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου (βλ. Ιερ 31:31-34), δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να έχουμε μια «νέα καρδιά» και ένα «νέο πνεύμα» (βλ. Πάπας Βενέδικτος XVI, Μήνυμα για τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας της ειρήνης, 1η Ιανουαρίου 2013, «Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί»... Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος...»
[3] Στα αρχικά γαλλικά: "[l] μια μετάδοση μηνυμάτων contenant des attaques sur le plan éthique, religieux, politique et racial est aussi considéré comme abusive tout comme la diffusion à large échelle de ces μηνύματα... [J] e me dois de vous signaler que le contenu et le ton de votre réponse ne sont pas conformes à ce que l'on est en droit d'attendre d'un fonctionnaire de surcroît appartenant au management du Comité et au profil externe si marqué.»
[4] Στα αρχικά γαλλικά: "[δ] ès lors, je vous demande de vous abstenir dorénavant de ce type de comportement et ceci, sans préjudice d'autres actions que l'administration pourra entreprendre pour sanctionner votre comportement."
[5] Στα αρχικά γαλλικά: "[l]'envoi de ce courriel constitue une breach flagrante des règles en vigueur, qui entraîne une perte de confiance entre autres des interlocuteurs politiques à l'intérieur de CESE, en raison de la position occupée par l'intéressé en tant que Chef de l'unité "Relations interinstitutionnelles et avec les CES nationaux"".
[6] Στα αρχικά γαλλικά: "Indemnité de Management Garantie associée à la fonction de chef d'unité n'a plus lieu d'être accordée [στον καταγγέλλοντα]".
[7] Στα αρχικά γαλλικά: "[i] l est également connu que des "Membres" du CESE ont eux aussi désapprouvé l'initiative du Président du Groupe III et l'ont manifesté, y compris par lettre archivée par l'administration."
[8] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι αποφάσεις είναι (στην αρχική γαλλική γλώσσα): "[l] es indignes conséquences de relations tendues avec la hiérarchie en raison de ma gestion, conforme au Statut, de certains dossiers délicats et de problèmes conflictuels au niveau des ressources humaines au sein de l'unité "Relations interinstitutionnelles et avec les CES nationaux."
[9] Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (δεύτερο τμήμα) της 8ης Μαΐου 2008 στην υπόθεση F-119/06, Kerstens κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I-A-1-147 και II-A-1-787, σκέψεις 82, 84, 96 και 97 (στα αρχικά γαλλικά): «[l] es institutions disposent d’un large pouvoir d’appréciation dans l’organisation de leurs services en fonction des missions qui leur sont confiées et dans l’affectation, en vue de celles-ci, du personnel qui se trouve à leur disposition, à la condition cependant, d’une part, que cette affectation se fasse dans l’intérêt du service et, d’autre part, qu’elle respecte l’équivalence des emplois... Compte tenu de l’étendue du pouvoir d’appréciation des institutions dans l’évaluation de l’intérêt du service, le contrôle du Tribunal doit se limiter à la question de savoir si l’AIPN s’est tenue dans des limites raisonnables, non critiquables, et n’a pas usé de son pouvoir d’appréciation de manière manifestement erronée... En cas de modification des fonctions attribuées à un fonctionnaire, la règle de correspondance entre le grade et l’emploi, énoncée en particulier par l’article 7 du statut, implique une comparaison non pas entre les fonctions actuelles et antérieures de l’intéressé, mais entre ses fonctions actuelles et son grade dans la hiérarchie... Dès lors, rien ne s’oppose à ce qu’une décision entraîne l’attribution de nouvelles fonctions qui, si elles diffèrent de celles précédemment exercées et sont perçues par l’intéressé comme comportant une réduction de ses attributions, sont néanmoins conformes à l’emploi correspondant à son grade. Ainsi une diminution effective des attributions d’un fonctionnaire n’enfreint la règle de correspondance entre le grade et l’emploi que si ses fonctions sont, dans leur ensemble, nettement en deçà de celles correspondant à ses grade et emploi, compte tenu de leur nature, de leur importance et de leur ampleur...».
[10] Στα αρχικά γαλλικά: "[l]'autorité politique du CESE a constaté que vous aviez rompu la confiance légitime qu'elle doit pouvoir placer dans le détenteur d'une fonction particulièrement exposée vers l'extérieur.'
[11] Στα αρχικά γαλλικά: "[g] énéralement, un tel poste placé directement sous le Secrétaire général adjoint peut être comparé à un poste de conseiller, qui est d'habitude exercé par un fonctionnaire de très haut grade."
[12] F-119/06 Kerstens κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 103, (στα αρχικά γαλλικά): "[δ] ès lors que la décision du 8 décembre 2005 [modifiant les fonctions attribuées à un fonctionnaire] n’a pas été jugée contraire à l’intérêt du service ou à l’équivalence des emplois, il ne saurait être question de sanction disciplinaire déguisée... ou de détournement de pouvoir... Il s’ensuit que le requérant ne saurait reprocher à la Commission de ne pas avoir ouvert une procédure disciplinaire à son égard, laquelle lui aurait permis de bénéficier des garanties procédurales prévues à l’annexe IX du statut.»
[13] Στα αρχικά γαλλικά: "[l]'AIPN fait pourtant valoir qu'elle vous ait délibérément placé à un poste sans chef d'unité direct pour éviter toute sorte d'éventuelle perception de dégradation en estime.'
[14] Στα αρχικά γαλλικά: "[e] n cas d'un intérêt manifeste à occuper un poste de management, vous auriez pu présenter votre candidature. Comme vous n'avez pas postulé à aucun des trois postes, il semble que vous ne souhaitez plus occuper un poste de management."
[15] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-88/09 και F-48/10 Z κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (τρίτο τμήμα) της 5ης Δεκεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 126 (στο πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα): «[i] l est constant qu’un conflit opposait depuis plus de deux ans la partie requérante à son chef d’unité, conflit dont la partie requérante impute la responsabilité audit chef d’unité. Dans ses écrits, la partie requérante elle-même reconnaît l’existence d’un « climat défavorable» au sein de son unité. Dans un tel contexte, l’envoi, le 9 décembre 2008, à l’ensemble des membres de son unité, d’un courrier électronique destiné à prendre à partie le personnel, au sujet de la prétendue incapacité du chef d’unité à séparer les relations sociales et professionnelles et du traitement de faveur qu’il aurait accordé à Mme X, n’a pu qu’envenimer une situation déjà tendue. Par ce seul motif, sans même qu’il soit besoin de prendre en compte le courrier électronique du même jour, adressé au directeur nouvellement en charge de l’unité de la partie requérante, et celui du 10 décembre 2008, adressé à tout le personnel de l’unité, y compris à son chef d’unité, M. Y, il y a lieu de considérer que la Cour de justice a démontré à suffisance que le bon fonctionnement du service avait été objectivement compromis, et ce, quelles qu’aient pu être les intentions de la partie requérante, la connaissance qu’avaient les autres membres de luni’unité du différposant la parté de la partiequé de la requé de las requé à.
[16] Το άρθρο 12 του ΚΥΚ ορίζει ότι «[ο] υπάλληλος απέχει από κάθε ενέργεια ή συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη θέση του».
[17] Βλ. υποσημείωση 12, ανωτέρω, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-88/09 και F-48/10 Z κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανωτέρω, σκέψη 156 (στην αρχική γαλλική γλώσσα): "d) ans le cas d’une mesure de réaffectation, lorsque celle-ci n’a pas été jugée comme étant contraire à l’intérêt du service, il ne saurait être question de détournement de pouvoir...".
[18] Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επισήμανε την παράγραφο 153 της υπόθεσης Ζ, η οποία προβλέπει ότι (στην αρχική γαλλική γλώσσα): «[σ]το démontrer l’existence d’un détournement de pouvoir, la partie requérante réaffirme que la décision du 18 décembre 2008 ne peut être motivée par l’intérêt du service, car les circonstances factuelles de l’espèce démontrent que les courriers électroniques des 9 et 10 décembre 2008 n’auraient été qu’un prétexte pour sanctionner son franc-parler habituel. En effet, elle relève, premièrement, que, lorsque le chef d’unité, M. Y, a pris la décision de l’affecter à une autre équipe à compter du 14 juillet 2008, il s’était fondé, pour ce faire, sur de prétendues relations conflictuelles avec son chef d’équipe. Ή, ce dernier n’aurait pas pu expliquer de quel conflit il était question, ce qui permettrait de douter de l’objectivité de M. Y. Deuxièmement, M. Y aurait tenté d’isoler et de dénigrer la partie requérante en lui imposant une circulation électronique, et non plus physique, de ses documents de travail, ce qui aurait eu pour effet de la traiter comme si elle n’était pas présente sur son lieu de travail. Troisièmement, la réaffectation de la partie requérante à la direction de la bibliothèque a eu lieu alors qu’elle s’apprêtait à introduire une procédure formelle pour harcèlement moral. Quatrièmement, la proximité dans le temps de la décision du 18 décembre 2008 et de la décision de l’AIPN d’entendre la partie requérante, en vue de l’ouverture d’une procédure disciplinaire, révèlerait une « unité d’intention » qui permettrait de présumer la nature de sanction déguisée de la décision du 18 décembre 2008.»
[19] Η ΕΟΚΕ παρέπεμψε στην παράγραφο 149 της υπόθεσης Ζ (στην αρχική γαλλική γλώσσα): «[δ] ans le cas où il y a eu une breach du droit d’être entendu, comme d’ailleurs de façon plus large, des droits de la défense, il faut, pour que le moyen puisse aboutir à l’annulation de la décision attaquée, que, en l’absence de cette irrégularité, la procédure ait pu aboutir à un résultat différent... Ή, en l’espèce, la décision du 18 décembre 2008 a été adoptée afin de mettre fin à une situation devenue intenable de tension relationnelle, considérée objectivement, et non en raison du comportement de la partie requérante. Par conséquent, les éventuelles explications que cette dernière, qui n’a d’ailleurs jamais contesté avoir adressé les courriers électroniques litigieux, aurait pu fournir préalablement à l’adoption de la décision du 18 décembre 2008 quant aux circonstances de l’espèce n’auraient pas pu avoir pour effet de modifier la décision de l’administration... D’ailleurs, dans le courrier électronique du 9 décembre 2008 adressé à tous les membres de son unité, la partie requérante reconnaît elle-même qu’elle était en situation de conflit ouvert avec son chef d’unité, de sorte que l’administration aurait, en tout état de cause, pu légitimement considérer qu’il n’y avait pas lieu de l’entendre sur l’existence même de ce conflit avant de prendre toute mesure de réaffectation qu’elle était en droit de prendre, dans l’intérêt du service, en raison dudit conflit.
[20] Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ παρέπεμψε στην παράγραφο 131 της υπόθεσης Ζ, σύμφωνα με την οποία (στο πρωτότυπο γαλλικό κείμενο): "[l] a règle de la correspondance entre le grade et l’emploi implique uniquement, en cas de modification des fonctions attribuées à un fonctionnaire, une comparaison entre ses fonctions actuelles et son grade dans la hiérarchie... Par conséquent, une diminution effective des attributions d’un fonctionnaire n’enfreint la règle de correspondance entre le grade et l’emploi que si ses nouvelles fonctions sont, dans leur ensemble, nettement en deçà de celles correspondant à ses grade et emploi, compte tenu de leur nature, de leur importance et de leur ampleur, et ce, indépendamment de la manière dont les nouvelles fonctions sont perçues par l’intéressé...».
[21] Η ΕΟΚΕ δεν προσκόμισε αντίγραφο της απόφασης αυτής.
[22] Ο καταγγέλλων παρέπεμψε επίσης σε νομικό σύμβουλο της ΕΟΚΕ, ο οποίος αφαιρέθηκε από τα καθήκοντά του αφού, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, εξέτασε ορισμένους ευαίσθητους φακέλους.
[23] Υπόθεση F-42/13 CU κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (πρώτο τμήμα) της 22ας Μαΐου 2014, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[24] Στα αρχικά γαλλικά: «j) e vous rappelle que conformément aux règles en vigueur (απόφαση 451/06 A), dans l'utilisation du courrier électronique, tout fonctionnaire est tenu de respecter les règles statutaires (υποσημείωση άρθρα 11 και 12) [...] Μήνυμα Votre constitue une breach flagrante de ces règles. Dès lors, je vous demande de vous abstenir dorénavant de ce type de comportement et ceci, sans préjudice d'autres actions que l'administration pourra entreprendre pour sanctionner votre comportement.»(η υπογράμμιση δική μου)
[25] Η απόφαση 65 προβλέπει (στην αρχική γαλλική γλώσσα) ότι: "[l]'envoi de ce courriel constitue une breach flagrante des règles en vigueur, qui entraîne une perte de confiance entre autres des interlocuteurs politiques à l'intérieur de CESE, en raison de la position occupée par l'intéressé en tant que Chef de l'unité "Relations interinstitutionnelles et avec les CES nationaux". (η υπογράμμιση δική μου)
[26] Άρθρο 86 του ΚΥΚ: "1. Κάθε παράβαση εκ μέρους υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου των υποχρεώσεων που υπέχει από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, επισύρει πειθαρχική ποινή. [...] 3. Οι πειθαρχικοί κανόνες, οι διαδικασίες και τα μέτρα, καθώς και οι κανόνες και οι διαδικασίες που διέπουν τις διοικητικές έρευνες καθορίζονται στο παράρτημα IX.»
[27] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 72 του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΟΚΕ: "[2]. Οι εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Κοινοτήτων ασκούνται ως εξής: [...] - όσον αφορά: [...] προϊστάμενοι μονάδας (βαθμοί AD 9 έως AD 13) [...] από τον Πρόεδρο, κατόπιν πρότασης του Γενικού Γραμματέα [...] 5. Το Προεδρείο, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας μπορούν να μεταβιβάζουν τις εξουσίες που τους αναθέτει το παρόν άρθρο...». Ο Εσωτερικός Κανονισμός της ΕΟΚΕ είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο της ΕΟΚΕ (http://www.eesc.europa.eu/?i=portal.en.rules.8053).
[28] Βλ. υπόθεση F-119/06 Kerstens κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 99 (στην αρχική γαλλική γλώσσα): «[e] n l’espèce, il est constant que le requérant a été affecté à l’unité « Études et prospective » dans l’emploi qu’il occupait (chef d’unité) et qu’il a conservé son grade AD 12. Il ressort également de l’acte de changement d’affectation que le numéro de son emploi est resté inchangé. L’équivalence du grade et de l’emploi a donc, par hypothèse, été respectée...». (η υπογράμμιση δική μου)
[29] Βλ. υπόθεση F-119/06 Kerstens κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 103 (στην αρχική γαλλική γλώσσα): "[δ] ès lors que la décision du 8 décembre 2005 [modifiant les fonctions attribuées à un fonctionnaire] n’a pas été jugée contraire à l’intérêt du service ou à l’équivalence des emplois, il ne saurait être question de sanction disciplinaire déguisée... ou de détournement de pouvoir... Il s’ensuit que le requérant ne saurait reprocher à la Commission de ne pas avoir ouvert une procédure disciplinaire à son égard, laquelle lui aurait permis de bénéficier des garanties procédurales prévues à l’annexe IX du statut.»
κατά της υπόθεσης F-119/06 Kerstens ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου· το τμήμα προσφυγών του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της 2ας Ιουλίου 2010 (υπόθεση T-266/08 P, Kerstens κατά Επιτροπής, απόφαση της 2ας Ιουλίου 2010, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή) στο σύνολό της.
[30] Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-88/09 και F-48/10 Z κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπ.π., σκέψεις 43 έως 66 (διατίθεται στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=131386&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=240451 )
[31] Βλ. άρθρο 146 της υπόθεσης Z (στα αρχικά γαλλικά): «[l] es droits de la défense recouvrent assurément, tout en étant plus étendus, le droit procédural pour toute personne d’être entendue avant qu’une mesure individuelle qui l’affecterait défavorablement ne soit prise à son égard, tel qu’il est énoncé à l’article 41, paragraphe 2, sous a), de la Charte...».
[32] Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2006 στην υπόθεση T-406/04, Bonnet κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-213 και II-A-2-1097, σκέψεις 74 και 79 (στην αρχική γαλλική γλώσσα): «[γ]’est le silence gardé sur ses activités extrajudiciaires qui a compromis la confiance du président de la Cour... Cependant, la Cour a jugé que, lorsque la confiance mutuelle est rompue pour quelque raison que ce soit, il est de bonne administration de mettre fin à la relation de travail fondée sur cette confiance mutuelle...».