Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Πρόταση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας για φιλική λύση στο πλαίσιο της έρευνάς της σχετικά με την καταγγελία 1661/2011/(VIK)MMN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Λύση - Hμερομηνία Δευτέρα | 03 Οκτωβρίου 2011
Υπόθεση 1661/2011/LP - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 03 Οκτωβρίου 2011 - Σύσταση σχετικά με Τρίτη | 20 Μαΐου 2014 - Απόφαση στις Δευτέρα | 27 Ιουλίου 2015 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Επικριτική παρατήρηση ) - Χώρα Γαλλία
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά καταγγελία ένωσης γονέων των Ευρωπαϊκών Σχολείων κατά απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάκτηση κονδυλίων από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
2. Το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων, που εγκρίθηκε το 1957, τροποποιήθηκε με σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών και της ΕΕ το 1994.[2] Σύμφωνα με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων, σκοπός των σχολείων είναι η κοινή εκπαίδευση των παιδιών του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Άλλα παιδιά μπορούν επίσης να φοιτούν στα Ευρωπαϊκά Σχολεία υπό τους όρους που καθορίζει το Ανώτατο Συμβούλιο [3].
3. Το ανώτατο συμβούλιο απαρτίζεται από αντιπροσώπους κάθε κράτους μέλους, της Επιτροπής, της επιτροπής προσωπικού και των ενώσεων γονέων.[4] Έχει εξουσία λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά, δημοσιονομικά και διοικητικά θέματα.[5]
4. Σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής, υπάρχουν τρεις κατηγορίες μαθητών που γίνονται δεκτοί στα Ευρωπαϊκά Σχολεία: (i) τέκνα του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ (κατηγορία I), (ii) τέκνα του προσωπικού οργανισμών ή θεσμικών οργάνων που έχουν συνάψει συμφωνία με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία (κατηγορία II) και (iii) τέκνα ιδιωτικών γονέων που καταβάλλουν αμοιβή (κατηγορία III).
5. Όσον αφορά τους σπουδαστές χωρίς γλωσσικό τμήμα («SWALS»), το άρθρο 16 της αποφάσεως του ανώτατου συμβουλίου της 28ης και 29ης Απριλίου 1998 (απόφαση του ανώτατου συμβουλίου του 1998) ορίζει τα εξής: «Εάν ένα από τα γλωσσικά τμήματα των Ευρωπαϊκών Σχολείων που αντιστοιχούν στη μητρική γλώσσα μαθητή κατηγορίας Ι ή ΙΙ δεν είναι ανοικτό στο σχολείο, ο εν λόγω μαθητής έχει δικαίωμα διδασκαλίας στη γλώσσα που είναι η μητρική του γλώσσα (L1) [...].» Η ίδια διάταξη ορίζει περαιτέρω: «Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν μόνο για τους μαθητές της κατηγορίας ΙΙΙ, εφόσον ο εν λόγω κύκλος μαθημάτων έχει ήδη δημιουργηθεί.»
6. Κατά τη συνεδρίασή του στις 14-16 Απριλίου 2010, το Συμβούλιο των Διοικητών ενέκρινε την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008 (24 ψήφοι υπέρ, 4 αποχές και αρνητική ψήφος της Επιτροπής).
7. Στις 29 Απριλίου 2010, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία ανάκτησης κατά διαφόρων Σχολείων για την περίοδο 2008 έως 2010. Κατά την Επιτροπή, τα οικεία σχολεία προσέφεραν μαθήματα μητρικής γλώσσας (L1) στη SWALS κατά παράβαση της αποφάσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου του 1998. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα σχολεία προσέφεραν μαθήματα L1 σε μαθητές της κατηγορίας ΙΙΙ χωρίς την παρουσία μαθητών των κατηγοριών Ι ή ΙΙ στα εν λόγω μαθήματα.
8. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010, ο Γενικός Γραμματέας των Ευρωπαϊκών Σχολείων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή δηλώνοντας ότι η κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης από την Επιτροπή βασίστηκε σε συσταλτική ερμηνεία της απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου του 1998. Ο Γενικός Γραμματέας προτείνει να υιοθετηθεί η ερμηνεία της Επιτροπής κατά την επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, ο Γενικός Γραμματέας πρόσθεσε ότι, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν σκόπιμο να κλείσουν σταδιακά τα υφιστάμενα μαθήματα, προκειμένου να προστατευθούν οι θεμιτές προσδοκίες των μαθητών και των γονέων τους και να αποφευχθούν επιζήμιες καταστάσεις για τους μαθητές.
9. Στις 20 Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή υποστηρίζοντας ότι οι διαδικασίες ανάκτησης, οι οποίες κινήθηκαν μονομερώς, αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τη διακυβέρνηση των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι το Ανώτατο Συμβούλιο είναι το τελικό όργανο λήψης αποφάσεων του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
10. Στις 22 Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή σημείωσε ότι έχει διττό ρόλο στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, συγκεκριμένα ως μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου και επίσης ως χορηγός κονδυλίων που αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Προσέθεσε ότι είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με τους κανόνες που προβλέπονται στον δημοσιονομικό κανονισμό της ΕΕ [6]. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ήταν υποχρεωμένη να κινήσει διαδικασία ανάκτησης, δεδομένου ότι τα εν λόγω μαθήματα πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση της απόφασης του Συμβουλίου των Διοικητών του 1998.
11. Στις 26 Ιανουαρίου 2011, ο καταγγέλλων ζήτησε διευκρινίσεις από την Επιτροπή σχετικά με τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, τα εν λόγω μαθήματα παρασχέθηκαν κατά παράβαση της απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου του 1998.
12. Στις 9 Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, κατά την άποψή της, τα σχετικά μαθήματα είχαν παρασχεθεί κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων. Επέμεινε ότι ήταν υποχρεωμένη να διασφαλίσει ότι ο προϋπολογισμός των Ευρωπαϊκών Σχολείων δαπανάται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.
13. Στις 9 Αυγούστου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
14. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
Ισχυρισμοί
(1) Η Επιτροπή δεν είχε τη νομική εξουσία να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία για τα μαθήματα μητρικής γλώσσας για τα SWALS.
Υποστηρικτικά επιχειρήματα:
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η σχετική απόφαση της Επιτροπής ήταν αντίθετη προς το σύστημα διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων, διότι η Επιτροπή παρέκαμπτε τον Γενικό Γραμματέα και το Ανώτατο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
(2) Ακόμη και αν η Επιτροπή μπορούσε να ζητήσει από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία την επιστροφή των εξόδων για μαθήματα μητρικής γλώσσας για SWALS, η απόφασή της αντιβαίνει i) στην απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων με την οποία χορηγήθηκε απαλλαγή για τον προϋπολογισμό του 2008 και ii) στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η Επιτροπή επέβαλε, κατ’ ουσίαν, περικοπές στον προϋπολογισμό αναδρομικά.
Αίτημα:
Η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει τη δέσμευση να σέβεται την απόφαση ή τις αποφάσεις του Συμβουλίου των Διοικητών σχετικά με τα θέματα αυτά.
Η έρευνα
15. Στις 3 Οκτωβρίου 2011, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα για την υπόθεση αυτή και ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει.
16. Στις 2 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
17. Στις 31 Ιανουαρίου 2012 ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του.
18. Στις 7 Μαΐου 2013, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω έρευνες.
19. Στις 12 Ιουλίου 2013, η Επιτροπή έδωσε την απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις.
20. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του.
Ανάλυση του Διαμεσολαβητή και προσωρινά συμπεράσματα
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
21. Σε προηγούμενες αποφάσεις [7], ο Διαμεσολαβητής είχε την άποψη ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν αποτελούν θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, αλλά ότι η Επιτροπή έχει κάποια ευθύνη για τη λειτουργία τους, διότι εκπροσωπείται στο Ανώτατο Συμβούλιο και συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότησή τους.
22. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση φιλικής λύσης αφορά μόνο τη συμπεριφορά της Επιτροπής και όχι τη συμπεριφορά των Ευρωπαϊκών Σχολείων, δεδομένου ότι τα τελευταία δεν αποτελούν θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 228 της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή θα περιοριστεί στη φερόμενη ως εσφαλμένη απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει επιστροφή από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία των μαθημάτων μητρικής γλώσσας που προσφέρονται για τα SWALS.
Α. Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή δεν είχε τη νομική εξουσία να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία και επί του σχετικού αιτήματος
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
23. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν είχε τη νομική εξουσία να ζητήσει μονομερώς την επιστροφή των εξόδων για τα εν λόγω μαθήματα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή παρέκαμψε την εξουσία του Γενικού Γραμματέα και του Ανώτατου Συμβουλίου, το οποίο είναι το τελικό όργανο λήψης αποφάσεων των Ευρωπαϊκών Σχολείων και είχε ήδη αποφασίσει την απαλλαγή για τον προϋπολογισμό του 2008. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή υπονόμευσε το σύστημα διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
24. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε περαιτέρω στο άρθρο 26 του καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων, το οποίο προβλέπει ότι:
"Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι το μόνο αρμόδιο για τις διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, οι οποίες δεν έχουν επιλυθεί από το Συμβούλιο των Διοικητών."
25. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, έπεται ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, όπως στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου (το «Δικαστήριο») αντί να ζητήσει μονομερώς την επιστροφή των εξόδων.
26. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι διαδραματίζει διττό ρόλο στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων, δηλαδή ως μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου και επίσης ως οικονομικός συνεισφέρων στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Σχολείων (56% το 2010). Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό της ΕΕ, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει ότι όλες οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ έχουν νομική βάση και πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες (στην προκειμένη περίπτωση την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών του 1998).
27. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την Επιτροπή, πρέπει να ανακτήσει τα κονδύλια της ΕΕ που δεν δαπανώνται σύμφωνα με τους κανόνες. Προσθέτει ότι δεν χρειάζεται να ζητείται η γνώμη του Συμβουλίου των Διοικητών και του Γενικού Γραμματέα εάν οι δαπάνες πραγματοποιούνται κατά παράβαση δεσμευτικών νομικών διατάξεων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το γεγονός ότι η απαλλαγή για τον προϋπολογισμό του 2008 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των Διοικητών δεν επηρεάζει το γεγονός ότι οι επίμαχες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση της απόφασης του Συμβουλίου των Διοικητών του 1998. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κινήσει διαδικασία ανάκτησης.
28. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή διέπραξε πράξη κακοδιοίκησης ερμηνεύοντας μονομερώς τους ισχύοντες κανόνες αντί να προσπαθήσει να επιλύσει το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων ή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ίδια η Επιτροπή θα το θεωρούσε απαράδεκτο εάν ένα κράτος μέλος είχε αποφασίσει να αφαιρέσει από τη συνεισφορά του στις δαπάνες του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων τις οποίες θεωρούσε μονομερώς παράνομες.
29. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει τη δέσμευση να σέβεται τις αποφάσεις του Συμβουλίου των Διοικητών σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και να κινεί δικαστικές διαδικασίες εάν κρίνει ότι έχει σημειωθεί παρανομία.
30. Στην απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ανέφερε ότι η ερμηνεία της απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου του 1998 δεν αμφισβητήθηκε επίσημα από κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη του Καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Σημείωσε ότι ο καταγγέλλων και ο Γενικός Γραμματέας δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη και δεν εκπροσωπούν το διοικητικό συμβούλιο. Ως εκ τούτου, το άρθρο 26 του καταστατικού των ευρωπαϊκών σχολείων δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.
31. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι επεδίωξε να βρει λύση στο πλαίσιο του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων προτείνοντας να μην καταψηφίσει την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008 με αντάλλαγμα τη δέσμευση των Ευρωπαϊκών Σχολείων να τηρήσουν τους σχετικούς κανόνες στο μέλλον. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν αναλήφθηκε τέτοια δέσμευση, καταψήφισε την απαλλαγή.
32. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η εξουσία της να κινεί διαδικασίες ανάκτησης από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία απορρέει από τον δημοσιονομικό κανονισμό, ο οποίος απαγορεύει οι δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων να βαρύνουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ.
33. Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών του 2011 έδειξε ότι τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη αμφισβήτησαν την ερμηνεία της Επιτροπής όσον αφορά την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών του 1998.
34. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι η Επιτροπή είναι απλώς ένα από τα μέλη του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων και δεν έχει την εξουσία να ερμηνεύει μονομερώς τους κανόνες που θεσπίζει το Ανώτατο Συμβούλιο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε καταχραστεί τη θέση της ως χρηματοδότη, αποφασίζοντας να μην παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 26 του Οργανισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
35. Τέλος, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέο ισχυρισμό, δηλαδή ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επιστρέψει τα κεφάλαια που είχε ανακτήσει μονομερώς.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
36. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 13 του καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων, στο Ανώτατο Συμβούλιο ανατίθενται οι αναγκαίες εξουσίες λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά, δημοσιονομικά και διοικητικά θέματα. Ειδικότερα, σε εκπαιδευτικά θέματα, το Ανώτατο Συμβούλιο καθορίζει τις προσφερόμενες σπουδές και τον τρόπο οργάνωσής τους (άρθρο 11). Επιπλέον, εγκρίνει τον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Σχολείων για κάθε οικονομικό έτος (άρθρο 13). Ο Γενικός Γραμματέας εκπροσωπεί το Συμβούλιο των Διοικητών και διευθύνει τη Γραμματεία (άρθρο 14).
37. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η Επιτροπή, ενεργώντας εξ ονόματος της ΕΕ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το τελικό όργανο λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά και δημοσιονομικά θέματα στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
38. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι το άρθρο 3 του δημοσιονομικού κανονισμού της ΕΕ ορίζει ότι «[ο] προϋπολογισμός καταρτίζεται και εκτελείται σύμφωνα με τις αρχές της [...] χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η οποία απαιτεί αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο [...]». Επιπλέον, το άρθρο 27, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού της Ένωσης ορίζει τα εξής: «Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας.»
39. Επιπλέον, το άρθρο 48 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού της ΕΕ ορίζει τα εξής: «Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά τα έσοδα και τις δαπάνες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με δική της ευθύνη και εντός των ορίων των εγκεκριμένων πιστώσεων.»
40. Ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να διασφαλίζει ότι οι πόροι της ΕΕ χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή διέθεσε πόρους της Ένωσης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, ήταν υποχρεωμένη να διασφαλίσει ότι οι πόροι αυτοί χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ότι υπήρχε κατάλληλη νομική βάση για τις επίμαχες δαπάνες. Πράγματι, η Επιτροπή θα παραβίαζε το δίκαιο της ΕΕ και τις αρχές της χρηστής διοίκησης εάν δεν λάμβανε τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει την ορθή χρήση των πόρων της ΕΕ.
41. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η Επιτροπή, κινώντας διαδικασία ανάκτησης κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων, ενήργησε με τον κατάλληλο τρόπο.
42. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 26 της σύμβασης καθιστά σαφές ότι το Δικαστήριο «έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε διαφορές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, οι οποίες δεν έχουν επιλυθεί από το Συμβούλιο των Διοικητών».[8] Επομένως, δεν εναπόκειται σε κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να ενεργεί μονομερώς όταν ανακύπτει διαφορά σχετικά με ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων.
43. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, όταν η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένα Ευρωπαϊκά Σχολεία έκαναν κατάχρηση δημόσιων πόρων κατά παράβαση των κανόνων (συγκεκριμένα, της απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου του 1998) ή ότι το ίδιο το Ανώτατο Συμβούλιο είχε παραβιάσει τους εν λόγω κανόνες (ειδικότερα, εγκρίνοντας την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008), ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων, στο οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος η ΕΕ.
44. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να θέσει το ζήτημα της εικαζόμενης κατάχρησης των κονδυλίων στο Ανώτατο Συμβούλιο, το οποίο είναι το τελικό όργανο λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά και δημοσιονομικά θέματα όσον αφορά το σύστημα διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων (άρθρο 10 της Σύμβασης). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση κατά την οποία οι κανόνες, των οποίων προβάλλεται η παράβαση, είναι κανόνες του ίδιου του Συμβουλίου των Διοικητών. Είναι σαφές ότι η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο των Διοικητών.
45. Με την έγκριση της απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008, το Διοικητικό Συμβούλιο κατέστησε σαφές ότι δεν συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής σχετικά με την κατάχρηση πόρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θα έπρεπε είτε να σεβαστεί την απόφαση αυτή είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 26 του Οργανισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Δεν έπρεπε να επιλέξει, μονομερώς, να κινήσει διαδικασία ανάκτησης.
46. Ως εκ τούτου, το προκαταρκτικό πόρισμα του Διαμεσολαβητή είναι ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε εν προκειμένω με το καθεστώς των ευρωπαϊκών σχολείων και ότι η παράλειψη αυτή συνιστά κακοδιοίκηση.
47. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής προβαίνει στην προκαταρκτική διαπίστωση ότι ο πρώτος ισχυρισμός και ο σχετικός ισχυρισμός είναι βάσιμοι. Προτείνει να αναζητηθεί φιλική λύση (βλ. κατωτέρω), σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
48. Όσον αφορά τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (σημείο 35 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν φαίνεται να έχει τεθεί ακόμη υπόψη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης κατάλληλων προηγούμενων προσεγγίσεων [9].
Β. Επί του ισχυρισμού ότι η απόφαση περί αναζητήσεως αντιβαίνει στην απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008 και στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
49. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ακόμη και αν η Επιτροπή μπορούσε να ζητήσει την επιστροφή των δαπανών απευθείας από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, η απόφαση αυτή θα εξακολουθούσε να είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι θα παραβίαζε i) την απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008 και ii) τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η Επιτροπή επέβαλε στην ουσία περικοπές του προϋπολογισμού αναδρομικά.
50. Όσον αφορά το σημείο i) ανωτέρω, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των Διοικητών, με μόνη την αντίθεση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία ανάκτησης που καλύπτει, μεταξύ άλλων, την εν λόγω περίοδο θα ήταν αντίθετη προς την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2008.
51. Όσον αφορά το σημείο ii) ανωτέρω, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι η Επιτροπή έθετε υπό αμφισβήτηση δαπάνες που είχαν ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο των Διοικητών. Επιπλέον, ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των σπουδαστών και των ενδιαφερόμενων γονέων.
52. Όσον αφορά το σημείο i) ανωτέρω, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών τον Απρίλιο του 2010, στο πλαίσιο της ανάλυσης του προτεινόμενου προϋπολογισμού για το 2011, ο εκπρόσωπός της εξήγησε ότι η Επιτροπή είχε παρατηρήσει απότομη αύξηση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για τα SWALS. Κατόπιν εξέτασης του θέματος, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις του Ανώτατου Συμβουλίου δεν είχαν εφαρμοστεί ορθά από διάφορα σχολεία. Κατά την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα.
53. Όσον αφορά τον προϋπολογισμό του 2008, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η απαλλαγή εγκρίθηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή με 24 θετικές ψήφους, 4 αποχές και αρνητική ψήφο της Επιτροπής. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, απαλλαγή η οποία καλύπτει δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των κανόνων δεν καθιστά νόμιμες τις δαπάνες αυτές. Επομένως, δεδομένου ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν παρανόμως, όπως πίστευε η Επιτροπή, ήταν υποχρεωμένη να τις ανακτήσει. Ως εκ τούτου, η απόφασή της να κινήσει διαδικασία ανάκτησης δεν ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι προέκυπτε από την εφαρμογή του κράτους δικαίου (σημείο ii) ανωτέρω).
54. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι απέστειλε επιστολές με σκοπό την έκδοση ενταλμάτων είσπραξης σε όλα τα Ευρωπαϊκά Σχολεία των οποίων οι δαπάνες δεν ήταν σύμφωνες με τους κανόνες. Ωστόσο, δεν εξέδωσε εντάλματα είσπραξης κατά των Σχολείων (εκτός από το σχολείο της Καρλσρούης), δεδομένου ότι όλα τα εμπλεκόμενα σχολεία έλαβαν μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης (εκτός από το Ευρωπαϊκό Σχολείο της Καρλσρούης).
55. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι θα διασφαλίσει ότι οι νέοι κανόνες που εγκρίθηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2011, θα εφαρμόζονται ορθά από όλα τα Ευρωπαϊκά Σχολεία στο μέλλον.
56. Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε σχέση με πράξεις που παραβιάζουν τον νόμο.
57. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Ανώτατο Συμβούλιο δεν είχε αποδεχθεί τη θέση της Επιτροπής ότι η εν λόγω παροχή μαθημάτων παραβίαζε τους κανόνες. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου το 2011, είχε ρωτήσει το διοικητικό συμβούλιο αν η παροχή των συγκεκριμένων μαθημάτων παραβίαζε τους κανόνες. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το συμβούλιο δεν εξέφρασε την άποψη ότι τα μαθήματα είχαν παρασχεθεί κατά παράβαση των κανόνων.
58. Κατά την ίδια συνεδρίαση, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι μαθητές της κατηγορίας ΙΙΙ δεν θα πρέπει πλέον να γίνονται δεκτοί ως SWALS σε καμία περίπτωση. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή ενισχύει την άποψη ότι η παροχή των μαθημάτων, μέχρι εκείνο το σημείο, ήταν σύμφωνη με τους κανόνες, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
59. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μην εκδώσει εντάλματα είσπραξης κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων (εκτός από το σχολείο της Καρλσρούης). Επιπλέον, από τον Σεπτέμβριο του 2011 ισχύουν νέοι κανόνες για τα SWALS, οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που ίσχυαν κατά την υπό εξέταση περίοδο.
60. Λαμβανομένης υπόψη της προκαταρκτικής διαπίστωσής της σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό και τον σχετικό ισχυρισμό, και υπό το πρίσμα της προτεινόμενης φιλικής λύσης επί του θέματος αυτού, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί αναγκαίο, στο παρόν στάδιο, να λάβει θέση επί των ζητημάτων που εγείρονται στον δεύτερο ισχυρισμό.
61. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επιφυλάσσεται του δικαιώματος να επανέλθει στο ζήτημα αυτό ανάλογα με την απάντηση της Επιτροπής στην πρότασή της για φιλική λύση.
Γ. Η πρόταση για φιλική λύση
Με βάση τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα μπορούσε να συμφωνήσει ότι, εάν προκύψουν τέτοιες περιπτώσεις στο μέλλον, δεν θα αναλάβει μονομερή δράση για την ανάκτηση κονδυλίων από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Αντ’ αυτού, θα θέσει το ζήτημα στο Ανώτατο Συμβούλιο και, εάν αποφασίσει να δώσει περαιτέρω συνέχεια, θα το πράξει μέσω παραπομπής στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 8 Νοεμβρίου 2013
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
[2] Σύμβαση για τον καθορισμό του καταστατικού των ευρωπαϊκών σχολείων (ΕΕ 1994, L 212, σ. 3).
[3] Βλ. άρθρο 1 του καταστατικού.
[4] Βλ. άρθρο 8 του Καταστατικού.
[5] Βλ. άρθρα 10 έως 13 του καταστατικού.
[6] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός). Ο κανονισμός αυτός έχει πλέον αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1).
[7] Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Διαμεσολαβητή να περατώσει την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1088/2011/TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείο 13, και την απόφαση του Διαμεσολαβητή να περατώσει την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 11/2012/(ZV)AN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείο 12.
[8] Ως παράδειγμα στο πλαίσιο του οποίου το Δικαστήριο κλήθηκε να ασκήσει την αρμοδιότητά του όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης, βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2012, C-545/09, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[9] Άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.