Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Πρόταση λύσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που αφορούν συστήματα και εξοπλισμό επιτήρησης και ασφάλειας σε κέντρα μεταναστών στην Ελλάδα (υπόθεση 507/2023/PVV)
Λύση - Hμερομηνία Τετάρτη | 15 Νοεμβρίου 2023
Υπόθεση 507/2023/PVV - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 23 Μαρτίου 2023 - Απόφαση στις Παρασκευή | 02 Αυγούστου 2024 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Επιτευχθείσα διευθέτηση ) - Χώρα Ελλάδα
Υποβληθείσα αναφορά
23/02/2023Ανάλυση της αναφοράς
16/03/2023Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
23/03/2023Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
15/11/2023Αποτέλεσμα της έρευνας
02/08/2024
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης Πολλαπλών Χρήσεων (MPRIC) είναι κέντρα υποδοχής μεταναστών που δημιουργούνται στα ελληνικά νησιά. Τα MPRIC χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και ασχολούνται με την ταυτοποίηση, την πρώτη υποδοχή και την κράτηση των αιτούντων άσυλο πριν από την απομάκρυνσή τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να διασφαλίζει ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί τα κονδύλια της ΕΕ που καλύπτουν τις MPRIC σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ [2]. Αυτό περιλαμβάνει τα συστήματα και τον εξοπλισμό επιτήρησης και ασφάλειας που χρησιμοποιούνται στις MPRIC. Οι εν λόγω τεχνολογίες επιτήρησης και ασφάλειας υποστηρίζονται μέσω του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας [3] και του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας [4].[5]
2. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δημοσιογράφος, τα επίμαχα συστήματα και ο εξοπλισμός παρακολούθησης και ασφάλειας έχουν επικριθεί από διάφορους οργανισμούς και εμπειρογνώμονες. Επιπλέον, η ελληνική αρχή προστασίας δεδομένων κίνησε έρευνα σχετικά με τις εν λόγω τεχνολογίες και εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο ανάθεσης της σύμβασης για τα εν λόγω συστήματα από τις ελληνικές αρχές. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τρεις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα στην Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό.[6] Η δεύτερη αίτηση αφορούσε το σύστημα ασφαλείας «Centaur»[7] και άλλα συστήματα και εξοπλισμό επιτήρησης και ασφάλειας ιδίως στα κέντρα μεταναστών στην Ελλάδα (GESTDEM 2022/4534).
3. Ειδικότερα, τον Αύγουστο του 2022 η καταγγέλλουσα ζήτησε πρόσβαση του κοινού στα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία χρονολογούνται από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος:
i. «Όλα τα έγγραφα —συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ενημερώσεων, σημειώσεων, εγγράφων, ανεπίσημων εγγράφων ή εκθέσεων— που συντάσσονται ή βρίσκονται στην κατοχή της ειδικής ομάδας για τη διαχείριση της μετανάστευσης στη ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων (HOME) ή ανταλλάσσονται μεταξύ εκπροσώπων της ΓΔ HOME και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπαλλήλων άλλων ευρωπαϊκών οργάνων ή εκπροσώπων κρατών μελών) σχετικά με, σχετίζονται ή αναφέρουν τον “Κένταυρο” ή άλλα συστήματα και εξοπλισμό επιτήρησης και ασφάλειας σε υφιστάμενες και επικείμενες εγκαταστάσεις υποδοχής μεταναστών στη Σάμο, την Κω, τη Λέρο, τη Λέσβο και τη Χίο στην Ελλάδα·
ii. Όλη η αλληλογραφία —συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, επιστολών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τυχόν συνημμένων εγγράφων— που ανταλλάσσεται μεταξύ [της] ειδικής ομάδας για τη διαχείριση της μετανάστευσης [...] και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα [για το ίδιο θέμα]·
iii. κατάλογο όλων των συνεδριάσεων (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών συνεδριάσεων) που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της ειδικής ομάδας για τη διαχείριση της μετανάστευσης [...] και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα [για το ίδιο θέμα]·
iv. Όλη η αλληλογραφία και τα έγγραφα που αφορούν, σχετίζονται ή αναφέρονται σε εκτιμήσεις επιπτώσεων σχετικά με την προστασία δεδομένων (ΕΑΠΔ) που αφορούν υφιστάμενες και επικείμενες εγκαταστάσεις υποδοχής μεταναστών στη Σάμο, την Κω, τη Λέρο, τη Λέσβο και τη Χίο στην Ελλάδα».
4. Η Επιτροπή απάντησε τον Οκτώβριο του 2022. Προσδιόρισε δεκαοκτώ έγγραφα ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης και αρνήθηκε την πρόσβαση σε όλα αυτά. Τα έγγραφα που προσδιορίστηκαν στο αρχικό στάδιο είναι η αλληλογραφία, τα έγγραφα, οι έρευνες, οι συμβάσεις και τα έγγραφα που σχετίζονται με την εκτίμηση επιπτώσεων για την προστασία των δεδομένων (ΕΑΠΔ) και την εκτίμηση επιπτώσεων για τα θεμελιώδη δικαιώματα (FRIA) των συστημάτων ΤΠ που θέσπισαν οι ελληνικές αρχές στις MPRIC.
5. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση») στις 31 Οκτωβρίου 2022. Ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε όλα τα σχετικά έγγραφα και ότι θα έπρεπε να είχε δημοσιοποιήσει τα έγγραφα που προσδιόρισε. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απόδειξη παραλαβής, ο καταγγέλλων επικοινώνησε αρκετές φορές με την Επιτροπή και απέστειλε εκ νέου την επιβεβαιωτική αίτηση δύο φορές. Στις 23 Νοεμβρίου 2022 η Επιτροπή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι υπήρξε σφάλμα εκ παραδρομής. Καταχώρισε την επιβεβαιωτική αίτηση με την προθεσμία να λήγει στις 14 Δεκεμβρίου 2022.
6. Στις 14 Δεκεμβρίου 2022 η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία έως τις 13 Ιανουαρίου 2023, καθώς «δεν ήταν ακόμη σε θέση να συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία». Στις 13 Ιανουαρίου 2023 η Επιτροπή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι δεν θα τηρούσε την παραταθείσα προθεσμία. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επικοινώνησε αρκετές φορές με την Επιτροπή, ζητώντας μια εκτιμώμενη ημερομηνία απάντησης. Στις 16 Φεβρουαρίου 2023 η Επιτροπή απάντησε ότι ασχολείται με «μεγάλο όγκο αιτήσεων» και ότι δεν μπορούσε να δεσμευτεί για συγκεκριμένη ημερομηνία για την έκδοση τελικής απόφασης.
7. Δυσαρεστημένος με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε το αίτημά του, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στη Διαμεσολαβήτρια στις 23 Φεβρουαρίου 2023.
Η έρευνα
8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού.
9. Η έρευνα επικεντρώθηκε αρχικά στην εξασφάλιση τελικής απόφασης σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στον καταγγέλλοντα το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, έως τις 14 Απριλίου 2023.
10. Η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία που όρισε ο Διαμεσολαβητής. Εξήγησε ότι η εκτίμησή της βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι είχε ξεκινήσει διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος από το οποίο προέρχονταν τα επίμαχα έγγραφα.
11. Δεδομένης της συνεχιζόμενης καθυστέρησης στην απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή, στις αρχές Ιουνίου 2023, να παράσχει τα ακόλουθα:
α) «κατάλογο των εγγράφων που προσδιορίζονται στο επιβεβαιωτικό στάδιο (τα οποία θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν στον καταγγέλλοντα) σε περίπτωση που ο κατάλογος αυτός διαφέρει από τον κατάλογο στο αρχικό στάδιο,
β) αντίγραφα των εγγράφων που προσδιορίζονται ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος, και
γ) κάθε έγγραφο σχετικό με τη διαβούλευση με τις ελληνικές αρχές σε αρχικό και επιβεβαιωτικό στάδιο, στον βαθμό που υπάρχει ήδη».
12. Η Επιτροπή κοινοποίησε αντίγραφο των εγγράφων που προσδιορίστηκαν στο αρχικό στάδιο. Επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιολόγηση στο επιβεβαιωτικό στάδιο βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, δεν μπορούσε να κοινοποιήσει κατάλογο των εγγράφων που προσδιορίστηκαν στο επιβεβαιωτικό στάδιο ούτε τα ίδια τα έγγραφα. Μια τέτοια μετάδοση θα ήταν πρόωρη. Για τον ίδιο λόγο, παρείχε στην ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας μόνο τις διαβουλεύσεις με τρίτους που είχε πραγματοποιήσει σε αρχικό στάδιο.
13. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε τα δεκαοκτώ έγγραφα που εντοπίστηκαν στο αρχικό στάδιο [8].
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Δεδομένου ότι τα επίμαχα έγγραφα προέρχονται από κράτος μέλος, η Επιτροπή ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού 1049/2001.[9] Το ελληνικό Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, ως συντάκτης των εγγράφων, αντιτάχθηκε στη δημοσιοποίηση των εγγράφων.
15. Μετά από εξέταση των εγγράφων και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των ελληνικών αρχών, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που εντοπίστηκαν. Στην αρχική της απόφαση, επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές αιτιολόγησαν την άρνησή τους να χορηγήσουν πρόσβαση με βάση τις ακόλουθες εξαιρέσεις:
α) Προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001): συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εθνικές αρχές, τα προσδιορισθέντα έγγραφα περιλαμβάνουν «ακριβή σχέδια σχετικά με το σύστημα και λεπτομερείς λεπτομέρειες σχετικά με το πού θα τοποθετηθεί το σύστημα και τα ακριβή σημεία στους καταυλισμούς». Ως εκ τούτου, η αποκάλυψή τους θα έθετε σε κίνδυνο τις ζωές όσων ζουν στους καταυλισμούς.
β) Προστασία των εμπορικών συμφερόντων της Ελλάδας (άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001): οι εθνικές αρχές αρνήθηκαν την κοινοποίηση της σύμβασης σχετικά με το έργο «Centaur» για την προστασία της μεθοδολογίας και της τεχνογνωσίας του δικαιούχου της σύμβασης. Σε περίπτωση κοινοποίησης, ο εν λόγω δικαιούχος θα έχανε «το ανταγωνιστικό πλεονέκτημά του όσον αφορά τις πληροφορίες τιμολόγησης, τον προγραμματισμό και τη συνολική στρατηγική».
16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε τις δύο εξαιρέσεις βάσει του κανονισμού 1049/2001 με υπερβολικό και δυσανάλογο τρόπο, παραβιάζοντας τόσο το πνεύμα και το γράμμα του κανονισμού όσο και τη σχετική νομολογία. Παραπέμπουν, για παράδειγμα, στα έγγραφα 13 και 18, με τίτλο «CCTV sign information» και «Information Flyer English», αντιστοίχως.
17. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν θα έπρεπε απλώς να αποδεχθεί τους λόγους των ελληνικών αρχών για τη μη γνωστοποίηση. Ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αιτιολόγηση της μη δημοσιοποίησης που παρέχεται από τρίτους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 και τη σχετική νομολογία, η Επιτροπή έχει την «υποχρέωση να παρακάμπτει τις αντιρρήσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη δημοσιοποίηση» σε περίπτωση προδήλως αβάσιμων αιτιολογήσεων. Η συμμόρφωση με την υποχρέωση αυτή διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση των πολιτών της ΕΕ στα έγγραφα.
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων για την προστασία των δεδομένων και τα θεμελιώδη δικαιώματα διενεργούνται για να διασφαλιστεί ότι τα συστήματα παρακολούθησης και ασφάλειας συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων και τα θεμελιώδη δικαιώματα και δημοσιοποιούνται ευρέως. Ως εκ τούτου, δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση (τουλάχιστον μερική) των σχετικών εγγράφων θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό και προβλέψιμο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
19. Όσον αφορά ειδικότερα τις εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (ΕΑΠΔ), ο καταγγέλλων παρέπεμψε στις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο δημοσίευσης τουλάχιστον τμημάτων μιας ΕΑΠΔ, όπως περίληψης ή συμπεράσματος. Η δημοσιοποίηση αυτή ενισχύει την εμπιστοσύνη, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια του κοινού.
20. Γενικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τόσο οι εθνικές αρχές όσο και η Επιτροπή δεν απέδειξαν ότι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια σε περίπτωση κοινοποίησης δεν είναι αμιγώς υποθετικοί. Προσέθεσαν ότι η Επιτροπή δεν εκτίμησε προσηκόντως τη δυνατότητα μερικής δημοσιοποιήσεως των εγγράφων.
21. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι, επειδή τα συστήματα επιτήρησης και ασφάλειας στα MPRIC χρηματοδοτούνται από κονδύλια της ΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Ακόμη περισσότερο, δεδομένων των διαφόρων ανησυχιών που έχουν εκφραστεί σχετικά με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των εν λόγω συστημάτων από τις εθνικές αρχές [10].
22. Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε όλες τις πτυχές του αιτήματός του για πρόσβαση. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή εξέτασε μόνο την τέταρτη πτυχή του αρχικού αιτήματος (βλ. ανωτέρω). Προς στήριξη του ισχυρισμού τους, διευκρίνισαν ότι, κατά την υποβολή της επιβεβαιωτικής αίτησης, έλαβαν γνώση της ύπαρξης αρκετών πρόσθετων εγγράφων που εμπίπτουν στο αίτημά τους, όπως μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απεστάλησαν από εκπροσώπους της Επιτροπής που δραστηριοποιούνται εντός των MPRIC και στα οποία αναφέρονται συστήματα παρακολούθησης στους καταυλισμούς. Τα εν λόγω έγγραφα είχαν ήδη γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή σε συναδέλφους του καταγγέλλοντος ως απάντηση σε αιτήματα πρόσβασης του κοινού, ωστόσο δεν προσδιορίστηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης πρόσβασης.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
23. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από θεσμικό όργανο της ΕΕ να μην δημοσιοποιήσει έγγραφο που προέρχεται από το εν λόγω κράτος μέλος χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), η εναντίωση στη δημοσιοποίηση είναι δυνατή μόνο βάσει των ουσιαστικών εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού και μόνο εάν το οικείο κράτος μέλος αιτιολογήσει δεόντως τη θέση του.[11] Κατά τη διαδικασία έκδοσης απόφασης άρνησης της πρόσβασης, το θεσμικό όργανο πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι λόγοι αυτοί υφίστανται και να τους αναφέρει στην απόφαση σχετικά με την αίτηση πρόσβασης.[12] Το οικείο θεσμικό όργανο δεν υποχρεούται να προβεί σε εξαντλητική αξιολόγηση της απόφασης του κράτους μέλους να αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση.[13] Αντιθέτως, πρέπει να ελέγξει αν οι εξηγήσεις που παρέχει το κράτος μέλος φαίνονται εκ πρώτης όψεως βάσιμες. [14] Η υποχρέωση ενός θεσμικού οργάνου να προβεί σε συγκεκριμένη και ατομική εξέταση δεν ισχύει, στις περιπτώσεις αυτές.[15]
24. Τούτου λεχθέντος, το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορεί να «ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στο κράτος μέλος γενικό και ανεπιφύλακτο δικαίωμα αρνησικυρίας, ώστε να μπορεί, κατά διακριτική ευχέρεια, να αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση εγγράφων που προέρχονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή θεσμικού οργάνου».[16] Πράγματι, η «εξουσία που απονέμει η διάταξη αυτή στο οικείο κράτος μέλος οριοθετείται από τις ουσιαστικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3, με το κράτος μέλος να έχει απλώς εξουσία συμμετοχής στην απόφαση [της ΕΕ]».[17] Επομένως, τα κράτη μέλη διαθέτουν μια μορφή συγκατάθεσης και όχι δικαίωμα αρνησικυρίας [18].
25. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Επιτροπή θα πρέπει να επαληθεύσει κατά πόσον οι ελληνικές αρχές αιτιολόγησαν δεόντως την αντίθεσή τους στην κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και των εμπορικών συμφερόντων. Μετά την εξέταση των δεκαοκτώ σχετικών εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι υπάρχουν τέτοιοι λόγοι.
1. Έγγραφα σχετικά με τις εκτιμήσεις επιπτώσεων για την προστασία των δεδομένων (ΕΑΠΔ) και την εκτίμηση επιπτώσεων για τα θεμελιώδη δικαιώματα (FRIA)
26. Στην έρευνά της σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ εγκαταστάσεις διαχείρισης της μετανάστευσης στην Ελλάδα, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την ακόλουθη πρόταση βελτίωσης:
«Η Επιτροπή θα πρέπει να παροτρύνει τις ελληνικές αρχές να δημοσιεύσουν την εκτίμηση επιπτώσεων στα θεμελιώδη δικαιώματα και την εκτίμηση επιπτώσεων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του συστήματος επιτήρησης στις MPRIC. Η Επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλάβει σύνδεσμο προς την εν λόγω δημοσίευση στον ιστότοπό της.»
27. Στις 29 Αυγούστου 2023 η Επιτροπή απάντησε [19] στην πρόταση αυτή ότι «θα προτείνει στις ελληνικές αρχές να δημοσιεύσουν τις προαναφερθείσες αξιολογήσεις και να συμπεριλάβουν σύνδεσμο προς τη δημοσίευση στον ιστότοπό της μετά τη δημοσίευσή τους».
28. Εξ όσων γνωρίζει η Διαμεσολαβήτρια, οι FRIA και οι ΕΑΠΔ των συστημάτων επιτήρησης και ασφάλειας των MPRIC δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί.
29. Η μεγάλη πλειονότητα των επίμαχων εγγράφων είναι ΕΑΠΔ που διενεργήθηκαν για το σύστημα επιτήρησης «Centaur»[20], για το σύστημα επιτήρησης δρόνων [21] και για το σύστημα εισόδου και εξόδου «Hyperion»[22]. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η FRIA που διενεργήθηκε για το σύστημα επιτήρησης «Centaur»[23] εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος. Ένα άλλο έγγραφο [24] που εντοπίστηκε περιέχει απαντήσεις σε ερωτήσεις και παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν προς τις ελληνικές αρχές σχετικά με τις ΕΑΠΔ και τη FRIA που διενήργησαν για τα σχετικά συστήματα επιτήρησης και ασφάλειας.
30. Ως εκ τούτου, η παροχή πρόσβασης στα προαναφερθέντα έγγραφα θα ήταν σύμφωνη με την άποψη της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την προορατική διαφάνεια όσον αφορά τα συστήματα επιτήρησης και ασφάλειας στις MPRIC και με τη δέσμευση της Επιτροπής να προτείνει στις ελληνικές αρχές να υιοθετήσουν την εν λόγω διαφάνεια.
31. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η πρόσβαση σε ένα έγγραφο μπορεί να απορριφθεί μόνο εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά τα συμφέροντα που επιδιώκεται να προστατευθούν. Ο κίνδυνος προσβολής των συμφερόντων πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός [25].
32. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση, παραπέμποντας στην ένσταση των ελληνικών αρχών ότι η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων που σχετίζονται με τις ΕΑΠΔ και τη FRIA θα υπονόμευε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια [άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001].
33. Μολονότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν αποφασίζουν τι απαιτεί η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια σε σχέση με τη δημοσιοποίηση εγγράφων, εξακολουθούν να υποχρεούνται να αποδεικνύουν «συγκεκριμένο και πραγματικό κίνδυνο». Ωστόσο, η εξέταση αυτών των εγγράφων έδειξε ότι πολλές από τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά φαίνονται γενικού χαρακτήρα και ότι δεν είναι άμεσα σαφές πώς η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό και προβλέψιμο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
2. Έγγραφα που φαίνεται να είναι δημόσια ή φαίνεται να περιέχουν πληροφορίες που είναι δημόσιες
34. Από τον έλεγχο των επίμαχων εγγράφων προέκυψε επίσης ότι πολλά από τα προσδιοριζόμενα έγγραφα φαίνεται να είναι δημόσια ή να περιέχουν πληροφορίες που είναι δημόσιες.
35. Για παράδειγμα, το έγγραφο με τίτλο «Regime on the use of video surveillance systems»[26] παρέχει επισκόπηση της ελληνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων και τη χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, καθώς και επισκόπηση των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και της σχετικής νομολογίας. Γίνεται επίσης αναφορά στις ΕΑΠΔ, με ποια μεθοδολογία βάσει του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων (ΓΚΠΔ) διενεργήθηκε η ΕΑΠΔ για την παρακολούθηση «Κένταυρος» και ποια μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τον νόμο μπορούν να ληφθούν κατά την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επομένως, το έγγραφο απλώς συνοψίζει το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο και, ως εκ τούτου, δεν είναι ευχερώς σαφές με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα επηρέαζε τη δημόσια ασφάλεια.
36. Περαιτέρω έγγραφα που εντοπίστηκαν φαίνεται να απευθύνονται σε μετανάστες που φθάνουν ή διαμένουν στα MPRIC. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ότι προορίζονται για την ενημέρωση των μεταναστών σχετικά με τις δραστηριότητες επεξεργασίας που αφορούν τα προσωπικά τους δεδομένα. Για παράδειγμα, το έγγραφο με τίτλο «Έντυπο καταχώρισης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δήλωση μη διατύπωσης αντίρρησης για τη γνωστοποίηση»[27] είναι ένα έντυπο που πρέπει να συμπληρώνουν οι μετανάστες για να συναινούν στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν. Τα έγγραφα με τίτλο «υπόδειγμα σήμανσης CCTV»[28] και «πληροφορίες σήμανσης CCTV»[29] αποσκοπούν στην ενημέρωση και υπενθύμιση στους μετανάστες που διαμένουν στις MPRIC ότι ο ιστότοπος βρίσκεται υπό παρακολούθηση μέσω βίντεο, καθώς και στην παροχή σε αυτούς πληροφοριών σχετικά με τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων, τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους ως υποκειμένων των δεδομένων. Ομοίως, τα ενημερωτικά φυλλάδια στα ελληνικά [30] και στα αγγλικά [31] περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τα στάδια της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κατοίκων του καταυλισμού. Το επίπεδο ασφαλείας των δύο τελευταίων εγγράφων επισημαίνεται ως «μη διαβαθμισμένο». Δεδομένου, επομένως, ότι τα έγγραφα αυτά προορίζονται για δημόσια διάδοση, δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
37. Η Επιτροπή αρνήθηκε επίσης την πρόσβαση στη «σύμβαση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων»[32], στηριζόμενη στην άποψη των ελληνικών αρχών ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της Ελλάδας (άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001). Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κοινοποίηση θα επηρέαζε την προστασία της μεθοδολογίας και της τεχνογνωσίας του δικαιούχου της σύμβασης. Δεδομένου ότι η σύμβαση είναι διαθέσιμη στο κοινό μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας «ΚΗΜΔΗΣ»[33], του ελληνικού αποθετηρίου δημόσιων συμβάσεων, δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν περαιτέρω κίνδυνοι για τα εμπορικά συμφέροντα του οικείου ΥΠΔ με τη γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου στον καταγγέλλοντα.
38. Τέλος, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε επίσης τα έγγραφα με τίτλο «Privacy Policy»[34] και «Template Privacy Policy»[35]. Τα δύο αυτά έγγραφα περιέχουν γενική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο το ελληνικό Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή στις εγκαταστάσεις υποδοχής του. Οι περισσότερες από τις πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα αυτά φαίνονται γενικές και είναι ήδη διαθέσιμες στο κοινό.
39. Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης της Επιτροπής στο έγγραφο OI/3/2002/MHZ και του γεγονότος ότι οι εξηγήσεις που έδωσε το κράτος μέλος προέλευσης των εγγράφων δεν φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, βάσιμες για όλα τα εν λόγω έγγραφα (μέρη αυτών), ο Διαμεσολαβητής προτείνει στην Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με την εν λόγω αίτηση πρόσβασης του κοινού, με σκοπό τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων στον ευρύτερο δυνατό βαθμό.
40. Η ανωτέρω αξιολόγηση βασίζεται δυστυχώς σε ελλιπή φάκελο, καθώς, κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας πρότασης λύσης, οι διαβουλεύσεις με τρίτα μέρη, τις οποίες κίνησε η Επιτροπή για τους σκοπούς της επιβεβαιωτικής της απόφασης, δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί, ούτε η Επιτροπή είχε εκδώσει ρητή απάντηση στο επιβεβαιωτικό στάδιο. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια έπρεπε να βασίσει την αξιολόγησή της στα έγγραφα που εντοπίστηκαν στο αρχικό στάδιο, στις διαβουλεύσεις με τρίτους που πραγματοποιήθηκαν στο αρχικό στάδιο και στην αρχική απόφαση της Επιτροπής.
41. Ο Διαμεσολαβητής ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα έχει ολοκληρώσει τις διαβουλεύσεις με τρίτα μέρη έως την απάντησή της στην παρούσα πρόταση λύσης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θα ήθελε να ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει στο Γραφείο της αντίγραφα της απόφασής της, μαζί με τα έγγραφα που εντοπίστηκαν στο επιβεβαιωτικό στάδιο.
42. Επιπλέον, υπό το πρίσμα του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε όλες τις πτυχές του αιτήματός του, ο Διαμεσολαβητής ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα έχει διενεργήσει διεξοδική και λεπτομερή έρευνα για έγγραφα που εμπίπτουν στο αίτημα του καταγγέλλοντος στο επιβεβαιωτικό στάδιο.
43. Τέλος, υπενθυμίζεται στην Επιτροπή η ειδική έκθεση της Διαμεσολαβήτριας στο πλαίσιο της στρατηγικής έρευνάς της σχετικά με τον χρόνο που χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να διεκπεραιώσει τις αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα [36].
Η πρόταση λύσης
Με βάση τα ανωτέρω πορίσματα, η Διαμεσολαβήτρια προτείνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
Να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με την εν λόγω αίτηση πρόσβασης του κοινού, με σκοπό τη δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στον ευρύτερο δυνατό βαθμό.
Η Επιτροπή καλείται να ενημερώσει τη Διαμεσολαβήτρια έως τις 15 Φεβρουαρίου 2024 για τυχόν μέτρα που έχει λάβει σε σχέση με την ανωτέρω πρόταση λύσης. Δεδομένης της σημαντικής καθυστέρησης που έχει ήδη σημειωθεί στη διεκπεραίωση του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού, η Διαμεσολαβήτρια θα παρότρυνε, ωστόσο, την Επιτροπή να απαντήσει στην παρούσα πρόταση το συντομότερο δυνατόν.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 15/11/2023
[1] Διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=uriserv%3AOJ.L_.2021.253.01.0001.01.ENG&toc=OJ%3AL%3A2021%3A253%3ATOC.
[2] Το 2022 η Διαμεσολαβήτρια κίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα (OI/3/2022/MHZ) σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε αυτές τις νέες χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ εγκαταστάσεις διαχείρισης της μετανάστευσης στην Ελλάδα. Ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε προτάσεις για την αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων που εντοπίστηκαν. Πληροφορίες σχετικά με την έρευνα διατίθενται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/case/en/62000.
[3] Περισσότερες πληροφορίες: https://home-affairs.ec.europa.eu/funding/borders-and-visa-funds/internal-security-funds-borders-and-visa-2014-2020_en και https://home-affairs.ec.europa.eu/funding/internal-security-funds/internal-security-fund-2021-2027_en.
[4] Περισσότερες πληροφορίες: https://commission.europa.eu/business-economy-euro/economic-recovery/recovery-and-resilience-facility_en.
[5] Βλ. επίσης την απάντηση της Επιτροπής σε κοινοβουλευτική ερώτηση σχετικά με το θέμα αυτό: https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/E-9-2022-003094-ASW_EN.html#ref2.
[6] GESTDEM 2022/4531 — καταγγελία 380/2023/PVV στον Διαμεσολαβητή· GESTDEM 2022/4534 — καταγγελία 507/2023/PVV με τη Διαμεσολαβήτρια και GESTDEM 2022/4621 — καταγγελία 508/2023/PVV με τη Διαμεσολαβήτρια. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/opening-summary/en/167614.
[7] Ένα ψηφιακό σύστημα διαχείρισης για την ηλεκτρονική και φυσική ασφάλεια γύρω και μέσα στις εγκαταστάσεις, χρησιμοποιώντας κάμερες και αλγόριθμους ανάλυσης κίνησης (Artificial Intelligence Behavioural Analytics), περισσότερες πληροφορίες: https://digitalstrategy.gov.gr/project/kentayros.
[8] Στην επικοινωνία της με τη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα έγγραφα που εντοπίστηκαν στο αρχικό στάδιο δεν είχαν διαβαθμιστεί στο πλαίσιο του συστήματος προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΔΠΕΕ). Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι δεν διέθετε λεπτομέρειες σχετικά με τη διαβάθμιση σε ελληνικό εθνικό επίπεδο, αν και η αρχική απάντηση της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα ανέφερε ότι οι ελληνικές αρχές επισήμαναν ότι τα έγγραφα που εντοπίστηκαν είναι διαβαθμισμένα.
[9] Κανονισμός 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:32001R1049.
[10] Ο καταγγέλλων επισήμανε στην επιβεβαιωτική αίτησή του ότι α) σύμφωνα με πληροφορίες, η εφαρμογή των συστημάτων επιτήρησης και ασφάλειας στα MPRIC πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη πρόσληψη υπευθύνου προστασίας δεδομένων στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου (MMA)· β) το ΜΜΑ δεν έχει διευκρινίσει αν οι ΕΑΠΔ διενεργήθηκαν κατά το στάδιο του σχεδιασμού· γ) η Ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διερευνά τα εν λόγω συστήματα κατόπιν καταγγελίας σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω συστήματα σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν αρχικά κατά παράβαση βασικών διαδικαστικών απαιτήσεων βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων· δ) έχει ασκηθεί κριτική για την εφαρμογή των εν λόγω συστημάτων λόγω σοβαρών κινδύνων για τα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταναστών· και ε) υπήρξαν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο ανάθεσης της σύμβασης για την υλοποίηση των εν λόγω συστημάτων.
[11] Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2012, IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds κατά Επιτροπής, C-135/11 P, σκέψη 59, και της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής, T-669/11, σκέψη 50: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=124191&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=375346 και https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;text=&docid=157982&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3754.
[12] Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2012, IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds κατά Επιτροπής, C‑135/11 P, σκέψη 62· της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής, T‑669/11, σκέψη 53, και της 8ης Φεβρουαρίου 2018, POA κατά Επιτροπής, T‑74/16, σκέψη 55 (https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=199205&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=375567).
[13] Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2012, IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds κατά Επιτροπής, C‑135/11 P, σκέψη 63, και της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής, T‑669/11, σκέψη 54.
[14] Αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2017, Γαλλία κατά Επιτροπής, T-344/15, σκέψη 54 (https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=189616&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=376000) και της 8ης Φεβρουαρίου 2018, POA κατά Επιτροπής, T-74/16, σκέψη 57.
[15] Αποφάσεις της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής, T-669/11, σκέψεις 80 έως 84, και της 8ης Φεβρουαρίου 2018, POA κατά Επιτροπής, T-74/16, σκέψεις 60 και 61.
[16] Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψη 75: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=43BC55AC039CECE614B9B77869B46749;text=&docid=71934&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=374948.
[17] Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, σκέψη 76.
[18] Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, σκέψη 76.
[19] Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/174402.
[20] Τα έγγραφα 2, 3 και 9 που προσδιορίστηκαν στο αρχικό στάδιο, το έγγραφο 4 αποτελεί σύνοψη της εν λόγω ΕΑΠΔ.
[21] Έγγραφο 10 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[22] Έγγραφο 11 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[23] Έγγραφα 8 και 14 που προσδιορίστηκαν στο αρχικό στάδιο.
[24] Έγγραφο 6 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[25] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, T-644/16, σκέψη 22: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=203913&pageIndex=0&doclang=EN&mo%20de=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=46943.
[26] Έγγραφο 1 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[27] Έγγραφο 7 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[28] Έγγραφο 12 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[29] Έγγραφο 13 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[30] Έγγραφο 16 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[31] Έγγραφο 17 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[32] Έγγραφο 18 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[33] Διατίθεται στα αγγλικά και στα ελληνικά στη διεύθυνση https://www.gov.gr/en/ipiresies/epikheirematike-drasterioteta/elektronikos-phakelos-epikheireses/demosioteta-demosion-sumbaseon-kemdes και https://www.gov.gr/ipiresies/epikheirematike-drasterioteta/elektronikos-phakelos-epikheireses/demosioteta-demosion-sumbaseon-kemdes αντίστοιχα.
[34] Έγγραφο 5 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[35] Έγγραφο 15 που προσδιορίστηκε στο αρχικό στάδιο.
[36] OI/2/2022/OAM, διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/special-report/en/175425.