Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Αναζήτηση ερευνών

Κριτήρια φιλτραρίσματος εγγράφων
Υπόθεση
Xρονικό διάστημα
Λέξεις.κλειδιά
Ή δοκιμάστε παλιές λέξεις-κλειδιά (Πριν από το 2016)

Προβολή 1 - 20 από 28 αποτελέσματα

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν το σχέδιο τραπεζογραμματίων ευρώ (υπόθεση 309/2025/TM)

Τετάρτη | 21 Μαΐου 2025

Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με τον σχεδιασμό της σειράς τραπεζογραμματίων ευρώ «Ευρώπη». Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προσδιόρισε δύο έγγραφα ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος και αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ επικαλέστηκε εξαιρέσεις βάσει των κανόνων της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι η πλήρης δημοσιοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την προστασία της ακεραιότητας των τραπεζογραμματίων ευρώ, καθώς και εμπορικά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας.

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας πραγματοποίησε συνάντηση επιθεώρησης με αρμόδιους εκπροσώπους της ΕΚΤ. Με βάση τις πρόσθετες εμπιστευτικές εξηγήσεις που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης επιθεώρησης και λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η ΕΚΤ κατά τον καθορισμό του κατά πόσον η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα υπονόμευε το δημόσιο συμφέρον της προστασίας της ακεραιότητας των τραπεζογραμματίων ευρώ, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η απόφαση της ΕΚΤ να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη. Δεδομένου ότι έγινε έγκυρη επίκληση της εξαίρεσης αυτής, δεν ήταν αναγκαίο ο Διαμεσολαβητής να αξιολογήσει κατά πόσον η γνωστοποίηση θα έθιγε επίσης εμπορικά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν μέτρα έκτακτης ανάγκης και ετοιμότητας σχετικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία (υπόθεση 1327/2022/SF)

Δευτέρα | 12 Σεπτεμβρίου 2022

Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με μέτρα έκτακτης ανάγκης και ετοιμότητας που σχετίζονται με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στα δύο έγγραφα που προσδιόρισε, επικαλούμενη διάταξη των Συνθηκών η οποία απαιτεί να μην δημοσιοποιούνται οι εργασίες του διοικητικού συμβουλίου της. Η ΕΚΤ επικαλέστηκε επίσης διάφορες εξαιρέσεις βάσει των κανόνων της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ότι η πλήρης δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ένωσης και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές σχέσεις.

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε τα επίμαχα έγγραφα. Με βάση την εν λόγω επιθεώρηση και λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η ΕΚΤ όταν θεωρεί ότι διακυβεύεται το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της Ένωσης, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η απόφαση της ΕΚΤ να αρνηθεί την πρόσβαση σε ένα από τα ζητούμενα έγγραφα δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη. Όσον αφορά το άλλο έγγραφο, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η επίκληση από την ΕΚΤ του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στις Συνθήκες, ήταν δικαιολογημένη.

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Απόφαση στην υπόθεση 1871/2020/OAM σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με την απόφαση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα της ΕΚΤ

Δευτέρα | 22 Μαρτίου 2021

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση της ΕΚΤ να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σχετικά με το Πρόγραμμα Αγοράς του Δημόσιου Τομέα (PSPP). Τα έγγραφα κοινοποιήθηκαν στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση προκειμένου να μπορέσει να εκτιμήσει την αναλογικότητα του PSPP κατόπιν αποφάσεως του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου.

Αρνούμενη την πρόσβαση, η ΕΚΤ στηρίχθηκε σε κανόνα της Συνθήκης ο οποίος απαιτεί να μην δημοσιοποιούνται οι εργασίες του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Στηρίχθηκε επίσης στην ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών των οργάνων λήψεως αποφάσεών της, την ανάγκη προστασίας της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης και τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εγγράφων που προορίζονται για εσωτερική χρήση.

Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η άρνηση της ΕΚΤ να χορηγήσει πρόσβαση στο κοινό ήταν δικαιολογημένη. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι ένα έγγραφο καλύπτεται από τους κανόνες της Συνθήκης που απαιτούν να μην δημοσιοποιούνται οι εργασίες του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ είχε εξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η δημοσιοποίηση των άλλων εγγράφων θα υπονόμευε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη νομισματική πολιτική. Σημειώνοντας το σημαντικό δημόσιο ενδιαφέρον για το θέμα, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε υπόψη τις προσπάθειες της ΕΚΤ να παράσχει στον καταγγέλλοντα και στο κοινό όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτό και περάτωσε την υπόθεση.

Απόφαση στην υπόθεση 1874/2020/MAS σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χορηγήσει πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με δύο προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων

Τρίτη | 09 Μαρτίου 2021

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που περιείχαν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με δύο προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Αρνούμενη την πρόσβαση, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι η γνωστοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο αποτελεί συμφέρον που προστατεύεται από τον νόμο. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η ΕΚΤ δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η γνωστοποίηση των ζητούμενων πληροφοριών θα επηρέαζε αρνητικά το προβαλλόμενο δημόσιο συμφέρον και ότι, ως εκ τούτου, οι πληροφορίες θα πρέπει να γνωστοποιούνται.

Η ΕΚΤ διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση του βέλτιστου τρόπου προστασίας του προβαλλόμενου δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας της χρηματοπιστωτικής, νομισματικής ή οικονομικής πολιτικής της Ένωσης ή ενός κράτους μέλους. Μπορεί, για παράδειγμα, να βασίσει τις εκτιμήσεις της στον τρόπο με τον οποίο η γνωστοποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά των αγορών και των συμμετεχόντων στην αγορά. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΚΤ έχει παράσχει εύλογη εξήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αγορές και οι συμμετέχοντες στην αγορά θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις ζητούμενες πληροφορίες για να υπονομεύσουν τη χρηματοπιστωτική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ένωσης ή ενός κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, η απόφαση της ΕΚΤ να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού ήταν δικαιολογημένη.

Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει τη δήλωση της ΕΚΤ ότι δημοσιεύει ήδη στον ιστότοπό της όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το PEPP και το CSPP. Ενθαρρύνει την ΕΚΤ να αξιολογεί τακτικά κατά πόσον μπορούν να δημοσιεύονται περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω προγράμματα. Αυτό είναι πιθανό να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς το κοινό προσβλέπει στην ΕΚΤ για να αποδείξει ότι ανταποκρίνεται στις φιλόδοξες δηλώσεις του Προέδρου της όσον αφορά τις προσπάθειες της Τράπεζας να καταστήσει τη νομισματική πολιτική «πιο πράσινη».

Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Απόφαση στην υπόθεση 1700/2020/OAM σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε νομικό σημείωμα σχετικά με την απόφαση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Δικαστήριο της ΕΕ

Τετάρτη | 27 Ιανουαρίου 2021

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού σε σημείωμα της νομικής υπηρεσίας της σχετικά με την απόφαση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και σε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ. Αρνούμενη την πρόσβαση στο έγγραφο, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην ανάγκη προστασίας της χρηματοπιστωτικής, νομισματικής και οικονομικής πολιτικής της Ένωσης, καθώς και στην ανάγκη προστασίας των νομικών συμβουλών και της διαδικασίας λήψης αποφάσεών της.

Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το έγγραφο και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε προφανές σφάλμα στην αξιολόγηση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Η απόφαση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου είναι άνευ προηγουμένου όσον αφορά τις πιθανές συνέπειες στην έννομη τάξη της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι το κοινό έχει συμφέρον να διαβεβαιώνεται ότι η Επιτροπή αξιολογεί δεόντως και, όπου απαιτείται, ενεργεί βάσει των συνεπειών αυτών, σύμφωνα με τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών. Είναι πεπεισμένη ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει να ενημερώνει το κοινό, στο μέτρο του δυνατού, για τυχόν μελλοντικά μέτρα που αποφασίζει να λάβει ως απάντηση στην απόφαση.