FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σύσταση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση 428/2016/JAS σχετικά με την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αίτημα εσωτερικής επανεξέτασης της απόφασής της να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας για γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη

Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]

Η υπόθεση αυτή αφορούσε την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αίτημα επανεξέτασης της απόφασής της να εγκρίνει προϊόντα που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη. Τα αιτήματα αυτά μπορούν να υποβάλλονται από ΜΚΟ στο πλαίσιο του λεγόμενου «κανονισμού του Aarhus». Η καταγγέλλουσα, γερμανική ΜΚΟ που δραστηριοποιείται στον τομέα της βιοτεχνολογίας, διαφώνησε με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε τις περιβαλλοντικές ανησυχίες που διατυπώθηκαν στην αίτηση επανεξέτασης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει εντός της ισχύουσας προθεσμίας των 18 εβδομάδων.

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε τα ζητήματα και ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες του. Η Διαμεσολαβήτρια παρατήρησε ότι, ιδίως σε τομείς που αποτελούν αντικείμενο σημαντικού δημόσιου διαλόγου, όπως συμβαίνει με τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, οι δημόσιοι φορείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα φιλικοί προς τον πολίτη και να αντιμετωπίζουν εύλογες ανησυχίες που εγείρει το κοινό. Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρέσχε στον καταγγέλλοντα πρόσθετες εξηγήσεις και διευκρινίσεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε επιλύσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

Όσον αφορά την καθυστέρηση στην απάντηση στο αίτημα επανεξέτασης, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή χρειάστηκε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα —35 εβδομάδες αντί για 18— για να απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος. Αυτό συνιστά κακοδιοίκηση.

Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια συνιστά στην Επιτροπή να επανεξετάσει τις διαδικασίες της προκειμένου να διασφαλίσει ότι τηρούνται οι προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων επανεξέτασης που υποβάλλονται βάσει του κανονισμού Aarhus. Συνιστά επίσης στην Επιτροπή, εάν, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι σε θέση να τηρήσει μια προθεσμία, να ενημερώνει τη ΜΚΟ για τους λόγους και για το δικαίωμα κίνησης νομικών διαδικασιών.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Η καταγγέλλουσα, γερμανική μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της βιοτεχνολογίας, διαφωνεί με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Απριλίου 2015 να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά της ΕΕ προϊόντων που περιέχουν τη γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη «MON 88302»[2].

2. Οι κανόνες της ΕΕ για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς («ΓΤΟ») που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές [3] διέπουν την έγκριση των εν λόγω προϊόντων. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, δεν εγκρίνονται τέτοια προϊόντα, εκτός εάν η εταιρεία που υποβάλλει την αίτηση έγκρισης έχει αποδείξει επαρκώς και επαρκώς ότι, μεταξύ άλλων, δεν έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, στην υγεία των ζώων ή στο περιβάλλον [4]. Μετά από αίτηση μιας εταιρείας, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) συντάσσει επιστημονική γνώμη σχετικά με το προϊόν. Η EFSA ελέγχει, ειδικότερα, κατά πόσον τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές με βάση ΓΤΟ πληρούν τα ανωτέρω κριτήρια [5]. Στο πλαίσιο της EFSA, η επιστημονική αξιολόγηση πραγματοποιείται από την ομάδα για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, τα μέλη της οποίας είναι επιστήμονες από ολόκληρη την Ευρώπη [6].

3. Στην περίπτωση αυτή, τον Αύγουστο του 2011, μια αγροχημική και γεωργική εταιρεία βιοτεχνολογίας υπέβαλε αίτηση [7] για τη διάθεση στην αγορά της ΕΕ προϊόντων που περιέχουν τη γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη MON 88302. Η αίτηση δεν κάλυπτε την καλλιέργεια [8]. Η ελαιοκράμβη MON 88302 αναπτύχθηκε για να προσδώσει αντοχή στο ζιζανιοκτόνο glyphosate.

4. Τον Ιούνιο του 2014 η ομάδα της EFSA για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς εξέδωσε θετική γνώμη [9] σχετικά με την αίτηση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το MON 88302 ήταν εξίσου ασφαλές με το συμβατικό αντίστοιχό του και τις μη ΓΤ εμπορικές ποικιλίες ελαιοκράμβης. Σύμφωνα με την ειδική ομάδα, η MON 88302 δεν ήταν πιθανό να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων και των ζώων και στο περιβάλλον στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της αίτησης.

5. Με βάση τη γνώμη αυτή [10], η Επιτροπή υπέβαλε σχέδιο απόφασης [11] για την έγκριση της ελαιοκράμβης MON 88302 στη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους όλων των κρατών μελών και προεδρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής [12]. Η επιτροπή αυτή ψηφίζει [13] επί των σχεδίων αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας για γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα [14]. Ωστόσο, στην περίπτωση της ελαιοκράμβης MON 88302, η επιτροπή δεν εξέδωσε (θετική ή αρνητική) γνώμη σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής [15]. Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί στη συνέχεια να υποβάλει το σχέδιο σε επιτροπή προσφυγών [16].

6. Τον Νοέμβριο του 2014, η επιτροπή προσφυγών παρέλειψε επίσης να αποφασίσει [17] αν θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής [18]. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να αποφασίσει εάν θα εγκρίνει το σχέδιο απόφασής της [19]. Τον Απρίλιο του 2015, σύμφωνα με τη γνώμη της EFSA, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία επέτρεψε την εισαγωγή στην ΕΕ ελαιοκράμβης MON 88302 με σκοπό τη μεταγενέστερη μεταποίησή της σε τρόφιμα και ζωοτροφές και τη διάθεση στην αγορά προϊόντων (τρόφιμα για ανθρώπινη κατανάλωση και ζωοτροφές) που περιέχουν ελαιοκράμβη MON 88302 [20]. Δεν ενέκρινε την ελαιοκράμβη MON 88302 για καλλιέργεια.

7. Τον Ιούνιο του 2015, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης της απόφασης της Επιτροπής [21], η οποία στη συνέχεια υποστηρίχθηκε από οκτώ άλλους οργανισμούς [22]. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού Aarhus [23], ο οποίος ορίζει ότι «κάθε μη κυβερνητική οργάνωση που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 11 [24]] δικαιούται να υποβάλει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης στο όργανο ή τον οργανισμό της Κοινότητας που έχει εκδώσει διοικητική πράξη δυνάμει του δικαίου του περιβάλλοντος ». Ο κανονισμός Aarhus εφαρμόζει τη σύμβαση του Aarhus [25], μια διεθνή συμφωνία για την κυβερνητική λογοδοσία, τη διαφάνεια και την ικανότητα ανταπόκρισης σε περιβαλλοντικά θέματα.

8. Η EFSA παρείχε στην Επιτροπή επιστημονικές συμβουλές σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος. Οι συμβουλές αυτές δημοσιεύθηκαν επίσης στο διαδίκτυο [26]. Η EFSA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην αίτηση δεν ακύρωσε τα προηγούμενα συμπεράσματα της εκτίμησης κινδύνου και τις συστάσεις για τη διαχείριση του κινδύνου. Ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις επιστημονικές συμβουλές της EFSA.

9. Τον Φεβρουάριο του 2016, η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για εσωτερική επανεξέταση. Υποστήριξε ότι ορισμένες ανησυχίες που εξέφρασε ο καταγγέλλων δεν αφορούσαν περιβαλλοντικά ζητήματα και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Aarhus. Η Επιτροπή έδωσε στην καταγγέλλουσα εμπεριστατωμένη απάντηση στις ανησυχίες που θεωρούσε ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Aarhus. Η Επιτροπή ανάρτησε την απάντησή της στον ιστότοπό της [27].

10. Δυσαρεστημένος από την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Μάρτιο του 2016.

Η έρευνα

11. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία. Η θέση του καταγγέλλοντος είναι ότι:

1) Η απάντηση της Επιτροπής στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης της απόφασής της να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας για τη γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη MON 88302 είναι εσφαλμένη όσον αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα που προβάλλονται στην αίτηση επανεξέτασης.

2) Η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημα εσωτερικής επανεξέτασης εντός των προθεσμιών του κανονισμού Aarhus.

12. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε αρχικά από τον καταγγέλλοντα να αποσαφηνίσει ορισμένες πτυχές της καταγγελίας. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις με βάση τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Η Διαμεσολαβήτρια έλαβε επίσης τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής. Η σύσταση του Διαμεσολαβητή λαμβάνει υπόψη τα επιχειρήματα και τις απόψεις που προέβαλαν τα μέρη.

Η απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα εσωτερικής επανεξέτασης

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απάντηση της Επιτροπής στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης ήταν εσφαλμένη. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:

α) η EFSA δεν αξιολόγησε σωστά τις νέες πληροφορίες σχετικά με την πιθανή επεμβατικότητα και εμμονή της ελαιοκράμβης εν γένει (ιδίως, μια μελέτη σχετικά με τους πληθυσμούς αγριογογγύλης [28])·

β) η EFSA δεν διερεύνησε τη συγκεκριμένη χωροκατακτητικότητα και εμμονή της ελαιοκράμβης MON 88302 σε άγριους πληθυσμούς·

γ) η EFSA δεν είχε αξιολογήσει τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία και από τις κατευθυντήριες γραμμές της ίδιας της EFSA (ιδίως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του κινδύνου και την εικαζόμενη μόνιμη ελευθέρωση στο περιβάλλον)· και

δ) σε αντίθεση με τις δηλώσεις της Επιτροπής και της EFSA, το σχέδιο περιβαλλοντικής παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά δεν ήταν επαρκές (τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο παρακολούθησης θα πρέπει να συνεχιστούν μετά τη λήξη της έγκρισης, η οποία χορηγείται για 10 έτη).

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Ο ρόλος του Διαμεσολαβητή σε σχέση με τις επιστημονικές αξιολογήσεις

14. Τα επιχειρήματα στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αφορούν κυρίως την ουσιαστική επιστημονική αξιολόγηση της αίτησης έγκρισης της ελαιοκράμβης MON 88302, καθώς και την επακόλουθη ουσιαστική επιστημονική αξιολόγηση του αιτήματος του καταγγέλλοντος για εσωτερική επανεξέταση.

15. Το Γραφείο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή δεν είναι επιστημονικός φορέας. Η Διαμεσολαβήτρια εξετάζει καταγγελίες σχετικά με διοικητικές δραστηριότητες και δεν εμπίπτει στην εντολή της [29] να εξετάζει τα πλεονεκτήματα των επιστημονικών αξιολογήσεων που διενεργούνται από εξειδικευμένους επιστημονικούς οργανισμούς.

16. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να επιδιώξει να αξιολογήσει κατά πόσον επιστημονικοί φορείς όπως η EFSA διαθέτουν τις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιστημονικές συμβουλές που παρέχονται από επιτροπές εμπειρογνωμόνων είναι όσο το δυνατόν πληρέστερες και ανεξάρτητες, καθώς και κατά πόσον οι εγγυήσεις αυτές έχουν εφαρμοστεί ορθά σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαδικασία [30].

17. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν διαδικαστικοί κανόνες ή διασφαλίσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορήγησης άδειας κυκλοφορίας του MON 88302 (το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή παραβίασε τις ισχύουσες προθεσμίες κατά τον χειρισμό της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης αναλύεται χωριστά κατωτέρω).

18. Ωστόσο, ιδίως σε τομείς που αποτελούν αντικείμενο σημαντικού δημόσιου διαλόγου, όπως συμβαίνει με τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, οι δημόσιοι φορείς θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να είναι φιλικοί προς τον πολίτη και να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν εύλογες ανησυχίες που εγείρει το κοινό [31]. Αυτό θα συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους περιβαλλοντικούς κανόνες και δράσεις της ΕΕ [32].

Οι πρόσθετες εξηγήσεις της Επιτροπής

19. Ενώ η Επιτροπή είχε ήδη παράσχει στον καταγγέλλοντα λεπτομερή απάντηση στο αίτημά της για εσωτερική επανεξέταση (βλέπε σημείο 9), η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με τις εναπομένουσες ανησυχίες που διατυπώθηκαν ανωτέρω.

20. Η Επιτροπή απάντησε επί της ουσίας όλων των σημείων, υποστηρίζοντας κυρίως ότι οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος είχαν ήδη αντιμετωπιστεί στην απάντηση της Επιτροπής στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Η Επιτροπή παρέσχε πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με ορισμένα από τα σημεία που τέθηκαν. Δήλωσε, ωστόσο, ότι ορισμένες πτυχές είχαν ήδη εξεταστεί διεξοδικά στην απάντηση στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιαστικές πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με ορισμένα από τα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων.

21. Η Επιτροπή δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η EFSA είχε λάβει υπόψη τη μελέτη που ανέφερε ο καταγγέλλων. Πράγματι, η μελέτη αυτή αναφέρθηκε πολλές φορές τόσο στην απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του καταγγέλλοντος για εσωτερική επανεξέταση [33] όσο και στις επιστημονικές συμβουλές της EFSA σχετικά με το εν λόγω αίτημα [34].

22. Όσον αφορά την εκτίμηση περιβαλλοντικού κινδύνου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων φαινόταν να θεωρεί ότι ο στόχος μιας τέτοιας εκτίμησης θα πρέπει να είναι να αποδειχθεί η πλήρης απουσία κινδύνου, έτσι ώστε ακόμη και η πολύ μικρή πιθανότητα επιβλαβούς επίδρασης να σημαίνει ότι η εκτίμηση κινδύνου δεν ήταν εξαντλητική. Κατά την Επιτροπή, επρόκειτο για παρανόηση της έννοιας της εκτίμησης κινδύνου. Η απόδειξη της απουσίας οποιουδήποτε κινδύνου θα ήταν τόσο μη ρεαλιστική —στον βαθμό που είναι γενικά αδύνατο να προσκομιστεί τέτοια απόδειξη με επιστημονικούς όρους, δεδομένου ότι στην πράξη δεν υπάρχει μηδενικός κίνδυνος [35]—όσο και αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας [36].

23. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η έγκριση που περιορίζεται στην εισαγωγή γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και στην επακόλουθη μεταποίησή τους σε τρόφιμα και ζωοτροφές δεν επιτρέπει τη σκόπιμη ελευθέρωση του γενετικώς τροποποιημένου φυτού στο περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση περιβαλλοντικού κινδύνου, στις εφαρμογές εισαγωγής και επεξεργασίας, επικεντρώνεται στις πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της τυχαίας διαρροής βιώσιμων σπόρων. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, όταν η ελαιοκράμβη μεταφέρεται πριν από τη μεταποίησή της σε τρόφιμα ή ζωοτροφές [37]. Μία από αυτές τις επιπτώσεις είναι η πιθανή περιστασιακή εμφάνιση άγριων γενετικά τροποποιημένων φυτών. Τα φυτά Feral δεν είναι ασυμβίβαστα με το πεδίο εφαρμογής της αίτησης, δεδομένου ότι η εμφάνισή τους θα παρέμενε τυχαία . Η Επιτροπή δήλωσε ότι η EFSA είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει της επιστημονικής της αξιολόγησης κινδύνου, ότι αυτό το είδος συμβάντος δεν συνιστούσε, αυτό καθαυτό, «περιβαλλοντική βλάβη». Αυτή η επιστημονική εκτίμηση, ότι η περιστασιακή τυχαία διάδοση δεν αποτελεί, από επιστημονική άποψη, «περιβαλλοντική βλάβη», δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με έγκριση της σκόπιμης ελευθέρωσης του γενετικώς τροποποιημένου φυτού.

24. Όσον αφορά τα ζητήματα που τέθηκαν σχετικά με το σχέδιο περιβαλλοντικής παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά για την ελαιοκράμβη MON 88302, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε προσθέσει πρόσθετα μέτρα στο σχέδιο παρακολούθησης που πρότεινε η εταιρεία και συμφώνησε με την EFSA για την πρόληψη της απώλειας και της διαρροής ελαιοκράμβης MON 88302.

25. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις παρακολούθησης μετά τη λήξη της ισχύουσας έγκρισης, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών γενικά εμποδίζονται από τη νομοθεσία να διαθέτουν στην αγορά τρόφιμα ή ζωοτροφές που δεν καλύπτονται από υφιστάμενη έγκριση. Επιπλέον, απομένει να εξεταστεί αν θα υποβληθεί αίτηση ανανέωσης της έγκρισης της ελαιοκράμβης MON 88302. Θα μπορούσε εύλογα να υποτεθεί ότι μια ανανεωμένη άδεια θα συνοδευόταν επίσης από υποχρεώσεις παρακολούθησης.

Τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

26. Η Επιτροπή παρέσχε στον καταγγέλλοντα πρόσθετες εξηγήσεις και διευκρινίσεις σχετικά με τις ανησυχίες του και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ορισμένα σημεία δεν μπορούν να αποσαφηνιστούν περαιτέρω. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή έχει επιλύσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

27. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων διαφωνεί με τις επιστημονικές αξιολογήσεις και τα συμπεράσματα της Επιτροπής, δεν εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή να λάβει θέση επί επιστημονικών ζητημάτων.

Καθυστερημένη απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα εσωτερικής επανεξέτασης

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

28. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή χρειάστηκε περισσότερες από 30 εβδομάδες για να απαντήσει στο αίτημά του για εσωτερική επανεξέταση. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό συνιστούσε σαφή παραβίαση του κανονισμού Aarhus. Η Επιτροπή είχε δηλώσει, τον Νοέμβριο του 2015, ότι η απάντηση βρισκόταν στο στάδιο της οριστικοποίησης. Ωστόσο, η απάντηση εστάλη μόλις τον Φεβρουάριο του 2016.

29. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα ήταν σε θέση να τηρήσει την αρχική προθεσμία των 12 εβδομάδων που προβλέπεται από τον κανονισμό Aarhus [38], απέστειλε ενδιάμεση απάντηση στον καταγγέλλοντα, ενημερώνοντας τον καταγγέλλοντα σχετικά με την καθυστέρηση και δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να αναμένεται απάντηση εντός της παραταθείσας προθεσμίας των 18 εβδομάδων [39].

30. Η Επιτροπή αναγνώρισε, ωστόσο, ότι είχε χάσει την προθεσμία των 18 εβδομάδων κατά περίπου 17 εβδομάδες. Αυτό οφειλόταν τόσο στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης όσο και σε διαρθρωτικά ζητήματα. Ειδικότερα, ο φάκελος που υπέβαλε ο καταγγέλλων μαζί με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης [40] ήταν πολύ μακροσκελής και λεπτομερής. Ο καταγγέλλων είχε επίσης αποστείλει πρόσθετες πληροφορίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επανεξέτασης. Τέλος, η υπηρεσία της Επιτροπής που διεκπεραιώνει τις αιτήσεις εσωτερικής επανεξέτασης έπρεπε να διεκπεραιώνει πολλές αιτήσεις ταυτόχρονα.

31. Όσον αφορά τα διαρθρωτικά ζητήματα, η Επιτροπή δήλωσε ότι αντιμετώπιζε πρακτικές δυσκολίες όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις προθεσμίες που προβλέπονται στον κανονισμό Aarhus. Τα αιτήματα εσωτερικής επανεξέτασης των εγκρίσεων ΓΤΟ συνήθως εγείρουν περίπλοκα τεχνικά ζητήματα. Τα ζητήματα αυτά απαιτούν συνήθως τη συνδρομή της EFSA, διότι αφορούν συνήθως την αξιολόγηση κινδύνου που διενεργεί η ίδια. Τόσο η πολυπλοκότητα των εσωτερικών διαδικασιών της Επιτροπής όσο και η ανάγκη διαβούλευσης με φορέα εκτός της Επιτροπής επιμηκύνουν τη διαδικασία. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει δύο φορές τη γνώμη της EFSA, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε πρόσθετες πληροφορίες τον Σεπτέμβριο του 2015.

32. Όταν η Επιτροπή έλαβε τη δεύτερη απάντηση της EFSA, η προθεσμία των 18 εβδομάδων είχε ήδη λήξει. Δεδομένου ότι, στο σημείο αυτό, χρειαζόταν περισσότερος χρόνος για να αναλυθεί η συμβολή της EFSA και να συνταχθεί απάντηση, η Επιτροπή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον καταγγέλλοντα ενημερώνοντάς τον σχετικά με την καθυστέρηση και ζητώντας του συγγνώμη. Ο μεγάλος φόρτος εργασίας της υπηρεσίας της Επιτροπής κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρέτεινε αυτή την τελική προσπάθεια. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή διεκπεραίωσε αιτήσεις εσωτερικής επανεξέτασης σχετικά με τις εγκρίσεις τριών γενετικώς τροποποιημένων σπόρων σόγιας. Εξακολουθούσε επίσης να εξετάζει κατά πόσον έξι οργανισμοί που είχαν υποστηρίξει [41] την επίμαχη στην παρούσα καταγγελία αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης μπορούσαν πράγματι να χαρακτηριστούν, βάσει του κανονισμού Aarhus, ως ΜΚΟ που δικαιούνται να ζητήσουν επανεξέταση.

33. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ήταν υποχρεωμένη να τηρεί τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό Aarhus για την εξέταση των αιτήσεων εσωτερικής επανεξέτασης. Οι εξηγήσεις της για την καθυστέρηση στην υπό κρίση υπόθεση δεν μετέβαλαν την υποχρέωση αυτή. Η Επιτροπή δήλωσε ότι θα συνεχίσει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την τήρηση των προθεσμιών.

Η αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας που οδήγησε σε σύσταση

34. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν τήρησε την προθεσμία που ορίζεται στον κανονισμό Aarhus για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων εσωτερικής επανεξέτασης των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται βάσει του περιβαλλοντικού δικαίου. Ο κανονισμός Aarhus ορίζει ότι «Σε κάθε περίπτωση, το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας ενεργεί εντός 18 εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης»[42] (η υπογράμμιση δική μου). Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης προέβλεψε ότι το όργανο της Ένωσης που επιλαμβάνεται αιτήσεως εσωτερικής επανεξετάσεως θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι πάντοτε σε θέση να απαντήσει στην αίτηση αυτή εντός 18 εβδομάδων.

35. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι τα αιτήματα για εσωτερική επανεξέταση των αποφάσεων σχετικά με τους ΓΤΟ μπορούν να εγείρουν εξαιρετικά περίπλοκα επιστημονικά ζητήματα, τα οποία ενδέχεται να απαιτούν διαβούλευση με εξωτερικούς φορείς που είναι αρμόδιοι για την επιστημονική αξιολόγηση (για παράδειγμα, την EFSA ή τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων). Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή χρειάστηκε σχεδόν 35 εβδομάδες —δηλαδή σχεδόν το διπλάσιο του χρόνου που προβλέπεται στον κανονισμό Aarhus— για να απαντήσει στο αίτημα.  Πρόκειται σαφώς για απαράδεκτη υπέρβαση της προθεσμίας, ιδίως δεδομένου ότι η απόφαση επανεξέτασης της Επιτροπής ελήφθη μόλις τέσσερις μήνες μετά την τελευταία συμβολή της EFSA στην αίτηση.

36. Τα αιτήματα για εσωτερική επανεξέταση στο πλαίσιο του κανονισμού Aarhus θα αφορούν σχεδόν αναπόφευκτα ζητήματα που είναι δύσκολα από επιστημονική και, μερικές φορές, από πολιτική άποψη. Κατά τον καθορισμό της προθεσμίας επανεξετάσεως στον κανονισμό Aarhus, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης επιδίωξε να συμβιβάσει τις απαιτήσεις που θέτουν οι επανεξετάσεις αυτές στην Επιτροπή με τα δικαιώματα του κοινού και των επιλέξιμων ΜΚΟ, τα οποία αναγνωρίζονται στη Σύμβαση του Aarhus και στον κανονισμό Aarhus. Είναι εύλογο να αναμένεται ότι η Επιτροπή θα προσαρμόσει τις διαδικασίες προσφυγής της ώστε να ανταποκρίνονται στις νόμιμες προθεσμίες και όχι να παρατείνει μονομερώς τις προθεσμίες ώστε να ανταποκρίνονται στις διαδικασίες της. Η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι είναι πάντα απίθανο να τηρηθεί η νόμιμη προθεσμία στην περίπτωση αιτήσεων εσωτερικής επανεξέτασης που αφορούν ΓΤΟ. Εάν η Επιτροπή πιστεύει ότι συμβαίνει αυτό, τότε, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, θα πρέπει να προτείνει τροποποίηση της νομοθεσίας επιδιώκοντας ένα χρονοδιάγραμμα το οποίο θεωρεί πιο ρεαλιστικό και εφικτό. Ένα μοτίβο συνεχιζόμενης μη διενέργειας επανεξετάσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών πρέπει να είναι απαράδεκτο· στερεί από τους αιτούντες επανεξέταση τα δικαιώματά τους και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

37. Η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η καθυστέρηση της Επιτροπής να εξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για εσωτερική επανεξέταση συνιστά κακοδιοίκηση. Ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει δύο συστάσεις προς την Επιτροπή, οι οποίες προκύπτουν από την παρούσα έρευνα και από τη διαπίστωση κακοδιοίκησης.

Συστάσεις

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει τις ακόλουθες συστάσεις [43] προς την Επιτροπή:

Η Επιτροπή θα πρέπει, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις νόμιμες προθεσμίες που ισχύουν για τις αιτήσεις εσωτερικής επανεξέτασης δυνάμει του κανονισμού Aarhus, να επανεξετάσει τις διαδικασίες της για την εξέταση των εν λόγω επανεξετάσεων, καθώς και τους πόρους που απαιτεί εν προκειμένω. Αυτή η επανεξέταση των διαδικασιών και των πόρων θα πρέπει, ειδικότερα, να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι πολλές τέτοιες επανεξετάσεις θα περιλαμβάνουν σύνθετες επιστημονικές αξιολογήσεις, όπως εγκρίσεις προϊόντων που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς. Σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι νόμιμες προθεσμίες δεν μπορούν, σε πολλές περιπτώσεις, να τηρηθούν, θα πρέπει να προτείνει νομοθετική τροποποίηση των προθεσμιών.

Όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση, παρά την άσκηση δέουσας επιμέλειας, να συμμορφωθεί με την προθεσμία των 18 εβδομάδων για την ολοκλήρωση των επανεξετάσεων, όπως προβλέπεται στον κανονισμό Aarhus, θα πρέπει, το συντομότερο δυνατόν (και το αργότερο εντός της προθεσμίας των 18 εβδομάδων), να ενημερώνει τη ΜΚΟ που υπέβαλε το αίτημα για τους λόγους της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της επανεξέτασης και για το δικαίωμά της να κινήσει διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού Aarhus.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για τις συστάσεις αυτές. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 16 Μαρτίου 2018.

Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια

Στρασβούργο, 12/12/2017

 

[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15), διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/resources/statute.faces

[2] Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/687 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 2015, για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη MON 88302 (MON-883Ø2-9) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2015, L 112, σ. 22), διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=uriserv:OJ.L_.2015.112.01.0022.01.ENG

[3] Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1), ενοποιημένη έκδοση διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?qid=1508832423352&uri=CELEX:02003R1829-20080410

[4] Άρθρο 4 παράγραφος 3 και άρθρο 18 παράγραφος 3 του κανονισμού 1829/2003.

[5] Άρθρο 6 του κανονισμού 1829/2003.

[6] https://www.efsa.europa.eu/en/panels/gmo

[7] Στοιχεία EFSA-GMO-BE-2011-101.

[8] Η αίτηση αφορούσε τη διάθεση στην αγορά τροφίμων, συστατικών τροφίμων και ζωοτροφών που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από ελαιοκράμβη MON 88302, καθώς και τη διάθεση στην αγορά της ελαιοκράμβης MON 88302 σε προϊόντα που αποτελούνται από αυτήν ή την περιέχουν για οποιαδήποτε άλλη χρήση εκτός από τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, όπως κάθε άλλη ελαιοκράμβη (αιτιολογικές σκέψεις 1-2 της εκτελεστικής απόφασης 2015/687 της Επιτροπής).

[9] Ομάδα της EFSA για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ), 2014. Επιστημονική γνώμη σχετικά με την εφαρμογή (EFSA-

GMO-BE-2011-101) για τη διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένης ελαιοκράμβης MON 88302 ανθεκτικής στα ζιζανιοκτόνα για χρήση σε τρόφιμα και ζωοτροφές, εισαγωγή και μεταποίηση βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1829/2003 από τη Monsanto («γνώμη της EFSA»). EFSA Journal 2014·12(6):3701, 37 σ. doi:10.2903/j.efsa.2014.3701, διατίθεται στη διεύθυνση: http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.2903/j.efsa.2014.3701/epdf

[10] Άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού 1829/2003.

[11] Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/transparency/regcomitology/index.cfm?do=search.documentdetail&Dos_ID=10132&DS_ID=36170&Version=1

[12] Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/food/committees/paff_en

[13] Άρθρο 5 του κανονισμού 182/2011 [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13), διατίθεται στη διεύθυνση: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/182/oj). Η επιτροπή διατυπώνει τις γνώμες της με την αποκαλούμενη «ειδική πλειοψηφία» τουλάχιστον του 55 % των κρατών μελών, που περιλαμβάνει τουλάχιστον δεκαπέντε από αυτά και αντιπροσωπεύει κράτη μέλη που συγκεντρώνουν τουλάχιστον το 65 % του πληθυσμού της Ένωσης. Η μειοψηφία αρνησικυρίας πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα κράτη μέλη (άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?qid=1508835020492&uri=CELEX:12016M016).

[14] Άρθρο 35 παράγραφος 1 του κανονισμού 1829/2003.

[15] Συνοπτική έκθεση της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 24 Οκτωβρίου 2014, σελίδες 3-4, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/food/sites/food/files/plant/docs/sc_modif-genet_sum_20141024_en.pdf

[16] Άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού 182/2011. Η επιτροπή προσφυγών απαρτίζεται επίσης από εκπροσώπους όλων των κρατών μελών και προεδρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής.

[17] 10 κράτη μέλη που αντιπροσωπεύουν πληθυσμό 149 εκατομμυρίων ψήφισαν υπέρ, 12 κράτη μέλη που αντιπροσωπεύουν πληθυσμό 150 εκατομμυρίων πολιτών ψήφισαν κατά 5 κράτη μέλη που αντιπροσωπεύουν 160 εκατομμύρια άτομα απείχαν (http://ec.europa.eu/transparency/regcomitology/index.cfm?do=search.documentdetail&Dos_ID=10383&DS_ID=37491&Version=1). Τα πρότυπα ψηφοφορίας των επιμέρους κρατών μελών δεν δημοσιεύονται.

[18] Συνοπτική έκθεση της επιτροπής προσφυγών, γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές, 28 Νοεμβρίου 2014, σελίδα 2, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/food/sites/food/files/safety/docs/app-comm_gmffer_20141128_sum.pdf

[19] Άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 182/2011.

[20] Εκτελεστική απόφαση 2015/687 της Επιτροπής.

[21] Η Επιτροπή δημοσίευσε το αίτημα (http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/requests/31/TestBiotech.pdf) και το συνημμένο τεχνικό υπόβαθρο (http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/requests/31/TBT%20complaint%20_MON_88302_.pdf) στον ιστότοπό της.

[22] Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/environment/aarhus/requests.htm

[23] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες

Συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα στην Κοινότητα

όργανα και οργανισμοί, ΕΕ 2006, L 264, σ. 13., διατίθεται στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2006/1367/oj

[24] Άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus: «Μη κυβερνητική οργάνωση δικαιούται να υποβάλει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 10, υπό την προϋπόθεση ότι: α) είναι ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική κράτους μέλους· β) έχει ως πρωταρχικό δεδηλωμένο στόχο την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου· γ) υφίσταται για περισσότερα από δύο έτη και επιδιώκει ενεργά τον στόχο που αναφέρεται στο στοιχείο β)· δ) το αντικείμενο για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης καλύπτεται από τον στόχο και τις δραστηριότητές της.»

[25] Σύμβαση της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, η οποία εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 25 Ιουνίου 1998 στην πόλη Aarhus της Δανίας. Το πλήρες κείμενο της σύμβασης διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.unece.org/env/pp/treatytext.html 

[26] EFSA (Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων), 2015. Επιστημονική γνωμοδότηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την εσωτερική επανεξέταση που υποβλήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 για την εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus κατά της εκτελεστικής απόφασης 2015/687 της Επιτροπής για την έγκριση της γενετικώς τροποποιημένης ελαιοκράμβης MON88302. Σχετική δημοσίευση EFSA 2015:EN-864. 44 σ. Διατίθεται στη διεύθυνση: http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.2903/sp.efsa.2015.EN-864/epdf

[27] Αποτελείται από επιστολή (http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/31/letter_TB_redacted.pdf), παράρτημα σχετικά με το νομικό πλαίσιο (http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/31/Annex_I.PDF) και παράρτημα σχετικά με τους λόγους της καταγγελίας (http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/31/Annex_II.PDF).

[28] Banks G (2014) Feral oilseed rape populations within a Scottish landscape (Πληθυσμοί αγριογογγύλης ελαιοκράμβης σε σκωτσέζικο τοπίο): Implications for GM coexistence and environmental risk assessment (Επιπτώσεις στη συνύπαρξη γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και στην εκτίμηση περιβαλλοντικού κινδύνου), διατίθεται στη διεύθυνση: http://discovery.dundee.ac.uk/portal/files/4838849/Banks_phd_2014.pdf

[29] Άρθρο 228, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ: «Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο οποίος εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες από κάθε πολίτη της Ένωσης ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος, σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, με εξαίρεση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων. Εξετάζει τις καταγγελίες αυτές και υποβάλλει σχετική έκθεση»(η υπογράμμιση δική μου).

[30] Βλ. απόφαση στην υπόθεση 1475/2016/JAS σχετικά με τον χειρισμό από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων της διαδικασίας παραπομπής που αφορά τα εμβόλια κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), παράγραφοι 21-22, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/84736/html.bookmark

[31] Βλ. επίσης απόφαση στην υπόθεση 1375/2016/JAS σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των ανησυχιών όσον αφορά την ανανέωση της έγκρισης του ζιζανιοκτόνου συστατικού glyphosate, παράγραφοι 15 και 18, η οποία διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/75832/html.bookmark

[32] Βλ. επίσης 7ο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, σημείο 65 στοιχείο δ) (απόφαση αριθ. 1386/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας», ΕΕ 2013, L 354, σ. 171, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://data.europa.eu/eli/dec/2013/1386/oj).

[33] http://ec.europa.eu/environment/aarhus/pdf/31/Παράρτημα_II.PDF

[34] EFSA, 2015.

[35] Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, T-13/99, ECLI:EU:T:2002:209, σκέψη 145, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=47642&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1127839 και απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Alpharma κατά Συμβουλίου, T-70/99, ECLI:EU:T:2002:210, σκέψη 158, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=47643&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1127240

[36] Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Οκτωβρίου 2003, Solvay Pharmaceuticals κατά Συμβουλίου, T-392/02, ECLI:EU:T:2003:277, σκέψη 130 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=48343&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1125953

[37] Γνώμη της EFSA, σελίδα 2.

[38] Άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού Aarhus: «Το κοινοτικό όργανο [...] εξετάζει κάθε τέτοια αίτηση, εκτός εάν είναι σαφώς αβάσιμη. Το κοινοτικό όργανο [...] εκθέτει τους λόγους σε γραπτή απάντηση το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 12 εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης” (η υπογράμμιση δική μου).

[39] Άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού Aarhus: «Όταν το κοινοτικό όργανο [...] δεν είναι σε θέση, παρά την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας, να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2, ενημερώνει τη μη κυβερνητική οργάνωση που υπέβαλε το αίτημα, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να ενεργήσει και πότε προτίθεται να το πράξει. Σε κάθε περίπτωση, το όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας ενεργεί εντός 18 εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης»(η υπογράμμιση δική μου).

[40] Βλ. υποσημείωση 21.

[41] Βλ. υποσημείωση 22.

[42] Άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού Aarhus.

[43] Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!