Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στο πλαίσιο της έρευνας για την καταγγελία 2132/2012/OV κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας
Σύσταση
Υπόθεση 2132/2012/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 20 Νοεμβρίου 2012 - Σύσταση σχετικά με Παρασκευή | 29 Αυγούστου 2014 - Απόφαση στις Τετάρτη | 18 Φεβρουαρίου 2015 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( Aποδοχή σχεδίου σύστασης από το όργανο ) - Χώρα Βέλγιο
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι κοινοβουλευτικός βοηθός βουλευτή του ΕΚ από το 2001. Μετά την αλλαγή του καθεστώτος των κοινοβουλευτικών βοηθών με τον κανονισμό 160/2009/ΕΚ του Συμβουλίου, η τελευταία σύμβαση εργασίας του καταγγέλλοντος, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2009, ήταν με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, απασχολήθηκε ως διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός κατά την έννοια του άρθρου 5α του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (ΚΛΠ). Η σύμβαση του καταγγέλλοντος ανέφερε ότι υπόκειται στον τίτλο VII («Βουλευτικοί βοηθοί») του ΚΛΠ.
2. Στις 27 Φεβρουαρίου 2012, το Κοινοβούλιο έλαβε αίτημα από τον βουλευτή του ΕΚ να καταγγείλει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος. Δύο ημέρες αργότερα, με επιστολή της 29ης Φεβρουαρίου 2012 [1], το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για το αίτημα του βουλευτή του ΕΚ και για την απόφασή του να καταγγείλει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος με ισχύ από την 1η Μαΐου 2012. Το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι ο βουλευτής του ΕΚ αιτιολόγησε την απόλυσή του ως εξής: i) δεν ήταν πλέον ικανοποιημένος με την ποιότητα του έργου του καταγγέλλοντος, ii) ο καταγγέλλων δεν λειτουργούσε καλά εντός της ομάδας και iii) ο βουλευτής του ΕΚ δεν μπορούσε πλέον να εμπιστεύεται τον καταγγέλλοντα ως διαπιστευμένο κοινοβουλευτικό βοηθό του.
3. Στις 23 Μαρτίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου κατά της καταγγελίας της σύμβασής του.
4. Στις 20 Ιουλίου 2012, το Κοινοβούλιο απέρριψε την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος προέβλεπε ρητά τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του ΚΛΠ [2].
5. Το Κοινοβούλιο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι είχε κάθε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος βάσει του αιτήματος του βουλευτή του ΕΚ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στον καταγγέλλοντα. Υποστήριξε ότι η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης αποτελεί βάσιμο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αναρρωτική άδεια του καταγγέλλοντος (ο καταγγέλλων βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από τις 22 Νοεμβρίου 2011 έως τις 31 Μαΐου 2012), θα κατήγγειλε τη σύμβαση του καταγγέλλοντος την 1η Αυγούστου αντί της 1ης Μαΐου 2012.
6. Στις 18 Ιουλίου 2012, ο καταγγέλλων επιθεώρησε τον ατομικό του φάκελο στους χώρους του Κοινοβουλίου στο Λουξεμβούργο. Όταν παρατήρησε ότι το αίτημα με το οποίο ο βουλευτής του ΕΚ ζήτησε την απόλυσή του δεν περιλαμβανόταν στον ατομικό του φάκελο, ζήτησε από τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου να του επιδείξουν αντίγραφο του αιτήματος. Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση και δήλωσε ότι το αίτημα δεν ήταν επιστολή αλλά τυποποιημένο έντυπο συμπληρωμένο από τον βουλευτή του ΕΚ. Την 1η Αυγούστου 2012, ο καταγγέλλων απώλεσε τη θέση εργασίας του. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Συνήγορο του Πολίτη.
Η έρευνα
7. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι το Κοινοβούλιο κατήγγειλε εσφαλμένα τη σύμβαση του καταγγέλλοντος και ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Ο Διαμεσολαβητής δεν εξέτασε τους λόγους της απόλυσης του καταγγέλλοντος και το εξήγησε στον καταγγέλλοντα στην επιστολή του της 20ής Νοεμβρίου 2012.
8. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης του Κοινοβουλίου. Το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή λαμβάνει υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προβάλλουν τα μέρη.
Επί του ισχυρισμού περί εσφαλμένης απολύσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
9. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία απόλυσης ήταν πλημμελής επειδή το Κοινοβούλιο δεν είχε συμπεριλάβει το αίτημα του βουλευτή στον ατομικό του φάκελο και δεν του είχε παράσχει πρόσβαση σε αυτόν, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο περιέχει ειδικούς κανόνες για τους προσωπικούς φακέλους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η παράλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής του. Πράγματι, οι λόγοι της απόλυσης του καταγγέλλοντος δεν του κοινοποιήθηκαν εκ των προτέρων στις αξιολογήσεις του προσωπικού του, αλλά μόνο την 1η Μαρτίου 2012, όταν έλαβε την απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με την απόλυσή του.
10. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, όταν λαμβάνει αίτημα από βουλευτή του ΕΚ να καταγγείλει τη σύμβαση διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού πριν από τη λήξη της, με την αιτιολογία ότι ο βουλευτής του ΕΚ δεν μπορεί πλέον να εμπιστεύεται τον βοηθό του για να τον επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταγγείλει τη σύμβαση, δεδομένου ότι δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά την εκτέλεση του εν λόγω αιτήματος.
11. Στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός που επεδίωξε ο νομοθέτης με τη δημιουργία του ατομικού φακέλου (με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του ΚΥΚ) συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία του δικαιώματος ακροάσεως του υπαλλήλου όσον αφορά ζητήματα δυνάμενα να επηρεάσουν τη σταδιοδρομία του [3], διασφαλίζοντας ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η διοίκηση δεν στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά αφορώντα την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, τα οποία δεν μνημονεύονται στον ατομικό φάκελο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι καμία διάταξη του ΚΛΠ δεν προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχής («ΑΣΣΠΑ») να ακούει έναν κοινοβουλευτικό βοηθό για τους λόγους που επικαλείται ένας βουλευτής για την απόλυσή του πριν από τη λήξη της σύμβασής του.
12. Το Κοινοβούλιο υπογράμμισε ότι, στην απόφασή του στην υπόθεση Tomas κατά Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφάσισε ότι «[ε]ξαιτίας της ειδικής φύσης των καθηκόντων που ασκούνται για μια πολιτική ομάδα και της ανάγκης διατήρησης, σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της ομάδας και των υπαλλήλων που είναι αποσπασμένοι σε αυτήν, δεν μπορεί ευλόγως να προβληθεί προσβολή των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε περίπτωση απόφασης απόλυσης έκτακτου υπαλλήλου που έχει προσληφθεί σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 2 στοιχείο γ) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό» και ότι «[η] εξαίρεση από την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης πρέπει να εφαρμόζεται κάθε φορά που τίθεται ζήτημα ανάγκης διατήρησης σχέσης εμπιστοσύνης»[4]. Το Κοινοβούλιο συνήγαγε από την απόφαση αυτή ότι δεν υποχρεούται να παράσχει σε διαπιστευμένο κοινοβουλευτικό βοηθό, πριν από την έκδοση της απόφασης για τη λήξη της σύμβασής του, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του σχετικά με τα γεγονότα και τις περιστάσεις στις οποίες θα βασιστεί η εν λόγω απόφαση.
13. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι δεν υπάρχει υποχρέωση ακρόασης ενός κοινοβουλευτικού βοηθού πριν από τη λήξη της σύμβασής του και δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η απόφαση απόλυσης αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, η συμπερίληψη της αίτησης απόλυσης του βουλευτή του ΕΚ στον ατομικό φάκελο του κοινοβουλευτικού βοηθού δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό. Για τον λόγο αυτό, καμία διάταξη του ΚΛΠ ή των μέτρων εφαρμογής δεν υποχρεώνει την ΑΣΣΠΑ να διαβιβάσει το αίτημα του βουλευτή στον βοηθό πριν από τη λύση της σύμβασής του.
14. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει επίσης ότι, παρόλο που οι βουλευτές του ΕΚ που επιθυμούν να τερματίσουν μια σύμβαση διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού πρέπει να συμπληρώσουν ένα τυποποιημένο έντυπο (διαθέσιμο στο ενδοδίκτυο του Κοινοβουλίου) στο οποίο θα αναφέρονται οι λόγοι της απόλυσης, το εν λόγω τυποποιημένο έντυπο δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ως «η αίτηση» βάσει της οποίας θα μπορούσε ενδεχομένως να ελεγχθεί η νομιμότητα της απόφασης της ΑΣΣΑ. Για τον λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο θεωρεί επίσης ότι μόνο η απόφαση της ΑΣΣΠΑ, η οποία είναι η βλαπτική πράξη για τον κοινοβουλευτικό βοηθό κατά την έννοια του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, πρέπει να καταχωριστεί στον ατομικό φάκελο του κοινοβουλευτικού βοηθού.
15. Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν παραβίασε ούτε το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ούτε τα δικαιώματα άμυνας του καταγγέλλοντος, επειδή δεν περιέλαβε στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος το αίτημα του βουλευτή του ΕΚ να τερματιστεί η σύμβασή του.
16. Στις σύντομες παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι απογοητεύτηκε από τη θέση του Κοινοβουλίου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης
17. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να δεχθεί τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου ότι i) δεν υπάρχει υποχρέωση ακρόασης κοινοβουλευτικού βοηθού πριν από τη λήψη της απόφασης για τη λήξη της σύμβασής του και ότι ii) δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η απόφαση αναφέρονται σε αυτήν, η συμπερίληψη της αίτησης απόλυσης του βουλευτή του ΕΚ στον ατομικό φάκελο του κοινοβουλευτικού βοηθού δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό.
18. Όσον αφορά το επιχείρημα του Κοινοβουλίου (i), ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με το Κοινοβούλιο ότι τα μέτρα εφαρμογής που ίσχυαν κατά την απόλυση του καταγγέλλοντος δεν έκαναν ρητή αναφορά στα δικαιώματα υπεράσπισης των κοινοβουλευτικών βοηθών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησής τους [5]. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που ίσχυε κατά τον χρόνο απόρριψης της καταγγελίας. Το άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχείο α) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα ακρόασης πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του. Πράγματι, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση CH κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη λύση της σύμβασης κοινοβουλευτικού βοηθού κατόπιν αιτήματος του βουλευτή του ΕΚ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του Χάρτη, οι οποίες έχουν το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες [6]. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε ακόμη και την απόφαση του Κοινοβουλίου για την καταγγελία της σύμβασης του κοινοβουλευτικού βοηθού, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε σεβαστεί το δικαίωμα ακρόασης του βοηθού μετά την αίτηση απόλυσης του βουλευτή του ΕΚ και πριν από τη λήψη της απόφασης απόλυσης.
19. Δεδομένου ότι έχει καθοριστεί ότι ο κοινοβουλευτικός βοηθός πρέπει να ακουστεί πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με την απόλυσή του μετά από αίτημα του βουλευτή του ΕΚ, το επιχείρημα του Κοινοβουλίου (ii) ότι η συμπερίληψη της αίτησης απόλυσης του βουλευτή του ΕΚ στον ατομικό φάκελο του κοινοβουλευτικού βοηθού «δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό» δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
20. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο εφαρμόζεται επίσης στους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς, προβλέπει ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική κατάσταση των μελών του προσωπικού και όλες οι εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά τους πρέπει να περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο.[7] Ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται γιατί το αίτημα του βουλευτή του ΕΚ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιο έγγραφο.
21. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η διοικητική πράξη απόλυσης εκτελείται από το Κοινοβούλιο (που ενεργεί ως ΑΣΣΑ) και όχι από τον βουλευτή του ΕΚ. Πράγματι, το Κοινοβούλιο ακολουθεί συστηματικά τα αιτήματα των βουλευτών του ΕΚ για απόλυση των βοηθών τους. Τα αιτήματα αυτά, τα οποία προφανώς αφορούν την «ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά» των βοηθών κατά την έννοια του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,«χρησιμοποιούνται» από το Κοινοβούλιο για να αποφασίσει σχετικά με την απόλυση του κοινοβουλευτικού βοηθού [8].
22. Ακόμη και αν η διακριτική ευχέρεια του Κοινοβουλίου, ενεργώντας ως ΑΣΣΠΑ, του παρέχει τη δυνατότητα να επιλέξει από το αίτημα του βουλευτή του ΕΚ τους λόγους που επιθυμεί να επικαλεστεί στην απόφαση περί απολύσεως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να κρατήσει μυστικό το περιεχόμενο του αιτήματος αυτού από τον ενδιαφερόμενο. Επιπλέον, η απώλεια εμπιστοσύνης του βουλευτή του ΕΚ προς τον βοηθό, μολονότι αποτελεί βάσιμο λόγο για την απόλυση, δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια, αλλά πρέπει να μεταφραστεί με συγκεκριμένους όρους στην αίτηση. Ως εκ τούτου, η διαφάνεια και η δικαιοσύνη θα απαιτούσαν από το Κοινοβούλιο να συμπεριλάβει μια τέτοια αίτηση στον ατομικό φάκελο του βοηθού.
23. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη του Κοινοβουλίου να συμπεριλάβει το αίτημα του βουλευτή του ΕΚ (το οποίο αποτελεί την αιτία της απόλυσης του καταγγέλλοντος) στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος, πέραν της παράλειψης του Κοινοβουλίου να ακούσει τον καταγγέλλοντα πριν από την απόλυσή του, επηρέασε αρνητικά το δικαίωμα ακρόασης του καταγγέλλοντος. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
24. Δεδομένου ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος καταγγέλθηκε με ισχύ από την 1η Αυγούστου 2012, δεν υπάρχει προοπτική φιλικής λύσης όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος να ακυρώσει το Κοινοβούλιο την απόφαση για την απόλυσή του. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, μετά την απόφαση στην υπόθεση CH κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Κοινοβούλιο τροποποίησε στις 14 Απριλίου 2014 τους σχετικούς κανόνες του, υπό την έννοια ότι οι κοινοβουλευτικοί βοηθοί θα πρέπει πλέον να ακούγονται πριν από τη λήψη της απόφασης απόλυσης [9].
25. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα της διαπίστωσης κακοδιοίκησης ανωτέρω, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να βρει έναν τρόπο, στις άμεσες επαφές του με τον καταγγέλλοντα, να επανορθώσει τις εσφαλμένες πράξεις του, π.χ. καταβάλλοντας χαριστικά στον καταγγέλλοντα κατάλληλο ποσό. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να αντλήσει διδάγματα από την παρούσα υπόθεση και να εξετάσει το ενδεχόμενο εισαγωγής αλλαγών στις πρακτικές του όσον αφορά τους προσωπικούς φακέλους των κοινοβουλευτικών βοηθών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει κατωτέρω σχέδια συστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
Τα σχέδια συστάσεων
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στο Κοινοβούλιο τα ακόλουθα σχέδια συστάσεων:
1. Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να έρθει σε άμεση επαφή με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να συμφωνήσει σχετικά με τον τρόπο επανόρθωσης της περίπτωσης κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε στην παράγραφο 23 ανωτέρω, π.χ. καταβάλλοντας χαριστικά ένα κατάλληλο ποσό.
2. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τα νέα μέτρα εφαρμογής που εγκρίθηκαν από το Προεδρείο του Κοινοβουλίου στις 14 Απριλίου 2014. Η νέα διατύπωση του άρθρου 20 υπογραμμίζει τη δέσμευση του Κοινοβουλίου να σέβεται τα δικαιώματα υπεράσπισης των κοινοβουλευτικών βοηθών και να εγγυάται, σε μια κατάσταση όπου η απασχόληση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, ότι οι συμβάσεις λύονται με τον δικαιότερο δυνατό τρόπο. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστούν περαιτέρω τα δικαιώματα υπεράσπισης των κοινοβουλευτικών βοηθών, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να υιοθετήσει μια εσωτερική πρακτική που θα περιλαμβάνει συστηματικά στους προσωπικούς φακέλους των κοινοβουλευτικών βοηθών αντίγραφο του αιτήματος του βουλευτή να καταγγείλει τη σύμβασή του.
Το Κοινοβούλιο και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το εν λόγω σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Νοεμβρίου 2014. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 29 Αυγούστου 2014
[1] Ο καταγγέλλων έλαβε την εν λόγω επιστολή την 1η Μαρτίου 2012.
[2] "... η απασχόληση του διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού παύει: ...λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί τη βάση της σχέσης εργασίας μεταξύ του βουλευτή και του διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού του, κατά τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης που ορίζεται στη σύμβαση, η οποία παρέχει στον διαπιστευμένο κοινοβουλευτικό βοηθό ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματος του βουλευτή .... το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της ...».
[3] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-78/96 και T-170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-00239 και II-00745, σκέψη 99.
[4] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-116/07, F-13/08 και F-31/08, Tomas κατά Κοινοβουλίου, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2010, σκέψεις 98-99 και 101.
[5] Μέτρα εφαρμογής του τίτλου VII του ΚΛΠ, απόφαση του Προεδρείου της 9ης Μαρτίου 2009. Πράγματι, το άρθρο 20 παράγραφος 2 προέβλεπε ότι το Κοινοβούλιο καταγγέλλει τη σύμβαση αφού εξετάσει το αίτημα του βουλευτή.
[6] Υπόθεση F-129/12 CH κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 37.
[7] "Ο ατομικός φάκελος υπαλλήλου περιέχει: α) όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις σχετικά με την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά του.
[8] "... τα έγγραφα που αναφέρονται στο στοιχείο α) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να αντιταχθούν από το όργανο κατά υπαλλήλου μόνον εφόσον του κοινοποιήθηκαν πριν από την κατάθεσή τους. ... Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του, να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου του και να λάβει αντίγραφά τους».
[9] Τα μέτρα εφαρμογής που εγκρίθηκαν στις 14 Απριλίου 2014, ενώ εξακολουθούν να υπογραμμίζουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη που χαρακτηρίζει τη σχέση εργασίας μεταξύ των κοινοβουλευτικών βοηθών και των βουλευτών του ΕΚ, εισήγαγαν μια σειρά μέτρων που συμβάλλουν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης των κοινοβουλευτικών βοηθών σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης. Ειδικότερα, το άρθρο 20 παράγραφος 3 προβλέπει πλέον ότι, όταν το Κοινοβούλιο (συγκεκριμένα η ΑΣΣΑ) λαμβάνει αίτηση καταγγελίας της σύμβασης από βουλευτή του ΕΚ, «ενημερώνει» τον βοηθό για την «πρόθεση του βουλευτή να τερματίσει τη σύμβαση» και εφιστά την προσοχή του βοηθού στη δυνατότητα κίνησης της διαδικασίας συνδιαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 139 παράγραφος 3α του ΚΛΠ. Το άρθρο 20 παράγραφος 4 προβλέπει ότι, μετά την αίτηση τερματισμού, το Κοινοβούλιο καλεί τον βοηθό σε συνέντευξη κατά την οποία το Κοινοβούλιο «ενημερώνει τον βοηθό για τους λόγους που προβάλλει [ο βουλευτής του ΕΚ] στην αίτηση τερματισμού και ακούει τυχόν παρατηρήσεις που επιθυμεί να διατυπώσει ο βοηθός· οι παρατηρήσεις αυτές καταχωρίζονται στα πρακτικά της συνέντευξης». Το άρθρο 20 παράγραφος 5 προβλέπει επίσης ότι, σε περίπτωση που αμφότερα τα μέρη απορρίψουν την πρόσκληση για τη διαδικασία συνδιαλλαγής, το Κοινοβούλιο λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη λύση της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή παράγραφος 3 του ΚΛΠ.