FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 344/2007/WP κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας του στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ήταν υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αποσπάστηκε προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»), ο αποσπασμένος υπάλληλος «εξακολουθεί να απολαύει όλων των δικαιωμάτων του υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39 (...) ως υπάλληλος του οργάνου από το οποίο προέρχεται». Σύμφωνα με το άρθρο 38 στοιχείο στ), αυτό περιλαμβάνει την επιλεξιμότητα για προαγωγή των υπαλλήλων που είναι αποσπασμένοι προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

3. Οι προαγωγές εντός του Κοινοβουλίου πραγματοποιούνται βάσει ετήσιας διαδικασίας αξιολόγησης του προσωπικού, στο πλαίσιο της οποίας συντάσσεται έκθεση βαθμολογίας και απονέμονται κατ’ ανώτατο όριο τρεις βαθμοί αξιολόγησης. Στις 6 Ιουλίου 2005, το Προεδρείο του Κοινοβουλίου ενέκρινε απόφαση σχετικά με την πολιτική για την προώθηση και τον προγραμματισμό της σταδιοδρομίας («απόφαση του Προεδρείου»). Περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις:

«I.1 Αξία και εξέλιξη σταδιοδρομίας

Η αξία είναι μια δυναμική και όχι μια στατική έννοια που λαμβάνει υπόψη τις συνεπείς προσπάθειες με την πάροδο του χρόνου. Η έννοια των προσόντων καλύπτει, για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο ένας υπάλληλος/υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί σύμφωνα με την περιγραφή καθηκόντων που παρατίθεται στην έκθεση βαθμολογίας, το επίπεδο επιδόσεων, τις επιτυχείς μετακινήσεις μεταξύ τμημάτων, το επίπεδο ευθύνης που ασκείται, την ολοκλήρωση σύνθετου έργου ή μελέτης και ειδικής εργασίας, την επαγγελματική πείρα σε συγκεκριμένο τομέα και την ικανότητα ανάληψης πρόσθετων ευθυνών.

Η αξία ενός υπαλλήλου/υπηρέτη καθορίζει το ποσοστό εξέλιξης της σταδιοδρομίας του.

I.3 Αξιολόγηση της αξίας

I.3.1 Η αξία ενός υπαλλήλου/υπηρέτη αξιολογείται κάθε χρόνο. Δεδομένου ότι η έκθεση βαθμολογίας αποτελεί τον κύριο παράγοντα για την αξιολόγηση των προσόντων, είναι φυσικά σημαντικό το ετήσιο επίπεδο των μορίων αξιολόγησης ενός υπαλλήλου να είναι σύμφωνο με τη βαθμολογία που αποκτήθηκε κατά το έτος αναφοράς.

Η βασική αρχή είναι ότι κάθε γενικός διευθυντής ή προϊστάμενος αυτόνομης μονάδας λαμβάνει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς συνολικό αριθμό μορίων ίσο με το διπλάσιο του αριθμού των μονίμων/υπηρεσιακών υπαλλήλων (...) που έχουν προϋπηρεσία τουλάχιστον τριών μηνών σε ευρωπαϊκό όργανο ή κοινοτικό οργανισμό, συν μια πρόσθετη ποσόστωση μορίων που υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό μιας μονάδας επί 3% του σχετικού συμπληρώματος προσωπικού, με στρογγυλοποίηση του συνόλου προς τα πάνω ή προς τα κάτω (εφόσον απαιτείται). Ο Γενικός Γραμματέας διαθέτει επιφύλαξη μορίων αξιολόγησης μέσω της οποίας μπορεί, μεταξύ άλλων, να διορθώσει τις στρεβλώσεις που προκαλούνται από τον περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων/υπηρεσιών σε έναν δεδομένο βαθμό.

Κάθε υπάλληλος/υπάλληλος (...) που αξιολογείται ως «άξιος» λαμβάνει ένα ή περισσότερα μόρια αξιολόγησης εντός εύρους από ένα έως τρία. Ένας ανάξιος αξιωματούχος/υπηρέτης δεν λαμβάνει πόντους.»

Τα αντίστοιχα μέτρα εφαρμογής σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης και την προαγωγή (στο εξής: μέτρα εφαρμογής) καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την απονομή μορίων αξιολόγησης:

«I.3 Διαδικασία απονομής μορίων αξιολόγησης σε υπαλλήλους/υπάλληλους

β) Οι βαθμοί αξίας απονέμονται από κάθε επικεφαλής μιας λειτουργικής οντότητας σε συνεδρίαση του σώματος αξιολογητών της οντότητας. Το εν λόγω σώμα αξιολογητών μπορεί να ακούσει τις απόψεις των προϊσταμένων που συμμετείχαν στην κατάρτιση της ετήσιας έκθεσης βαθμολογίας των υπαλλήλων/υπηρεσιών της οντότητας. Καθήκον της είναι επίσης να διασφαλίζει τη συνοχή μεταξύ της αξιολόγησης που προκύπτει από την πλέον πρόσφατη διαδικασία εκθέσεων βαθμολογίας και των μορίων αξιολόγησης.

Οι βαθμοί θα απονέμονται ανά βαθμό σε κάθε κατηγορία/ομάδα καθηκόντων σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και βάσει συγκριτικής αξιολόγησης των προσόντων, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:

- (...)

- χορήγηση των εναπομενόντων βαθμών στους υπαλλήλους που δικαιούνται να λάβουν τρίτο βαθμό, σε επίπεδο κατηγορίας/ομάδας καθηκόντων·

- χορήγηση των τρίτων μορίων που είναι διαθέσιμα από τη συμπληρωματική ποσόστωση, τα οποία, σε αντίθεση με τα μόρια της βασικής ποσόστωσης, δεν συνδέονται με ομάδα καθηκόντων·

- κατάρτιση καταλόγου πιθανών αιτημάτων για μόρια από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα.

γ) Ειδικές περιπτώσεις:

- το προσωπικό που αποσπάται προς το συμφέρον της υπηρεσίας ή τίθεται στη διάθεση οργανισμού με πλήρη απασχόληση εντός του οργάνου ή άλλου οργάνου: οι βαθμοί αξιολόγησης απονέμονται από την αρχική λειτουργική οντότητα, κατόπιν διαβούλευσης με το όργανο στο οποίο είναι αποσπασμένος ο υπάλληλος·

- (...)

I.4 Κοινοποίηση υπαλλήλων/υπαλλήλων και προσφυγές

(...) Η επιστολή [προς τον αξιολογούμενο υπάλληλο] που περιέχει την πρόταση [για τον αριθμό των μορίων αξιολόγησης που θα απονεμηθούν] αναφέρει τον αριθμό των μορίων για το έτος αναφοράς και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας και την προθεσμία παραπομπής στην επιτροπή εκθέσεων, σε περίπτωση που ο αξιολογούμενος υπάλληλος διαφωνεί με την πρόταση. Η διαδικασία αυτή πρέπει να ακολουθείται πριν από την υποβολή διοικητικής ένστασης σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. (...)

I.6 Τελική απόφαση σχετικά με τη χορήγηση μορίων αξιολόγησης

Η τελική απόφαση για την απονομή μορίων λαμβάνεται από τον προϊστάμενο της λειτουργικής οντότητας μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής εκθέσεων και την απόφαση του Γενικού Γραμματέα σχετικά με τα μόρια που περιλαμβάνονται στο αποθεματικό του. Κάθε απόφαση που έρχεται σε αντίθεση με τη γνώμη της επιτροπής εκθέσεων πρέπει να αιτιολογείται.»

4. Το 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο του είχε χορηγήσει μόνο δύο μόρια αξιολόγησης για το έτος 2003 [καταγγελία 3051/2005/(PB)WP]. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν προέβη σε ορθή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του.

5. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι είχε ακολουθήσει τις ορθές διαδικασίες και ότι η απόφαση να απονεμηθούν στον καταγγέλλοντα δύο μόρια αξιολόγησης ήταν βάσιμη. Υποστήριξε ότι η σύγκριση με τους συναδέλφους του καταγγέλλοντος στο Κοινοβούλιο δεν ήταν απαραίτητη και δεν θα ήταν συναφής, διότι μια τέτοια σύγκριση θα ήταν δύσκολη ενόψει της απόσπασης του καταγγέλλοντος.

6. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποδεικνύει ότι οι υπάλληλοι που αποσπώνται πρέπει να αποκλείονται από τη συγκριτική αξιολόγηση. Επιπλέον, η επιτροπή εκθέσεων δεν φάνηκε να αντιμετώπιζε δυσκολίες στη σύγκριση του έργου του καταγγέλλοντος με το έργο των συναδέλφων του στο Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, σε πρόταση φιλικής λύσης, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο επανεξέτασης της απόφασής του επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία στο στάδιο της αποστολής πρότασης για την απονομή μορίων αξιολόγησης.

7. Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι είχε συμμορφωθεί με τους εσωτερικούς κανόνες του, αλλά πρότεινε να διαβιβαστεί ο φάκελος του καταγγέλλοντος στην επιτροπή εκθέσεων για συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του. Ωστόσο, παρόλο που η επιτροπή εκθέσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν συγκρίσιμα με εκείνα των συναδέλφων του που έλαβαν τρίτο βαθμό, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου αποφάσισε τελικά να μην του χορηγήσει τρίτο βαθμό. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε προσβάλει την απόφαση αυτή μέσω εσωτερικής καταγγελίας.

8. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι δεν ήταν σαφές εάν τα προσόντα του καταγγέλλοντος είχαν συγκριθεί στο πλαίσιο της ορθής ομάδας αναφοράς και ότι, εάν συνέβαινε αυτό, δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει ότι είχε πραγματοποιηθεί προσεκτική σύγκριση στη συνέχεια, ιδίως επειδή το Κοινοβούλιο φαινόταν να έχει στηρίξει τη νέα απόφασή του στην άποψη ότι, για να δικαιολογηθεί η απονομή τρίτου βαθμού αξιολόγησης, τα προσόντα του καταγγέλλοντος θα έπρεπε να είναι ανώτερα και όχι «μόνο» συγκρίσιμα με εκείνα των συναδέλφων του που έλαβαν τρίτο βαθμό. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, επανέλαβε την πρότασή του για φιλική λύση ως σχέδιο σύστασης.

9. Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο διαβίβασε την απόφασή του σχετικά με τη νέα εσωτερική καταγγελία του καταγγέλλοντος στον Διαμεσολαβητή, δηλώνοντας ότι η διαδικασία απονομής μορίων αξιολογήσεως είχε ολοκληρωθεί ορθά. Η απόφαση αυτή επιβεβαίωσε ότι θα πρέπει να απονεμηθούν δύο μόρια αξιολόγησης στον καταγγέλλοντα.

10. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο ουδόλως σχολίασε το περιεχόμενο του σχεδίου σύστασής του. Διαπίστωσε επίσης ότι, ενώ παρέμενε ασαφές κατά πόσον τα προσόντα του καταγγέλλοντος είχαν συγκριθεί στο πλαίσιο της ορθής ομάδας αναφοράς, το Κοινοβούλιο φάνηκε και πάλι να έχει στηρίξει τη θέση του στην προσέγγιση που θεωρούσε εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε προσφύγει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Η υπόθεση εκκρεμεί.

11. Η παρούσα καταγγελία αφορά την αξιολόγηση του προσωπικού του καταγγέλλοντος για το έτος 2004. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης του προσωπικού για το εν λόγω έτος, ο προϊστάμενος του καταγγέλλοντος υπέβαλε έως τον Ιούνιο του 2004 την ακόλουθη παρατήρηση:

«Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των καθηκόντων [του καταγγέλλοντος] και το υψηλό επίπεδο των επιδόσεών του, συνιστώ ανεπιφύλακτα να του απονεμηθούν τα μέγιστα μόρια προαγωγής.»

12. Σε συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 2005, το σώμα των αξιολογητών της «γενικής διεύθυνσης καταγωγής» του καταγγέλλοντος στο Κοινοβούλιο αποφάσισε να του απονείμει δύο μόρια αξιολόγησης. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην επιτροπή εκθέσεων, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απονομή τρίτης μονάδας αξιολόγησης θα ήταν δικαιολογημένη επειδή τα προσόντα του ήταν «ισοδύναμα ή ακόμη και ανώτερα» από εκείνα τουλάχιστον δύο από τους τρεις υπαλλήλους του ίδιου βαθμού που είχαν λάβει τρίτη μονάδα. Ωστόσο, ο τελικός αξιολογητής αποφάσισε να απονείμει στον καταγγέλλοντα δύο μόρια αξιολόγησης.

13. Ο καταγγέλλων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006.

14. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση αυτή. Ανέφερε επίσης ότι, μετά από αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, έλαβε αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης των αξιολογητών της 14ης Ιουλίου 2005, το οποίο του εστάλη με την παρατήρηση ότι το έγγραφο αυτό δεν περιείχε κανένα στοιχείο που να τον αφορά.

8. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

15. Συνοπτικά, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

(1) Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα επί της διοικητικής ενστάσεώς του βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεώς του·

(2) Η απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης·

(3) Το σώμα των αξιολογητών της Γενικής Διεύθυνσής του δεν προέβη σε ενδελεχή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του με τα προσόντα των συναδέλφων του·

(4) Η απόσπασή του είχε αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο· και

(5) Η απόφαση επί της καταγγελίας του ελήφθη εσφαλμένα από τον Γενικό Γραμματέα και όχι από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο φάκελός του θα πρέπει να επανεξεταστεί και ότι θα πρέπει να διαβιβαστεί στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς απόφαση.

17. Ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να προσπαθήσει να επιτύχει μια φιλική λύση, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να συνίσταται σε επανεξέταση του φακέλου του και στην υποβολή του στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς απόφαση.

18. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή αφορούσε όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

19. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανήλθε σε ισχυρισμό τον οποίο είχε διατυπώσει στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αλλά τον οποίο ο Διαμεσολαβητής δεν είχε προσδιορίσει ως χωριστό ισχυρισμό στην καταγγελία του καταγγέλλοντος προς αυτόν. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να επεκτείνει την έρευνά του ώστε να συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό, ο οποίος είχε ως εξής:

(6) Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ο πρώτος βαθμολογητής του παρέλειψε να συμβουλευτεί τον προϊστάμενό του για τον οποίο εργάστηκε από τις 16 Ιουνίου 2004 και μετά.

20. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής διευκρίνισε ότι ερμήνευσε τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (σχετικά με εικαζόμενη ανεπαρκή αιτιολογία) ως αναφερόμενο όχι μόνο στην απόφαση επί της καταγγελίας του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αλλά και στην τελική απόφαση σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης στον καταγγέλλοντα (απόφαση που ελήφθη από τον τελικό αξιολογητή του καταγγέλλοντος στις 13 Ιανουαρίου 2006). Δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή δεν ήταν σαφής από την επιστολή του Διαμεσολαβητή για την έναρξη της έρευνας, για την οποία ζήτησε συγγνώμη, καλεί το Κοινοβούλιο να υποβάλει πρόσθετες παρατηρήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, εφόσον το επιθυμεί.

21. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης ανησυχίες σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την πληρότητα ορισμένων εγγράφων που είχε επισυνάψει το Κοινοβούλιο στη γνώμη του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να μην δώσει συνέχεια στις ανησυχίες αυτές στο πλαίσιο της εν εξελίξει έρευνας, διότι δεν φαινόταν να είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση του πυρήνα της υπόθεσης από τον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, εάν επιθυμούσε να δει τα εν λόγω έγγραφα, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να ζητήσει από το Κοινοβούλιο πρόσβαση σε αυτά. Σε περίπτωση που το Κοινοβούλιο δεν εξετάσει δεόντως ένα τέτοιο αίτημα, θα μπορούσε να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να έχει κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας μέχρι σήμερα.

22. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενημέρωσε επίσης τον Διαμεσολαβητή ότι δεν επιθυμούσε πλέον να αναζητήσει φιλική λύση στην υπόθεση αυτή. Για τον λόγο αυτό, αναφέρθηκε στις απογοητευτικές εμπειρίες που είχε κατά την προσπάθεια εξεύρεσης φιλικής λύσης σε σχέση με την καταγγελία του 3051/2005/(PB)WP.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

23. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους πέντε ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και σχετικά με τον ισχυρισμό του. Κατά την εξέταση της γνώμης του Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι τουλάχιστον ορισμένα από τα παραρτήματα που επισυνάπτονται στην παρούσα γνώμη φαίνεται να περιέχουν ευαίσθητες ή εμπιστευτικές πληροφορίες. Λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής του Γραφείου του να διαβιβάζει τη γνώμη του θεσμικού οργάνου, συμπεριλαμβανομένων όλων των παραρτημάτων, στον καταγγέλλοντα προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να υποβάλει παρατηρήσεις, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να επιστρέψει τα εν λόγω παραρτήματα στο Κοινοβούλιο και του ζήτησε να διαθέσει μη εμπιστευτική εκδοχή που θα μπορούσε να διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα. Ενημέρωσε επίσης το Κοινοβούλιο ότι, εάν χρειαστεί να δει έγγραφα που δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν στον καταγγέλλοντα, θα κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει να επιθεωρεί φακέλους. Το Κοινοβούλιο ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Διαμεσολαβητή. Δεδομένου ότι, κατά το Κοινοβούλιο, δεν ήταν δυνατή η απόκρυψη των εμπιστευτικών πληροφοριών που περιέχονταν σε ορισμένα από τα σχετικά έγγραφα χωρίς να απολέσουν την αποδεικτική τους αξία, το Κοινοβούλιο δεν επισύναψε τα έγγραφα αυτά, αλλά δήλωσε ότι ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να τα ελέγξει.

24. Αφού εξέτασε τη γνώμη του Κοινοβουλίου και τις σχετικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω τεκμηριωμένες πληροφορίες προκειμένου να μπορέσει να λάβει απόφαση στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, ζητεί από το Κοινοβούλιο πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τέσσερις συγκεκριμένες ερωτήσεις. Ταυτόχρονα, ζήτησε συμπληρωματική γνώμη σχετικά με τον έκτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και, εφόσον το επιθυμούσε, περαιτέρω παρατηρήσεις όσον αφορά τον διευκρινισμένο πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

25. Η απάντηση του Κοινοβουλίου στο αίτημα αυτό για περαιτέρω πληροφορίες και για συμπληρωματική γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε παρατηρήσεις επ' αυτού.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

26. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι από την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων προκύπτει ότι:

«κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, καθώς και των προσόντων και των προσόντων των υποψηφίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη λήψη αποφάσεως περί προαγωγής δυνάμει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και, στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων εκτιμήσεων που επηρέασαν τη διοίκηση κατά την εκτίμησή της, η τελευταία παρέμεινε εντός ευλόγων ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Επομένως, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή με την εκτίμησή του όσον αφορά τα προσόντα και τα προσόντα των υποψηφίων»(2).

Στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1634/2003/(ADB)GG και στο σχέδιο σύστασής του στην υπόθεση 3051/2005/(PB)WP, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την άποψη ότι η δική του επανεξέταση θα πρέπει να βασίζεται στην ίδια προσέγγιση. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο να εξακριβωθεί αν το Κοινοβούλιο ακολούθησε τις ορθές διαδικασίες για να καταλήξει στην απόφασή του και αν η απόφαση αυτή εμφάνισε πρόδηλη πλάνη.

27. Όσον αφορά τη δομή της παρούσας απόφασης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να εξετάσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος με την ακόλουθη σειρά: i) την εικαζόμενη παράλειψη του πρώτου αξιολογητή να συμβουλευθεί τον προϊστάμενο του καταγγέλλοντος για τον οποίο εργάστηκε από τα μέσα Ιουνίου 2004 (έκτος ισχυρισμός)· ii) την εικαζόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στην απόφαση του τελικού αξιολογητή να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα δύο μόρια αξιολόγησης και στην απόφαση του Γενικού Γραμματέα σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 (διευκρινισμένος πρώτος ισχυρισμός)· iii) την εικαζόμενη έλλειψη κατάλληλης συγκριτικής αξιολόγησης των προσόντων του καταγγέλλοντος από το σώμα των αξιολογητών (τρίτος ισχυρισμός)· iv) την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (δεύτερος και τέταρτος ισχυρισμός)· και v) την αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα να λάβει απόφαση σχετικά με την ένσταση του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (πέμπτος ισχυρισμός). Τέλος, ο Διαμεσολαβητής θα αξιολογήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος να επανεξεταστεί ο φάκελός του και να διαβιβαστεί στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου προς απόφαση.

28. Πριν από την έναρξη αυτής της αξιολόγησης, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει εν συντομία δύο ακόμη ζητήματα τα οποία ο καταγγέλλων έθεσε στις παρατηρήσεις του και τα οποία ο Διαμεσολαβητής εξέτασε στο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες προς το Κοινοβούλιο.

29. Πρώτον, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι η έκδοση της έκθεσης βαθμολογίας του, η οποία επισυνάφθηκε στη γνώμη του Κοινοβουλίου, δεν ήταν η τελική της έκδοση, αλλά ένα σχέδιο που δεν περιείχε τις παρατηρήσεις του, καθώς και την αντίδραση του γενικού διευθυντή του σε αυτές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να τον ενημερώσει σχετικά με το κείμενο της έκθεσης βαθμολογίας του καταγγέλλοντος στο οποίο είχε βασίσει τη γνώμη του. Το Κοινοβούλιο απαντά ότι το κείμενο που εξετάστηκε κατά τη συνεδρίαση των αξιολογητών είναι η αρχική και η τελική έκθεση, η οποία περιέχει όλες τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν. Αυτή ήταν η έκδοση της έκθεσης βαθμολογίας που είχε συμπεριληφθεί στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε στην κατοχή του το έγγραφο αυτό και είχε επισυνάψει αντίγραφό του στην καταγγελία του, το Κοινοβούλιο είχε, για λόγους ευκολίας, επισυνάψει στη γνώμη του αντίγραφο της έκθεσης που εκτυπώθηκε από τη βάση δεδομένων του. Το Κοινοβούλιο διαβεβαιώνει τον καταγγέλλοντα ότι όλες οι λεπτομέρειες που περιέχονται στην έκθεσή του έχουν περιέλθει σε γνώση των αξιολογητών.

30. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο δεν είχε απαντήσει στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή. Δεν αντέκρουσε την άποψή του ότι η γνώμη της βασιζόταν προφανώς μόνο σε σχέδιο της εκθέσεως βαθμολογίας του.

31. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν έδωσε σαφή απάντηση στην ερώτησή του. Ως εκ τούτου, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το ζήτημα αυτό, θα πρέπει να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες. Ωστόσο, θεωρεί ότι το αποτέλεσμα αυτών των περαιτέρω ερευνών δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τα συμπεράσματά του σχετικά με την ουσία της υπό κρίση αιτίασης, τα οποία εκτίθενται κατωτέρω. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να δώσει περαιτέρω συνέχεια στο ζήτημα αυτό.

32. Δεύτερον, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι το Κοινοβούλιο φαίνεται να έχει διαγράψει τμήματα εγγράφου που επισύναψε στη γνώμη του, δηλαδή σημείωμα του Γενικού Διευθυντή προς τον Γενικό Γραμματέα, αλλά δεν το ανέφερε στην επιστολή του προς τον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να σχολιάσει την παρατήρηση αυτή. Το Κοινοβούλιο εξηγεί ότι το σημείωμα αυτό περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τους συναδέλφους του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένη να διαγράψει τις εν λόγω αναφορές πριν από τη διαβίβαση του εγγράφου στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, η πλήρης έκδοση του εν λόγω εγγράφου ήταν διαθέσιμη για έλεγχο από τον Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

33. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν προτιμότερο το Κοινοβούλιο να είχε αναφέρει τις διαγραφές στο εν λόγω έγγραφο στην επιστολή του προς τον Διαμεσολαβητή, όπως έπραξε και με τις άλλες διαγραφές που πραγματοποίησε, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν υποψίες εκ μέρους του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, η εξήγηση που έδωσε τώρα το Κοινοβούλιο απαντώντας στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή φαίνεται εύλογη. Ωστόσο, εάν ο καταγγέλλων έχει αμφιβολίες όσον αφορά τα διαγραμμένα τμήματα του παρόντος εγγράφου, θα μπορούσε να ζητήσει από το Κοινοβούλιο πρόσβαση σε αυτό και, σε περίπτωση που το Κοινοβούλιο δεν εξετάσει δεόντως το εν λόγω αίτημα, να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Α. Ισχυρισμός περί μη διαβούλευσης με τον νέο προϊστάμενο του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

34. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το Κοινοβούλιο παρέλειψε να συμβουλευθεί τον νέο προϊστάμενό του, για τον οποίο εργάστηκε από τις 16 Ιουνίου 2004, το Κοινοβούλιο επισήμανε, πρώτον, ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αμφισβητήσει την έκθεση βαθμολογίας του ενώπιον της επιτροπής εκθέσεων εντός της σχετικής προθεσμίας. Επιπλέον, δεν είχε υποβάλει ποτέ καταγγελία σχετικά με το θέμα αυτό. Επομένως, δεδομένου ότι η εκτίμησή του είχε καταστεί οριστική, το παραδεκτό του νέου λόγου ακυρώσεως ήταν εξαιρετικά αμφισβητήσιμο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο σχολίασε το θέμα αυτό: Σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, είχε συμβουλευτεί τον προϊστάμενο του καταγγέλλοντος, για τον οποίο ο καταγγέλλων είχε εργαστεί για περισσότερους από έξι μήνες το 2004. Ο προϊστάμενος αυτός δεν θεώρησε αναγκαίο να συμβουλευθεί τον επόμενο προϊστάμενο του καταγγέλλοντος. Το Κοινοβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να θέσει υπό αμφισβήτηση την απόφαση αυτή. Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, εξακολούθησε να ασκεί ορισμένα από τα προηγούμενα καθήκοντά του έως τον Οκτώβριο του 2004. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του, σε περίπτωση μετάθεσης μέλους του προσωπικού κατά τη διάρκεια του έτους, ο νέος αξιολογητής είναι αρμόδιος για τη σύνταξη της έκθεσης βαθμολογίας μόνον εάν η εν λόγω μετάθεση ισχύει επί τουλάχιστον έξι μήνες. Για τους λόγους αυτούς, δεν εναπέκειτο στο Κοινοβούλιο να ζητήσει τη γνώμη του νέου προϊσταμένου του καταγγέλλοντος.

35. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν καθήκον του πρώην προϊσταμένου του, αλλά μάλλον του πρώτου αξιολογητή του να λάβει τη γνώμη του νέου προϊσταμένου του, προκειμένου να αποκτήσει πλήρη εικόνα της απόδοσής του το 2004. Αν ο πρώτος βαθμολογητής του θεωρούσε πράγματι ότι ήταν ευθύνη του πρώην προϊσταμένου του να λάβει τη γνώμη αυτή, θα έπρεπε να το αναφέρει σαφώς στην επιστολή του με την οποία ζητούσε τη γνώμη του πρώην προϊσταμένου του, πράγμα που δεν έπραξε. Επιπλέον, σε αντίθεση με τη δήλωση του Κοινοβουλίου, η μετάθεσή του ήταν αποτελεσματική για περισσότερο από έξι μήνες. Ως απόδειξη, ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφο της σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου, με ημερομηνία 15 Ιουνίου 2004, η οποία επιβεβαίωσε την αλλαγή θέσης του καταγγέλλοντος από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

36. Όσον αφορά το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του καταστατικού του, «[κ]αμία καταγγελία δεν μπορεί να υποβληθεί στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης». Ο Διαμεσολαβητής ανέκαθεν ερμήνευε αυστηρά αυτόν τον κανόνα.

37. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος φαίνεται να αφορά τη διαβούλευση σχετικά με τις επιδόσεις του, ένα βήμα που προηγήθηκε της σύνταξης της έκθεσης βαθμολογίας του από τον πρώτο αξιολογητή του. Ο καταγγέλλων εξέφρασε τις ανησυχίες του σχετικά με το θέμα αυτό στις παρατηρήσεις του επί του σχεδίου έκθεσης βαθμολογίας, το οποίο απέστειλε στον τελικό αξιολογητή του στις 12 Ιουλίου 2005. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων δεν προσέφυγε στη συνέχεια στην επιτροπή εκθέσεων ούτε αμφισβήτησε την έκθεση βαθμολογίας του υποβάλλοντας ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η άποψη του Κοινοβουλίου ότι η έκθεση βαθμολογίας έχει καταστεί οριστική είναι σαφώς ορθή.

38. Είναι αληθές ότι ο καταγγέλλων έθεσε το ζήτημα της διαβουλεύσεως με τον προϊστάμενό του στο πλαίσιο της διοικητικής ενστάσεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, την οποία υπέβαλε κατά της αποφάσεως περί χορηγήσεως μόνο δύο μορίων αξιολογήσεως. Ωστόσο, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό αφορούσε την κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας του καταγγέλλοντος για το 2004 και ότι η εν λόγω έκθεση είχε ήδη καταστεί οριστική, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο ορθώς απέρριψε το σχετικό επιχείρημα στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.

39. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την έκθεση βαθμολογίας του για το 2004, παρόλο που θεωρούσε ότι το Κοινοβούλιο έπρεπε επίσης να συμβουλευτεί τον δεύτερο προϊστάμενό του, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να εξετάσει τον σχετικό ισχυρισμό του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση.

Β. Επί του ισχυρισμού περί ανεπαρκούς αιτιολογήσεως

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

40. Στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο καταγγέλλων επέκρινε το γεγονός ότι η απόφαση του τελικού αξιολογητή να του χορηγήσει δύο μόρια αξιολόγησης, σε αντίθεση με τη γνώμη της επιτροπής εκθέσεων, δεν ήταν αιτιολογημένη και ότι η παράλειψη αυτή παραβίαζε το σημείο I.6 των μέτρων εφαρμογής. Στην απόφασή της επί της εν λόγω καταγγελίας, την οποία υπέγραψε ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγνώρισε ότι η απόφαση δεν ήταν πράγματι αιτιολογημένη. Επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η απόφαση περί απονομής μορίων αξιολογήσεως ενείχε ευρεία διακριτική ευχέρεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, να αιτιολογεί, το αργότερο, την απόρριψη διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής (3). Στη συνέχεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δήλωσε, κατ' ουσίαν, ότι η έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, μολονότι αποδεικνύει την υψηλή ποιότητα των επιτευγμάτων του, δεν ήταν «προφανώς ανώτερη» από τις εκθέσεις βαθμολογίας των 13 υπαλλήλων στους οποίους είχε απονεμηθεί τρίτος βαθμός αξιολόγησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάστηκε από τη γνώμη της επιτροπής εκθέσεων, η οποία δεν διαπίστωσε ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν ανώτερα από εκείνα των συναδέλφων του.

41. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους διαφωνούσε με τη γνώμη της επιτροπής. Οι λόγοι που προβλήθηκαν ήταν απλώς τυπολατρικοί.

42. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η απόφαση σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

43. Στην αίτησή του για περαιτέρω πληροφορίες και για συμπληρωματική γνωμοδότηση, ο Διαμεσολαβητής διευκρίνισε ότι αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την εικαζόμενη ανεπαρκή αιτιολογία ως αναφερόμενο όχι μόνο στην απόφαση σχετικά με την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, αλλά και στην τελική απόφαση σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης στον καταγγέλλοντα της 13ης Ιανουαρίου 2006. Κάλεσε το Κοινοβούλιο να προβεί σε πρόσθετες παρατηρήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, εφόσον το επιθυμεί.

44. Στη συμπληρωματική του γνώμη, το Κοινοβούλιο παρέπεμψε στη νομολογία που είχε παραθέσει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στην απόφασή της σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Υποστήριξε ότι, κατά την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της πάγιας αυτής νομολογίας, η έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως περί απονομής μορίων αξιολογήσεως δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως αυτής. Αρκούσε η αιτιολογία της απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Η απόφαση στην υπόθεση του καταγγέλλοντος ήταν απολύτως σύμφωνη με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τη σχετική νομολογία.

45. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η νομολογία που επικαλείται το Κοινοβούλιο δεν έχει σημασία για την υπόθεσή του, διότι ερμηνεύει μόνο τους κανόνες που περιέχονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Με την έγκριση του σημείου I.6 των μέτρων εφαρμογής, το Κοινοβούλιο επέβαλε στον εαυτό του πρόσθετες υποχρεώσεις οι οποίες υπερέβαιναν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

46. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όπως επισήμανε το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η υποχρέωση αιτιολογήσεως (...) έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς πληροφορίες για να κρίνει αν η απόρριψη της υποψηφιότητάς του ήταν βάσιμη και αν πρέπει να προσφύγει στο Δικαστήριο και, αφετέρου, να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα της απορρίψεως»(4). Το Δικαστήριο δήλωσε ότι «δεδομένου ότι οι προαγωγές και οι μεταθέσεις συνεπάγονται επιλογές, αρκεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης να αφορά την ύπαρξη των νομικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης για τη νομιμότητα της διαδικασίας»(5). Στη βάση αυτή, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι, κατ’ αναλογία, η έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως περί απονομής μορίων αξιολογήσεως δεν καθιστούσε την απόφαση άκυρη. Αρκούσε η αιτιολογία κατά το στάδιο της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής.

47. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής είναι αμφίβολο κατά πόσον η αναλογία στην οποία αναφέρθηκε το Κοινοβούλιο ισχύει πραγματικά για την κατάσταση του καταγγέλλοντος. Επισημαίνει ότι το σημείο I.6 των μέτρων εφαρμογής προβλέπει τα εξής: «Κάθε απόφαση που έρχεται σε αντίθεση με τη γνώμη της επιτροπής εκθέσεων πρέπει να αιτιολογείται». Όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, το Κοινοβούλιο δεσμεύτηκε να τηρεί ειδικούς κανόνες όσον αφορά την αξιολόγηση του προσωπικού του, οι οποίοι υπερβαίνουν τους κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στον οποίο το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του.

48. Είναι σαφές ότι το Κοινοβούλιο, με την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2006, δεν τήρησε την τυπική υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς του.

49. Είναι επίσης αληθές ότι η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 επικαλέστηκε ορισμένους λόγους για την απόφαση να απονεμηθούν στον καταγγέλλοντα δύο μόρια αξιολόγησης. Δήλωσε ουσιαστικά ότι τα προσόντα του δεν ήταν «προφανώς ανώτερα» από εκείνα των συναδέλφων του που είχαν λάβει ένα τρίτο σημείο αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, και παρόλο που παραμένει αμφίβολος όσον αφορά την αναλογία μεταξύ της κατάστασης του καταγγέλλοντος και της κατάστασης που οδήγησε στην απόφαση του Δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας από την πλευρά του δεν θα ήταν δικαιολογημένες.

50. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι η διαπίστωση αυτή αφορά μόνο την τυπική απαίτηση αιτιολόγησης μιας απόφασης και όχι το κύρος ή τη συνοχή των λόγων που επικαλείται το Κοινοβούλιο. Τα ζητήματα αυτά θα αξιολογηθούν στο επόμενο μέρος.

Γ. Ισχυρισμός περί μη διενέργειας ενδελεχούς συγκριτικής αξιολόγησης των προσόντων του καταγγέλλοντος

από το σώμα των αξιολογητών Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

51. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το σώμα των αξιολογητών της Γενικής του Διεύθυνσης εντός του Κοινοβουλίου δεν είχε διενεργήσει διεξοδική συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του με εκείνα των συναδέλφων του. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδριάσεως των αξιολογητών της 14ης Ιουλίου 2005, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν και εγκρίθηκαν οι προτάσεις για την απονομή μορίων αξιολογήσεως, το όνομά του ουδόλως μνημονεύθηκε. Αυτό σήμαινε ότι οι αξιολογητές δεν είχαν καν σκεφτεί να του απονείμουν ένα τρίτο βαθμό. Δεδομένου ότι η έκθεση βαθμολογίας του είχε οριστικοποιηθεί μόλις μία ημέρα πριν από τη συνεδρίαση, ο καταγγέλλων αμφέβαλε αν οι συμμετέχοντες (εκτός από τον γενικό διευθυντή και τον διευθυντή, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει άμεσα στην κατάρτιση της έκθεσης βαθμολογίας του) γνώριζαν καν γι’ αυτήν. Επιπλέον, ο πρώτος αξιολογητής του είχε προσθέσει την ακόλουθη παρατήρηση στην έκθεση βαθμολογίας του:

« πρώτος προϊστάμενος του καταγγέλλοντος] ανέφερε στο (...) σημείωμά του ότι [ο καταγγέλλων] είναι άξιος υπάλληλος. Ωστόσο, από την άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η απόσπαση (...) δεν παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον για την προηγούμενη υπηρεσία του.»

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο πρώτος αξιολογητής του θα έπρεπε, ενόψει της σαφώς εξαιρετικής έκθεσης βαθμολογίας του, τουλάχιστον να θέσει την υπόθεσή του προς συζήτηση στη συνεδρίαση των αξιολογητών.

52. Επιπλέον, στην απόφασή της σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μετά τη διεξοδική συγκριτική αξιολόγηση του σώματος των αξιολογητών και την επεξεργασία της καταγγελίας του καταγγέλλοντος, η έκθεση βαθμολογίας του, μολονότι αποδεικνύει την υψηλή ποιότητα των επιτευγμάτων του, δεν ήταν «προφανώς ανώτερη» από τις εκθέσεις βαθμολογίας των 13 υπαλλήλων στους οποίους είχε απονεμηθεί τρίτος βαθμός αξιολόγησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάστηκε από τη γνώμη της επιτροπής εκθέσεων, η οποία δεν είχε διαπιστώσει ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν ανώτερα από εκείνα των συναδέλφων του. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο δεν υπερέβη το μεγάλο περιθώριο διακριτικής του ευχέρειας «όπως προβλέπεται στους κανόνες».

53. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι η επιτροπή εκθέσεων είχε συγκρίνει τα προσόντα του με τα προσόντα τριών άλλων υπαλλήλων του βαθμού του στην ίδια Γενική Διεύθυνση, οι οποίοι είχαν προταθεί για την απονομή τρίτης μονάδας αξιολόγησης, και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα προσόντα του ήταν ισοδύναμα ή ακόμη και ανώτερα από εκείνα τουλάχιστον δύο από τους εν λόγω συναδέλφους. Στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν συμφωνεί με τη γνώμη της επιτροπής. Στην πραγματικότητα, δεν το είχε καν αμφισβητήσει. Αντ’ αυτού, αναφέρθηκε μόνο στο μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής «όπως προβλέπεται στους κανόνες». Ωστόσο, δεν εξήγησε σε ποιους κανόνες αναφερόταν.

54. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι είχε προβεί σε ορθή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος. Δεν θεώρησε ότι η δήλωση του πρώτου αξιολογητή του καταγγέλλοντος, σε σχέση με την έκθεση βαθμολογίας του, ήταν συναφής. Η έκθεση βαθμολογίας που περιλαμβανόταν στον ατομικό φάκελο του καταγγέλλοντος περιελάμβανε παράρτημα που περιείχε ολόκληρη την αξιολόγηση του προϊσταμένου του. Το Κοινοβούλιο έλαβε επίσης υπόψη την αξιολόγηση αυτή μόνο κατά τη συγκριτική εξέταση. Εξήγησε ότι, για το έτος 2004, i) πέντε υπάλληλοι κατηγορίας Α* έλαβαν τρίτη βαθμολογία από την ποσόστωση της Γενικής Διεύθυνσης του καταγγέλλοντος, ii) πέντε υπάλληλοι κατηγορίας Α* καθώς και δύο υπάλληλοι κατηγορίας Β* και ένας υπάλληλος κατηγορίας Γ* έλαβαν βαθμολογία από τη συμπληρωματική ποσόστωση και iii) άλλοι πέντε υπάλληλοι κατηγορίας Α* έλαβαν βαθμολογία από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος ήταν πολύ καλή. Ωστόσο, από τη σύγκριση προέκυψε ότι οι εκθέσεις τριών άλλων υπαλλήλων ήταν «αναμφισβήτητα ανώτερες από εκείνες του καταγγέλλοντος». Όσον αφορά τους δύο επιπλέον υπαλλήλους στους οποίους είχε απονεμηθεί ένα τρίτο σημείο, σχετικά με τους οποίους η επιτροπή εκθέσεων είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν «ισοδύναμα ή ακόμη και ανώτερα», το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, κατά την άποψή του, τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν «ελαφρώς κατώτερα» από τα δικά τους. Όσον αφορά τους υπαλλήλους που έλαβαν τρίτο βαθμό από την πρόσθετη ποσόστωση της Γενικής Διεύθυνσης, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι οι εκθέσεις των πέντε υπαλλήλων Α* στους οποίους είχε χορηγηθεί τρίτος βαθμός ήταν ανώτερες από τις εκθέσεις του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν υπήρχε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των αντίστοιχων προσόντων. Όσον αφορά την επιφύλαξη του Γενικού Γραμματέα, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει τρίτο βαθμό σε οποιονδήποτε αποσπασμένο υπάλληλο με πολύ καλή έκθεση βαθμολογίας και διέθετε ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας εν προκειμένω. Εν πάση περιπτώσει, ο Γενικός Διευθυντής του καταγγέλλοντος δεν είχε ζητήσει την απονομή τρίτου βαθμού στον καταγγέλλοντα από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα.

55. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το Κοινοβούλιο άλλαξε το σκεπτικό της απόφασής του να μην του χορηγήσει τρίτο βαθμό. Ενώ η απόφαση του Γενικού Γραμματέα σχετικά με τη διοικητική ένστασή του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ανέφερε ότι η έκθεση βαθμολογίας του δεν ήταν «προφανώς ανώτερη» από εκείνη των συναδέλφων του, η γνώμη ανέφερε ότι η έκθεση βαθμολογίας του ήταν κατώτερη από εκείνη δέκα συναδέλφων του. Τέτοια δήλωση δεν είχε γίνει ποτέ στη διαδικασία μέχρι εκείνο το σημείο. Η δήλωση του Κοινοβουλίου ότι δεν είχε θεωρήσει συναφή την παρατήρηση του πρώτου αξιολογητή του καταγγέλλοντος δεν μετέβαλε το γεγονός ότι ο πρώτος αξιολογητής του είχε υποστεί ζημία εις βάρος του. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι είχε συμπεριληφθεί σε συγκριτική αξιολόγηση σχετικά με τα μόρια που έπρεπε να απονεμηθούν από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα. Προσθέτει ότι η απόφαση του Γενικού Γραμματέα δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτό το αποθεματικό και ότι η συγκριτική αξιολόγηση του Κοινοβουλίου, κατά τη γνώμη του, δεν περιλαμβάνει τους πέντε συναδέλφους που έλαβαν ένα τρίτο σημείο από το αποθεματικό.

56. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι χρειαζόταν πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου να καταλήξει σε απόφαση σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, ζήτησε από το Κοινοβούλιο να σχολιάσει την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης του σώματος των αξιολογητών δεν ανέφεραν το όνομά του.

57. Το Κοινοβούλιο απαντά ότι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των εμπλεκόμενων υπαλλήλων, είναι απολύτως φυσιολογικό να μην αναφέρονται στα πρακτικά οι υπάλληλοι στους οποίους πρέπει να απονεμηθούν δύο βαθμοί. Η απονομή δύο βαθμών ήταν η συνηθέστερη περίπτωση. Αντιστοιχούσε σε ένα καλό επίπεδο προσόντων και ήταν συνεπές με μια μέση εξέλιξη σταδιοδρομίας. Σε αυτή τη βάση, η πρόταση απονομής δύο βαθμών δεν δικαιολογούσε καμία ιδιαίτερη παρατήρηση. Στα πρακτικά αναφέρονταν μόνο τα μέλη του προσωπικού στα οποία έπρεπε να απονεμηθούν λιγότεροι ή περισσότεροι από δύο βαθμοί, διότι ήταν σημαντικό να αναφερθούν οι λόγοι για τους οποίους η εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους ήταν βραδύτερη ή ταχύτερη από την κανονική. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι το όνομα του καταγγέλλοντος δεν αναφερόταν στα πρακτικά ουδόλως αντανακλούσε τη μη εξέταση των προσόντων του, αλλά ήταν απολύτως συνεπές με την πρακτική που εφάρμοζαν όλα τα σώματα αξιολογητών στις διάφορες Γενικές Διευθύνσεις του Κοινοβουλίου.

58. Ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι η υπόθεσή του δεν είχε συζητηθεί λόγω της αρνητικής προκατάληψης του πρώτου αξιολογητή του. Ενώ ήταν σωστό ότι δεν υπήρχε ανάγκη για προσεκτική εξέταση όλων των περιπτώσεων στις οποίες τα προσόντα των υπαλλήλων ήταν «καλά», έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι, όπως είχε ρητά αναγνωρίσει το Κοινοβούλιο στη γνώμη του στην παρούσα υπόθεση, η έκθεση βαθμολογίας του ήταν «πολύ καλή». Επιπλέον, ο προϊστάμενός του είχε συστήσει εμφατικά να του απονεμηθεί το μέγιστο ποσό μορίων αξιολόγησης. Σε μια δίκαιη διαδικασία, οι περιστάσεις αυτές θα έπρεπε να οδηγήσουν τουλάχιστον σε συζήτηση της υπόθεσής του μεταξύ των αξιολογητών.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

59. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η υποχρέωση του Κοινοβουλίου να ακολουθεί ορθές διαδικασίες συνεπάγεται, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, ότι έπρεπε να διενεργήσει διεξοδική συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεών του προτού αποφασίσει σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης σε αυτόν. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον i) το σώμα των αξιολογητών εξέτασε την υπόθεση του καταγγέλλοντος και κατά πόσον ii), εάν συνέβη αυτό, το έπραξε κατά τρόπο που να εγγυάται την ορθή σύγκριση των προσόντων του καταγγέλλοντος.

60. Όσον αφορά το ζήτημα αν η υπόθεση του καταγγέλλοντος εξετάστηκε καθόλου, η εξήγηση του Κοινοβουλίου σχετικά με το περιεχόμενο των πρακτικών της συνεδρίασης των αξιολογητών και ο λόγος που επικαλέστηκε για την πρακτική του στο θέμα αυτό δεν φαίνεται να είναι παράλογες. Η εξήγηση φαίνεται να συνάδει με το αντίγραφο των πρακτικών της εν λόγω συνεδρίασης των αξιολογητών, το οποίο ο καταγγέλλων διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή. Το έγγραφο αυτό δεν φαίνεται να αναφέρει υπαλλήλους για τους οποίους συζητήθηκε η απονομή λιγότερων ή περισσότερων από δύο μορίων αξιολόγησης, αλλά δεν συμφωνήθηκε. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι τα πρακτικά αυτά καθαυτά δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι περιπτώσεις υπαλλήλων που δεν αναφέρονται στο παρόν έγγραφο δεν συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

61. Εκτός από τα πρακτικά, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις παρατηρήσεις του πρώτου αξιολογητή του σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του ως ένδειξη ότι η υπόθεσή του δεν είχε συζητηθεί κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στη συμπληρωματική του γνώμη, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι «[η] έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, η οποία εξετάστηκε κατά τη συνεδρίαση των αξιολογητών, είναι η αρχική και η τελική έκθεση, η οποία περιέχει όλες τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν». Η δήλωση αυτή συνεπάγεται ότι, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η υπόθεση του καταγγέλλοντος συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση. Ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη δήλωση αυτή.

62. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, πρέπει επίσης να εξεταστεί κατά πόσον η υπόθεση του καταγγέλλοντος συζητήθηκε κατά τρόπο που να εγγυάται την ορθή σύγκριση των προσόντων του. Όσον αφορά τις παρατηρήσεις του πρώτου αξιολογητή σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, το Κοινοβούλιο αναγνώρισε ότι ήταν άνευ σημασίας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι βασίστηκαν πράγματι σε κριτήρια που είναι άσχετα και απαράδεκτα σε μια διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού. Επιπλέον, παραμένει αμφίβολος όσον αφορά τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου ότι δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος. Στη συμπληρωματική του γνώμη, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι «[η] έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος, η οποία εξετάστηκε κατά τη συνεδρίαση των αξιολογητών, είναι η αρχική και η τελική έκθεση, η οποία περιέχει όλες τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν». Εάν οι αξιολογητές είδαν την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος «που περιέχει όλες τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν», αυτό σημαίνει ότι είδαν επίσης τις παρατηρήσεις του πρώτου αξιολογητή του καταγγέλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί εύλογο το γεγονός ότι οι αξιολογητές, όπως φάνηκε να υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, αγνόησαν πλήρως τις παρατηρήσεις.

63. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον το σώμα των αξιολογητών διενήργησε ορθή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος.

64. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσον η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και οι παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή δείχνουν ότι διενεργήθηκε κατάλληλη συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος.

65. Όσον αφορά την απόφαση σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο υιοθέτησε το ίδιο σκεπτικό το οποίο ο Διαμεσολαβητής έκρινε άκυρο στο πλαίσιο της προηγούμενης καταγγελίας 3051/2005/(PB)WP του καταγγέλλοντος. Το Κοινοβούλιο στήριξε την απόφασή του στην άποψη ότι, για να δικαιολογηθεί η απονομή τρίτου βαθμού αξιολόγησης, τα προσόντα του καταγγέλλοντος θα έπρεπε να είναι ανώτερα από εκείνα των συναδέλφων του που έλαβαν τρίτο βαθμό και όχι «μόνο» συγκρίσιμα. Στην υπόθεση 3051/2005/(PB)WP, αυτή η εσφαλμένη προσέγγιση οδήγησε σε σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, επί του οποίου το Κοινοβούλιο δεν διατύπωσε παρατηρήσεις στην εμπεριστατωμένη γνώμη του. Ως εκ τούτου, η απάντηση του Κοινοβουλίου στην καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 δεν αίρει τις αμφιβολίες του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τη συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος.

66. Όσον αφορά τη γνώμη του Κοινοβουλίου στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με ικανοποίηση ότι το Κοινοβούλιο φαίνεται να έχει επανεξετάσει το θέμα και να έχει επανεξετάσει το σκεπτικό του. Ωστόσο, δεν πείθεται από τα νέα επιχειρήματα στα οποία το Κοινοβούλιο στηρίζει τη θέση του. Κατά τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο παραθέτει από την έκθεση βαθμολογίας του καταγγέλλοντος τα εξής:

"- Εμπειρία και κρίση: Εξαιρετική. Οι συμβουλές του είναι ισορροπημένες και πάντα χρήσιμες.

- Αναλυτικές/συνοπτικές δεξιότητες: έχει επιδείξει εξαιρετική ικανότητα εξαγωγής των βασικών στοιχείων από όλα τα είδη σύνθετων κειμένων.

- Δεξιότητες σύνταξης κειμένων (...): Θαυμάσια. (...)

- Ποσοστό εργασίας: Κατ' εξαίρεση. Συνεργάζεται με ένα ευρύ φάσμα εργασιών αποτελεσματικά.

- Ταχύτητα και οργανωτική αποτελεσματικότητα: Ένα μοντέλο. Έχει θέσει σε εφαρμογή εξαιρετικά συστήματα ανάκτησης, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ακόμη και ελλείψει γραμματειακής υποστήριξης."

Ενόψει αυτής της σαφώς εξαιρετικής αξιολόγησης των επιδόσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να πιστέψει ότι, όπως αναφέρει το Κοινοβούλιο, δέκα υπάλληλοι της ίδιας κατηγορίας είχαν προσόντα ανώτερα από τα δικά του.

67. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί η συλλογιστική του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις επιδόσεις δύο υπαλλήλων, για τους οποίους η επιτροπή εκθέσεων είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος ήταν «ισοδύναμα ή ακόμη και ανώτερα». Το Κοινοβούλιο δηλώνει τώρα ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας των δύο αυτών υπαλλήλων ήταν «καλύτερα τεκμηριωμένες από εκείνες του καταγγέλλοντος. Παραπέμπουν περισσότερο σε συγκεκριμένα παραδείγματα επιτυχημένων επιδόσεων, ενώ η έκθεση του καταγγέλλοντος είναι γενικότερη». Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Φαίνεται να βασίζεται σε έναν παράγοντα που αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ευθύνη του ίδιου του Κοινοβουλίου, δηλαδή στην απόφαση σχετικά με το πόσο λεπτομερής πρέπει να είναι η αξιολόγηση των επιδόσεων ενός υπαλλήλου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος για τους λόγους για τους οποίους το Κοινοβούλιο αποφάσισε να αποκλίνει από τη θέση της επιτροπής εκθέσεων.

68. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Κοινοβούλιο δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι εκθέσεις πέντε επιπλέον υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας, οι οποίοι έλαβαν ένα τρίτο βαθμό από την πρόσθετη ποσόστωση της Γενικής Διεύθυνσης, είναι υψηλότερες από τις εκθέσεις του καταγγέλλοντος.

69. Όσον αφορά τη σύγκριση των προσόντων του καταγγέλλοντος με τα προσόντα τριών συναδέλφων σε άλλες κατηγορίες, το Κοινοβούλιο ενέμεινε στην άποψή του ότι τα προσόντα του καταγγέλλοντος δεν ήταν «ανώτερα» από τα δικά τους. Αυτό σημαίνει ότι, από την άποψη αυτή, το Κοινοβούλιο διατήρησε την ίδια προσέγγιση την οποία ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη επικρίνει ως εσφαλμένη.

70. Όσον αφορά την απονομή μορίων από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα, το Κοινοβούλιο δεν αναφέρεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά περιορίζεται να επισημάνει το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει εν προκειμένω.

71. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ούτε στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας καταγγελιών, ούτε κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο απέδειξε ότι προέβη σε ορθή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος. Θεωρεί ότι, ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι συμμορφώθηκε με τις ορθές διαδικασίες. Αυτό συνιστά κακοδιοίκηση.

Δ. Επί του ισχυρισμού περί άνισης μεταχειρίσεως

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

72. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι το Κοινοβούλιο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τη λογική που εφάρμοσε το Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να λάβει τρίτη βαθμολογία μόνον εάν τα προσόντα του ήταν ανώτερα από εκείνα των συναδέλφων του που έλαβαν τρίτη βαθμολογία. Επιπλέον, υποστήριξε ότι οι παρατηρήσεις του πρώτου αξιολογητή του σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του υποδήλωναν ότι άσχετα κριτήρια είχαν επηρεάσει την αξιολόγηση των προσόντων του.

73. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η απόσπαση του καταγγέλλοντος δεν είχε οδηγήσει σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο.

74. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε σχολιάσει καθόλου την εικαζόμενη προκατάληψη του πρώτου αξιολογητή του εναντίον του. Η απόσπασή του είχε επίσης ως αποτέλεσμα να μην ζητηθεί η γνώμη του νέου προϊσταμένου του. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι ο γενικός διευθυντής, τον οποίο ο καταγγέλλων είχε ενημερώσει για το πρόβλημα στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του, επιχείρησε να διορθώσει το μειονέκτημα του.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

75. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης απαιτεί τα πρόσωπα που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν υπάρχει αντικειμενική δικαιολογία για διαφορετική μεταχείριση. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης από τους συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τον ίδιο. Επομένως, προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων θα πρέπει να αποδείξει ότι έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης λόγω της απόσπασής του.

76. Διαπιστώθηκε ανωτέρω ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι προέβη σε ορθή συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του καταγγέλλοντος και ότι αυτό συνιστά κακοδιοίκηση. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί άνισης μεταχείρισης συνδέεται στενά με το ζήτημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να εξετάσει περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτό.

Ε. Ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας λήψης απόφασης επί καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

77. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι ο Γενικός Γραμματέας έπρεπε να αφήσει την απόφαση σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η επιτροπή εκθέσεων είχε απευθύνει τη γνώμη της μόνο στον καταγγέλλοντα και στον Γενικό Γραμματέα και είχε αναφερθεί ρητά στην επιφύλαξη του Γενικού Γραμματέα για τα μόρια αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Γενικός Γραμματέας είχε ήδη ασχοληθεί με την υπόθεσή του προτού ο καταγγέλλων υποβάλει την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και ότι ο Γενικός Γραμματέας είχε ήδη αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη σύσταση της επιτροπής και, ως εκ τούτου, να μην του χορηγήσει τρίτη μονάδα αξιολόγησης από την επιφύλαξή του. Στην περίπτωση αυτή, ο Γενικός Γραμματέας είχε εξετάσει ένσταση κατά απόφασης που είχε λάβει ο ίδιος ή στην οποία είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν ορθό να διαβιβαστεί η ένσταση στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς απόφαση. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό είχε γίνει σε παρόμοια κατάσταση όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού το 2003.

78. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι οι γενικοί διευθυντές έχουν την εξουσία να απονέμουν μόρια αξιολόγησης, δυνάμει της απόφασης του Προεδρείου και των μέτρων εφαρμογής. Δυνάμει των ίδιων διατάξεων, ο Γενικός Γραμματέας είχε την εξουσία να χορηγεί μόρια από το αποθεματικό του. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο Γενικός Διευθυντής του καταγγέλλοντος δεν είχε ζητήσει τη χορήγηση τρίτου βαθμού από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της απόφασης του Προεδρείου της 3ης Μαΐου 2004 σχετικά με την ανάθεση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχής («απόφαση του Προεδρείου της 3ης Μαΐου 2004»), ο Γενικός Γραμματέας είχε την εξουσία να αξιολογήσει το βάσιμο της καταγγελίας του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι η απόφαση σχετικά με τα μόρια που έπρεπε να αποδοθούν είχε ληφθεί από τον Γενικό Διευθυντή του καταγγέλλοντος.

79. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε προβάλει επιχειρήματα που θα μπορούσαν να αντικρούσουν τη θέση του. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η τελική απόφαση για τη χορήγηση μορίων αξιολογήσεως ελήφθη από τον γενικό διευθυντή δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο γενικός γραμματέας είχε μετάσχει σημαντικά στην απόφαση να μην του χορηγηθεί τρίτο μόριο.

80. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου στο γεγονός ότι η επιτροπή εκθέσεων διαβίβασε τη γνώμη της σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος στον καταγγέλλοντα και στον Γενικό Γραμματέα, κάνοντας ρητή αναφορά στην επιφύλαξη του τελευταίου όσον αφορά τα σημεία αξιολόγησης. Ζητεί από το Κοινοβούλιο να τον ενημερώσει εάν και με ποιον τρόπο δόθηκε συνέχεια στη γνωμοδότηση αυτή από τον Γενικό Γραμματέα.

81. Το Κοινοβούλιο απαντά ότι, σύμφωνα με το άρθρο I.3 των μέτρων εφαρμογής, εναπόκειται στους Γενικούς Διευθυντές και όχι στην επιτροπή εκθέσεων να ζητήσουν την απονομή τρίτου βαθμού από το αποθεματικό του Γενικού Γραμματέα. Ο γενικός διευθυντής του καταγγέλλοντος είχε καταρτίσει κατάλογο υπαλλήλων για λογαριασμό των οποίων ζήτησε την απονομή του τρίτου αυτού βαθμού. Το όνομα του καταγγέλλοντος δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτό.

82. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε απαντήσει στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

83. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι υποδηλώνουν ότι ο Γενικός Γραμματέας ήταν μεροληπτικός όταν έλαβε την απόφασή του. Ως εκ τούτου, φαίνεται χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την πτυχή αυτή δεν αφορούσε πιθανή μεροληψία, αλλά μόνο την αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα να λάβει την εν λόγω απόφαση.

84. Το άρθρο 10 της αποφάσεως του Προεδρείου της 3ης Μαΐου 2004 ορίζει τα εξής:

«Οι αποφάσεις επί των ενστάσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (...) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα:

το Προεδρείο, στην περίπτωση αποφάσεων που εγκρίνονται από το Προεδρείο ή από τον Πρόεδρο·

- τον Πρόεδρο, για τις αποφάσεις που λαμβάνει ο Γενικός Γραμματέας·

- ο Γενικός Γραμματέας, στην περίπτωση αποφάσεων που λαμβάνονται από τις άλλες αρχές.»

Δεδομένου ότι η απόφαση σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης στον καταγγέλλοντα είχε ληφθεί από τον Γενικό Διευθυντή του καταγγέλλοντος, ο Γενικός Γραμματέας ήταν καταρχήν αρμόδιος να λάβει την απόφαση σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.

85. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες θα ήταν ορθή διοικητική πρακτική για τον Γενικό Γραμματέα να αφήσει την απόφαση στον Πρόεδρο, ακόμη και αν είναι αρμόδιος σύμφωνα με τον ανωτέρω κανόνα, για παράδειγμα, αν συμμετείχε άμεσα στην προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να την έχει λάβει ο ίδιος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπήρχαν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.

86. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι, σε παρόμοια κατάσταση σχετικά με την αξιολόγηση του προσωπικού για το έτος 2003, η απόφαση σχετικά με την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 είχε ληφθεί από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην περίπτωση αυτή, ο Γενικός Γραμματέας είχε λάβει επισήμως θέση σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος πριν λάβει την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 (6). Αυτό δεν φαίνεται να συνέβη σε σχέση με τη διαδικασία αξιολόγησης του 2004.

87. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν απάντησε στην ερώτησή του σχετικά με το αν ο Γενικός Γραμματέας έδωσε συνέχεια στην επιστολή που του απέστειλε η επιτροπή εκθέσεων. Ωστόσο, ελλείψει στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι ο Γενικός Γραμματέας παρέλαβε την επιστολή και έδωσε συνέχεια σε αυτήν, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν ήταν αρμόδιος να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.

ΣΤ. Ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

88. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο φάκελός του θα πρέπει να επανεξεταστεί και ότι θα πρέπει να υποβληθεί στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου προς απόφαση.

89. Το Κοινοβούλιο έκρινε ότι η απόφαση να απονεμηθούν στον καταγγέλλοντα δύο μόρια αξιολόγησης για το 2004 ήταν δικαιολογημένη και ότι είχε ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία. Δεν σχολίασε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

90. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεών του, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος φαίνεται βάσιμος. Ως εκ τούτου, θα το συμπεριλάβει στο σχέδιο σύστασής του κατωτέρω.

Ζ. Συμπεράσματα

Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

Το σχέδιο σύστασης

Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή του σχετικά με την απονομή μορίων αξιολόγησης στον καταγγέλλοντα για το έτος 2004 1) διενεργώντας κατάλληλη συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων του και των προσόντων των υπαλλήλων της σχετικής ομάδας αναφοράς κατά το εν λόγω έτος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, και 2) διαβιβάζοντας νέα και δεόντως αιτιολογημένη απόφαση στον καταγγέλλοντα.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Ιανουαρίου 2009. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 15 Οκτωβρίου 2008


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, Επίσημη Εφημερίδα 1994, L 113, σ. 15.

(2) Υπόθεση C-277/01 P, Κοινοβούλιο κατά Samper, Συλλογή 2003, σ. I-3019, σκέψη 35.

(3) Η ΑΔΑ παρέπεμψε στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-121). Η σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως έχει ως εξής: «Πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι, σε περίπτωση αποφάσεως περί απορρίψεως υποψηφιότητας, η ΑΔΑ υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή της, τουλάχιστον όταν απορρίπτει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής. Τούτο συνάδει με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το οποίο απαιτεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να εκδίδει «αιτιολογημένη απόφαση» σε απάντηση διοικητικής ενστάσεως. Δεδομένου ότι οι προαγωγές και οι μεταθέσεις συνεπάγονται επιλογές, αρκεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης να αφορά την ύπαρξη των νομικών προϋποθέσεων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης για τη νομιμότητα της διαδικασίας.»

(4) Απόφαση στην υπόθεση T-52/90, Volger κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-121, σκέψη 40.

(5) Σκέψη 36 της αποφάσεως.

(6) Ο Γενικός Γραμματέας, με επιστολή της 24ης Ιουνίου 2004 (παράρτημα 9 της καταγγελίας 3051/2005/(PB)WP του καταγγέλλοντος), ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη θέση του όσον αφορά τις διαδικαστικές παρατυπίες που εντοπίστηκαν από την επιτροπή εκθέσεων. Στη συνέχεια, η καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, η οποία απευθυνόταν στον Γενικό Γραμματέα, εξετάστηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!