FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 259/2005/(PB)GG

(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Το 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων αφορούσε την «Αποκατάσταση των θυμάτων βασανιστηρίων». Προβλεπόταν ότι οι δραστηριότητες που θα υποστηρίζονταν από την Επιτροπή θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε οποιαδήποτε χώρα (με εξαίρεση ορισμένες τρίτες χώρες). Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων (με τη μορφή που δόθηκε μετά την έκδοση διορθωτικού) προέβλεπε περαιτέρω τα εξής: «Εάν οι δραστηριότητες πραγματοποιούνται εντός της ΕΕ, οι δραστηριότητες αποκατάστασης πρέπει να στοχεύουν στα θύματα που προέρχονται από χώρες εκτός της ΕΕ ή στην πρόληψη των βασανιστηρίων σε χώρες εκτός της ΕΕ.»

Σύμφωνα με τις «κατευθυντήριες γραμμές για τους αιτούντες επιδότηση που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2004» (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές»), η διαδικασία έπρεπε να περιλαμβάνει δύο στάδια, ήτοι i) την υποβολή προκαταρκτικών προτάσεων και ii) την υποβολή συμπληρωμένων αιτήσεων για ορισμένες προεπιλεγμένες αιτήσεις (σημείο 2.2). Οι προκαταρκτικές προτάσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 27 Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Στη συνέχεια, οι αιτήσεις αυτές έπρεπε να ελεγχθούν από την Επιτροπή. Μόνο οι αιτούντες που είχαν υποβάλει τις καλύτερες προκαταρκτικές προτάσεις κλήθηκαν στη συνέχεια να υποβάλουν συμπληρωμένες αιτήσεις.

Το σημείο 2.2.1 των κατευθυντήριων γραμμών όριζε τα εξής: «Οι αιτούντες πρέπει να υποβάλουν αίτηση στα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ισπανικά.» Προέβλεψε επίσης ότι οι αιτήσεις έπρεπε να συνοδεύονται από i) το καταστατικό ή το καταστατικό της αιτούσας οργάνωσης, ii) την πλέον πρόσφατη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και τους λογαριασμούς του αιτούντος, iii) έκθεση εξωτερικού ελέγχου (σε περίπτωση που η αιτούμενη επιχορήγηση υπερέβαινε τα 300 000 EUR) και iv) το δελτίο νομικής οντότητας (έντυπο που παρέχεται από την Επιτροπή) δεόντως συμπληρωμένο. Τα σημεία 2.2.1 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζουν ότι τα πρωτότυπα των εν λόγω εγγράφων πρέπει να υποβάλλονται και ότι, όταν τα εν λόγω έγγραφα συντάσσονται σε γλώσσα διαφορετική από τις προαναφερθείσες, «πρέπει να επισυνάπτεται πιστή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές».

Οι κατευθυντήριες γραμμές προέβλεπαν επίσης ότι οι ερωτήσεις θα μπορούσαν να αποστέλλονται στην Επιτροπή το αργότερο 21 ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την παραλαβή των προκαταρκτικών προτάσεων και ότι η απάντηση θα δίδεται το αργότερο 11 ημέρες πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.

Ο καταγγέλλων, μια γερμανική ένωση που παρέχει ψυχολογική θεραπεία και κοινωνική στήριξη σε πρόσφυγες και τις οικογένειές τους που είναι θύματα βασανιστηρίων, σκόπευε να υποβάλει αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων.

Σε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 17 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι όλα τα σχετικά έγγραφα που έπρεπε να προσκομίσει ήταν διαθέσιμα μόνο στη γερμανική γλώσσα και ότι η μετάφραση θα ήταν πολύ δαπανηρή και χρονοβόρα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ρώτησε αν οι πρωτότυπες εκδόσεις θα ήταν αποδεκτές και, αν όχι, αν θα ήταν μερικές μεταφράσεις.

Στην απάντησή της της 13ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή επισήμανε ότι «μπορείτε να στείλετε μερική μετάφραση, υπό την προϋπόθεση ότι το ενδιαφέρον μέρος [sic] μεταφράζεται: εκείνες που αναφέρονται στο καθεστώς «ngo» και στο είδος των δραστηριοτήτων που μπορεί να αναλάβει ο οργανισμός,...».

Στις 26 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι χρειαζόταν χρόνο για να προσκομίσει τις μεταφράσεις αυτές και, ως εκ τούτου, ζήτησε παράταση της προθεσμίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν ελήφθη απάντηση από την Επιτροπή.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί σαφή διάκριση σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστές ως αποτέλεσμα του αιτήματος της Επιτροπής να υποβάλλονται οι αιτήσεις στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο όρος αυτός ήταν επίσης αντίθετος προς τη συνθήκη ΕΚ και τον κανονισμό αριθ. 1 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (2) («κανονισμός 1/58»).

Το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 έχει ως εξής:

«Τα έγγραφα που ένα κράτος μέλος ή πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους αποστέλλει στα όργανα της Κοινότητας μπορούν να συντάσσονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες που έχει επιλέξει ο αποστολέας. Η απάντηση συντάσσεται στην ίδια γλώσσα.»

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στο αίτημά της για παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων συνιστούσε έλλειψη ευγένειας και, ως εκ τούτου, παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι όλες οι επίσημες γλώσσες της ΕΕ θα πρέπει να γίνονται δεκτές σε μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Κατά την άποψή της, η Επιτροπή υποστήριζε ότι επέδειξε πάντοτε ισχυρή προσήλωση στη γλωσσική πολυμορφία εντός της Κοινότητας.

Όσον αφορά τη μετάφραση των εντύπων υποψηφιότητας, η Επιτροπή επισήμανε ότι το ζήτημα αυτό είχε ήδη εξεταστεί από τον τότε πρόεδρό της Prodi στην απάντησή του της 29ης Ιανουαρίου 2002 στη γραπτή ερώτηση E-1479/01. Η απάντηση αυτή έχει ως εξής:(3)

"Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τη δέσμευσή της να διατηρήσει τη γλωσσική πολυμορφία στην Κοινότητα, όπως καταδεικνύεται από τα σχέδια που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Έτους Γλωσσών το 2001.

Οι αποφάσεις και τα επίσημα έγγραφα σχετικά με την εξωτερική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένου του εγχειριδίου οδηγιών που εξέδωσε η Επιτροπή στις 10 Νοεμβρίου 1999, διατίθενται στις έντεκα κοινοτικές γλώσσες. Ομοίως, όπου είναι δυνατόν, επίσημα έγγραφα σχετικά με τη χρηματοδότηση σχεδίων που υποβάλλονται στις επιτροπές διαχείρισης, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του προγράμματος TACIS στο οποίο αναφέρεται ο κ. βουλευτής.

Στην περίπτωση των συχνά χρονοβόρων προσκλήσεων υποβολής προσφορών και των σχετικών εγγράφων για έργα συνεργασίας με τρίτες χώρες, δεν είναι εφικτό —δεδομένου του υψηλού κόστους από άποψη οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και του επιπλέον χρόνου που απαιτείται για την παροχή εξωτερικής βοήθειας— να πραγματοποιείται συστηματική εργασία στις εθνικές γλώσσες τόσο όλων των δικαιούχων χωρών όσο και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (...) Περιττό να αναφερθεί ότι οι επιλογές γίνονται χωρίς καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας.

Η Επιτροπή προσπαθεί να υιοθετήσει μια ρεαλιστική προσέγγιση τόσο για την ταχεία και αποτελεσματική δράση της όσο και για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης των εν λόγω φορέων εκμετάλλευσης. Χρησιμοποιεί τις κοινοτικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια. Για πρακτικούς λόγους, η Επιτροπή δέχεται ορισμένα παραρτήματα των προσφορών να συντάσσονται σε γλώσσα διαφορετική από την κοινοτική γλώσσα που χρησιμοποιείται στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στο έντυπο απάντησης. Και το προσωπικό της Επιτροπής είναι διαθέσιμο για να αποσαφηνίσει κάθε πτυχή της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί για τους ενδιαφερόμενους φορείς εκμετάλλευσης.

(...)»

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή τόνισε ότι η προθεσμία είχε καθοριστεί και ότι ήταν αδύνατο να χορηγηθούν εξαιρέσεις. Επισήμανε επίσης ότι η αίτηση παρατάσεως απορρίφθηκε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απεστάλη την ίδια ημέρα, αντίγραφο του οποίου προσκόμισε.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δέχθηκε ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει ότι είχε απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμά του της 26ης Οκτωβρίου 2004. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι δεν είχε λάβει την εν λόγω απάντηση εκείνη τη χρονική στιγμή, πιθανώς για τεχνικούς λόγους.

Όσον αφορά το κύριο μέρος της καταγγελίας του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η γνώμη της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι η καταγγελία του ήταν δικαιολογημένη. Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, με τη δέσμευση στην οποία είχε αναφερθεί στη γνώμη της. Υπογραμμίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν προέβη στις ανακοινώσεις του κ. Prodi, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε παραρτήματα σε άλλες γλώσσες.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Το πρώτο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες

Ως εκ τούτου, στις 23 Σεπτεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει τη συμβατότητα της σχετικής γλωσσικής απαίτησης με το άρθρο 21 της συνθήκης ΕΚ και τον κανονισμό 1/58.

Απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι γνώριζε το άρθρο 4 του κανονισμού 1/58, το οποίο προβλέπει ότι οι κανονισμοί και τα άλλα έγγραφα γενικής εφαρμογής πρέπει να συντάσσονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες, καθώς και το άρθρο 21 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να απευθύνεται γραπτώς σε οποιοδήποτε από τα κοινοτικά όργανα σε μία από τις επίσημες γλώσσες και να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

Η Επιτροπή τόνισε ότι οι δηλώσεις της, συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας δήλωσης του κ. Prodi, έγιναν σε πλήρη εκτίμηση αυτού του νομικού πλαισίου. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι δηλώσεις αυτές είχαν λάβει υπόψη την ανάγκη να εφαρμοστεί «ένας ρεαλιστικός κανόνας της λογικής στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας, προκειμένου να βρεθεί μια κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των ανωτέρω νομικών απαιτήσεων και της υποχρέωσης της Επιτροπής να εξασφαλίσει αξιόπιστη, έγκαιρη και υψηλής ποιότητας εφαρμογή της κοινοτικής βοήθειας». Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η παροχή εξωτερικής βοήθειας αποτελεί πολιτική καίριας σημασίας για τον ρόλο της ΕΕ στον κόσμο και ότι πρέπει να υλοποιηθεί «στο πλαίσιο των περιορισμένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων για τη μετάφραση και των αυστηρών διαδικαστικών προθεσμιών προς το συμφέρον των τελικών δικαιούχων. Εάν η Επιτροπή εργαζόταν συστηματικά στις εθνικές γλώσσες τόσο όλων των δικαιούχων χωρών όσο και των κρατών μελών της ΕΕ, η αποστολή της θα σταματούσε, δεδομένων των περιορισμών στους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους.

Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι «είναι υψίστης σημασίας όλα τα έγγραφα να είναι κατανοητά στις δικαιούχες χώρες τόσο από τους ιδιωτικούς όσο και από τους δημόσιους εταίρους». Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή χρησιμοποιεί, όπως είχε πει ο κ. Prodi, «τις κοινοτικές γλώσσες που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια». Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές είχαν καταστήσει σαφές ότι η επιλεξιμότητα δεν περιοριζόταν σε οργανισμούς εντός της ΕΕ, δεδομένου ότι κατάλληλοι οργανισμοί εκτός της ΕΕ μπορούσαν επίσης να υποβάλουν αιτήσεις.

Η Επιτροπή συνέχισε ως εξής:

«Η κατανόηση αποτελεί προϋπόθεση για την κυριότητα των έργων από τους εταίρους στις δικαιούχους χώρες, χωρίς την οποία τα εν λόγω έργα είναι βέβαιο ότι θα αποτύχουν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή βασίζεται στην αρχή ότι οι ευρωπαϊκοί φορείς που υποβάλλουν αιτήσεις πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν στην κοινοτική γλώσσα ή στις γλώσσες που χρησιμοποιούνται συνήθως στην τρίτη χώρα ή στις τρίτες χώρες όπου υλοποιείται το σχέδιό τους. (...).

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η παρούσα πρακτική είναι ισορροπημένη, δεδομένου ότι επιδιώκει να διασφαλίσει την εύλογη χρήση των περιορισμένων μεταφραστικών πόρων σε αναγνώριση της ευθύνης των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων έναντι του ευρωπαίου φορολογούμενου, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο τη διαφάνεια των ενεργειών της Επιτροπής ή τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών για επαρκή ενημέρωση. (...)»

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι η Επιτροπή δέχθηκε τελικά ότι κάθε πολίτης της ΕΕ μπορεί να απευθύνεται σε κάθε κοινοτικό όργανο και οργανισμό σε μία από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Υποστήριξε ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν είχε καμία σχέση με εξωτερική βοήθεια ή σχέδια σε τρίτες χώρες. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι παρατηρήσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι θεωρεί ότι πρόκειται για αλαζονική συμπεριφορά. Σημείωσε επίσης ότι η Επιτροπή είχε αποστείλει την απάντησή της μόλις στις 5 Δεκεμβρίου 2005, μολονότι ο Διαμεσολαβητής της είχε ζητήσει να το πράξει έως τις 31 Οκτωβρίου 2005. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι αυτή η «τακτική καθυστέρησης» θα μπορούσε να έχει ως στόχο να παραιτηθούν οι πολίτες της ΕΕ από το δικαίωμά τους να υποβάλουν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Το δεύτερο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες

Στις 31 Μαρτίου 2006, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε δεύτερο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες στην Επιτροπή, ζητώντας απάντηση στα ακόλουθα ερωτήματα:

(1) Η απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες αναφέρεται στην εξεύρεση «επαρκούς ισορροπίας» μεταξύ, αφενός, των νομικών απαιτήσεων του κανονισμού 1/58 και του άρθρου 21 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και, αφετέρου, της υποχρέωσης της Επιτροπής να εξασφαλίζει αξιόπιστη, έγκαιρη και υψηλής ποιότητας εφαρμογή της κοινοτικής βοήθειας. Θα μπορούσε η Επιτροπή να δηλώσει σαφώς εάν θεωρεί, λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό 1/58 και το άρθρο 21 της συνθήκης ΕΚ εν γένει και το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 ειδικότερα, ότι το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στον αιτούντα να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα σε αίτηση που αποστέλλεται ως απάντηση σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων που δημοσιεύεται από κοινοτικό όργανο;

(2) α) Εάν η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι αρνητική, θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους της άποψής της;

(2) β) Εάν η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι θετική, θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει σε ποια νομική βάση θεωρεί ότι η “υποχρέωση εξασφάλισης αξιόπιστης, έγκαιρης και υψηλής ποιότητας εφαρμογής της κοινοτικής βοήθειας” θα μπορούσε να της δώσει το δικαίωμα να περιορίσει τον αριθμό των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιούν οι αιτούντες που απαντούν σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων;

(3) Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η θέση της σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα είχε εκτεθεί στη δήλωση του G. Prodi της 29ης Ιανουαρίου 2002. Ωστόσο, στη δήλωση αυτή, ο κ. Prodi εξήγησε ότι «η Επιτροπή δέχεται ορισμένα παραρτήματα των προσφορών να συντάσσονται σε γλώσσα διαφορετική από την κοινοτική γλώσσα που χρησιμοποιείται στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στο έντυπο απάντησης». Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι κατευθυντήριες γραμμές για την επίμαχη στην παρούσα υπόθεση πρόσκληση υποβολής προτάσεων απαιτούσαν, παρά ταύτα, μετάφραση όλων των δικαιολογητικών εγγράφων στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα;

(4) Η Επιτροπή τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι όλα τα έγγραφα είναι κατανοητά στις αποδέκτριες χώρες. Γενικότερα, η Επιτροπή αναφέρεται στη σημασία που αποδίδει στην εξωτερική βοήθεια και στην ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των δικαιούχων χωρών. Ωστόσο, η παρούσα πρόσκληση υποβολής προτάσεων προέβλεπε ότι οι προς στήριξη δραστηριότητες θα μπορούσαν επίσης να πραγματοποιηθούν εντός της ΕΕ και ότι, στην περίπτωση αυτή, «οι δραστηριότητες αποκατάστασης πρέπει να στοχεύουν στα θύματα που προέρχονται από χώρες εκτός της ΕΕ ή στην πρόληψη των βασανιστηρίων σε χώρες εκτός της ΕΕ». Ως εκ τούτου, η πρόσκληση υποβολής προτάσεων προέβλεπε τη δυνατότητα η σχετική δραστηριότητα να συνίσταται στην παροχή φροντίδας, εντός της ΕΕ, σε θύματα βασανιστηρίων από χώρες όπου δεν ομιλείται ούτε η αγγλική, ούτε η γαλλική ούτε η ισπανική γλώσσα. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, παρ’ όλα αυτά, κρίθηκε αναγκαίο οι αιτήσεις να υποβάλλονται στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα;

(5) Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας στα θύματα βασανιστηρίων, δηλαδή ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην προστασία και τη βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, δεν αφορούσε εμπορικά ζητήματα. Επιπλέον, και όπως προαναφέρθηκε, οι δραστηριότητες που θα υποστηριχθούν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν στην ΕΕ και να ωφελήσουν άτομα από χώρες όπου δεν ομιλείται ούτε η αγγλική, ούτε η γαλλική ούτε η ισπανική γλώσσα. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί, παρόλα αυτά, κρίθηκε αναγκαίο να περιοριστούν οι γλώσσες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους αιτούντες στις "κοινοτικές γλώσσες που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια";

Απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

Η υποβολή εγγράφων σε απάντηση πρόσκλησης υποβολής προτάσεων από κοινοτικό όργανο πραγματοποιείται στο πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. Ούτε το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΚ ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 αφορούν ειδικώς τα δικαιώματα των αιτούντων στο πλαίσιο προσκλήσεων υποβολής προτάσεων των κοινοτικών οργάνων.

Στο πλαίσιο πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, η Επιτροπή καλεί τα νομικά πρόσωπα να συνάψουν συμβατική σχέση μαζί της για την υλοποίηση δράσεων. Ως ανάδοχος, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί και το αντικείμενο της πρόσκλησης. Εν προκειμένω, η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την υποβολή αιτήσεων σε μία από τις τρεις γλώσσες ενέπιπτε στη διακριτική της ευχέρεια και δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους.

Σύμφωνα με το άρθρο 177 της συνθήκης ΕΚ, η παροχή εξωτερικής βοήθειας ήταν μια πολιτική κεντρικής σημασίας για τον ρόλο της ΕΕ στον κόσμο. Έπρεπε να διασφαλιστεί στο πλαίσιο των περιορισμένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων για τη μετάφραση και των αυστηρών διαδικαστικών προθεσμιών προς το συμφέρον των τελικών δικαιούχων. Εάν η Επιτροπή εργαζόταν συστηματικά σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ στον τομέα αυτό, η παράταση της διαδικασίας για την παροχή εξωτερικής βοήθειας θα ήταν τόσο σημαντική ώστε θα καθιστούσε αδύνατη την αποτελεσματική επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 177 της συνθήκης ΕΚ. Η επιλογή της γαλλικής, της αγγλικής και της ισπανικής γλώσσας για τους σκοπούς της συγκεκριμένης πρόσκλησης ήταν ορθολογική, δεδομένου ότι επιδίωκε να διασφαλίσει την ορθολογική χρήση των περιορισμένων μεταφραστικών πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τις γλωσσικές ικανότητες των εμπλεκόμενων ανθρώπινων πόρων και αναγνωρίζοντας την ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων έναντι του ευρωπαίου φορολογούμενου, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο τη διαφάνεια των ενεργειών της Επιτροπής ή τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών για επαρκή ενημέρωση.

Η Επιτροπή επέτρεψε πράγματι στον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με το αίτημά του, να υποβάλει τα δικαιολογητικά του έγγραφα στη γερμανική γλώσσα, συνοδευόμενα από μερικές μεταφράσεις στην αγγλική, την ισπανική ή τη γαλλική γλώσσα για τα σχετικά μέρη, εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε καμία πρόταση για την παρούσα πρόσκληση. Η αποδοχή εκπρόθεσμης υποβολής θα συνιστούσε σοβαρή και απαράδεκτη διάκριση σε βάρος των άλλων προσφευγόντων που είχαν τηρήσει την προθεσμία.

Η μετάφραση των δικαιολογητικών εγγράφων σε μία από τις δύο ή τρεις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων μπορεί να εκληφθεί ως επιβάρυνση από ορισμένες ΜΚΟ. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν εμπόδισε οργανώσεις από όλες τις επιλέξιμες χώρες να συμμετάσχουν σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων και να απαντήσουν εντός των καθορισμένων προθεσμιών.

Επί του τρίτου ερωτήματος

Η δήλωση του κ. Prodi άφησε την αποδοχή των εν λόγω συνημμένων στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής κατά περίπτωση, όπως δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παρέκκλιση από την απαίτηση μετάφρασης των δικαιολογητικών εγγράφων, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο της παρούσας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων.

Τέταρτο και πέμπτο ερώτημα

Ο κανόνας που απαιτεί μετάφραση των δικαιολογητικών εγγράφων σε μία από τις γλώσσες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων δεν εμπόδισε ποτέ τους αιτούντες που ενδιαφέρονταν να συμμετάσχουν να απαντήσουν εντός των καθορισμένων προθεσμιών. Το σκεπτικό του εν λόγω κανόνα ήταν πρωτίστως η διευκόλυνση του έργου των μελών των Επιτροπών Αξιολόγησης που πρέπει να αποφανθούν σχετικά με την ποιότητα των προτάσεων, την επιλεξιμότητά τους και τη διοικητική συμμόρφωσή τους. Τα μέλη των επιτροπών αυτών πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν αρκετές εκατοντάδες προτάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων για τη θεματική γραμμή του προϋπολογισμού, ανεξάρτητα από το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής τους.

Εν πάση περιπτώσει, ο αναθεωρημένος πρακτικός οδηγός για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις της ΕΚ, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Φεβρουαρίου 2006, μετέβαλε ουσιαστικά το γλωσσικό καθεστώς του EuropeAid που εφαρμόζεται στα δικαιολογητικά έγγραφα που πρέπει να υποβάλλουν οι αιτούντες στο πλαίσιο ανοικτών προσκλήσεων υποβολής προτάσεων.

Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι αιτούντες που έχουν επιλεγεί προσωρινά ή περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων πρέπει να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που ζητούνται με τη μορφή πρωτοτύπων ή φωτοαντιγράφων των εν λόγω πρωτοτύπων και έχουν τη δυνατότητα να τα υποβάλουν σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Όταν τα έγγραφα αυτά είναι σε επίσημη γλώσσα της ΕΕ διαφορετική από τις γλώσσες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, συνιστάται θερμά, προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιολόγηση, να παρέχεται μετάφραση, σε μία από τις γλώσσες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, των σχετικών τμημάτων των εγγράφων που αποδεικνύουν την επιλεξιμότητα του αιτούντος.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η απάντηση της Επιτροπής εστάλη στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά

1.1 Το 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων αφορούσε την «Αποκατάσταση των θυμάτων βασανιστηρίων». Προβλεπόταν ότι οι δραστηριότητες που θα υποστηρίζονταν από την Επιτροπή θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε οποιαδήποτε χώρα (με εξαίρεση ορισμένες τρίτες χώρες). Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων (με τη μορφή που δόθηκε μετά την έκδοση διορθωτικού) προέβλεπε περαιτέρω τα εξής: «Εάν οι δραστηριότητες πραγματοποιούνται εντός της ΕΕ, οι δραστηριότητες αποκατάστασης πρέπει να στοχεύουν στα θύματα που προέρχονται από χώρες εκτός της ΕΕ ή στην πρόληψη των βασανιστηρίων σε χώρες εκτός της ΕΕ.»

1.2 Σύμφωνα με τις «κατευθυντήριες γραμμές για τους αιτούντες επιχορήγηση που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2004» (οι «κατευθυντήριες γραμμές»), η διαδικασία έπρεπε να περιλαμβάνει δύο στάδια, ήτοι (i) την υποβολή προκαταρκτικών προτάσεων και (ii) την υποβολή συμπληρωμένων αιτήσεων για ορισμένες προεπιλεγμένες αιτήσεις. Οι προκαταρκτικές προτάσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 27 Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Στη συνέχεια, οι αιτήσεις αυτές έπρεπε να ελεγχθούν από την Επιτροπή. Μόνο οι αιτούντες που είχαν υποβάλει τις καλύτερες προκαταρκτικές προτάσεις κλήθηκαν στη συνέχεια να υποβάλουν συμπληρωμένες αιτήσεις.

1.3 Το σημείο 2.2.1 των κατευθυντήριων γραμμών όριζε τα εξής: «Οι αιτούντες πρέπει να υποβάλουν αίτηση στα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ισπανικά.» Προέβλεψε επίσης ότι οι αιτήσεις έπρεπε να συνοδεύονται από i) το καταστατικό ή το καταστατικό της αιτούσας οργάνωσης, ii) την πλέον πρόσφατη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και τους λογαριασμούς του αιτούντος, iii) έκθεση εξωτερικού ελέγχου (σε περίπτωση που η αιτούμενη επιχορήγηση υπερέβαινε τα 300 000 EUR) και iv) το δελτίο νομικής οντότητας (έντυπο που παρέχεται από την Επιτροπή) δεόντως συμπληρωμένο. Το σημείο 2.2.1 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι τα πρωτότυπα των εν λόγω εγγράφων πρέπει να υποβάλλονται και ότι, όταν τα εν λόγω έγγραφα συντάσσονται σε γλώσσα διαφορετική από τις προαναφερθείσες, «πρέπει να επισυνάπτεται πιστή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές».

Οι κατευθυντήριες γραμμές προέβλεπαν επίσης ότι οι ερωτήσεις θα μπορούσαν να αποστέλλονται στην Επιτροπή το αργότερο 21 ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την παραλαβή των προκαταρκτικών προτάσεων και ότι η απάντηση θα δίδεται το αργότερο 11 ημέρες πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.

1.4 Ο καταγγέλλων, μια γερμανική ένωση που προσφέρει ψυχολογική θεραπεία και κοινωνική υποστήριξη στους πρόσφυγες και τις οικογένειές τους που είναι θύματα βασανιστηρίων, σκόπευε να υποβάλει αίτηση ως απάντηση στην παρούσα πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

1.5 Σε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 17 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι όλα τα σχετικά έγγραφα που έπρεπε να προσκομίσει ήταν διαθέσιμα μόνο στη γερμανική γλώσσα και ότι η μετάφραση θα ήταν πολύ δαπανηρή και χρονοβόρα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ρώτησε αν οι πρωτότυπες εκδόσεις θα ήταν αποδεκτές και, αν όχι, αν θα ήταν μερικές μεταφράσεις. Στην απάντησή της της 13ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή επισήμανε ότι «μπορείτε να στείλετε μερική μετάφραση, υπό την προϋπόθεση ότι το ενδιαφέρον μέρος [sic] μεταφράζεται: εκείνες που αναφέρονται στο καθεστώς «ngo» και στο είδος των δραστηριοτήτων που μπορεί να αναλάβει ο οργανισμός,...».

1.6 Στις 26 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι χρειαζόταν χρόνο για να προσκομίσει τις μεταφράσεις αυτές και, ως εκ τούτου, ζήτησε παράταση της προθεσμίας.

2 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

2.1 Στην καταγγελία της προς το Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι (1) είχε υποστεί διακρίσεις λόγω του αιτήματος της Επιτροπής να υποβάλλονται οι αιτήσεις στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα και ότι ο όρος αυτός ήταν επίσης αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης (2) ότι η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στο αίτημά της για παράταση της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων συνιστούσε έλλειψη ευγένειας και, ως εκ τούτου, παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι όλες οι επίσημες γλώσσες της ΕΕ θα πρέπει να γίνονται δεκτές σε μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων.

2.2 Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή τόνισε, όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ότι η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων είχε καθοριστεί και ότι ήταν αδύνατο να γίνουν δεκτές εξαιρέσεις. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για παράταση απορρίφθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη την ίδια ημέρα, αντίγραφο του οποίου υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή.

2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δέχθηκε ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει ότι είχε απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμά του της 26ης Οκτωβρίου 2004. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι δεν είχε λάβει την εν λόγω απάντηση εκείνη τη χρονική στιγμή, πιθανώς για τεχνικούς λόγους.

2.4 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων απέσυρε ουσιαστικά τον δεύτερο ισχυρισμό. Επομένως, μόνον ο πρώτος ισχυρισμός και η πρώτη αιτίαση πρέπει να εξετασθούν εν προκειμένω.

2.5 Ο πρώτος ισχυρισμός περιλαμβάνει δύο σκέλη, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ισχυρίζεται (i) ότι υπέστη δυσμενή διάκριση και (ii) ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής ήταν παράνομη. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων περιορίστηκε ουσιαστικά στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της συμπεριφοράς της Επιτροπής και δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα για να αποδείξει την εικαζόμενη διάκριση. Πράγματι, ο καταγγέλλων φαίνεται να ισχυρίζεται ότι υπήρξε διάκριση, δεδομένου ότι η Επιτροπή επέμεινε ότι οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν σε μία από τις τρεις συγκεκριμένες κοινοτικές γλώσσες και δεν μπορούσαν να συνταχθούν στα γερμανικά. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί διακριτικής μεταχείρισης συνδέεται στενά με τον ισχυρισμό περί παράνομης συμπεριφοράς και βασίζεται σε αυτόν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να επικεντρωθεί σε αυτόν.

2.6 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στο πρώτο αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών, η καταγγέλλουσα παρατήρησε ότι η Επιτροπή είχε αποστείλει την απάντησή της μόλις στις 5 Δεκεμβρίου 2005, μολονότι ο Διαμεσολαβητής της είχε ζητήσει να το πράξει έως τις 31 Οκτωβρίου 2005. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι αυτή η «τακτική καθυστέρησης» θα μπορούσε να έχει ως στόχο να παραιτηθούν οι πολίτες της ΕΕ από το δικαίωμά τους να υποβάλουν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

2.7 Πρέπει να σημειωθεί ότι στις 19 Οκτωβρίου 2005, δηλαδή πριν από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τον Διαμεσολαβητή παράταση της προθεσμίας έως τις 25 Νοεμβρίου 2005. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από τον Διαμεσολαβητή στις 4 Νοεμβρίου 2005 και ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά την ίδια ημέρα. Στις 10 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι θα υπάρξει περαιτέρω καθυστέρηση. Όπως αποδείχθηκε, το αγγλικό πρωτότυπο της απάντησης της Επιτροπής στην πρώτη αίτηση παροχής περαιτέρω πληροφοριών εστάλη στις 23 Νοεμβρίου 2005 και, ως εκ τούτου, εντός της παραταθείσας προθεσμίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποψία του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή ενδέχεται να ακολουθεί παρελκυστική τακτική φαίνεται αβάσιμη.

3 Υποτιθέμενος παράνομος περιορισμός των παραδεκτών γλωσσών

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το αίτημα της Επιτροπής να υποβάλλονται οι αιτήσεις στην αγγλική, γαλλική ή ισπανική γλώσσα ήταν αντίθετο προς τη συνθήκη ΕΚ και τον κανονισμό αριθ. 1 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (4) («κανονισμός 1/58»). Ισχυρίστηκε ότι όλες οι επίσημες γλώσσες της ΕΕ θα πρέπει να γίνονται δεκτές σε μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων.

Το άρθρο 21 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ ορίζει τα εξής:

«Κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να απευθύνεται γραπτώς σε οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους οργανισμούς που αναφέρονται στο παρόν άρθρο ή στο άρθρο 7 σε μία από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 314 και να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.»

Το άρθρο 314 της Συνθήκης ΕΚ αναφέρει τις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ.

Το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 έχει ως εξής:

«Τα έγγραφα που ένα κράτος μέλος ή πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους αποστέλλει στα όργανα της Κοινότητας μπορούν να συντάσσονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες που έχει επιλέξει ο αποστολέας. Η απάντηση συντάσσεται στην ίδια γλώσσα.»

3.2 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ανέκαθεν επέδειξε ισχυρή προσήλωση στη γλωσσική πολυμορφία στην Κοινότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απάντηση της 29ης Ιανουαρίου 2002 που είχε δώσει ο τότε πρόεδρός της Prodi στη γραπτή ερώτηση E-1479/01. Η απάντηση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες δηλώσεις:

«Στην περίπτωση των συχνά χρονοβόρων προσκλήσεων υποβολής προσφορών και των σχετικών εγγράφων για έργα συνεργασίας με τρίτες χώρες, δεν είναι εφικτό —δεδομένου του υψηλού κόστους από άποψη οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και του επιπλέον χρόνου που απαιτείται για την παροχή εξωτερικής βοήθειας— να πραγματοποιείται συστηματική εργασία στις εθνικές γλώσσες τόσο όλων των δικαιούχων χωρών όσο και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (...).

Η Επιτροπή προσπαθεί να υιοθετήσει μια ρεαλιστική προσέγγιση τόσο για την ταχεία και αποτελεσματική δράση της όσο και για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης των εν λόγω φορέων εκμετάλλευσης. Χρησιμοποιεί τις κοινοτικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια. Για πρακτικούς λόγους, η Επιτροπή δέχεται ορισμένα παραρτήματα των προσφορών να συντάσσονται σε γλώσσα διαφορετική από την κοινοτική γλώσσα που χρησιμοποιείται στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στο έντυπο απάντησης. Και το προσωπικό της Επιτροπής είναι διαθέσιμο για να αποσαφηνίσει κάθε πτυχή της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί για τους ενδιαφερόμενους φορείς εκμετάλλευσης.»

3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η γνώμη της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι η καταγγελία του ήταν δικαιολογημένη. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τη δέσμευση στην οποία είχε αναφερθεί στη γνώμη της. Υπογραμμίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν προέβη στις ανακοινώσεις του κ. Prodi, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε παραρτήματα σε άλλες γλώσσες.

3.4 Στις 23 Σεπτεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει τη συμβατότητα της σχετικής γλωσσικής απαίτησης με το άρθρο 21 της συνθήκης ΕΚ και τον κανονισμό 1/58.

3.5 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα: (1) Η παροχή εξωτερικής βοήθειας ήταν μια πολιτική κεντρικής σημασίας για τον ρόλο της ΕΕ στον κόσμο και έπρεπε να διασφαλιστεί στο πλαίσιο των περιορισμένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων για τη μετάφραση και των αυστηρών διαδικαστικών προθεσμιών προς το συμφέρον των τελικών δικαιούχων. Εάν η Επιτροπή εργαζόταν συστηματικά στις εθνικές γλώσσες τόσο όλων των δικαιούχων χωρών όσο και των κρατών μελών της ΕΕ, η αποστολή της θα σταματούσε, δεδομένων των περιορισμών στους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους. (2) Ήταν υψίστης σημασίας όλα τα έγγραφα να είναι κατανοητά στις αποδέκτριες χώρες τόσο από τους ιδιωτικούς όσο και από τους δημόσιους εταίρους στις χώρες αυτές. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή χρησιμοποίησε, όπως είπε ο κ. Prodi, τις κοινοτικές γλώσσες που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια. (3) Συνακόλουθα, η Επιτροπή βασίστηκε στην αρχή ότι οι ευρωπαϊκοί φορείς που υποβάλλουν αιτήσεις πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν στην κοινοτική γλώσσα ή γλώσσες που χρησιμοποιούνται συνήθως στην τρίτη χώρα ή στις τρίτες χώρες όπου υλοποιείται το σχέδιό τους. (4) Οι δηλώσεις της, συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας δήλωσης του κ. Prodi, είχαν γίνει σε πλήρη εκτίμηση του σχετικού νομικού πλαισίου. Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές είχαν λάβει υπόψη την ανάγκη να εφαρμοστεί «ένας ρεαλιστικός κανόνας λογικής στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας, προκειμένου να εξευρεθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των ανωτέρω νομικών απαιτήσεων και της υποχρέωσης της Επιτροπής να εξασφαλίζει αξιόπιστη, έγκαιρη και υψηλής ποιότητας εφαρμογή της κοινοτικής βοήθειας». Η παρούσα πρακτική ήταν ισορροπημένη, δεδομένου ότι επιδιώκει να διασφαλίσει την εύλογη χρήση των περιορισμένων μεταφραστικών πόρων σε αναγνώριση της ευθύνης των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων έναντι του ευρωπαίου φορολογούμενου, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο τη διαφάνεια των ενεργειών της Επιτροπής ή τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών για επαρκή ενημέρωση.

3.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η παρούσα υπόθεση δεν είχε καμία σχέση με εξωτερική βοήθεια ή σχέδια σε τρίτες χώρες και ότι, ως εκ τούτου, οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ήταν άστοχες.

3.7 Στις 31 Μαρτίου 206, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένες συγκεκριμένες ερωτήσεις. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να δηλώσει σαφώς αν θεωρούσε, υπό το πρίσμα του κανονισμού 1/58 και του άρθρου 21 της Συνθήκης ΕΚ εν γένει και του άρθρου 2 του κανονισμού 1/58 ειδικότερα, ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στον αιτούντα το δικαίωμα να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα σε αίτηση που αποστέλλεται ως απάντηση σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων που δημοσιεύεται από κοινοτικό όργανο.

3.8 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα: (1) Η υποβολή εγγράφων σε απάντηση πρόσκλησης υποβολής προτάσεων από κοινοτικό όργανο πραγματοποιείται στο πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. Ούτε το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΚ ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 αφορούν ειδικά τα δικαιώματα των αιτούντων στο πλαίσιο τέτοιων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων. Στο πλαίσιο πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, η Επιτροπή καλεί τα νομικά πρόσωπα να συνάψουν συμβατική σχέση μαζί της για την υλοποίηση δράσεων. Ως ανάδοχος, περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ως προς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί και το αντικείμενο της πρόσκλησης. Εν προκειμένω, η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την υποβολή αιτήσεων σε μία από τις τρεις γλώσσες ενέπιπτε στη διακριτική της ευχέρεια και δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους. (2) Εάν η Επιτροπή εργαζόταν συστηματικά σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ στον τομέα αυτό, η παράταση της διαδικασίας για την παροχή εξωτερικής βοήθειας θα ήταν τόσο σημαντική ώστε θα καθιστούσε αδύνατη την αποτελεσματική επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 177 της συνθήκης ΕΚ. Η επιλογή της γαλλικής, της αγγλικής και της ισπανικής γλώσσας για τους σκοπούς της συγκεκριμένης πρόσκλησης ήταν ορθολογική, δεδομένου ότι αποσκοπούσε στη διασφάλιση της ορθολογικής χρήσης των περιορισμένων μεταφραστικών πόρων, λαμβανομένων υπόψη των γλωσσικών ικανοτήτων των εμπλεκόμενων ανθρώπινων πόρων. (3) Η Επιτροπή επέτρεψε πράγματι στον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με το αίτημά του, να υποβάλει τα δικαιολογητικά του έγγραφα στη γερμανική γλώσσα, συνοδευόμενα από μερικές μεταφράσεις στην αγγλική, την ισπανική ή τη γαλλική γλώσσα. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε καμία πρόταση για την παρούσα πρόσκληση. (4) Η μετάφραση των δικαιολογητικών εγγράφων σε μία από τις δύο ή τρεις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο πρόσκλησης υποβολής προτάσεων μπορεί να εκληφθεί ως επιβάρυνση από ορισμένες ΜΚΟ. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν εμπόδισε τους οργανισμούς όλων των επιλέξιμων χωρών να συμμετάσχουν σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. (5) Η δήλωση του κ. άφησε την αποδοχή των εν λόγω συνημμένων στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παρέκκλιση από την απαίτηση μετάφρασης των δικαιολογητικών εγγράφων, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο της παρούσας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. (6) Το σκεπτικό του κανόνα που απαιτούσε τη μετάφραση των δικαιολογητικών εγγράφων σε μία από τις γλώσσες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων ήταν πρωτίστως να διευκολύνει το έργο των μελών των επιτροπών αξιολόγησης που πρέπει να αποφανθούν σχετικά με την ποιότητα των προτάσεων, την επιλεξιμότητά τους και τη διοικητική συμμόρφωσή τους. (7) Σε κάθε περίπτωση, ο αναθεωρημένος πρακτικός οδηγός για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις της ΕΚ, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Φεβρουαρίου 2006, εισήγαγε στην πράξη αλλαγές στον σχετικό τομέα. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι αιτούντες που έχουν επιλεγεί προσωρινά ή περιλαμβάνονται σε εφεδρικό πίνακα προσλήψεων πρέπει να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και έχουν τη δυνατότητα να τα υποβάλουν σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.

3.9 Η απάντηση της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

3.10 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει ένα σημαντικό ζήτημα. Πριν από την εξέταση του ζητήματος αυτού, φαίνεται ότι απαιτούνται πέντε προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

3.11 Πρώτον, η υπό κρίση υπόθεση αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή δικαιούται να απαιτεί από τους αιτούντες που απαντούν σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων να χρησιμοποιούν συγκεκριμένη γλώσσα ή να επιλέγουν μία από τις γλώσσες που καθορίζει η Επιτροπή. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή υποχρεούται να καθιστά διαθέσιμα σε συγκεκριμένη γλώσσα τα έγγραφα που αφορούν συγκεκριμένη πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

3.12 Δεύτερον, η σχετική γλωσσική απαίτηση αφορά την αίτηση στο σύνολό της, δηλαδή την αίτηση αυτή καθαυτή και τα τυχόν δικαιολογητικά έγγραφα που πρέπει να υποβληθούν. Στην απάντησή της στο δεύτερο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή εξήγησε ότι τα δικαιολογητικά έγγραφα μπορούν πλέον να υποβάλλονται σε οποιαδήποτε κοινοτική γλώσσα (5). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αλλαγή αυτή συνιστά ασφαλώς βελτίωση σε σχέση με τους παλαιούς κανόνες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το νέο καθεστώς όχι μόνο καθιστά πιο ευέλικτη τη γλωσσική απαίτηση, αλλά ότι η υποβολή δικαιολογητικών εγγράφων φαίνεται πλέον να απαιτείται μόνο από τους αιτούντες που έχουν ήδη επιλεγεί ή προεπιλεγεί, ενώ προηγουμένως όλοι οι αιτούντες έπρεπε να υποβάλουν τα εν λόγω δικαιολογητικά έγγραφα (σε μία από τις γλώσσες που προβλέπονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ήδη το 2002 ο τότε Πρόεδρος της Επιτροπής είχε δηλώσει ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε ότι ορισμένα παραρτήματα των προσφορών μπορούσαν να συνταχθούν «σε γλώσσα διαφορετική από την κοινοτική γλώσσα που χρησιμοποιείται στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στο έντυπο απάντησης». Διερωτάται κανείς γιατί η Επιτροπή χρειάστηκε περισσότερα από τέσσερα έτη για να διασφαλίσει ότι η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές της για τους αιτούντες σχετικά με έργα όπως αυτό στο οποίο αναφέρεται η παρούσα καταγγελία. Παρεμπιπτόντως, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι νέοι κανόνες προβλέπουν ότι, όταν τα δικαιολογητικά έγγραφα συντάσσονται σε επίσημη γλώσσα της ΕΕ διαφορετική από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που προβλέπονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων, «συνιστάται θερμά, προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιολόγηση, να παρέχεται μετάφραση των σχετικών τμημάτων των εγγράφων (...) στη γλώσσα ή στις γλώσσες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων»(6). Λαμβανομένης υπόψη αυτής της διατύπωσης, δεν είναι σαφές αν οι νέοι κανόνες θα οδηγήσουν στην πράξη σε χαλάρωση της σχετικής γλωσσικής απαίτησης.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ανάγκη να δοθεί συνέχεια στα ζητήματα αυτά στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι είναι σε κάθε περίπτωση σαφές ότι οι αλλαγές αφορούν μόνο τα δικαιολογητικά έγγραφα και ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να απαιτεί από τους αιτούντες να υποβάλουν τις αιτήσεις τους στη γλώσσα ή στις γλώσσες που προβλέπονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

.13 Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι σχετικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων απευθύνονται σε νομικά πρόσωπα (7). Ωστόσο, το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι το δικαίωμα επιστολής σε οποιοδήποτε από τα θεσμικά όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΚ (συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής) σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ παρέχεται σε κάθε «πολίτη» της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο αν η διάταξη αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει και τα νομικά πρόσωπα (8). Ωστόσο, δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να επιλυθεί χωρίς προσφυγή στο άρθρο 21 παράγραφος 3, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί λεπτομερέστερα το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση.

3.14 Τέταρτον, μολονότι η παρούσα υπόθεση κινήθηκε από συγκεκριμένη πρόσκληση υποβολής προτάσεων, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά (μελλοντικές) προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στον οικείο τομέα εν γένει. Επομένως, στη συνέχεια, θα εξεταστούν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να εξακριβωθεί η λυσιτέλεια των επιχειρημάτων αυτών τόσο για την επίμαχη εν προκειμένω πρόσκληση υποβολής προτάσεων όσο και για τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων εν γένει.

3.15 Πέμπτον, η υπό κρίση αιτίαση ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με πρόσκληση υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΜΔΔΑ). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το ΕΜΔΔΑ βασίζεται σε δύο κανονισμούς που εξέδωσε το Συμβούλιο το 1999 (9). Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορούσε συγκεκριμένη πρόσκληση υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι αφορά μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ. Ως εκ τούτου, το παρόν σχέδιο σύστασης αφορά μόνο προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ.

3.16 Όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι αν η Επιτροπή δικαιούται να απαιτεί από τους αιτούντες που ανταποκρίνονται σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας να χρησιμοποιούν συγκεκριμένη γλώσσα ή να επιλέγουν μία από τις συγκεκριμένες γλώσσες που καθορίζει η Επιτροπή. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από τον κανονισμό 1/58. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, «τα έγγραφα τα οποία (...) ένα πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους αποστέλλει στα όργανα της Κοινότητας μπορούν να συντάσσονται σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες που επιλέγει ο αποστολέας». Πρέπει να σημειωθεί ότι, τουλάχιστον μέχρι το 2004, ο κανονισμός 1/58 επικαιροποιούνταν τακτικά προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση νέων κρατών μελών και η συνακόλουθη προσθήκη περαιτέρω επίσημων γλωσσών. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο παρών κανονισμός εξακολουθεί να εφαρμόζεται.

Ο καταγγέλλων είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, υπάγεται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους. Δεδομένου ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 εφαρμόζεται σαφώς στα νομικά πρόσωπα, ο καταγγέλλων θα είχε επομένως το δικαίωμα να υποβάλει την αίτησή του στη γερμανική γλώσσα ή σε οποιαδήποτε άλλη από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η τρέχουσα πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, εκτός εάν i) το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 δεν εφαρμοζόταν στον σχετικό τομέα ή ii) υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό.

θ) Εφαρμόζεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ;

3.17 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η υποβολή εγγράφων σε απάντηση πρόσκλησης υποβολής προτάσεων από κοινοτικό όργανο πραγματοποιείται στο πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο της παρούσας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων και ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο αυτό. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ο κανονισμός 1/58 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 290 της Συνθήκης ΕΚ. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:«Το γλωσσικό καθεστώς των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας καθορίζεται ομόφωνα από το Συμβούλιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Οργανισμού του Δικαστηρίου.» Δεδομένου ότι το άρθρο 290 ανήκει στις «Γενικές και τελικές διατάξεις» (Μέρος VI) της συνθήκης ΕΚ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο κανονισμός 1/58 καθορίζει τους γενικούς κανόνες σχετικά με τη χρήση των γλωσσών από ή προς τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη γενική διατύπωση των διατάξεων του κανονισμού 1/58. Ως εκ τούτου, κάθε περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της διάταξης αυτής θα πρέπει να διαπιστώνεται από το θεσμικό όργανο που επικαλείται τον εν λόγω περιορισμό. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε καμία άλλη διάταξη από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 δεν εφαρμόζεται στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ.

ii) Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58;

3.18 Η Επιτροπή προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα για να υποστηρίξει την άποψή της ότι δικαιούται να περιορίσει τον αριθμό των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιούν οι αιτούντες όταν απαντούν σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων σχετικά με την παροχή εξωτερικής βοήθειας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα αυτά, στον βαθμό που αφορούν προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, όπως αναφέρεται ανωτέρω (σημείο 3.14), δεν αφορά μόνο την πρόσκληση υποβολής προτάσεων στην οποία επιθυμούσε να συμμετάσχει, αλλά και τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ εν γένει, η ακόλουθη εξέταση θα κάνει διάκριση μεταξύ των δύο αυτών πτυχών, όπου αυτό είναι αναγκαίο.

3.19 Φαίνεται ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: i) οι αιτούντες θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν τις γλώσσες που απαιτεί η Επιτροπή· ii) είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα έργα γίνονται κατανοητά στις δικαιούχες χώρες· iii) η διοργάνωση τέτοιων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων συνεπάγεται περιθώριο διακριτικής ευχέρειας· iv) η απόφαση να απαιτείται από τους αιτούντες να χρησιμοποιούν τις κοινοτικές γλώσσες που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια είναι εύλογη· v) οι γλωσσικές απαιτήσεις δεν έχουν καταστήσει αδύνατο για τους αιτούντες να ανταποκριθούν στις εν λόγω προσκλήσεις υποβολής προτάσεων· vi) η εργασία σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες θα ήταν ανέφικτη στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο άλλα ζητήματα να έχουν σημασία στον τομέα αυτό. Ωστόσο, η εξέτασή του πρέπει προφανώς να περιοριστεί στα επιχειρήματα που πράγματι του προέβαλε η Επιτροπή.

3.20 Με το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58, ο κοινοτικός νομοθέτης έδωσε στα πρόσωπα που υπόκεινται στο δίκαιο κράτους μέλους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ επιθυμούν να χρησιμοποιούν όταν απευθύνονται στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. Υπό το πρίσμα της απόφασης αυτής, η οποία προσαρμόστηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι τυχόν περιορισμοί του δικαιώματος αυτού πρέπει να βασίζονται σε βάσιμους λόγους, να είναι αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού στόχου και να είναι αναλογικοί. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή απέδειξε ότι αυτό ισχύει όσον αφορά την πρόσκληση υποβολής προτάσεων στην οποία ο καταγγέλλων επιθυμούσε να συμμετάσχει και όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ εν γένει.

3.21 Η Επιτροπή πρότεινε οι αιτούντες να μπορούν να επικοινωνούν στην κοινοτική γλώσσα ή στις γλώσσες που χρησιμοποιούνται συνήθως στην τρίτη χώρα ή στις τρίτες χώρες όπου υλοποιείται το σχέδιό τους. Είναι προφανές ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι καθόλου πειστικό στην υπό κρίση υπόθεση, όπου το σχέδιο επρόκειτο να υλοποιηθεί στη Γερμανία από γερμανική ΜΚΟ που επιθυμούσε να υποβάλει αίτηση συνταχθείσα στη γερμανική γλώσσα.

Όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ εν γένει, και επομένως και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα σχέδια πρόκειται να υλοποιηθούν σε τρίτες χώρες, φαίνεται χρήσιμο να προστεθεί ότι η παραδοχή της Επιτροπής δεν συνιστά αυτή καθαυτή βάσιμο λόγο για να υποχρεωθούν οι αιτούντες να χρησιμοποιούν συγκεκριμένη γλώσσα ή συγκεκριμένο αριθμό γλωσσών για τις αιτήσεις τους. Το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 παρέχει στα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των κρατών μελών το δικαίωμα να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ όταν απευθύνονται στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο αιτών δικαιούται να χρησιμοποιήσει γλώσσα της επιλογής του, ακόμη και αν κατέχει τη γλώσσα ή τις γλώσσες που προβλέπονται σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

3.22 Επιπλέον, η Επιτροπή τόνισε ότι θεωρεί σημαντικό «όλα τα έγγραφα να είναι κατανοητά στις δικαιούχους χώρες τόσο από τους ιδιωτικούς όσο και από τους δημόσιους εταίρους στις χώρες αυτές». Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι, όταν ένα έργο πρόκειται να υλοποιηθεί σε μια δεδομένη χώρα και προς όφελος του πληθυσμού της χώρας αυτής, είναι χρήσιμο να διασφαλίζεται ότι οι δικαιούχοι και οι εταίροι του έργου στη χώρα αυτή κατανοούν τον σκοπό και το περιεχόμενο του έργου. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η εξέταση αυτή κατέστησε αναγκαία την υποβολή αιτήσεων στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων που οδήγησε στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως προαναφέρθηκε, το σχέδιο του καταγγέλλοντος επρόκειτο να υλοποιηθεί στη Γερμανία. Επιπλέον, η πρόσκληση υποβολής προτάσεων προέβλεπε τη δυνατότητα ένα έργο να συνίσταται στην παροχή φροντίδας, εντός της ΕΕ, σε θύματα βασανιστηρίων από χώρες όπου δεν ομιλείται ούτε η αγγλική, ούτε η γαλλική ή η ισπανική γλώσσα. Ως εκ τούτου, στο δεύτερο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαίο η αίτηση να υποβληθεί στην αγγλική, τη γαλλική ή την ισπανική γλώσσα. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η απάντηση της Επιτροπής στο ερώτημα αυτό δεν έθιξε το ζήτημα αυτό.

Όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων εν γένει, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι ο στόχος της ενημέρωσης των δικαιούχων ή των εταίρων στην οικεία χώρα καθιστά αναγκαία τη σύνταξη όλων των αιτήσεων και των δικαιολογητικών εγγράφων σε ορισμένες γλώσσες της ΕΕ. Με την απάντησή της στο δεύτερο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, η Επιτροπή δέχθηκε πράγματι (τουλάχιστον όσον αφορά τα δικαιολογητικά έγγραφα) ότι η λογική της σχετικής γλωσσικής απαιτήσεως συνίστατο πρωτίστως στη διευκόλυνση του έργου των μελών των επιτροπών αξιολογήσεως. Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι αιτήσεις αξιολογούνται από την ίδια την Επιτροπή ή από πρόσωπα που διορίζονται από την Επιτροπή (10). Επιπλέον, η Επιτροπή ενέκρινε μια διαδικασία δύο βαθμίδων, σύμφωνα με την οποία μόνο οι προεπιλεγμένοι υποψήφιοι θα κληθούν να υποβάλουν πλήρεις αιτήσεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους όλες οι αιτήσεις (και, ως εκ τούτου, και εκείνες που δεν έχουν επιλεγεί για την υποβολή πλήρους αίτησης) θα πρέπει να υποβάλλονται σε ορισμένες γλώσσες. Με βάση τη λογική που ανέπτυξε η Επιτροπή, θα αρκούσε να υποχρεωθούν οι αιτούντες των οποίων τα έργα επιλέγονται για επιχορήγηση να διασφαλίσουν ότι τα έργα τους μπορούν να γίνουν κατανοητά από τους δικαιούχους και τους εταίρους του έργου στην οικεία χώρα. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η ανάγκη να δοθεί η δυνατότητα στους δικαιούχους ενός έργου να κατανοήσουν τον σκοπό του τελευταίου καθιστά αναγκαίο να υποχρεωθούν οι αιτούντες να υποβάλουν δικαιολογητικά έγγραφα, όπως καταστατικά και εκθέσεις ελέγχου, σε συγκεκριμένη γλώσσα.

3.23 Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σχετικά με τις εν λόγω προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί προφανές ότι οποιαδήποτε τέτοια διακριτική ευχέρεια μπορεί να υφίσταται και να ασκείται μόνο εντός των ορίων που καθορίζονται από τον νομοθέτη. Όπως προαναφέρθηκε, ωστόσο, το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 παρέχει σαφώς στους αιτούντες το δικαίωμα να χρησιμοποιούν μια κοινοτική γλώσσα της επιλογής τους όταν απευθύνονται στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής στον τομέα αυτό δεν μπορεί να της παρέχει το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τη διάταξη αυτή.

3.24 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση να υποχρεωθούν οι αιτούντες να χρησιμοποιούν τις κοινοτικές γλώσσες που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και στις χώρες που λαμβάνουν κοινοτική βοήθεια είναι εύλογη. Η δήλωση αυτή καλύπτει δύο πτυχές, δηλαδή τη χρήση των κοινοτικών γλωσσών που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο και τη χρήση των κοινοτικών γλωσσών που ισχύουν στις αποδέκτριες χώρες. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή του επιχειρήματος αυτού, ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έχει σημασία στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας εν γένει. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται γιατί οι ΜΚΟ που επιθυμούν να υλοποιήσουν σχέδια στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ, και συνεπώς στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει να είναι εξοικειωμένες με τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται σήμερα στο διεθνές εμπόριο. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, είναι αληθές ότι ο αιτών που επιθυμεί να υλοποιήσει ένα σχέδιο σε συγκεκριμένη χώρα πρέπει να είναι σε θέση να υλοποιήσει το σχέδιό του σε γλώσσα ευκόλως κατανοητή στη χώρα αυτή. Ωστόσο, ενώ το ζήτημα αυτό μπορεί και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση προτάσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι μια ΜΚΟ πρέπει απαραιτήτως να υποβάλει την πρότασή της στη γλώσσα αυτή. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η παρούσα πρόσκληση υποβολής προτάσεων επιβεβαιώνει σαφώς την άποψη αυτή. Για να πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα, μια πρόταση για ένα σχέδιο σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που επρόκειτο να υλοποιηθεί στα ισπανικά θα ήταν επιλέξιμη εάν είχε υποβληθεί στα αγγλικά από μια ΜΚΟ από το Ηνωμένο Βασίλειο. Με άλλα λόγια, η αίτηση θα ήταν επιλέξιμη ακόμη και αν δεν είχε υποβληθεί σε γλώσσα τρέχουσα στις δικαιούχες χώρες.

3.25 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η γλωσσική της απαίτηση δεν εμπόδισε τους αιτούντες να συμμετάσχουν σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η περίπτωση του καταγγέλλοντος επιβεβαιώνει ότι η απαίτηση αυτή μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για τους δυνητικούς αιτούντες. Επιπλέον, θεωρεί ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσοι δυνητικοί αιτούντες ενδέχεται να έχουν αποφασίσει να μην υποβάλουν αίτηση επειδή αποθαρρύνθηκαν από την ανάγκη χρήσης ορισμένων γλωσσών. Εν πάση περιπτώσει, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια πρακτική που δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός και μόνον ότι τηρήθηκε από τους αιτούντες οι οποίοι ενδεχομένως έκριναν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή.

3.26 Το επιχείρημα στο οποίο η Επιτροπή αποδίδει εμφανώς τη μεγαλύτερη σημασία αφορά τις πρακτικές συνέπειες της αποδοχής των αιτήσεων σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στην απάντησή της στο πρώτο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή εξέφρασε τον φόβο ότι η αποστολή της (στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας) θα διακόψει οριστικά τη λειτουργία της εάν εργαστεί συστηματικά στις εθνικές γλώσσες τόσο όλων των δικαιούχων χωρών όσο και των κρατών μελών της ΕΕ.

3.27 Καταρχάς, φαίνεται χρήσιμο να επισημανθεί ότι το όραμα αυτό βασίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι αν οι αιτούντες θα πρέπει να μπορούν να απευθύνονται στην Επιτροπή σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ και όχι σε οποιαδήποτε τρίτη χώρα. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει επίσης ότι η πρόβλεψη της Επιτροπής δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα και απτά αποδεικτικά στοιχεία. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν είναι πεπεισμένη ότι το δραματικό σενάριο που περιγράφει η Επιτροπή είναι ρεαλιστικό. Πρέπει επίσης να τονιστεί εκ νέου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ και όχι τον τομέα της εξωτερικής βοήθειας στο σύνολό του.

3.28 Παρά τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έχει ασφαλώς επίγνωση του γεγονότος ότι η ανάγκη εξέτασης των αιτήσεων σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ ενδέχεται να ασκήσει σοβαρή πίεση στους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους της Επιτροπής. Όπως προαναφέρθηκε, η ΕΕ έχει πλέον τουλάχιστον 23 επίσημες γλώσσες. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίσης επίγνωση του γεγονότος ότι αυτό θα μπορούσε να επιβραδύνει την υλοποίηση των σχετικών έργων, εις βάρος των τελικών δικαιούχων.

3.29 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο περιορισμός των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιούν οι αιτούντες αποσκοπεί στη διασφάλιση της ορθολογικής χρήσης των περιορισμένων μεταφραστικών πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τις γλωσσικές ικανότητες των εμπλεκόμενων ανθρώπινων πόρων και αναγνωρίζοντας την ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων έναντι του ευρωπαίου φορολογούμενου. Υποστήριξε επίσης ότι η προσέγγισή της συνιστούσε έναν ρεαλιστικό κανόνα λογικής στον τομέα της εξωτερικής βοήθειας, προκειμένου να επιτευχθεί κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των σχετικών νομικών απαιτήσεων και της υποχρέωσης της Επιτροπής να εξασφαλίζει αξιόπιστη, έγκαιρη και υψηλής ποιότητας εφαρμογή της κοινοτικής βοήθειας.

3.30 Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι οι εκτιμήσεις κόστους μπορεί να αποτελούν σοβαρό, ακόμη και επιτακτικό λόγο για τον περιορισμό του αριθμού των γλωσσών στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Ωστόσο, δεδομένου ότι το δικαίωμα χρήσης οποιασδήποτε κοινοτικής γλώσσας παρέχεται από το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58, οποιοσδήποτε περιορισμός του δικαιώματος αυτού θα απαιτούσε, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, νομοθετική πράξη.

Στον βαθμό που η Επιτροπή επικαλείται εσωτερικά προβλήματα και λόγους σκοπιμότητας για να στηρίξει τη θέση της, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν αρκούν για να δοθεί στην Επιτροπή το δικαίωμα να αγνοήσει τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 1/58, εκτός εάν τα εσωτερικά προβλήματα ήταν πράγματι ανυπέρβλητα. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό συνέβαινε, ούτε όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στις οποίες σκόπευε να συμμετάσχει ο καταγγέλλων ούτε όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ εν γένει. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η Επιτροπή θα αντιμετώπιζε ανυπόφορο βάρος εάν ήταν αναγκασμένη να μεταφράζει τις αιτήσεις που υποβάλλονται σε άλλες κοινοτικές γλώσσες στις γλώσσες αυτές. Είναι αλήθεια ότι η ανάγκη μετάφρασης ενός εγγράφου συνεπάγεται πρόσθετο κόστος. Ωστόσο, και όπως ήδη αναφέρθηκε, το κόστος αυτό θα προέκυπτε από την ανάγκη συμμόρφωσης με το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58, δηλαδή από σκόπιμη απόφαση του νομοθέτη υπέρ της γλωσσικής πολυμορφίας. Επιπλέον, η Επιτροπή είναι σαφώς σε θέση να ελαχιστοποιήσει το κόστος αυτό διασφαλίζοντας, μέσω κατάλληλης πολιτικής προσλήψεων, ότι το προσωπικό της στην οικεία υπηρεσία περιλαμβάνει υπαλλήλους που κατέχουν γλώσσες διαφορετικές από την αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική.

3.31 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης την ανάγκη διασφάλισης αξιόπιστης, έγκαιρης και υψηλής ποιότητας εφαρμογής της κοινοτικής βοήθειας. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, τα συμφέροντα των δικαιούχων των έργων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ διαδραματίζουν προφανώς σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό.

3.32 Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα έργα στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ υλοποιούνται το συντομότερο δυνατόν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο επείγων χαρακτήρας μπορεί να παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τους αιτούντες να χρησιμοποιούν συγκεκριμένη γλώσσα για τις προτάσεις τους, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι αιτήσεις εξετάζονται το συντομότερο δυνατόν και ότι το σχέδιο υλοποιείται εγκαίρως. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι υπήρχε τέτοιος επείγων χαρακτήρας στην παρούσα υπόθεση. Θεωρεί επίσης ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι όλες οι προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ είναι τόσο επείγουσες ώστε θα ήταν επιτακτική ανάγκη να περιοριστεί το δικαίωμα που παρέχεται στους αιτούντες από το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 να χρησιμοποιούν μια κοινοτική γλώσσα της επιλογής τους.

3.33 Φαίνεται ότι ορισμένες προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ προβλέπουν δράση που επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη χώρα. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν λογικό να ζητείται από τους αιτούντες να χρησιμοποιούν τη γλώσσα που θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την υλοποίηση των σχεδίων τους ήδη κατά την υποβολή των προτάσεών τους, τουλάχιστον όσον αφορά την περιγραφή του σχεδίου (σε αντίθεση με τα δικαιολογητικά έγγραφα). Οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός θα πρέπει να αιτιολογείται και να εξηγείται από την Επιτροπή με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις μιας δεδομένης πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. Ωστόσο, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή προκύπτει ότι η τελευταία περιορίζει τον αριθμό των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους αιτούντες σε όλες τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ, δηλαδή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξέταση ως προς το αν υπάρχει επιτακτικός λόγος για κάτι τέτοιο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 παρέχει στους αιτούντες το δικαίωμα να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε κοινοτική γλώσσα όταν απευθύνονται στα κοινοτικά θεσμικά όργανα, ένας γενικός περιορισμός των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά την υποβολή προτάσεων για σχέδια στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ, όπως φαίνεται να κάνει στην πράξη η Επιτροπή, θα απαιτούσε τη λήψη σχετικής απόφασης από τον κοινοτικό νομοθέτη.

Όπως προαναφέρθηκε, το ΕΜΔΔΑ βασίζεται σε δύο κανονισμούς που εκδόθηκαν το 1999. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι και οι δύο κανονισμοί τροποποιήθηκαν το 2004, κατόπιν προτάσεων της Επιτροπής. Εάν η Επιτροπή θεωρούσε ότι υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τον περιορισμό, σε γενική βάση, του αριθμού των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά την υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ, θα είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει σχετική πρόταση στον κοινοτικό νομοθέτη.

3.33 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιμονή της Επιτροπής να χρησιμοποιούνται τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ισπανικά για αιτήσεις στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων σχετικά με την «Αποκατάσταση θυμάτων βασανιστηρίων» συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

3.34 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι θα ήταν δικαιολογημένο να περιοριστεί, σε γενική βάση, ο αριθμός των γλωσσών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν όσον αφορά τις απαντήσεις σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του ΕΜΔΔΑ. Με την επιφύλαξη κάθε βάσιμου λόγου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει έναν τέτοιο περιορισμό σε μεμονωμένες περιπτώσεις, και εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει αποφασίσει διαφορετικά, οι αιτούντες θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε κοινοτική γλώσσα επιλέξουν, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 1/58. Ωστόσο, φαίνεται χρήσιμο να προστεθεί ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1/58 αφορά μόνο τα πρόσωπα «που υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους» και, ως εκ τούτου, δεν επεκτείνεται στους αιτούντες από τρίτες χώρες.

4 Συμπέρασμα

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:

Το σχέδιο σύστασης

Η Επιτροπή θα πρέπει να αποφεύγει, σε μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κάθε αδικαιολόγητο περιορισμό στις επίσημες γλώσσες στις οποίες μπορούν να υποβάλλονται προτάσεις.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Ιουνίου 2007. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.

Στρασβούργο, 26 Μαρτίου 2007

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(2) Επίσημη Εφημερίδα 1958, σ. 385.

(3) Επίσημη Εφημερίδα 2002 C 147 E, σ. 3-4.

(4) Επίσημη Εφημερίδα 1958, σ. 385.

(5) Στην απάντησή της, η οποία εστάλη τον Ιούλιο του 2006, η Επιτροπή παρέπεμψε στον αναθεωρημένο πρακτικό οδηγό για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις της ΕΚ, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Φεβρουαρίου 2006. Φαίνεται ότι η έκδοση αυτή αντικαταστάθηκε έκτοτε από άλλη έκδοση με ημερομηνία 22 Αυγούστου 2006. Και οι δύο εκδόσεις είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο της Γενικής Διεύθυνσης EuropeAid της Επιτροπής (http://ec.europa.eu/europeaid/tender/gestion/index_en.htm). Οι σχετικές «κατευθυντήριες γραμμές» παρατίθενται στο παράρτημα Ε του παρόντος εγγράφου. Αφού εξέτασε τις δύο εκδοχές, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν διαφέρουν ως προς το σημείο που πρέπει να συζητηθεί εν προκειμένω.

(6) Σημείο 2.4 των αναθεωρημένων «κατευθυντήριων γραμμών».

(7) Η απαίτηση αυτή ορίζεται σαφώς τόσο στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προτάσεων στην οποία ο καταγγέλλων επιθυμούσε να συμμετάσχει όσο και στις αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές του 2006.

(8) Μια τέτοια ερμηνεία υποστηρίζεται, για παράδειγμα, από τον Haag (σε: von der Groeben/Schwarze (επιμέλεια), Kommentar zum Vertrag über die Europäische Union und zum Vertrag über die Gründung der Europäischen Gemeinschaft, άρθρο 17 ΕΚ, σημείο 11).

(9) Κανονισμός (ΕΚ) 975/1999 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1999, για τον καθορισμό των απαιτήσεων για την εφαρμογή των δράσεων συνεργασίας για την ανάπτυξη που συμβάλλουν στον γενικό στόχο της ανάπτυξης και της εδραίωσης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΕ 1999, L 120, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2240/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 390, σ. 3)· Κανονισμός (ΕΚ) 976/1999 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1999, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την εφαρμογή των κοινοτικών δράσεων, πλην των δράσεων συνεργασίας για την ανάπτυξη, οι οποίες, στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής συνεργασίας, συμβάλλουν στον γενικό στόχο της ανάπτυξης και της εδραίωσης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών σε τρίτες χώρες (ΕΕ 1999, L 120, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2242/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 390, σ. 21).

(10) Βλ. σημείο 2.3 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προτάσεων στην οποία βασίζεται η παρούσα καταγγελία: «Οι αιτήσεις θα εξεταστούν και θα αξιολογηθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την πιθανή βοήθεια εξωτερικών αξιολογητών».

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!