Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 1181/2008/(BEH)KM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Σύσταση
Υπόθεση 1181/2008/(BEH)KM - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 23 Μαΐου 2008 - Σύσταση σχετικά με Τρίτη | 13 Ιουλίου 2010 - Απόφαση στις Παρασκευή | 18 Νοεμβρίου 2011
(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1])
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Η καταγγελία υποβλήθηκε από γερμανικό πανεπιστήμιο στο οποίο ο B. ήταν καθηγητής. Το 2000, υπέβαλε αίτηση επιχορήγησης από το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο όνομα του καταγγέλλοντος, χρησιμοποιώντας γραφική ύλη που φέρει το επιστολόχαρτο του καταγγέλλοντος. Στις 30 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή και ο B. συνήψαν συμφωνία επιχορηγήσεως (στο εξής: συμφωνία). Όπως συμφωνήθηκε, το πενήντα τοις εκατό της επιχορήγησης καταβλήθηκε στον λογαριασμό της Kultur und Strategie e.V., γερμανικής ένωσης (στο εξής: ένωση), η οποία συστάθηκε για την εκτέλεση του σχεδίου (στο εξής: σχέδιο) και τη διαχείριση της επιχορήγησης.
2. Στις 16 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή διενήργησε έλεγχο της Ένωσης στο πλαίσιο του σχεδίου. Διαπίστωσε ότι το ποσό των 39 989,94 ευρώ που αντιστοιχούσε σε μη επιλέξιμες δαπάνες έπρεπε να επιστραφεί στην Επιτροπή.
3. Στις 16 Ιουνίου 2006, η Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού της Επιτροπής (ΓΔ EAC) απέστειλε στον καταγγέλλοντα χρεωστικό σημείωμα ύψους 39.989,94 ευρώ. Στην απάντησή της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι δεν διέθετε πληροφορίες σχετικά με το έργο και ζήτησε να της αποσταλούν τα σχετικά έγγραφα. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2006, η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού (ΓΔ Προϋπολογισμού) απέστειλε υπενθύμιση στον καταγγέλλοντα, ζητώντας την πληρωμή ποσού 40.440,73 ευρώ, δηλαδή του προαναφερθέντος ποσού, πλέον τόκων υπερημερίας.
4. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη ΓΔ Προϋπολογισμού, διαφωνώντας με το χρεωστικό σημείωμα και την υπενθύμιση. Δήλωσε ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Σύλλογο και ότι ο B. δεν είχε καμία εξουσία να δεσμεύσει τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να το γνωρίζει αυτό, διότι η ΓΔ EAC και η Γενική Διεύθυνση Έρευνας της Επιτροπής είχαν λάβει τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της σε σχέση με άλλες συμφωνίες επιχορήγησης.
5. Στις 8 Οκτωβρίου 2006, η ΓΔ EAC απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα ενημερώνοντάς τον ότι θα συμψηφίσει το ποσό των 40.649,41 ευρώ (το ποσό στο οποίο η απαίτηση της Επιτροπής κατά του καταγγέλλοντος είχε αυξηθεί ως αποτέλεσμα των δεδουλευμένων τόκων) με πληρωμή που οφείλεται στον καταγγέλλοντα. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από τη ΓΔ Προϋπολογισμού στις 16 Νοεμβρίου 2006 και στη συνέχεια εφαρμόστηκε.
6. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή. Στις 20 Δεκεμβρίου 2006, η ΓΔ EAC απάντησε στις αντιρρήσεις του καταγγέλλοντος.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
7. Ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς.
- Παραλείποντας να λάβει υπόψη τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της, τα οποία είχαν κοινοποιηθεί στη ΓΔ EAC και στη ΓΔ Research στο πλαίσιο άλλων προγραμμάτων και έργων, η ΓΔ EAC παραβίασε τις αρχές της συνεπούς και διαφανούς διοικήσεως και ενήργησε αμελώς όσον αφορά τη σύναψη της συμφωνίας με τον B.
- Εκτελώντας συμψηφισμό βάσει άκυρης συμφωνίας επιχορήγησης, η ΓΔ EAC παρέβη το άρθρο 4 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (στο εξής: κώδικας)[2]. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ΓΔ EAC αναγνώρισε την αμέλειά της όσον αφορά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας διατάσσοντας στη συνέχεια έλεγχο της ένωσης που είχε επωφεληθεί από τη συμφωνία, αλλά δεν είχε καμία σχέση με τον καταγγέλλοντα.
- Ενημερώνοντας τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της μόνο μετά την έγκριση του συμψηφισμού από τη ΓΔ Προϋπολογισμού, η ΓΔ EAC δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κώδικα, δεδομένου ότι δεν έλαβε απόφαση σχετικά με την προσφυγή του καταγγέλλοντος εντός δύο μηνών. Επιπλέον, κοινοποιώντας πρώτα την απόφασή της στη ΓΔ Προϋπολογισμού και δίνοντάς της εντολή να εκτελέσει τον συμψηφισμό, η ΓΔ EAC παραβίασε το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κώδικα και έκανε κατάχρηση εξουσίας έναντι του καταγγέλλοντος.
- Η ΓΔ EAC, παραλείποντας να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με πιθανά διορθωτικά μέτρα στην απόφασή της της 20ής Δεκεμβρίου 2006, παρέβη το άρθρο 19 του κώδικα.
8. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αντιστρέψει την εκτελεσθείσα αντιστάθμιση.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
9. Η καταγγελία υποβλήθηκε στις 15 Απριλίου 2008. Στις 23 Μαΐου 2008, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή. Η Επιτροπή απέστειλε γνώμη, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
10. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση. Η Επιτροπή απάντησε στην πρόταση αυτή στις 12 Ιανουαρίου 2010. Η απάντηση της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις, τις οποίες υπέβαλε στις 26 Φεβρουαρίου 2010. Στις 31 Μαΐου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέες πληροφορίες στον Διαμεσολαβητή.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
11. Το παρόν σχέδιο σύστασης αφορά κυρίως τον ισχυρισμό που διατύπωσε ο καταγγέλλων και βασίζεται σε ανάλυση του πρώτου και του δεύτερου ισχυρισμού του τελευταίου. Ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός αφορούν κυρίως διαδικαστικά ζητήματα. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να ασχοληθεί με αυτά τα διαδικαστικά ζητήματα στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου σύστασης, το οποίο εξετάζει τα σχετικά ουσιαστικά ζητήματα. Θεωρεί επίσης ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θα χρειάζονταν καμία εξέταση εάν η Επιτροπή αποδεχόταν το παρόν σχέδιο σύστασης.
12. Το παρόν σχέδιο σύστασης εξετάζει τον πρώτο και τον δεύτερο συνδυασμένο ισχυρισμό, δηλαδή ότι η Επιτροπή συμψηφίζει παράνομα το ποσό των 40 649,41 EUR με πληρωμές που οφείλονται στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, προκειμένου να συμψηφίσει νομίμως τα ποσά που φέρεται ότι του οφείλονται με πληρωμή που οφείλει, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι η εικαζόμενη οφειλή υπήρξε πράγματι. Η ΓΔ EAC στήριξε τον συμψηφισμό στην άποψή της ότι ο καταγγέλλων ήταν υπόχρεος για επιστροφές βάσει της συμφωνίας. Ωστόσο, ο καταγγέλλων αρνείται ότι δεσμεύεται νομικά από τη συμφωνία, δεδομένου ότι συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και του κ. B., ο οποίος, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν είναι ένας από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του.
13. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά υποχρεώσεις απορρέουσες από σύμβαση.
14. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο κάθε ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε υποθέσεις που αφορούν την ερμηνεία συμβατικών υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί από θεσμικό όργανο είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της γνώμης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώξει να εξακριβώσει αν υπήρξε έγκυρη σύμβαση μεταξύ των μερών, πράγμα που αποτελεί το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
15. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογημένα περιορίζει την έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του, καθώς και τους λόγους για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
Α. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή ενήργησε παράνομα κατά τον συμψηφισμό του αναζητηθέντος ποσού με την πληρωμή που οφείλεται στον καταγγέλλοντα
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔ EAC κακώς πραγματοποίησε τον συμψηφισμό και αγνόησε το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν όφειλε στην Επιτροπή χρήματα βάσει της συμφωνίας. Υποστήριξε ότι δεν δεσμευόταν νομικά από τη Συμφωνία, δεδομένου ότι είχε υπογραφεί από τον B., ο οποίος δεν ήταν ένας από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι δεν γνώριζε τη συμφωνία και ότι δεν είχε καμία σχέση με την ένωση που έλαβε την επιχορήγηση. Υποστήριξε επίσης ότι ο έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκαν οι αιτήσεις επιστροφής της ΓΔ EAC αφορούσε την Ένωση και όχι τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, το χρεωστικό σημείωμα θα έπρεπε να είχε αποσταλεί στον Σύνδεσμο.
17. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, όταν είχε προηγουμένως συνάψει άλλες συμφωνίες με τη ΓΔ EAC και τη ΓΔ Research, του είχε ζητηθεί να δώσει τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του. Ανταποκρινόμενη στο αίτημα αυτό, είχε δώσει τα ονόματα του αντικαγκελαρίου της και του προϊσταμένου της διοίκησης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και χωρίς να προσφύγει σε αυτές τις πληροφορίες, το γεγονός ότι ο κ. B. υπέγραψε τη συμφωνία υπό την ιδιότητά του ως προϊσταμένου τμήματος θα έπρεπε να είχε ειδοποιήσει τη ΓΔ EAC και να την ωθήσει να διερευνήσει κατά πόσον ο κ. B. είχε νόμιμο δικαίωμα να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Σημείωσε επίσης ότι ο λογαριασμός που χρησιμοποιήθηκε για το σχέδιο, δηλαδή ο λογαριασμός που προσδιόρισε ο κ. B., δεν ήταν ο συνήθης λογαριασμός του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, με βάση τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η ΓΔ EAC, θα ήταν πολύ εύκολο να διαπιστώσει ότι είχε συνάψει σύμβαση με τον κ. B. και όχι με τον καταγγέλλοντα.
18. Στη γνώμη της, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ήταν λογικό να πιστεύει, καλή τη πίστει, ότι είχε συνάψει τη συμφωνία με τον καταγγέλλοντα, διότι η αίτηση που υπέβαλε ο κ. B. ήταν γραμμένη στα χαρτικά του καταγγέλλοντος, με το επιστολόχαρτό του, και είχε σφραγιστεί με τη σφραγίδα του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, η αλληλογραφία που απευθυνόταν στον κ. B., και η οποία προφανώς ελήφθη από αυτόν, είχε αποσταλεί στη διεύθυνση του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η ΓΔ EAC γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο κ. B. δεν ήταν ένας από τους κατονομαζόμενους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του καταγγέλλοντος, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι οι δημόσιοι φορείς, όπως τα πανεπιστήμια με πολλές σχολές, έχουν ορισμένους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους, οι οποίοι ενδέχεται να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου. Όσον αφορά τον λογαριασμό, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε διαφορετικός λογαριασμός δεν θα δημιουργούσε αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα ενός συμβαλλόμενου εταίρου, δεδομένου ότι ήταν κοινή πρακτική για τους εταίρους του έργου να χρησιμοποιούν διαφορετικούς λογαριασμούς, ανάλογα με το έργο.
19. Σε κάθε περίπτωση, η ΓΔ EAC δήλωσε ότι δεν απαιτεί από τους δημόσιους φορείς να υποβάλουν χάρτη ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να περιέχει τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της. Αυτό ήταν σύμφωνο με την πρόσκληση υποβολής προτάσεων. Η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι εφάρμοσε ορθά τις σχετικές διαδικασίες, δεν μπορούσε να της προσαφθεί αμέλεια.
20. Η ΓΔ EAC υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων γνώριζε για το έργο. Αναφέρθηκε σε επιστολή της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, στην οποία ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι ο κ. B. τον είχε ενημερώσει για ένα ομώνυμο έργο. Η ΓΔ EAC πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων διαχειρίστηκε επίσης τον λογαριασμό του έργου στον οποίο το ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας μετέφερε 25.000 DEM. Αναφέρθηκε επίσης στη σχέση του καταγγέλλοντος με τον έλεγχο, ιδίως στη σελίδα 5 της έκθεσης ελέγχου, όπου ο ελεγκτής διαπίστωσε ότι ο αντισυμβαλλόμενος ήταν ο καταγγέλλων και ότι η ένωση είχε συσταθεί με σκοπό τη διαχείριση του έργου εξ ονόματος του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη ΓΔ EAC, ο ελεγκτής είχε διαπιστώσει ότι υπήρχε σχέση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Ένωσης.
21. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της ΓΔ EAC, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι είχε μόνο δύο εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους, και συγκεκριμένα τον Αντιπρύτανη και τον Προϊστάμενο Διοίκησης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν σύμφωνο με τις νομικές διατάξεις που ισχύουν για τα πανεπιστήμια στο οικείο τμήμα της Γερμανίας. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, λόγω των τακτικών επαφών της με τα πανεπιστήμια, η ΓΔ EAC θα έπρεπε να το γνωρίζει. Επισήμανε επίσης ότι οι υποψίες της ΓΔ EAC θα έπρεπε να είχαν προκληθεί από το γεγονός ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν υπογραφεί από τον κ. B., χωρίς καμία ένδειξη ότι ενεργούσε για λογαριασμό του καταγγέλλοντος.
22. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι δεν γνώριζε τη συμφωνία μεταξύ του κ. B. και της Επιτροπής. Ο κ. B. είχε απλώς ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το έργο και δήλωσε ότι χρηματοδοτήθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αλλά δεν ανέφερε τίποτα για περαιτέρω χρηματοδότηση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ΓΔ EAC ότι ο ελεγκτής είχε βρει σύνδεση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Ένωσης, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η έκθεση του ελεγκτή ανέφερε απλώς ότι ο ελεγκτής είχε δει τα οικονομικά έγγραφα σχετικά με το έργο και τον καταστατικό χάρτη της Ένωσης. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η έκθεση του ελεγκτή δεν κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο καταστατικός χάρτης τον προσδιόριζε ως ιδρυτή της Ένωσης.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
23. Το προς συμψηφισμό ποσό βασίζεται στο χρεωστικό σημείωμα που απέστειλε η ΓΔ EAC στον καταγγέλλοντα. Ο συμψηφισμός του σχετικού ποσού με τις πληρωμές που οφείλονται στον καταγγέλλοντα προϋποθέτει ότι ο καταγγέλλων οφείλει πράγματι το ποσό στην Επιτροπή. Αυτό, με τη σειρά του, προϋποθέτει την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.
24. Από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η συμφωνία ορίζει τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή ως συμβαλλόμενα μέρη. Σύμφωνα με τη συμφωνία, ο καταγγέλλων εκπροσωπήθηκε από τον κ. B. Για να δεσμευθεί ο καταγγέλλων από τη συμφωνία, ο κ. B. θα έπρεπε να ήταν εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος κατά την υπογραφή της. Ο καταγγέλλων, ωστόσο, τόνισε ότι ο κ. B. δεν εξουσιοδοτήθηκε ποτέ να συνάψει νομικά δεσμευτικές συμφωνίες εξ ονόματός του. Η ΓΔ EAC δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η δήλωση αυτή δεν ήταν ορθή. Επομένως, η Επιτροπή δεν φαίνεται να αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο B. δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα.
25. Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για να εξακριβώσει αν ο κ. B. ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος πριν από τη σύναψη της συμφωνίας. Στη γνώμη της, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι συμμορφώθηκε με τις σχετικές διαδικασίες κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Σύμφωνα με τη ΓΔ EAC, οι διαδικασίες αυτές δεν απαιτούν από τους δημόσιους φορείς να υποβάλλουν έγγραφα, όπως χάρτη, από τον οποίο θα μπορούσαν να προσδιοριστούν εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι. Η ΓΔ EAC υποστήριξε επίσης ότι ορισμένα άτομα μπορούν να δεσμεύσουν ένα πανεπιστήμιο. Ωστόσο, ήταν σαφές ότι, για να δεσμεύεται ο καταγγέλλων από τη συμφωνία, η ΓΔ EAC θα έπρεπε να αποδείξει ότι ο κ. B. ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Όπως προαναφέρθηκε, η ΓΔ EAC δεν απέδειξε ότι ίσχυε κάτι τέτοιο.
26. Η ΓΔ EAC προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα για να υποστηρίξει την άποψή της ότι η συμφωνία θα πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί με τον καταγγέλλοντα και ότι, ως εκ τούτου, ο επίμαχος συμψηφισμός ήταν δικαιολογημένος. Πρώτον, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι συνήψε τη συμφωνία καλή τη πίστει και ότι ευλόγως θεώρησε ότι ο B. ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Δεύτερον, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων γνώριζε το έργο και τη συμφωνία. Τρίτον, η ΓΔ EAC επικαλέστηκε τα αποτελέσματα του ελέγχου.
27. Προς στήριξη του πρώτου επιχειρήματός της, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ο κ. B. χρησιμοποιούσε γραφική ύλη που έφερε το επιστολόχαρτο του καταγγέλλοντος και χρησιμοποιούσε τη σφραγίδα του. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι η αλληλογραφία σχετικά με το σχέδιο απεστάλη στη διεύθυνση του καταγγέλλοντος και, προφανώς, ελήφθη από τον Β.
28. Η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ενήργησε καλόπιστα. Είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι είχε συνάψει τη συμφωνία με τον καταγγέλλοντα, λόγω του γεγονότος ότι ο κ. B. χρησιμοποιούσε τα χαρτικά του καταγγέλλοντος που έφεραν το επιστολόχαρτό του και η σχετική αίτηση υποβλήθηκε στο όνομα του καταγγέλλοντος. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η ΓΔ EAC δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι ο κ. B. δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να τον εκπροσωπεί, θα απαιτούνταν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για να αποδειχθεί ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να δεσμεύεται από τη συμφωνία. Κατά την αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας, και λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων που παρατίθενται κατωτέρω, η ΓΔ EAC δεν προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία. Το γεγονός και μόνον ότι η αλληλογραφία σχετικά με το σχέδιο απεστάλη στον B. και παραλήφθηκε από αυτόν στη διεύθυνση του πανεπιστημίου του δεν ήταν καθοριστικό στο πλαίσιο αυτό. Το πολύ, ανέφερε ότι ο B. ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο, γεγονός το οποίο, όπως επισήμανε ο Διαμεσολαβητής, ουδέποτε αμφισβητήθηκε.
29. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι η υπογραφή της συμφωνίας από τον κ. B. συνοδευόταν από τον τίτλο του καθηγητή και προϊσταμένου τμήματος. Δεν έγινε ρητή αναφορά στην εξουσία του να εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Δίπλα στην υπογραφή του υπήρχε σφραγίδα που έδειχνε τη διεύθυνση του τμήματος του κ. Σε αντίθεση με όσα αναφέρει η ΓΔ EAC στη γνώμη της, ούτε η αίτηση ούτε η σύμβαση φέρουν τη σφραγίδα του καταγγέλλοντος [3].
30. Το σημαντικότερο είναι ότι ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη συμφωνία, οι πληρωμές της Επιτροπής έπρεπε να πραγματοποιούνται σε λογαριασμό που τηρείται από την Ένωση. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε πιθανό ένα πανεπιστήμιο να χρησιμοποιήσει έναν καθορισμένο λογαριασμό, ο οποίος είναι διαφορετικός από τον συνήθη λογαριασμό του, για ένα συγκεκριμένο έργο. Ωστόσο, ο λογαριασμός που αναφέρεται στη συμφωνία δεν ήταν του καταγγέλλοντος, αλλά τρίτου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια δεν αντιλήφθηκε τον τρόπο με τον οποίο η ΓΔ EAC μπορούσε να είναι βέβαιη ότι ο καταγγέλλων ήταν ο συμβαλλόμενος εταίρος της συμφωνίας.
31. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η ΓΔ EAC ισχυρίστηκε ότι ο καταγγέλλων γνώριζε τη συμφωνία και το έργο. Ωστόσο, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, μολονότι γνώριζε το σχέδιο, δεν γνώριζε τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ του κ. B. και της Επιτροπής.
32. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η ΓΔ EAC δεν είχε αποδείξει ότι ο καταγγέλλων γνώριζε την ύπαρξη της συμφωνίας. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο κ. B. απλώς την ενημέρωσε ότι το έργο είχε λάβει χρηματοδότηση από το ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αλλά δεν ανέφερε τη χρηματοδότηση που χορηγήθηκε από την Επιτροπή. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ασαφές γιατί η απλή γνώση του έργου από τον καταγγέλλοντα θα έπρεπε να σημαίνει ότι δεσμεύεται από τη συμφωνία. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η ΓΔ EAC δεν είχε αναφέρει σαφώς τους λόγους στους οποίους στήριξε τις υποθέσεις αυτές.
33. Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημά της, η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ο έλεγχος αφορούσε τον καταγγέλλοντα. Υποστήριξε επίσης ότι ο ελεγκτής διαπίστωσε ότι ο καταγγέλλων ήταν συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας και ότι η ένωση είχε συσταθεί με σκοπό τη διαχείριση του έργου εξ ονόματος του καταγγέλλοντος. Σύμφωνα με τη ΓΔ EAC, ο ελεγκτής είχε κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέσει τον καταγγέλλοντα με την Ένωση.
34. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η έκθεση ελέγχου ανέφερε ότι διενεργήθηκε στο Βερολίνο. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος δεν διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις του καταγγέλλοντος, η έδρα του οποίου βρίσκεται στο Wuppertal. Στην έκθεση ελέγχου αναφέρεται ότι ο ανάδοχος είναι ο καταγγέλλων και ότι η ένωση συστάθηκε με σκοπό τη «διαχείριση του έργου για λογαριασμό» του καταγγέλλοντος. Η πρώτη από τις δηλώσεις αυτές φαίνεται να βασίζεται στη διατύπωση της συμφωνίας. Όσον αφορά τη δεύτερη δήλωση, δεν αναφέρεται καμία πηγή. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος επικεντρώθηκε σαφώς στις οικονομικές πτυχές του έργου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η έκθεση ελέγχου δεν καθόριζε τον τρόπο και τον λόγο για τον οποίο ο καταγγέλλων θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεσμεύεται από τη συμφωνία.
35. Γενικότερα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, προκειμένου να καταλήξει σε οριστική αξιολόγηση των στοιχείων στα οποία αναφέρεται η ΓΔ EAC, είναι θεμελιώδους σημασίας να καθοριστεί πρώτα ποιο ουσιαστικό δίκαιο εφαρμόζεται στη συμφωνία. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η ΓΔ EAC δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με αυτή την κεντρική πτυχή της υπόθεσης.
36. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΓΔ EAC δεν του είχε παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές της.
37. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΓΔ EAC να συμψηφίσει ποσά που θεωρούσε ότι οφείλονταν έναντι πληρωμών που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεών του, πρότεινε στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο αντιστροφής της αντιστάθμισης που είχε πραγματοποιήσει, η οποία ήταν εις βάρος του καταγγέλλοντος.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
38. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή, η ΓΔ EAC ενέμεινε στην άποψή της ότι ενήργησε καλή τη πίστει, αλλά ανέφερε ότι ήταν έτοιμη να αποδεχθεί μια φιλική λύση που θα λάμβανε υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλαν αμφότερα τα μέρη. Ανήγγειλε ότι σκόπευε να επικοινωνήσει απευθείας με τον καταγγέλλοντα για τον σκοπό αυτό.
39. Κατά τη ΓΔ EAC, όταν ο B. υπέγραψε τη συμφωνία, δήλωσε ότι ήταν εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος. Η ΓΔ EAC δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι δημόσιοι οργανισμοί, όπως ο καταγγέλλων, συχνά εκχωρούν εξουσίες και η αλληλογραφία του κ. B. ήταν σε χαρτί που έφερε το επιστολόχαρτο του καταγγέλλοντος και σφραγίδα στην οποία αναγραφόταν η σχολή του και το όνομα του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε διαφορετικός λογαριασμός δεν προκάλεσε ανησυχία, δεδομένου ότι οι κανόνες της Ένωσης απαιτούν από τους δικαιούχους να διαθέτουν χωριστό λογαριασμό στον οποίο μπορούν να μεταφερθούν κονδύλια επιχορηγήσεων.
40. Ωστόσο, η ΓΔ EAC παραδέχθηκε ότι θα μπορούσε να ήταν πιο επιμελής κατά την αξιολόγηση των οικονομικών εγγράφων που υποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση επιχορήγησης και ότι θα μπορούσε να είχε ελέγξει πιο προσεκτικά αν ο καταγγέλλων ήταν πράγματι ο αποδέκτης της χρηματοδοτικής συνδρομής. Επιπλέον, κατά τη διενέργεια του συμψηφισμού, θα μπορούσε να επαληθεύσει στο όνομα του οποίου καταχωρίστηκε ο λογαριασμός.
41. Η ΓΔ EAC σημείωσε την επιβεβαίωση του καταγγέλλοντος ότι γνώριζε το έργο. Μολονότι η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι η γνώση του έργου δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη γνώση της συμφωνίας, έκρινε ότι αυτό οφειλόταν σε ελλείψεις στις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας του καταγγέλλοντος. Από την πλευρά της, η ΓΔ EAC θεώρησε εύλογο να θεωρήσει ότι η συμφωνία ήταν δεσμευτική για τον καταγγέλλοντα, κυρίως επειδή όλη η αλληλογραφία είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα (υπόψη του κ. B. και της υπηρεσίας του).
42. Η ΓΔ EAC υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση της συμφωνίας, το αργότερο έως τον Μάρτιο του 2004, όταν του απεστάλη επιστολή με την οποία του κοινοποιήθηκε ο έλεγχος. Στο πλαίσιο αυτό, η ΓΔ EAC πρόσθεσε ότι δεν ήταν απαραίτητο να διενεργείται έλεγχος στην έδρα ενός οργανισμού.
43. Το κύριο αντικείμενο της διαφοράς φαίνεται να είναι τα έννομα αποτελέσματα της σύμβασης. Η ΓΔ EAC έκρινε ότι, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν άλλα δεσμευτικά έγγραφα, η συμφωνία ήταν αυτή που ρύθμιζε τις έννομες σχέσεις μεταξύ των μερών. Όλα τα μέτρα που είχαν ληφθεί στην παρούσα υπόθεση, ιδίως εκείνα που αφορούν το χρεωστικό σημείωμα και τον συμψηφισμό, είχαν ληφθεί βάσει της συμφωνίας. Μολονότι καμία ρήτρα της συμφωνίας δεν προσδιόριζε ποιο ουσιαστικό δίκαιο εφαρμοζόταν (ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζουν τώρα οι νέες τυποποιημένες συμφωνίες), το ζήτημα αυτό ήταν στην πραγματικότητα άνευ σημασίας, δεδομένου ότι ο B. είχε δηλώσει ότι ήταν εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος κατά τη συμπλήρωση του εντύπου της αίτησης, της δήλωσης στη σύμβαση και σε όλη την αλληλογραφία.
44. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στις αντιρρήσεις του σχετικά με τη θέση της ΓΔ EAC.
45. Ο καταγγέλλων απέρριψε κατηγορηματικά το επιχείρημα της ΓΔ EAC ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεσμεύεται από τη συμφωνία. Κατά την άποψή της, η ΓΔ EAC επέδειξε αμέλεια κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ιδίως επειδή η ίδια είχε παραδεχθεί ότι θα έπρεπε να επαγρυπνεί περισσότερο για το γεγονός ότι ο αριθμός λογαριασμού που υπέβαλε ο B. δεν ήταν του καταγγέλλοντος και ότι θα έπρεπε να είχε ελέγξει πιο προσεκτικά ποιος πράγματι έλαβε τα χρήματα. Επιπλέον, στη ΓΔ EAC είχε παρασχεθεί κατάλογος με τα ονόματα των προσώπων που μπορούσαν να δεσμεύσουν τον καταγγέλλοντα και το όνομα του B. δεν περιλαμβανόταν στον εν λόγω κατάλογο.
46. Ο καταγγέλλων αντέκρουσε το επιχείρημα της ΓΔ EAC ότι οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας ήταν ανεπαρκείς. Εξήγησε ότι οι καθηγητές έπρεπε να την ενημερώσουν για τυχόν χρηματοδότηση από τρίτους που επιθυμούσαν να προτείνουν, ώστε να μπορέσει να ελέγξει τους όρους. Μετά την έγκρισή τους, οι συμβάσεις θα υπογράφονται από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους. Επιπλέον, υπήρχε μόνο ένας λογαριασμός τον οποίο οι καθηγητές είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν σε σχέση με έργα που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του καταγγέλλοντος. Αυτό της επέτρεψε να ελέγχει αποτελεσματικά τις ερευνητικές δραστηριότητες που αναλάμβανε. Όσον αφορά τις σχέσεις της με την Επιτροπή, η καταγγέλλουσα προστάτευσε περαιτέρω τον εαυτό της ενημερώνοντας την Επιτροπή για τον επίσημο αριθμό λογαριασμού της και κατονομάζοντας τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν εξ ονόματός της. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι είχε λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι δεν θα μπορούσαν να υπογραφούν άκυρες συμφωνίες στο όνομά του. Επομένως, δεν δέχθηκε ότι ευθύνεται εν μέρει για την κατάσταση την οποία αφορά η υπό κρίση αιτίαση.
47. Τέλος, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για μια φιλική λύση σχετικά με την καταγγελία αυτή, η οποία, κατά την άποψή του, έπρεπε να περιλαμβάνει την αντιστροφή της αντιστάθμισης που πραγματοποίησε η Επιτροπή. Ωστόσο, δεν είχε την εντύπωση ότι μια τέτοια λύση θα μπορούσε να επιτευχθεί από τα ίδια τα μέρη, δεδομένου ότι η ΓΔ EAC δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της, παρά το γεγονός ότι είχε δηλώσει την πρόθεσή της να το πράξει κατά τη γνώμη της.
48. Με επιστολή της 31ης Μαΐου 2010, η οποία ελήφθη στις 14 Ιουνίου 2010, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή επικοινώνησε μαζί του στις 12 Απριλίου 2010, ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες με σκοπό την προετοιμασία φιλικής λύσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη του καταγγέλλοντος σχετικά με τη συμπεριφορά του κ. B., ο οποίος, σύμφωνα με τα λόγια της Επιτροπής, «ενήργησε για λογαριασμό του καταγγέλλοντος με νομικά δεσμευτικό τρόπο, κατά τους ισχυρισμούς του εν αγνοία του καταγγέλλοντος», και κατά πόσον είχε κινήσει διαδικασία εναντίον του. Ζήτησε επίσης λεπτομέρειες σχετικά με τη σχέση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κ. B κατά τη διάρκεια και μετά το έργο, καθώς και σχετικά με το αν ο καταγγέλλων είχε συμμετάσχει στο έργο. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ήταν εν μέρει υπεύθυνη για την κατάσταση και ανακοίνωσε ότι ήταν πρόθυμη να βρει λύση που θα λάμβανε υπόψη τις απόψεις και των δύο μερών.
49. Στην επιστολή της με ημερομηνία 31 Μαΐου 2010, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι, καταρχήν, ενδιαφερόταν πολύ για την επίτευξη φιλικής λύσης, αλλά φοβόταν ότι θα ήταν δύσκολο και χρονοβόρο να εξευρεθεί λύση που θα ήταν ικανοποιητική και για τα δύο μέρη. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν ήταν πρόθυμη να ακολουθήσει την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, ούτε είχε υποβάλει συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις σχετικά με το θέμα αυτό. Υποστήριξε ότι, αν και η προσφορά της Επιτροπής να εξακριβώσει την έκταση της συνυπευθυνότητας του καταγγέλλοντος αρχικά φαινόταν φιλική, φοβόταν ότι αυτό θα οδηγούσε σε μακρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι δεν ευθύνεται για ό,τι συνέβη στην παρούσα υπόθεση και ότι, ως εκ τούτου, ο συμψηφισμός θα πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό του. Τέλος, προσέθεσε ότι το 2009 εξέδωσε απόφαση με την οποία ζητήθηκε από τον B. να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του στην υπό κρίση υπόθεση. Εν τω μεταξύ, ο κ. B. είχε ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης αυτής και το αποτέλεσμα της έρευνας του Διαμεσολαβητή θα ήταν σημαντικό στις σχετικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενδιαφερόταν πολύ για την επίλυση του ζητήματος το συντομότερο δυνατόν και δήλωσε ότι θα εκτιμούσε ιδιαίτερα αν ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να προβεί στην αξιολόγησή του το συντομότερο δυνατόν.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
50. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα δηλώνοντας ότι είναι διατεθειμένη να επιδιώξει φιλικό διακανονισμό με τον καταγγέλλοντα.
51. Ωστόσο, από την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, καθώς και από την επιστολή που απέστειλε στον καταγγέλλοντα, προκύπτει ότι εξετάζει μια λύση στο θέμα αυτό η οποία διαφέρει σημαντικά από την πρόταση του Διαμεσολαβητή.
52. Ειδικότερα, η ΓΔ EAC εμμένει στην άποψή της ότι ο καταγγέλλων ευθύνεται εν μέρει και, ως εκ τούτου, αποδέχεται μόνο εν μέρει την ευθύνη. Στην απάντησή της στην πρόταση για φιλική λύση, η ΓΔ EAC επιχείρησε να αιτιολογήσει την άποψη αυτή υποστηρίζοντας τρία σημεία, και συγκεκριμένα ότι i) ο καταγγέλλων γνώριζε το έργο· ii) θα έπρεπε να έχει ενημερωθεί για το έργο το αργότερο έως τον Μάρτιο του 2004· και iii) όλη η αλληλογραφία απευθυνόταν στον καταγγέλλοντα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, εάν ο καταγγέλλων δεν γνώριζε τη συμφωνία, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας ήταν ελλιπείς. Επιπλέον, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή φαίνεται να υπαινίσσεται ότι ο κ. B. συνήψε νομικά δεσμευτική σύμβαση με την Επιτροπή εξ ονόματος του καταγγέλλοντος και αμφισβήτησε εκ νέου τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν γνώριζε τη συμφωνία.
53. Στην ανάλυσή του που οδήγησε στην πρόταση για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο B. δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπεί το Πανεπιστήμιο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε επανειλημμένα υποστηρίξει ότι ο κ. B. δεν ήταν ένας από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του και ότι οι μόνοι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του ήταν ο Αντικαγκελάριος και ο Προϊστάμενος Διοίκησης. Επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή γνώριζε το γεγονός αυτό, διότι της είχαν αποσταλεί τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του καταγγέλλοντος. Η ΓΔ EAC δεν προσκόμισε ποτέ αποδεικτικά στοιχεία για να αμφισβητήσει τη δήλωση αυτή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να θεωρεί ότι η ΓΔ EAC δεν απέδειξε ότι ο κ. B. ήταν εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμφωνίες δεσμευτικές για τον καταγγέλλοντα και ότι δεν υπέβαλε πειστικά επιχειρήματα ως προς τους λόγους για τους οποίους ο κ. B. θα πρέπει να θεωρηθεί εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος.
54. Όσον αφορά τις γνώσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με το σχέδιο, ο τελευταίος εξήγησε ότι γνώριζε ότι ο κ. B. εκτελούσε το σχέδιο, αλλά ότι δεν γνώριζε ότι η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να παράσχει χρηματοδοτική συνδρομή βάσει της συμφωνίας. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο του επιχειρήματος της Επιτροπής, πρέπει να τονιστεί ότι η συμφωνία συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 2000. Ως εκ τούτου, αυτή είναι η καθοριστική ημερομηνία για τον καθορισμό των μερών της συμφωνίας. Η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο το γεγονός ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε στη συνέχεια για το σχέδιο ή τη συμφωνία τον Μάρτιο του 2004, ή σε μεταγενέστερο στάδιο, μπορεί να έχει σημασία. Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του επιχειρήματος της Επιτροπής, η τελευταία αναγνώρισε ότι οι επιστολές της σχετικά με τη συμφωνία, μολονότι απευθύνονταν στον καταγγέλλοντα, είχαν επισημανθεί υπόψη του Β. Επομένως, είναι λογικό να υποτεθεί ότι παραδόθηκαν στον Β. χωρίς να διαβαστούν ή να ελεγχθούν από άλλα πρόσωπα. Ο καταγγέλλων αντικρούει κάθε ισχυρισμό ότι οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου του ήταν ελλιπείς. Τους εξήγησε λεπτομερώς και τόνισε ότι είχε λάβει ειδικές προφυλάξεις στις σχέσεις της με την Επιτροπή, ενημερώνοντάς την για τα ονόματα των προσώπων που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν συμφωνίες εξ ονόματός της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει βάση για το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων πρέπει να αποδεχθεί ότι δεσμεύεται από τη συμφωνία, παρόλο που ο κ. B. δεν ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος. Η ίδια η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι θα μπορούσε να επέδειξε μεγαλύτερη επιμέλεια κατά τον έλεγχο του κατά πόσον συνήπτε πράγματι σύμβαση με τον καταγγέλλοντα βάσει των πληροφοριών που παρέσχε ο Β., λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι ο τελευταίος υπέβαλε αριθμό λογαριασμού ο οποίος δεν ήταν στο όνομα του καταγγέλλοντος. Αν, παρά ταύτα, η Επιτροπή συνήψε τη συμφωνία βάσει των δηλώσεων του B., η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους του καταγγέλλοντος, έστω και αν υποτεθεί ότι η αμέλεια αυτή θα μπορούσε να έχει σημασία εν προκειμένω.
55. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί στο πλαίσιο αυτό ότι, στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής τόνισε ότι είναι θεμελιώδους σημασίας να καθοριστεί πρώτα το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει ασχοληθεί καθόλου με το ζήτημα αυτό. Στην απάντησή της, υποστήριξε ότι το ερώτημα αυτό ήταν στην πραγματικότητα άνευ σημασίας, δεδομένου ότι ο B. είχε δηλώσει ότι ήταν εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος κατά τη συμπλήρωση του εντύπου της αίτησης και της δήλωσης στη σύμβαση, καθώς και σε όλη την αλληλογραφία.
56. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί τη δήλωση αυτή αξιοσημείωτη για δύο λόγους. Πρώτον, για να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του B. ήταν αυτή που οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ αυτής και του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θα έπρεπε να προσδιορίσει και να θεσπίσει τον νομικό κανόνα στον οποίο βασίστηκε το συμπέρασμα αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι κάπως μπερδεμένος να επισημάνει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σε θέση να συνάγει νομικώς δεσμευτικά συμπεράσματα χωρίς να προσδιορίζει τον νομικό κανόνα και, ως εκ τούτου, το ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο βασίζονται. Δεύτερον, η δήλωση της Επιτροπής αποτελεί τέλειο παράδειγμα κυκλικής συλλογιστικής. Ο άμεσος αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής ήταν ο B. και όχι ο καταγγέλλων. Εάν η Επιτροπή επιθυμούσε να υποστηρίξει ότι η συμφωνία συνήφθη με τον καταγγέλλοντα, θα έπρεπε να το αποδείξει αποδεικνύοντας, βάσει του εφαρμοστέου στην παρούσα υπόθεση δικαίου, ότι ο B. δεσμεύει τον καταγγέλλοντα με τις ενέργειές του. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν το έπραξε.
57. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην πιο πρόσφατη επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δήλωσε ότι θα προετοιμάσει τις λεπτομέρειες μιας πιθανής φιλικής λύσης με βάση τις απαντήσεις του καταγγέλλοντος στις ερωτήσεις του. Υπό το πρίσμα αυτής της δήλωσης, είναι κατανοητοί οι φόβοι του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν αναζητεί αμοιβαία αποδεκτή λύση, αλλά μπορεί να αποφασίσει μονομερώς σχετικά με το τι θεωρεί φιλική λύση.
58. Με βάση τα ανωτέρω, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη φιλική λύση, την οποία πρότεινε ο Διαμεσολαβητής στις 8 Σεπτεμβρίου 2009. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αδικαιολόγητο να υποθέτει η Επιτροπή ότι ο καταγγέλλων φέρει επίσης κάποια ευθύνη για την κατάσταση που προέκυψε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει πρόταση για φιλική λύση, αποσκοπεί στην εξεύρεση ταχείας, ανεπίσημης και αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Σε πολλές περιπτώσεις, μια τέτοια λύση μπορεί να αποτελέσει συμβιβασμό μεταξύ των αντίστοιχων αξιώσεων των μερών. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μια πρόταση φιλικής λύσης μπορεί επίσης να συνίσταται στο να ζητηθεί από ένα θεσμικό όργανο να συμμορφωθεί με το αίτημα του καταγγέλλοντος, εάν ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος είναι δικαιολογημένο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αποδοχή μιας πρότασης για φιλική λύση προσφέρει σε ένα θεσμικό όργανο την ευκαιρία να διευθετήσει μια υπόθεση γρήγορα και ανεπίσημα, και αποτρέπει τον Διαμεσολαβητή από το να πρέπει να υιοθετήσει μια πιο επίσημη προσέγγιση. Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με τον καταγγέλλοντα ότι η θέση που έλαβε η Επιτροπή είναι εσφαλμένη. Η Επιτροπή δηλώνει ότι τάσσεται υπέρ μιας φιλικής λύσης, αλλά κατέστησε σαφές ότι δεν αποδέχεται τη θεμελιώδη παραδοχή στην οποία βασίζεται η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή, δηλαδή ότι δεν υπήρξε συνυπευθυνότητα εκ μέρους του καταγγέλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να συνεχίσει την αναζήτηση φιλικής λύσης. Αντιθέτως, στο παρόν στάδιο κρίνεται αναγκαίο ένα σχέδιο σύστασης.
59. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει το συμπέρασμά του ότι η ΓΔ EAC δεν του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για την αντιστάθμιση που πραγματοποίησε εις βάρος του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να συμψηφίσει τα ποσά που θεωρούσε ότι της οφείλονταν από τον καταγγέλλοντα με τις οφειλόμενες σε αυτόν πληρωμές συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, υποβάλλει αντίστοιχο σχέδιο σύστασης κατωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
Β. Το σχέδιο σύστασης
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Η Επιτροπή θα πρέπει να αντιστρέψει την αντιστάθμιση που πραγματοποιήθηκε εις βάρος του καταγγέλλοντος.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Οκτωβρίου 2010. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 13 Ιουλίου 2010
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
[2] Όπως εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 6ης Σεπτεμβρίου 2001, βλ. πρακτικά της συνόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τις 3 έως τις 6 Σεπτεμβρίου 2001, ΕΕ C 72 E, σ. 331.
[3] Η σφραγίδα του καταγγέλλοντος μπορεί, για παράδειγμα, να βρεθεί στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή, η οποία υποβλήθηκε από τον Καγκελάριο, έναν από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους του καταγγέλλοντος.