FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 355/2007/TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο κανονισμός 1049/2001 [1] θεσπίζει τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

2. Στις 18 Ιουλίου 2006, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (EEB) υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Η αίτηση πρόσβασης αφορούσε έγγραφα που είχε χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για να διατυπώσει γνώμη βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους [2] σχετικά με την κατασκευή λιμένα στη Granadilla (Τενερίφη, Ισπανία).

3. Με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα. Ωστόσο, όσον αφορά ορισμένα έγγραφα, ανέβαλε την απόφασή της για τον λόγο ότι εξακολουθούσε να διαβουλεύεται με τις ισπανικές αρχές όσον αφορά την αίτηση πρόσβασης. Στη συνέχεια, το EEB υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στις 15 Σεπτεμβρίου 2006. Η Επιτροπή απάντησε με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 2006. Η επιστολή προσδιόριζε 19 έγγραφα (τα οποία απαριθμούσε σε παράρτημα από το 1 έως το 19). Χορηγήθηκε πρόσβαση σε επτά από αυτά τα έγγραφα (συγκεκριμένα, στα έγγραφα 1, 2, 15, 16, 17, 18 και 19). Ωστόσο, η Επιτροπή ενημέρωσε το EEB ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001, διαβουλευόταν με τις ισπανικές αρχές όσον αφορά τη χορήγηση πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα που προέρχονταν από τις ισπανικές αρχές (συγκεκριμένα, τα έγγραφα 12, 13 και 14). Δήλωσε ότι θα αποφάσιζε σχετικά με την ενδεχόμενη δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών μόλις λάμβανε απάντηση από τις ισπανικές αρχές. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η ανάλυση των υπόλοιπων εγγράφων (δηλαδή των εγγράφων 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11) δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και ότι θα ενημέρωνε το EEB για τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής το συντομότερο δυνατόν. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

4. Στις 30 Ιανουαρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε, εξ ονόματος της EEB, καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία της ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε:

  1. αρνήθηκε εσφαλμένα την πρόσβαση στα έγγραφα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα της επιστολής της της 15ης Δεκεμβρίου 2006·
  2. δεν τήρησε τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001· και
  3. καθυστέρησε αδικαιολόγητα την καταχώριση της αρχικής αίτησης πρόσβασης.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:

  1. η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει πρόσβαση σε όλα τα ζητούμενα έγγραφα·
  2. εάν δεν ήταν δυνατόν να επιτραπεί η πρόσβαση στα έγγραφα που προέρχονται από τις ισπανικές αρχές, η Επιτροπή θα έπρεπε να ενημερώσει γραπτώς την EEB για τα κύρια επιχειρήματα και σημεία που προέβαλαν οι ισπανικές αρχές·
  3. η Επιτροπή θα πρέπει, στο μέλλον, να τηρεί τις καθορισμένες προθεσμίες όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα, ιδίως όταν επίκειται απόφαση σχετικά με τα θέματα που συζητούνται στα εν λόγω έγγραφα και ο αιτών χρειάζεται τα έγγραφα προκειμένου να απαντήσει στα επιχειρήματα που προβάλλονται σε σχέση με την επικείμενη απόφαση.

5. Με επιστολή της 10ης Απριλίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Η απάντηση αυτή αφορούσε 12 έγγραφα που καλύπτονταν από την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα. Η Επιτροπή επέτρεψε την πρόσβαση σε τέσσερα έγγραφα του καταλόγου αυτού (συγκεκριμένα, στα έγγραφα 3, 4, 5 και 7). Ωστόσο, αρνήθηκε κάθε πρόσβαση σε πέντε έγγραφα (συγκεκριμένα, στα έγγραφα 10, 11, 12, 13 και 14) και χορήγησε μερική μόνο πρόσβαση σε τρία πρόσθετα έγγραφα (συγκεκριμένα, στα έγγραφα 6, 8, 9).

6. Ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα αφορά μόνο την πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 [3].

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

7. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή. Αφού έλαβε παράταση της προθεσμίας, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Η καταγγέλλουσα ζήτησε επίσης παράταση της προθεσμίας, μετά την οποία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της EEB. Στις 16 Μαΐου 2008, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στην Επιτροπή σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή, αφού έλαβε δύο παρατάσεις της προθεσμίας, υπέβαλε την απάντησή της στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις της EEB στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο των σχετικών εγγράφων τον Μάιο του 2009.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή εσφαλμένως αρνήθηκε (πλήρη) πρόσβαση στο έγγραφο 6 και στα έγγραφα 8-14 και οι ισχυρισμοί ότι θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση και/ή ότι θα πρέπει να παρασχεθούν στην EEB τα επιχειρήματα των ισπανικών αρχών.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

8. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στην επιστολή της 10ης Απριλίου 2007, η οποία περιείχε την πλήρη απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος της 15ης Σεπτεμβρίου 2006. Στην επιστολή της της 10ης Απριλίου 2007, η Επιτροπή προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα για τη μη παροχή πλήρους πρόσβασης στα έγγραφα που καλύπτονται από την αίτηση πρόσβασης.

9. Οι ισπανικές αρχές δεν συμφώνησαν με την κοινοποίηση των εγγράφων 12, 13 και 14. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001. Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στις σκέψεις 57 και 58 της απόφασης του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-168/02 [4].

10. Όσον αφορά τα έγγραφα 6, 8 και 9, η Επιτροπή επικαλέστηκε την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ορίζει ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που συντάσσεται από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση και αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον. Υποστήριξε ότι τα έγγραφα ήταν ουσιώδη για την απόφασή της σχετικά με την αίτηση της Ισπανίας για κοινοτική συγχρηματοδότηση του σχεδίου Granadilla. Κατά την άποψή της, η γνωστοποίηση σε αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής θα υπονόμευε σοβαρά αυτή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι η ίδια και οι υπηρεσίες της θα εκτεθούν επίσης σε αδικαιολόγητες εξωτερικές πιέσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο την αντικειμενικότητα της ανάλυσής τους. Δήλωσε ότι, όπως συμβαίνει με κάθε άλλη δημόσια διοίκηση, η Επιτροπή χρειάζεται έναν ορισμένο «χώρο σκέψης» προκειμένου να διασφαλίσει την ικανότητά της να εκτελεί τα καθήκοντά της, προς το δημόσιο συμφέρον, χωρίς αδικαιολόγητες εξωτερικές επιρροές. Επιπλέον, τα επίμαχα έγγραφα περιείχαν εκτιμήσεις των πληροφοριών που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος και παρέπεμπαν, σε πολλά σημεία, στο περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία οι ισπανικές αρχές δεν συμφώνησαν να δημοσιοποιήσουν κατά τη διαβούλευση με την Επιτροπή.

11. Όσον αφορά τα έγγραφα 10 και 11,[5] η Επιτροπή επικαλέστηκε την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ορίζει ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει γνώμες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα έγγραφα αυτά αντικατόπτριζαν, αντίστοιχα, τις συζητήσεις μεταξύ της ΓΔ Ενέργειας και Μεταφορών και άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής όσον αφορά τη γνωμοδότηση που επρόκειτο να εκδοθεί βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους και ανακεφαλαίωναν τις θέσεις και τις γνώμες άλλων Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής. Οι απόψεις αυτές συγκεντρώθηκαν προκειμένου να παρουσιαστούν στον Επίτροπο που είναι αρμόδιος για την υπόθεση. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής απαιτούσε τη διατήρηση, στο πλαίσιο των υπηρεσιών της, πνεύματος εμπιστοσύνης και ανοικτού διαλόγου, ώστε να διασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση στην προκειμένη περίπτωση. Οι γνώμες που περιέχονται στα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί ειδικά για εσωτερική χρήση. Οι συντάκτες, όταν συνέταξαν τα έγγραφα, δεν έλαβαν ποτέ υπόψη το ενδεχόμενο δημοσιοποίησής τους στο κοινό. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εν λόγω γνωμοδοτήσεων θα οδηγούσε σε μια κατάσταση στην οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα ήταν απρόθυμες να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους, στερώντας έτσι από την Επιτροπή την ευκαιρία να ενημερωθεί πλήρως και ειλικρινά για όλες τις πτυχές της υπόθεσης και για τις συνέπειες των διαφόρων διαθέσιμων επιλογών. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα έβλαπτε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, δεδομένου ότι θα επηρέαζε σοβαρά την ανεξάρτητη έκφραση απόψεων επί του θέματος και θα έθετε σε κίνδυνο την ποιότητα και τη σταθερότητα της τελικής απόφασης.

12. Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Παραδέχθηκε ότι σε περιβαλλοντικά ζητήματα υπήρχε συχνά έντονο δημόσιο συμφέρον για ενημέρωση σχετικά με τα γεγονότα βάσει των οποίων ελήφθη η απόφαση. Παραδέχθηκε επίσης ότι υπήρχε τόσο έντονο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την παρούσα υπόθεση σχετικά με το λιμενικό έργο, την εφαρμογή της οδηγίας για τους οικοτόπους και τη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Ωστόσο, απέρριψε το επιχείρημα ότι το συμφέρον των τρίτων να εκτιμήσουν αν η Επιτροπή εξέδωσε τη γνώμη της βάσει ορθών και πλήρων πληροφοριών θα ισοδυναμούσε με δημόσιο συμφέρον που θα δικαιολογούσε τη μη συνεκτίμηση της ζημίας που θα προκαλούσε η προστασία της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων. Η πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα δεν θα ήταν καθοριστική όσον αφορά τα μέσα και τις δυνατότητες των ενδιαφερομένων τρίτων να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή την άποψή τους επί του θέματος. Ο καταγγέλλων είχε την ευκαιρία να εξηγήσει στην Επιτροπή τις θέσεις και τις απόψεις του σχετικά με το έργο.

13. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 για τα εσωτερικά έγγραφα δεν είναι απόλυτη. Η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των οικείων εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει σοβαρά αν το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση υπερισχύει του συμφέροντός της να προστατεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεών της.

14. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το Δικαστήριο απεφάνθη, στην υπόθεση C-321/96,[6] ότι το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να αρνηθεί τη διατύπωση γνώμης από αυτόνομους φορείς με το επιχείρημα ότι δεν έχει ακόμη ληφθεί τελική απόφαση. Επομένως, εν προκειμένω, η γνώμη της ΕΤΕπ (ήτοι το έγγραφο 19) θα έπρεπε να είχε δημοσιευθεί. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι και η θέση άλλων Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής θα έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί αμέσως στην EEB και όχι μόνο μετά τη λήψη της απόφασης σχετικά με τον λιμένα της Granadilla. Με βάση το επιχείρημα της Επιτροπής, κανένα έγγραφο της Επιτροπής δεν θα μπορούσε ποτέ να δημοσιοποιηθεί πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, δεδομένου ότι όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποτελούν μέρος της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων είναι πεπεισμένος ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-64/05 P, με την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που έλαβε κατά τη διάρκεια διαδικασίας βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους, μπορεί να χρησιμεύσει ως προηγούμενο και να υποστηρίξει το αίτημα πρόσβασης του EEB.

15. Ο καταγγέλλων δεν κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να υποστηρίξει, στην επιβεβαιωτική απάντησή της της 15ης Δεκεμβρίου 2006, ότι η ανάλυση όσον αφορά την οδηγία για τους οικοτόπους δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, όταν η απόφαση για το έργο είχε ληφθεί στις 6 Νοεμβρίου 2006.

16. Επιπλέον, στην απάντησή της στην αίτηση πρόσβασης, η Επιτροπή αγνόησε παντελώς το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ) έχει κυρώσει τη σύμβαση του Aarhus για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. Δεδομένου ότι η Σύμβαση του Aarhus δεσμεύει τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΚ, υπερισχύει του παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Η Σύμβαση του Aarhus δεν παρέχει σε ένα κράτος το δικαίωμα να αντιταχθεί πλήρως στην πρόσβαση σε έγγραφα, όπως συμβαίνει με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001.

17. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται επίσης, όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, ότι, ακόμη και αν το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να ζητήσει τη μη δημοσιοποίηση ενός εγγράφου, τα κράτη μέλη δεν έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας. Εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε δική της ανεξάρτητη αξιολόγηση σχετικά με το κατά πόσον εφαρμόζεται οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, δεν μπορεί βασίμως να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ισπανίας ότι αντιτίθεται στην πρόσβαση στα οικεία έγγραφα, χωρίς να σταθμίζει τα διάφορα συμφέροντα μεταξύ τους. Βάσει της Σύμβασης του Aarhus και της οδηγίας 2003/4, η Ισπανία θα ήταν υποχρεωμένη να παράσχει πρόσβαση σε έγγραφα όπως η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι μελέτες, η εξέταση εναλλακτικών λιμένων κ.λπ., εάν το EEB είχε υποβάλει αίτηση πρόσβασης απευθείας στις ισπανικές αρχές. Ως εκ τούτου, δεν είναι ορθό να ερμηνευθεί ο κανονισμός 1049/2001 υπό την έννοια ότι παρέχει στην Ισπανία δικαίωμα αρνησικυρίας όσον αφορά την πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο υπέβαλε η Ισπανία στην Επιτροπή.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

18. Ο κανονισμός 1049/2001 θεσπίζει την αρχή της πρόσβασης του κοινού σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής, του Συμβουλίου ή του Κοινοβουλίου, εκτός εάν το θεσμικό όργανο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση πρόσβασης μπορεί να αποδείξει ότι μία από τις ουσιαστικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού εφαρμόζεται στην αίτηση πρόσβασης. Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 καλύπτει τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των εν λόγω θεσμικών οργάνων, ακόμη και αν προέρχονται από τρίτους, μεταξύ άλλων από κράτος μέλος.

19. Όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση της παραγράφου 4 σημείο 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.

20. Το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το θεσμικό όργανο να μην δημοσιοποιήσει έγγραφο που προέρχεται από το εν λόγω κράτος μέλος χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του.

Έγγραφα προερχόμενα από την Ισπανία

21. Όσον αφορά την αίτηση για έγγραφα προερχόμενα από την Ισπανία, η Ισπανία είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν επιθυμούσε να της επιτρέψει την πρόσβαση σε έγγραφα προερχόμενα από την Ισπανία. Η Επιτροπή βασίστηκε στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-168/02 [7] για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα που προέρχονται από την Ισπανία. Στην εν λόγω υπόθεση, το Πρωτοδικείο είχε αποφανθεί ότι αίτημα κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 συνιστά εντολή προς το θεσμικό όργανο να μην δημοσιοποιήσει το εν λόγω έγγραφο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην υπόθεση C-64/05 P [8], ακύρωσε εν μέρει την απόφαση του Πρωτοδικείου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξουσία ενός κράτους μέλους, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5, να ζητήσει τη μη δημοσιοποίηση ενός εγγράφου, οριοθετείται από τις ουσιαστικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001. Συναφώς, το κράτος μέλος έχει απλώς την εξουσία να συμμετέχει στην κοινοτική απόφαση όσον αφορά την πρόσβαση. Με τον τρόπο αυτό, η προηγούμενη συμφωνία του κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 δεν αποτελεί δικαίωμα αρνησικυρίας κατά διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την πρόσβαση, αλλά μάλλον μια μορφή σύμφωνης γνώμης που επιβεβαιώνει ότι δεν εφαρμόζεται καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 [9]. Η παρέμβαση του κράτους μέλους δεν επηρεάζει τον κοινοτικό χαρακτήρα της απόφασης όσον αφορά την πρόσβαση [10].

22. Όταν υποβάλλεται αίτηση σε θεσμικό όργανο για πρόσβαση σε έγγραφο προερχόμενο από κράτος μέλος, το θεσμικό όργανο και το οικείο κράτος μέλος υποχρεούνται να συνεργάζονται κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι σχετικοί κανόνες δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Ειδικότερα, υποχρεούνται να αρχίσουν, χωρίς καθυστέρηση, πραγματικό διάλογο σχετικά με την ενδεχόμενη εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001, δίνοντας παράλληλα προσοχή στην ανάγκη τήρησης των προθεσμιών για την έκδοση απόφασης που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού [11].

23. Σε περίπτωση που, μετά από έναν τέτοιο ειλικρινή διάλογο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου, υποχρεούται να αιτιολογήσει την εναντίωσή του παραπέμποντας στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001 [12].

24. Το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να δεχθεί την αντίρρηση κράτους μέλους για τη δημοσιοποίηση εγγράφου προερχόμενου από το εν λόγω κράτος εάν: i) η ένσταση δεν είναι αιτιολογημένη· και ii) οι λόγοι δεν προβάλλονται όσον αφορά τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001. Όταν, παρά το σχετικό ρητό αίτημα του θεσμικού οργάνου προς το κράτος μέλος, το κράτος μέλος εξακολουθεί να μην παρέχει στο θεσμικό όργανο τους λόγους αυτούς, το θεσμικό όργανο οφείλει, σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν ισχύει καμία από τις εξαιρέσεις αυτές, να παράσχει πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο [13].

25. Σε περίπτωση αιτιολογημένης άρνησης του κράτους μέλους να επιτρέψει την πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο, το θεσμικό όργανο υποχρεούται, κατά συνέπεια, να απορρίψει την αίτηση πρόσβασης [14].

26. Βάσει των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 1049/2001, το ίδιο το θεσμικό όργανο υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του να απορρίψει αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι το θεσμικό όργανο πρέπει, στην απόφασή του, όχι μόνο να καταγράφει το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος έχει αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση του ζητούμενου εγγράφου, αλλά και να εκθέτει τους λόγους που επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος για να αποδείξει ότι ισχύει μία από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού [15].

27. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση δεν φαινόταν πλέον δικαιολογημένη, δεδομένου ότι βασίστηκε στην αντίρρηση των ισπανικών αρχών για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, χωρίς να αναφερθεί και να αιτιολογήσει επαρκώς την εφαρμογή οποιασδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001.

Εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής

28. Όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση σε εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να δεχθεί τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της επίκλησης της εξαίρεσης του άρθρου 4 παράγραφος 3 πρώτο ή δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 (σχετικά με την ανάγκη για έναν ορισμένο «χώρο σκέψης» ή για ελεύθερες εσωτερικές συζητήσεις). Ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη τονίσει ότι η αποδοχή τέτοιων επιχειρημάτων θα οδηγούσε ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι το θεσμικό όργανο θα μπορούσε, γενικά, να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση οποιουδήποτε εγγράφου που έχει συνταχθεί για εσωτερική χρήση, με την αιτιολογία ότι η δημοσιοποίηση θα έθιγε το συμφέρον του να έχει «ελεύθερες» εσωτερικές συζητήσεις και διαβουλεύσεις.[16] Αυτή η ευρεία προσέγγιση σαφώς δεν συμβιβάζεται με την αρχή της στενής ερμηνείας και εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού.[17] Επιπλέον, μια τέτοια στενή ερμηνεία και εφαρμογή ισχύει για την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, η οποία έχει επίσης δηλωθεί ρητά από τον κοινοτικό νομοθέτη ότι εφαρμόζεται σε αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.[18] Στην πραγματικότητα, η έγκριση της προσέγγισης της Επιτροπής θα ισοδυναμούσε με λίγο λιγότερο από μια ευρεία άδεια για τη μη δημοσιοποίηση όλων αυτών των εγγράφων, κατά προφανή παράβαση της πρόθεσης του κοινοτικού νομοθέτη που εξέδωσε τον κανονισμό 1049/2001. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν φαίνεται να αιτιολόγησε επαρκώς την εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.

29. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον για διαφάνεια όσον αφορά τα στοιχεία βάσει των οποίων προβαίνει στην αξιολόγησή της. Ακόμη και σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους του άρθρου 6 παράγραφος 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους [19], η Επιτροπή έπρεπε να γνωμοδοτήσει σχετικά με το κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών επιπτώσεων του έργου στα είδη προτεραιότητας και/ή σε έναν τύπο φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας, υπήρχαν «επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος» που να δικαιολογούν την υλοποίησή του. Ως εκ τούτου, σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, δημόσιο συμφέρον η δημοσιοποίηση να σταθμίζει σε μεγάλο βαθμό υπέρ της διαφάνειας. Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στο σημείο 28 ανωτέρω, η Επιτροπή φαίνεται να μην εξισορρόπησε δεόντως το συμφέρον αυτό.

30. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε την πρόταση φιλικής λύσης, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση. Στο βαθμό που η άρνηση αυτή αφορούσε έγγραφα προερχόμενα από τις ισπανικές αρχές ή έγγραφα της Επιτροπής που αναφέρονται στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων προερχόμενων από κράτος μέλος, η επανεξέταση αυτή προϋπέθετε διαβούλευση με τις αρμόδιες ισπανικές αρχές, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-64/05 P.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

31. Η Επιτροπή έκρινε ότι η απόφασή της σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του EEB ήταν νομικά ορθή κατά τον χρόνο λήψης της. Δέχθηκε, ωστόσο, την πρόταση του Διαμεσολαβητή να επανεξετάσει, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-64/05 P, την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα προερχόμενα από το κράτος μέλος (έγγραφα 12-14).

32. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου τη γνώμη των ισπανικών αρχών. Οι ισπανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή σχετικά με τις εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες στο Tribunal Superior de Justicia de Canarias. Σύμφωνα με τις ισπανικές αρχές, η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία των εν λόγω δικαστικών διαδικασιών. Ως εκ τούτου, η αίτηση πρόσβασης υπόκειται στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή στην εξαίρεση ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία των δικαστικών διαδικασιών και των νομικών συμβουλών. Δεδομένου ότι οι ισπανικές αρχές αντιτάχθηκαν στη δημοσιοποίηση και εξέθεσαν τους λόγους που προβλήθηκαν σύμφωνα με τις εξαιρέσεις του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια και, ως εκ τούτου, έπρεπε, για μία ακόμη φορά, να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση [20].

33. Η Επιτροπή συμφώνησε επίσης να επανεξετάσει την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8 και 9, δεδομένου ότι η απόφαση σχετικά με τη συγχρηματοδότηση του λιμένα της Granadilla στο πλαίσιο της επόμενης περιόδου προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων (περίοδος 2007-2013) είχε πλέον εκδοθεί. Τα έγγραφα αυτά, στα οποία είχε ήδη χορηγηθεί μερική πρόσβαση, ανταλλάχθηκαν μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής στο πλαίσιο της κατάρτισης της γνώμης της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση με την οδηγία για τους οικοτόπους. Τα έγγραφα αυτά επιδόθηκαν επίσης στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τις ισπανικές αρχές σχετικά με τη χρηματοδότηση του λιμένα της Granadilla μέσω των διαρθρωτικών ταμείων. Τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν εκτιμήσεις και ανάλυση των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι αρχές των κρατών μελών, καθώς και γνώμες και εκτιμήσεις που έπρεπε να ληφθούν υπόψη στις αποφάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσιοποίηση τέτοιων εσωτερικών προπαρασκευαστικών εγγράφων θα συνεπαγόταν ότι οι συντάκτες τέτοιων σημειωμάτων θα λάμβαναν, στο μέλλον, υπόψη τον κίνδυνο δημοσιοποιήσεως. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα περιόριζε την προθυμία τους να προβάλουν οποιεσδήποτε επικριτικές ή αμφιλεγόμενες απόψεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα επωφελείται πλέον από τις ειλικρινείς και πλήρεις απόψεις των υπαλλήλων της και θα στερείται μιας εποικοδομητικής μορφής εσωτερικής κριτικής, απαλλαγμένης από κάθε εξωτερικό περιορισμό και πίεση. Αυτό θα υπονόμευε σαφώς τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής.

34. Επιπλέον, η δημοσιοποίηση των εγγράφων 6, 8 και 9 θα δημιουργούσε τον κίνδυνο όχι μόνο να δημοσιοποιηθούν ενδεχομένως επικριτικές γνώμες υπαλλήλων της Επιτροπής, αλλά και να συγκριθούν οι γνώμες αυτές με τις τελικές αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή. Εάν γινόταν αυτό, θα δημοσιοποιούνταν οι εσωτερικές συζητήσεις του θεσμικού οργάνου. Αυτό "θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την ελευθερία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, η οποία εκδίδει τις αποφάσεις της βάσει της αρχής της συλλογικότητας και της οποίας τα μέλη πρέπει, προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας, να ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη ανεξαρτησία"[21].

35. Επιπλέον, στον βαθμό που τα έγγραφα 6, 8 και 9 βασίζονται στα έγγραφα που προσκόμισαν οι ισπανικές αρχές, η Επιτροπή υποστήριξε ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να δημοσιοποιηθούν τα μέρη που περιέχουν τις απόψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής χωρίς να δημοσιοποιηθούν οι πληροφορίες που προέρχονται από το κράτος μέλος.

36. Όσον αφορά την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι σκοπός της αρχής της διαφάνειας είναι να «δώσει τη δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν στενότερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».[22] Σύμφωνα με την Επιτροπή, το EEB και το ευρύτερο κοινό συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις σχετικά με την κατασκευή του λιμένα της Granadilla και γνωστοποίησαν τις απόψεις τους στο πλαίσιο αυτό. Πράγματι, η δημοσιοποίηση των εγγράφων 6, 8 και 9 ουδόλως θα επηρέαζε τη δυνατότητά τους να προβάλουν τη θέση τους. Ταυτόχρονα, η δημοσιοποίηση των εγγράφων 6, 8 και 9 θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 εμπόδιζε την περαιτέρω δημοσιοποίηση των εγγράφων 6, 8 και 9.

37. Όσον αφορά τα έγγραφα 10 και 11, η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι προέκυψαν νέες περιστάσεις που να δικαιολογούν την επανεκτίμηση της απόφασής της. Σε αντίθεση με όσα πρότεινε ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση, η Επιτροπή διενήργησε δοκιμή συγκεκριμένης βλάβης και εξισορρόπησε το προστατευόμενο συμφέρον με το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση.

38. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να παράσχει μεγαλύτερη πρόσβαση από αυτήν που είχε ήδη χορηγηθεί στις απαντήσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2006 και της 10ης Απριλίου 2007.

39. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε εσφαλμένη ερμηνεία του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα 12-14, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-64/05 P. Η απόφαση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στο κράτος μέλος γενικό και ανεπιφύλακτο δικαίωμα αρνησικυρίας, ώστε να μπορεί, κατά διακριτική ευχέρεια, να αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση εγγράφων που προέρχονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή θεσμικού οργάνου, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα να παύσει να διέπεται από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού και να εξαρτάται μόνο από τη διάταξη του εθνικού δικαίου». Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο, «η προηγούμενη συμφωνία του κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 δεν μοιάζει με δικαίωμα αρνησικυρίας κατά διακριτική ευχέρεια, αλλά με μια μορφή σύμφωνης γνώμης που επιβεβαιώνει ότι δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους εξαίρεσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφοι 1 έως 3».[23] Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι σχετικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου θα πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με τη νομολογία που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το γεγονός και μόνο ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον που προστατεύεται από εξαίρεση δεν μπορεί από μόνο του να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εν λόγω εξαίρεσης· ο κίνδυνος υπονόμευσης ενός προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός».[24] Ενώ η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 12-14 θα υπονόμευε την προστασία των ισπανικών δικαστικών διαδικασιών, δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι ο κίνδυνος αυτός θα ήταν προβλέψιμος. Επιπλέον, το EEB δεν θεώρησε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 12-14 θα μπορούσε, ακόμη και υποθετικά, να βλάψει την εν λόγω δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, οι πληροφορίες που περιέχει θα βοηθούσαν το Tribunal Superior de Justicia de Canarias να λάβει τη σωστή απόφαση.

40. Όσον αφορά τα άλλα έγγραφα που συνέταξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή απλώς παρέθεσε τμήματα της απόφασης του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-403/05 [25] χωρίς να εξηγήσει πώς εφαρμόζονται οι όροι αυτοί στα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης. Η Επιτροπή προσπάθησε να εφαρμόσει τη θεωρία που σχετίζεται με το δίκαιο του ανταγωνισμού, και ιδίως με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων, στην παρούσα υπόθεση που αφορά περιβαλλοντικό ζήτημα. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σε περιβαλλοντικά θέματα, το δημόσιο συμφέρον είναι πολύ υψηλό και η αρχή της πρόσβασης στην πληροφόρηση θα πρέπει να εφαρμόζεται με τον «ευρύτερο και ισχυρότερο τρόπο».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

Έγγραφα προερχόμενα από την Ισπανία

41. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για την επανεξέταση της αίτησης πρόσβασης στα έγγραφα 12, 13 και 14 βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-64/05 P.[26] Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά την ερμηνεία του Δικαστηρίου όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001.

42. Το Δικαστήριο υπογράμμισε, στην απόφασή του στην υπόθεση C-64/05 P, ότι το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 δεν αποσκοπεί στη διάκριση μεταξύ δύο αρμοδιοτήτων, της μιας εθνικής και της άλλης κοινοτικής, με διαφορετικούς σκοπούς. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, παρέχει στο κράτος μέλος την εξουσία να συμμετέχει στην κοινοτική απόφαση. Ωστόσο, ο μοναδικός σκοπός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5 είναι να καθοριστεί αν η πρόσβαση σε ένα έγγραφο πρέπει να απορριφθεί βάσει μιας από τις ουσιαστικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3.[27] Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν θα πρέπει να μεταβάλλει τον σκοπό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και, κατ’ επέκταση, την ποιότητα της τελικής απόφασης που λαμβάνεται όσον αφορά την πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001. Εν ολίγοις, η αιτιολόγηση που παρέχεται από το θεσμικό όργανο που έχει στην κατοχή του έγγραφο προκειμένου να αποδείξει ότι εφαρμόζεται εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφοι 1 έως 3 δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι λιγότερο εκτεταμένη ή λιγότερο πειστική όταν το εν λόγω έγγραφο είναι έγγραφο που προέρχεται από κράτος μέλος. Αυτό επιβεβαιώνεται από την απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος υποχρεούται, σύμφωνα με το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας που ορίζεται στο άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ, να ενεργεί και να συνεργάζεται κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά ο κανονισμός 1049/2001 και, ειδικότερα, το άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 [28].

43. Το Δικαστήριο υπογράμμισε περαιτέρω ότι η παρέμβαση ενός κράτους μέλους στο πλαίσιο αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα δεν επηρεάζει τον κοινοτικό χαρακτήρα της απόφασης που λαμβάνεται στη συνέχεια από το θεσμικό όργανο.[29] Επίσης, η παρέμβαση ενός κράτους μέλους δεν θίγει την υποχρέωση του θεσμικού οργάνου να αιτιολογήσει την απόφασή του να αρνηθεί την πρόσβαση.[30] Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ότι η ευθύνη του θεσμικού οργάνου που αρνείται την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφο που έχει στην κατοχή του να αιτιολογήσει την απόφασή του παραμένει η ίδια, ανεξάρτητα από το αν το θεσμικό όργανο στήριξε την απόφασή του σε αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 ή αν η απόφαση του θεσμικού οργάνου βασίζεται αποκλειστικά σε δική του ανάλυση. Αυτό γίνεται επίσης αντιληπτό από τη δήλωση του Δικαστηρίου ότι «το θεσμικό όργανο οφείλει, στην απόφασή του, όχι μόνο να καταγράψει το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος αντιτάχθηκε στη δημοσιοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου, αλλά και να εκθέσει τους λόγους που επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος για να αποδείξει [31] ότι ισχύει μία από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού.»[32]

44. Από τις σκέψεις 42-43 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο που αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο προερχόμενο από κράτος μέλος υποχρεούται να εξακριβώσει αν οι λόγοι εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφοι 1 έως 3, τους οποίους επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος και χρησιμοποιεί για να αιτιολογήσει την απόφασή του, πληρούν το απαιτούμενο κριτήριο. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, υποχρεώνει το θεσμικό όργανο που επικαλείται τους λόγους που επικαλείται κράτος μέλος όταν αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο να βεβαιώνεται επίσης για την ύπαρξη των λόγων αυτών [33].

45. Όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο των λόγων για την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφοι 1 έως 3, η απόφαση στην υπόθεση C-64/05 P προβλέπει ότι οι λόγοι αυτοί θα πρέπει να επιτρέπουν στο πρόσωπο που ζήτησε το έγγραφο να κατανοήσει την προέλευση και τους λόγους της απόρριψης της αίτησής του και στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει, εάν χρειαστεί, την εξουσία ελέγχου του.[34] Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων έχει ήδη καθορίσει τις λεπτομέρειες της εξέτασης που πρέπει να διενεργηθεί (και, ως εκ τούτου, τους λόγους που πρέπει να παρασχεθούν) από το θεσμικό όργανο εν προκειμένω. Όσον αφορά την εξαίρεση από την πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με δικαστικές διαδικασίες, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να εφαρμοστεί η εξέταση τριών σταδίων που ορίζεται από το Δικαστήριο σε σχέση με τις νομικές συμβουλές, δεδομένου ότι και οι δύο αυτές κατηγορίες εγγράφων καλύπτονται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση. Η εξέταση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε τρία στάδια. Πρώτον, το θεσμικό όργανο πρέπει να βεβαιωθεί ότι το έγγραφο που του ζητείται να δημοσιοποιήσει αφορά πράγματι δικαστικές διαδικασίες και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να αποφασίσει ποια τμήματα των εγγράφων αφορούν πράγματι. Δεύτερον, το θεσμικό όργανο πρέπει να εξετάσει αν η δημοσιοποίηση των τμημάτων του επίμαχου εγγράφου που έχουν διαπιστωθεί ότι αφορούν δικαστικές διαδικασίες «θα έθιγε την προστασία» των εν λόγω διαδικασιών. Ο κίνδυνος προσβολής του συμφέροντος αυτού πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Τρίτον, εάν το θεσμικό όργανο θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε την προστασία των δικαστικών διαδικασιών, οφείλει να εξακριβώσει αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση [35].

46. Στην παρούσα υπόθεση, οι ισπανικές αρχές υποστήριξαν ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 12-14 θα έθιγε την προστασία των εν εξελίξει δικαστικών διαδικασιών. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι ισπανικές αρχές δεν φαίνεται να έχουν παράσχει, σε επαρκή βαθμό ώστε να πληρούν τα πρότυπα που έχει θεσπίσει το Δικαστήριο (όπως συνοψίζονται ανωτέρω στην παράγραφο 45), λόγους για να αποδείξουν ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται πράγματι. Από την πλευρά της, η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 παράγραφος 5, επειδή δεν επαλήθευσε, μέσω πραγματικού διαλόγου [36] με τις ισπανικές αρχές, ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση. Επομένως, κακώς η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Εσωτερικά έγγραφα 6, 8 και 9 της Επιτροπής

47. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή επανεξέτασε επίσης την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8 και 9. Υπενθυμίζει επίσης ότι η άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8 και 9 βασιζόταν αρχικά στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο (ενώ η άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα 10 και 11 βασιζόταν στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο). Αφού έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση σχετικά με τη συγχρηματοδότηση του λιμένα της Granadilla στο πλαίσιο της επόμενης περιόδου προγραμματισμού 2007-2013 των διαρθρωτικών ταμείων έχει πλέον εκδοθεί, η Επιτροπή αρνείται πλέον την πρόσβαση σε όλα τα σχετικά εσωτερικά έγγραφα - έγγραφα 6, 8, 9, 10 και 11 - βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο.[37] Η Επιτροπή βασίζει την ανάλυσή της σε ερμηνεία της απόφασης του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-403/05 (εφεξής «υπόθεση MyTravel»). [38] Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί πειστική την ερμηνεία της Επιτροπής.

48. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 αποσκοπεί στην προστασία της εσωτερικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων των θεσμικών οργάνων. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο «χώρος σκέψης» για να περιγράψει το προστατευόμενο συμφέρον. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ικανότητα λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου μπορεί να διακυβευθεί εάν τα έγγραφα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν αμέσως και άμεσα από το θεσμικό όργανο για την έκδοση μελλοντικής απόφασης δημοσιοποιηθούν πριν από τη λήψη της εν λόγω απόφασης. Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός ότι η εν λόγω πρόωρη δημοσιοποίηση εγγράφων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση αδικαιολόγητης εξωτερικής πίεσης στο θεσμικό όργανο και/ή στις υπηρεσίες του (άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο).[39] Η ικανότητα λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου μπορεί επίσης να τεθεί σε κίνδυνο εάν τα εσωτερικά έγγραφα δημοσιοποιούνται μετά τη λήψη απόφασης (άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο). Ωστόσο, ο κίνδυνος να υπονομευθεί η ικανότητα λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου μειώνεται σημαντικά μόλις ληφθεί μια απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, υπάρχει περιορισμένος μόνο κίνδυνος να ασκηθεί πραγματικά αδικαιολόγητη εξωτερική πίεση στο θεσμικό όργανο ή στις υπηρεσίες του ως αποτέλεσμα της δημοσιοποίησης των εγγράφων. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα από την υπόθεση MyTravel, η οποία, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προστασία της ικανότητας λήψης αποφάσεων μετά τη λήψη της απόφασης περιορίζεται σε ορισμένες ειδικές καταστάσεις.

49. Η πρώτη ιδιαίτερη περίπτωση που ελήφθη υπόψη στην υπόθεση MyTravel ήταν ότι τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση ήταν πολύ εξαιρετικά έγγραφα. Τα έγγραφα ήταν εκθέσεις που συντάχθηκαν από μια ad hoc ομάδα εργασίας που συστάθηκε από την Επιτροπή μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-342/99 (εφεξής «υπόθεση Airtours/First Choice»). [40] Η εντολή της ad hoc ομάδας εργασίας ήταν να αναλύσει τα διάφορα στάδια των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών στην υπόθεση Airtours/First Choice και να προτείνει τα κατάλληλα συμπεράσματα. Σύμφωνα με την εντολή, η ομάδα εργασίας έπρεπε να εξετάσει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την υπόθεση Airtours/First Choice και να επισημάνει τυχόν σημεία διαφωνίας με την απόφαση του Πρωτοδικείου. Τα ερωτήματα ήταν τα εξής:

Είναι κατάλληλη η άσκηση έφεσης κατά της απόφασης Airtours;

(2) Ποιες αδυναμίες αποκάλυψε η απόφαση, ιδίως στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης;

(3) Ποια συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν από την υπόθεση αυτή όσον αφορά τις εσωτερικές διαδικασίες;

(4) Μπορούν να αντληθούν διδάγματα από άλλους τομείς δραστηριοτήτων της ΓΔ Ανταγωνισμού;

(5) Ποιες πτυχές της ουσιαστικής πολιτικής ανταγωνισμού που εξετάζονται στην απόφαση Airtours χρήζουν περαιτέρω εξέτασης στο πλαίσιο εν εξελίξει ή μελλοντικών επανεξετάσεων;

(6) Υπάρχουν επιπτώσεις σε άλλες υποθέσεις ανταγωνισμού που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου;»

Η εντολή της ομάδας εργασίας όριζε επίσης ότι η έκθεση έπρεπε να υποβληθεί προς συζήτηση με το αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής [41]. Επίσης, δεν επετράπη η πρόσβαση στα έγγραφα εργασίας που καταρτίστηκαν για την κατάρτιση της έκθεσης, καθώς και στις προσωρινές εκθέσεις των διαφόρων υποομάδων, οι οποίες συχνά επαναλαμβάνονταν στην έκθεση λέξη προς λέξη.

50. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα εσωτερικά έγγραφα που αποτελούν αντικείμενο της υπόθεσης MyTravel περιείχαν ανάλυση και κριτική από ομάδα εργασίας της Επιτροπής σχετικά με τις δράσεις και τις πολιτικές της Επιτροπής στο πλαίσιο της άσκησης των προνομίων της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου των συγκεντρώσεων. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω εσωτερικά έγγραφα αποσκοπούσαν στον εντοπισμό σφαλμάτων και αδυναμιών στις πολιτικές και τις διαδικασίες της ίδιας της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου των συγκεντρώσεων. Στην υπόθεση MyTravel, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτή η διαδικασία αναστοχασμού και αυτοκριτικής, στην οποία κλήθηκε να προβεί η ομάδα εργασίας της Επιτροπής, θα επηρεαζόταν αρνητικά από την προοπτική δημοσιοποιήσεως των εν λόγω αναστοχασμών και αυτοκριτικών. Εκτός από τις αυτοκριτικές απόψεις, ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία MyTravel, μπορεί να προκύψει κίνδυνος για την ικανότητα λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου εάν το θεσμικό όργανο δημοσιοποιήσει έγγραφα που περιέχουν κερδοσκοπικές ή αμφιλεγόμενες απόψεις.

51. Η δεύτερη ιδιαίτερη περίπτωση που ελήφθη υπόψη στην υπόθεση MyTravel ήταν το γεγονός ότι τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τη ΓΔ Ανταγωνισμού για την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων συγκεντρώσεων στο μέλλον, οι οποίες αφορούσαν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων ή τις ίδιες οικονομικές έννοιες [42]. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι υπήρχε ευλόγως προβλέψιμος κίνδυνος σοβαρής υπονόμευσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά τον έλεγχο των συγκεντρώσεων εν γένει, σε περίπτωση κοινοποίησης των εν λόγω εγγράφων.

52. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί η νομολογία MyTravel στα υπό εξέταση έγγραφα στην παρούσα υπόθεση, θα ήταν αναγκαίο να παρασχεθούν πειστικά επιχειρήματα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω έγγραφα αφορούν καταστάσεις ανάλογες με τις ιδιαίτερες καταστάσεις που ανέκυψαν στην υπόθεση MyTravel.

53. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης αναγκαίο να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στην υπόθεση T-121/05 (εφεξής «υπόθεση Borax») [43], η οποία αφορούσε αίτηση πρόσβασης σε διάφορες επιστημονικές γνωμοδοτήσεις που καταρτίστηκαν με σκοπό την κατάρτιση νομοθεσίας. Στην υπόθεση εκείνη, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι υπάρχει πάντοτε κάποιος κίνδυνος που συνδέεται με όλες τις περιπτώσεις προσβάσεως σε έγγραφα που περιέχουν γνώμες προοριζόμενες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο διαβουλεύσεων και προκαταρκτικών διασκέψεων. Εν ολίγοις, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, υπάρχει κίνδυνος αποτροπής εγγενής σε όλες τις περιπτώσεις προσβάσεως σε έγγραφα που περιέχουν γνώμες προοριζόμενες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο διαβουλεύσεων και προκαταρκτικών διασκέψεων. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, από την απλή ύπαρξη κινδύνου δεν μπορεί να συναχθεί ότι η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έχει πράγματι αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του συντάκτη του. Μια ερμηνεία που θα συνεπαγόταν την αυτόματη εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 κάθε φορά που υφίσταται κίνδυνος αποτροπής θα ήταν σαφώς αντίθετη προς τον σκοπό και το νόημα του εν λόγω άρθρου. Ως εκ τούτου, η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι ο υπαρκτός κίνδυνος είναι ικανός να υπονομεύσει σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου [44]. Το Πρωτοδικείο κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το επιχείρημα ότι υπάρχει κίνδυνος οι γνώμες να μην εκφράζονται ελεύθερα και ειλικρινά δεν μπορεί να βασίζεται σε απλούς ισχυρισμούς , αλλά πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο.[45] Είναι επομένως σαφές ότι το θεσμικό όργανο που κατέχει το έγγραφο πρέπει να προβεί σε συγκεκριμένη εξέταση του περιεχομένου του εγγράφου προκειμένου να αξιολογήσει αν η φύση και η ένταση του κινδύνου που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση του εγγράφου επαρκούν για να υπονομεύσουν σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου.

54. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά τη διενέργεια μιας τέτοιας ανάλυσης, το θεσμικό όργανο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι οι αποκλίνουσες απόψεις δεν ταυτίζονται με επικριτικές, κερδοσκοπικές ή αμφιλεγόμενες απόψεις. Το γεγονός ότι μπορεί να εκφραστούν αποκλίνουσες απόψεις εντός ενός θεσμικού οργάνου κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων είναι μια απολύτως φυσιολογική και, πράγματι, αναμενόμενη κατάσταση. Αυτή η κανονική κατάσταση ήταν γνωστή όταν ορίστηκε στη Συνθήκη ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και όταν το προοίμιο του κανονισμού 1049/2001 διατυπώθηκε για να δηλώσει ότι η διαφάνεια επιτρέπει στους πολίτες να συμμετέχουν στενότερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και εγγυάται μεγαλύτερη νομιμότητα της διοίκησης. Το γεγονός ότι η δημοσιοποίηση ορισμένων εγγράφων θα αποκάλυπτε ότι υπήρχαν αποκλίνουσες απόψεις κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και ότι οι απόψεις αυτές θα μπορούσαν να συγκριθούν με την τελική απόφαση δεν μπορεί, επομένως, να χρησιμοποιηθεί από μόνο του για να αποδειχθεί ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Αντιθέτως, αντί να υπονομεύεται η ποιότητα και η ακεραιότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου, είναι πιθανό η δημοσιοποίηση εγγράφων που ενδέχεται να περιέχουν αποκλίνουσες απόψεις να βελτιώσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, δεδομένου ότι η προοπτική τέτοιων εγγράφων διυπηρεσιακής διαβούλευσης να υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο θα πρέπει να λειτουργεί ως κίνητρο για την παροχή καλύτερων επιχειρημάτων προς υποστήριξη των θέσεων που λαμβάνονται.

55. Βάσει των ανωτέρω και αφού εξέτασε τα σχετικά έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής προβαίνει στην ακόλουθη ανάλυση των εγγράφων 6, 8 και 9.

Έγγραφο 6

56. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο 6 περιέχει κυρίως γεγονότα και επιχειρήματα σχετικά με το έργο του λιμένα της Granadilla. Το έγγραφο 6 δεν περιέχει (αυτο)κριτικές, αμφιλεγόμενες ή κερδοσκοπικές απόψεις, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να περιορίσει την προθυμία των υπαλλήλων του να διατυπώσουν τέτοιες απόψεις. Επιπλέον, το επιχείρημα ότι το έγγραφο 6 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων που αφορούν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων, όπως προβλέπεται στην υπόθεση MyTravel, είναι προδήλως αλυσιτελές, δεδομένου ότι το έγγραφο 6 αφορά ένα μοναδικό σύνολο πραγματικών περιστατικών, δηλαδή πραγματικά περιστατικά που αφορούν συγκεκριμένο έργο (το έργο του λιμένα της Granadilla) και τις επιπτώσεις του σε συγκεκριμένο τόπο του δικτύου Natura 2000.

Έγγραφο 8

57. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο 8 παρουσιάζει κυρίως τις ερωτήσεις που θα απαντηθούν στο έγγραφο 9. Το έγγραφο 8 δεν περιέχει (αυτο)κριτικές, αμφιλεγόμενες ή κερδοσκοπικές απόψεις, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να περιορίσει την προθυμία των υπαλλήλων του να προβάλουν τέτοιες απόψεις στο μέλλον. Επιπλέον, το επιχείρημα ότι το έγγραφο 8 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων που αφορούν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων, όπως προβλέπεται στην υπόθεση MyTravel, είναι προδήλως αλυσιτελές, δεδομένου ότι το έγγραφο 8 αφορά ένα μοναδικό σύνολο πραγματικών περιστατικών, δηλαδή πραγματικά περιστατικά που αφορούν συγκεκριμένο έργο (το έργο του λιμένα της Granadilla) και τις επιπτώσεις του σε συγκεκριμένη περιοχή του δικτύου Natura 2000.

Έγγραφο 9

58. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο 9 παρουσιάζει κυρίως τις τεχνικές πτυχές του λιμενικού έργου της Granadilla. Το έγγραφο 9 δεν περιέχει (αυτο)κριτικές, αμφιλεγόμενες ή κερδοσκοπικές απόψεις, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να περιορίσει την προθυμία των υπαλλήλων του να προβάλουν τέτοιες απόψεις στο μέλλον. Επιπλέον, το επιχείρημα ότι το έγγραφο 9 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων που αφορούν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων, όπως προβλέπεται στην υπόθεση MyTravel, είναι προδήλως αλυσιτελές, δεδομένου ότι το έγγραφο 9 αφορά ένα μοναδικό σύνολο πραγματικών περιστατικών, δηλαδή πραγματικά περιστατικά που αφορούν συγκεκριμένο έργο (το έργο του λιμένα Granadilla) και τις επιπτώσεις του σε συγκεκριμένη περιοχή του δικτύου Natura 2000.

59. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η εξαίρεση για την πρόσβαση του κοινού που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 ισχύει για τα έγγραφα 6, 8 και 9. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, διαπράττοντας έτσι περίπτωση κακοδιοίκησης.

60. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να αποκαλυφθούν οι απόψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής χωρίς να αποκαλυφθούν οι πληροφορίες που προέρχονται από το κράτος μέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το γεγονός ότι ένα έγγραφο της Επιτροπής αναφέρεται σε πληροφορίες που λαμβάνονται από κράτος μέλος δεν αποτελεί από μόνο του λόγο εξαίρεσης από την πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001. Αντιθέτως, η Επιτροπή θα έπρεπε να αιτιολογήσει συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους τα έγγραφα αυτά δεν θα έπρεπε να δημοσιοποιηθούν βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1049/2001.

61. Τέλος, και παρά την ανωτέρω ανάλυση βάσει του κανονισμού 1049/2001, αφού εξέτασε τα εν λόγω έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων 6, 8 και 9 θα μπορούσε να βελτιώσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής (βλ. παράγραφο 54 ανωτέρω).

Εσωτερικά έγγραφα 10 και 11 της Επιτροπής

62. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι νέες περιστάσεις δικαιολογούσαν την επαναξιολόγηση της απόφασής της να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα 10 και 11. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει, πρώτον, ότι η πρότασή του για φιλική λύση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να επανεξετάσει την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, βασίστηκε στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την επίκληση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3. Ως εκ τούτου, η εκ νέου αξιολόγηση της απόφασής της να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα 10 και 11 θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από τυχόν νέες περιστάσεις.

63. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής σε μια νέα περίσταση που προέκυψε μετά την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση φιλικής λύσης σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001. Αυτή είναι η απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Borax [46] (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω).

64. Υπενθυμίζοντας την ανωτέρω ανάλυση του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο (παράγραφοι 48-53) και αφού εξέτασε τα σχετικά έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής προβαίνει στην ακόλουθη ανάλυση των εγγράφων 10 και 11:

Έγγραφο 10

65. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το έγγραφο 10 περιέχει πράγματι απόψεις που εμπίπτουν στο πλαίσιο που θεσπίστηκε με την υπόθεση MyTravel (δηλαδή, οι απόψεις που εκφράστηκαν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν είτε επικριτικές, αμφιλεγόμενες ή κερδοσκοπικές). Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η δημοσιοποίηση τέτοιων απόψεων, ακόμη και μετά τη λήψη απόφασης, θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα ήταν απρόθυμες να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις αυτές. Αυτό θα μπορούσε να στερήσει από την Επιτροπή την ευκαιρία να ενημερώνεται πλήρως και ειλικρινά για όλες τις πτυχές μιας υπόθεσης και για τις συνέπειες των διαφόρων διαθέσιμων επιλογών.

66. Όσον αφορά το κατά πόσον η δημοσιοποίηση του εγγράφου 10 θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η φύση και η ένταση των απόψεων που εκφράζονται είναι τέτοιες ώστε το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι η δημοσιοποίηση θα έθιγε σοβαρά την ανεξάρτητη έκφραση απόψεων επί του θέματος και θα έθετε σε κίνδυνο την ποιότητα και τη σταθερότητα της ενδεχόμενης απόφασης, πρέπει να διατηρηθεί όσον αφορά το έγγραφο 10.

67. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στο έγγραφο 10 βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.

68. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά κατά πόσον μπορεί να υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου 10. Η αποστολή αυτή συνίσταται στη στάθμιση μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση και της ζημίας που μπορεί να προκληθεί στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής από τη δημοσιοποίηση του εγγράφου. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, ενώ το έγγραφο 10 περιέχει σημαντικές παρατηρήσεις, οι απόψεις που εκφράζονται στο έγγραφο 10 δεν προσθέτουν στοιχεία ουσιαστικού χαρακτήρα τα οποία δεν έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή τα οποία δεν αναπαράγονται σε άλλα έγγραφα τα οποία, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, θα πρέπει να δημοσιοποιούνται. Ως εκ τούτου, και λαμβανομένου υπόψη του ευλόγως προβλέψιμου κινδύνου το έγγραφο κοινοποίησης 10 να υπονομεύσει σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση σε σχέση με το έγγραφο 10.

Έγγραφο 11

69. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο 11 περιέχει συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων. Το έγγραφο 11 δεν περιέχει (αυτο)κριτικές, αμφιλεγόμενες ή κερδοσκοπικές απόψεις, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να περιορίσει την προθυμία των υπαλλήλων του να προβάλουν τέτοιες απόψεις στο μέλλον. Επιπλέον, το επιχείρημα ότι το έγγραφο 11 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων που αφορούν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων, όπως προβλέπεται στην υπόθεση MyTravel, είναι σαφές ότι δεν ισχύει για το έγγραφο 11, δεδομένου ότι αφορά ένα μοναδικό σύνολο πραγματικών περιστατικών, δηλαδή πραγματικά περιστατικά που αφορούν ένα συγκεκριμένο έργο (το έργο του λιμένα Granadilla) και τις επιπτώσεις του σε συγκεκριμένη περιοχή του δικτύου Natura 2000.

70. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή προέβαλε επιχειρήματα για να αποδείξει ότι η εξαίρεση από την πρόσβαση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 ισχύει για το έγγραφο 11. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στο έγγραφο 11, διαπράττοντας έτσι κρούσμα κακοδιοίκησης.

71. Όπως και με τα έγγραφα 6, 8 και 9, και παρά την ανωτέρω ανάλυση βάσει του κανονισμού 1049/2001, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση του εγγράφου 11 είναι πιθανό να βελτιώσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής (βλ. παράγραφο 54 ανωτέρω).

Συμπεράσματα

72. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει την άποψή του ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8, 9, 11, 12, 13 και 14 για τους ακόλουθους λόγους:

  • Όσον αφορά τα έγγραφα 6, 8, 9 και 11, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την επίκληση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
  • Όσον αφορά τα έγγραφα 12-14, η Επιτροπή δεν επαλήθευσε ότι οι ισπανικές αρχές αιτιολόγησαν επαρκώς την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

Πρόκειται για περιπτώσεις κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει κατωτέρω σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

73. Όσον αφορά τα έγγραφα 6, 8, 9 και 11, το σχέδιο σύστασης αντικατοπτρίζει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να χορηγήσει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα.

74. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ενδέχεται, μέχρι στιγμής, να μην έχει λάβει πλήρως υπόψη την ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 από το Δικαστήριο, το σχέδιο σύστασης παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συνεχίσει πραγματικό διάλογο με τις ισπανικές αρχές σε σχέση με την αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα 12-14. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν πρόωρο να εξεταστεί, στο παρόν στάδιο της έρευνας, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει γραπτώς το EEB σχετικά με τα κύρια επιχειρήματα και σημεία που προέβαλαν οι ισπανικές αρχές στα έγγραφα 12-14.

75. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι τα συμπεράσματά του σχετικά με το έγγραφο 10 δείχνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα θεσμικά όργανα θα δικαιολογηθούν να απορρίψουν αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα. Ωστόσο, για να είναι νόμιμη, κάθε τέτοια άρνηση πρέπει να συνοδεύεται από λεπτομερή έκθεση των λόγων για την εφαρμογή εξαίρεσης του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001.

Β. Τους ισχυρισμούς ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001, ότι καθυστέρησε αδικαιολόγητα την καταχώριση της αρχικής αίτησης πρόσβασης και τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή θα πρέπει, στο μέλλον, να τηρεί τις καθορισμένες προθεσμίες.

76. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της αίτησης πρόσβασης του EEB σε έγγραφα, η οποία οφειλόταν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης και στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών σε μελλοντικές περιπτώσεις. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης τη βαθιά της λύπη για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης πρόσβασης, η οποία οφειλόταν στον αριθμό των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που ελήφθησαν και στους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους για την επεξεργασία τους εκείνη τη χρονική στιγμή.

77. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η καθυστερημένη καταχώριση και οι καθυστερημένες απαντήσεις σε αιτήματα αποτελούν σχετικά συνήθη πρακτική της Επιτροπής. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο λόγος για αυτό φαίνεται να είναι η ατελής οργάνωση της εργασίας, η οποία από μόνη της συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Η «βαθιά λύπη» της Επιτροπής δεν είναι χρήσιμη εν προκειμένω. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί έλλειψη προσωπικού ή άλλες εσωτερικές δυσκολίες για να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση με υφιστάμενες δεσμευτικές νομικές διατάξεις.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

78. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή παραδέχεται ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση και τη διεκπεραίωση της αίτησης πρόσβασης του EEB σε έγγραφα. Οι καθυστερήσεις αυτές συνιστούν κακοδιοίκηση. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για τις καθυστερήσεις και ότι δεσμεύτηκε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών σε μελλοντικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να δοθεί περαιτέρω συνέχεια στο ζήτημα αυτό επί του παρόντος.

79. Ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η καθυστερημένη καταχώριση και οι καθυστερημένες απαντήσεις σε αιτήματα αποτελούν σχετικά συνήθη πρακτική της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής αντιμετώπισε, στο παρελθόν, το πρόβλημα της καθυστερημένης καταχώρισης και διεκπεραίωσης των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα από την Επιτροπή.[47] Ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να παρακολουθεί, βάσει των καταγγελιών που του υποβάλλονται, τη δέσμευση της Επιτροπής να τηρεί τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001. Εάν του παρασχεθούν σχετικές ενδείξεις συστημικού προβλήματος εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα επί του θέματος.

Γ. Το σχέδιο σύστασης

Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει πρόσβαση στα έγγραφα 6, 8, 9 και 11.

Όσον αφορά τα έγγραφα 12-14, η Επιτροπή θα πρέπει να ξεκινήσει πραγματικό διάλογο με τις ισπανικές αρχές σε σχέση με την αίτηση πρόσβασης με σκοπό να εξακριβώσει, στο απαιτούμενο επίπεδο, εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση. Εάν η Επιτροπή δεν μπορεί να εξακριβώσει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την άρνηση πρόσβασης, θα πρέπει να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα 12-14.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Οκτωβρίου 2009. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 29 Ιουνίου 2009


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[2] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7). Το άρθρο 6, παράγραφος 4, έχει ως εξής: «Εάν, παρά την αρνητική εκτίμηση των επιπτώσεων στον τόπο και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει παρά ταύτα να εκτελεστεί για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσης, το κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα για να διασφαλίσει την προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Ενημερώνει την Επιτροπή για τα ληφθέντα αντισταθμιστικά μέτρα. Όταν ο συγκεκριμένος τόπος φιλοξενεί έναν τύπο φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας, μπορούν να προβληθούν μόνον λόγοι που αφορούν την ανθρώπινη υγεία ή τη δημόσια ασφάλεια, τις ευεργετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνώμης της Επιτροπής, άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»

[3] Τα σχετικά έγγραφα είχαν διαφορετική αρίθμηση στην επιστολή της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 2007. Ωστόσο, για λόγους συνέπειας, η αρχική αρίθμηση που προβλέπεται στο παράρτημα της επιστολής της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 θα διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια της απόφασης.

[4] Υπόθεση T-168/02 IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-4135.

[5] σημείωμα της Διεύθυνσης Β της ΓΔ ENV της 10ης Μαΐου 2006 προς τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ ENV· και σημείωμα της ΓΔ ENV της 1ης Ιουνίου 2006 προς τον Επίτροπο Δήμα.

[6] Υπόθεση C-321/96 Mecklenburg κατά Kreis Pinneberg [1998] Συλλογή I-3809.

[7] Υπόθεση T-168/02 IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds gGmbH κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-4135.

[8] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389.

[9] Όπ.π., σκέψη 76.

[10] Όπ.π., παράγραφος 94.

[11] Όπ.π., σκέψεις 85-86.

[12] Όπ.π., σκέψη 87.

[13] Όπ.π., σκέψη 88.

[14] Όπ.π., πρβλ. παραγράφους 50 και 90.

[15] Όπ.π., σκέψη 89.

[16] Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1434/2004/PB, σημείο 1.22.

[17] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 66.

[18] Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

[19] Βλ. υποσημείωση 3.

[20] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψεις 44 έως 50 και 89.

[21] Υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 51.

[22] Αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 1049/2001.

[23] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψεις 75-76.

[24] Υπόθεση T-2/03 Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή II-1121, σκέψη 69, και υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 33.

[25] Υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψεις 51-52.

[26] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389.

[27] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψεις 76 και 93.

[28] Όπ.π., σκέψη 85.

[29] Όπ.π., σκέψη 94.

[30] Όπ.π., σκέψη 89.

[31] Η έμφαση του Συνηγόρου του Πολίτη.

[32] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 89.

[33] Όπ.π., σκέψη 99.

[34] Όπ.π., σκέψη 89.

[35] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-39/05 P και C-52/05 P Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψεις 37-44.

[36] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής και άλλων [2007] Συλλογή I-11389, σκέψεις 85-86.

[37] Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο που έχει συνταχθεί για εσωτερική χρήση, το οποίο αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Το άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν γνώμες για εσωτερική χρήση ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι ο αριθμός των εγγράφων που ενδεχομένως καλύπτονται από το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, είναι μικρότερος από τον αριθμό των εγγράφων που ενδεχομένως καλύπτονται από το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο. (Υπογράμμιση του Διαμεσολαβητή)

[38] Υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί). Για την παράθεση των επιχειρημάτων της Επιτροπής σχετικά με τη MyTravel, βλ. σκέψεις 33 και 34 ανωτέρω.

[39] Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η ύπαρξη τέτοιων εξωτερικών πιέσεων πρέπει να αποδεικνύεται, δηλαδή πρέπει να προσκομίζονται στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρχε ευλόγως προβλέψιμος κίνδυνος να επηρεαστεί ουσιωδώς η απόφαση που επρόκειτο να ληφθεί λόγω τέτοιων εξωτερικών πιέσεων. Βλέπε υπόθεση T-144/05 Muñiz κατά Επιτροπής, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 86.

[40] Υπόθεση T-342/99 Airtours κατά Επιτροπής [2002] Συλλογή II-2585. Οι αποφάσεις συγχώνευσης που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σπανίως ακυρώνονται. Στην απόφασή του στην υπόθεση T-342/99, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής με την οποία μια προτεινόμενη συγκέντρωση κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

[41] Υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 43.

[42] Η Επιτροπή έδωσε, ως παράδειγμα, την υπόθεση EMI/Time Warner, στην οποία απέρριψε αίτηση πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001 στην κοινοποίηση αιτιάσεων προκειμένου να προστατεύσει τις διαβουλεύσεις των υπηρεσιών της στην υπόθεση BMG/Sony, η οποία αφορούσε τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων. Υπόθεση T-403/05 MyTravel Group plc. κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψεις 99-100.

[43] Υπόθεση T-121/05 Borax Europe Ltd κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).

[44] Υπόθεση T-121/05 Borax Europe Ltd κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 70.

[45] Υπόθεση T-121/05 Borax Europe Ltd κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 71.

[46] Υπόθεση T-121/05 Borax Europe Ltd κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).

[47] Στην απόφασή του στην υπόθεση 3697/2006/PB, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε την ακόλουθη περαιτέρω παρατήρηση: «Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 και το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, οι αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα και οι επιβεβαιωτικές αιτήσεις διεκπεραιώνονται ταχέως και παρέχεται απάντηση σε αίτηση πρόσβασης ή επιβεβαιωτική αίτηση εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης της εν λόγω αίτησης. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η υποχρέωση ταχείας διεκπεραίωσης των αιτήσεων συνεπάγεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να οργανώνει τις διοικητικές υπηρεσίες της έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η εγγραφή πραγματοποιείται κανονικά, το αργότερο, την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παραλαβή της αίτησης.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!