Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 706/2010/(PF)(MF)RT κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης
Σύσταση
Υπόθεση 706/2010/RT - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 26 Μαΐου 2010 - Σύσταση σχετικά με Δευτέρα | 25 Ιουνίου 2012 - Απόφαση στις Δευτέρα | 18 Μαρτίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Aποδοχή σχεδίου σύστασης από το όργανο )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Οι «κανόνες-πλαίσιο για τις συνθήκες εργασίας του τοπικού προσωπικού της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετεί σε τρίτες χώρες»[1] («κανόνες-πλαίσια») και οι «κανόνες που καθορίζουν τους ειδικούς όρους απασχόλησης του τοπικού προσωπικού που υπηρετεί στην [πόλη Χ]»[2] («ειδικοί κανόνες») προβλέπουν νομικό πλαίσιο για τους όρους απασχόλησης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τοπικού προσωπικού της μόνιμης αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους διεθνείς οργανισμούς στην [πόλη Χ] («αντιπροσωπεία»).
2. Οι τοπικοί υπάλληλοι της αντιπροσωπείας αντιμετώπισαν διαφορά με την Επιτροπή σχετικά με δύο ζητήματα: α) την παράταση της άδειας εργασίας μερικής απασχόλησης, β) το δικαίωμά τους σε οικογενειακά επιδόματα.
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το πρώτο ζήτημα είναι τα ακόλουθα:
3. [ημερομηνία], ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας εξουσιοδότησε τρεις τοπικούς υπαλλήλους να εργαστούν με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι εν λόγω τοπικοί πράκτορες ήταν τρεις γυναίκες με εξαρτώμενα τέκνα· το ένα είχε παιδί που έπασχε από σοβαρή ασθένεια [3], το δεύτερο ήταν μητέρα διδύμων και το τρίτο ήταν ανύπαντρη μητέρα.
4. Στις [ημερομηνία], οι προαναφερθέντες τοπικοί υπάλληλοι ζήτησαν από τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας παράταση της άδειας εργασίας μερικής απασχόλησης. Ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας υπέβαλε το θέμα στον διευθυντή της τότε ΓΔ Relex [4] της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («διευθυντής»). Στην απάντησή του της [ημερομηνία], ο διευθυντής δήλωσε ότι «ούτε οι κανόνες-πλαίσια ούτε οι ειδικοί κανόνες θα μπορούσαν να αποτελέσουν νομική βάση για τη χορήγηση μειωμένου ωραρίου εργασίας στους τοπικούς υπαλλήλους». Ως εκ τούτου, αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα των τοπικών πρακτόρων για παράταση. Ο διευθυντής πρόσθεσε ότι «[ε]ν διαταγή να μην τερματιστεί απότομα αυτή η πρακτική, η σταδιακή κατάργηση της εργασίας μερικής απασχόλησης έως την [ημερομηνία], θα επέτρεπε [στους τοπικούς υπαλλήλους] να βρουν άλλες ρυθμίσεις».
5. Στις [ημερομηνία], ο καταγγέλλων, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της επιτροπής προσωπικού της αντιπροσωπείας [5], άσκησε προσφυγή εξ ονόματος των τριών τοπικών υπαλλήλων κατά της προαναφερθείσας απόφασης του διευθυντή. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 των ειδικών κανόνων [6], το τοπικό προσωπικό θα μπορούσε να επωφεληθεί από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία της [χώρα Υ], καθώς και από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το «Καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας»(«ΚΛΠ»).[7] Δεδομένου ότι το δίκαιο της [χώρα Υ] προβλέπει τη δυνατότητα των υπαλλήλων να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, θα πρέπει να επιτραπεί στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους να επωφεληθούν από την ευκαιρία αυτή για να οργανώσουν αποτελεσματικά τον χρόνο εργασίας τους.
6. Στην απάντησή του με την οποία απέρριψε την προσφυγή του καταγγέλλοντος, ο διευθυντής δήλωσε ότι, από τις [ημερομηνία] έως τις [ημερομηνία], ένας υπάλληλος της Επιτροπής βρισκόταν σε αποστολή στην [πόλη Χ] για να ελέγξει το νομικό καθεστώς εργασίας του τοπικού προσωπικού της αντιπροσωπείας. Ο εν λόγω υπάλληλος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «το καθεστώς μερικής απασχόλησης δεν αποτελούσε πρακτική σε μεγάλο βαθμό εφαρμοζόμενη η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί ως νόμος στη [χώρα Υ] ή στην [πόλη Χ]». Ο διευθυντής υποστήριξε ότι οι άδειες που επέτρεπαν στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους να εργάζονται με μειωμένο ωράριο είχαν χορηγηθεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, κατ’ εξαίρεση. Οι άδειες αυτές δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν de facto τροποποίηση των ειδικών κανόνων.
7. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε το θέμα στον διαμεσολαβητή προσωπικού της Επιτροπής [8]. Στις [ημερομηνία], ο διαμεσολαβητής προσωπικού της Επιτροπής συνέστησε στον διευθυντή να παρατείνει, κατ’ εξαίρεση, τη διάρκεια της περιόδου σταδιακής κατάργησης έως τις [ημερομηνία]. Ο διευθυντής αποδέχθηκε τη σύσταση.
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το δεύτερο ζήτημα είναι τα ακόλουθα:
8. Το άρθρο 19 παράγραφος 1 των ειδικών κανόνων [9] προβλέπει ότι ο τοπικός πράκτορας που έχει συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας της [χώρας Y] για τα οικογενειακά επιδόματα δικαιούται τα επιδόματα που προβλέπονται από την εν λόγω νομοθεσία.
9. Στις [ημερομηνία], ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας ενημέρωσε τα προαναφερθέντα μέλη του τοπικού προσωπικού, τα οποία δεν ήταν πολίτες της [χώρα Y], αλλά διέμεναν μόνιμα στη [χώρα Y] και, ως εκ τούτου, κατείχαν κάρτα νομιμοποίησης [χώρα Y] «E» («κάτοχοι κάρτας νομιμοποίησης E»), ότι η Επιτροπή αποφάσισε να σταματήσει να τους καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα από τις [ημερομηνία]. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήταν ασφαλισμένοι στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρείας [10]) της [χώρα Y], σε αντίθεση με: i) τα μέλη του τοπικού προσωπικού της αντιπροσωπείας που ήταν υπήκοοι [της χώρας Υ]· και ii) όσοι ήταν κάτοχοι άδειας διαμονής [της χώρας Υ], κατηγορίας Α ή Β. Το προσωπικό που αναφέρεται στα προαναφερθέντα σημεία i) και ii) είχε ήδη υπαχθεί στην [επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρείας] υπό την ιδιότητα του «αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου».
10. Στις [ημερομηνία], ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον διευθυντή, αντιτιθέμενος στην ανωτέρω απόφαση του επικεφαλής της αντιπροσωπείας. Αναφέρεται στο άρθρο 8 των κανόνων-πλαισίων, σύμφωνα με το οποίο οι τοπικοί υπάλληλοι στις αντιπροσωπείες της ΕΕ δικαιούνται βασικό μηνιαίο μισθό και επιδόματα, όπως προβλέπεται από την τοπική νομοθεσία και/ή τις τοπικές πρακτικές [11]. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα επίμαχα επιδόματα είχαν συμβατικό χαρακτήρα και οφείλονταν από την αντιπροσωπεία στα μέλη του τοπικού προσωπικού της που ήταν κάτοχοι της κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης.
11. Στη συνέχεια, στις [ημερομηνία], η Επιτροπή ζήτησε από δικηγορικό γραφείο της [χώρα Y] νομικές συμβουλές όσον αφορά τη σχετική νομοθεσία της [χώρα Y] σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα για τους κατόχους κάρτας νομιμοποίησης E. Διερωτάται αν αποτελεί συνήθη πρακτική να ζητείται από τους οικείους τοπικούς υπαλλήλους η επιστροφή των ήδη καταβληθέντων οικογενειακών επιδομάτων. Το δικηγορικό γραφείο της [χώρα Y] έκρινε ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της [χώρα Y], η αντιπροσωπεία θα πρέπει να καταβάλει στους κατόχους κάρτας E-legitimation οικογενειακά επιδόματα λόγω του συμβατικού χαρακτήρα τους. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ζητηθεί από τους τοπικούς υπαλλήλους να επιστρέψουν τις αποζημιώσεις που τους είχε ήδη καταβάλει η αντιπροσωπεία.
12. Στις [ημερομηνία], ο διευθυντής αποφάσισε ότι τα οικογενειακά επιδόματα θα καταβάλλονταν περαιτέρω στους κατόχους της κάρτας νομιμοποίησης E υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ότι είχαν πράγματι μεταφέρει τα ποσά που τους είχε καταβάλει στο παρελθόν η αντιπροσωπεία στα σχετικά ταμεία αποζημίωσης της [χώρα Y] που ισοδυναμούν με την [επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρείας] (η «ειδική προϋπόθεση»). Με τον τρόπο αυτό, τα εν λόγω μέλη του προσωπικού θα βρίσκονται στην ίδια θέση με την άλλη κατηγορία τοπικών υπαλλήλων (τους τοπικούς υπαλλήλους ιθαγένειας της [χώρα Υ] ή τους κατόχους άδειας διαμονής Α ή Β της [χώρα Υ]).
13. Από τις [ημερομηνία], σύμφωνα με τη νομοθεσία της [χώρα Υ], σύμφωνα με την οποία κάθε τοπικός πράκτορας έπρεπε να εγγραφεί σε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, η αντιπροσωπεία εισήγαγε νέα πρακτική. Άρχισε να καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα των τοπικών υπαλλήλων της (συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών επιδομάτων των κατόχων της κάρτας νομιμοποίησης E) απευθείας στο «Caisse [city X] de compensation».
14. Στις 8 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
15. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε πειστικούς λόγους:
(1) για την απόφασή της να αρνηθεί στους οικείους τοπικούς υπαλλήλους την άδεια να εργαστούν με καθεστώς μερικής απασχόλησης· και
(2) Για την απόφασή της: i) να μην καταβάλλουν οικογενειακά επιδόματα σε τοπικούς υπαλλήλους της αντιπροσωπείας της ΕΕ που διαθέτουν κάρτα ηλεκτρονικής νομιμοποίησης στις [ημερομηνία], εκτός εάν συμμορφώνονται με «ειδικό όρο» που επιβάλλει η αντιπροσωπεία· και ii) να ζητήσει από τους εν λόγω τοπικούς υπαλλήλους να επιστρέψουν τα οικογενειακά επιδόματα που έχουν ήδη καταβληθεί.
16. Ζήτησε από την Επιτροπή:
(1) να εξουσιοδοτήσει τους αρμόδιους τοπικούς υπαλλήλους να συνεχίσουν να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης·
(2) Καταβάλετε τα οικογενειακά επιδόματα στους τοπικούς υπαλλήλους που είναι κάτοχοι κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης.
Η έρευνα
17. Στις 26 Μαΐου 2010, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς και αξιώσεις του καταγγέλλοντος.
18. Στις 25 Αυγούστου 2010, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλε στις 27 Σεπτεμβρίου 2010.
19. Στις 4 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στην οποία η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)[12] απάντησε στις 30 Νοεμβρίου 2011. Η απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων απέστειλε παρατηρήσεις στις 30 Ιανουαρίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Επί της προβαλλόμενης ελλείψεως πειστικών λόγων για την άρνηση αναγνωρίσεως του δικαιώματος μερικής απασχολήσεως και της σχετικής αξιώσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
20. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 των ειδικών κανόνων [13], το τοπικό προσωπικό θα μπορούσε να επωφεληθεί από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το ΚΛΠ και τη σχετική νομοθεσία της [χώρα Υ]. Επιπλέον, η Επιτροπή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει την κοινή πρακτική [της χώρας Υ] σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να έχουν άδεια εργασίας μερικής απασχόλησης. Επισύναψε στην καταγγελία του επίσημα στατιστικά στοιχεία που εξέδωσε η [χώρα Y] για το 2008. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα σχετικά στατιστικά στοιχεία, περισσότερες από τις μισές εργαζόμενες γυναίκες είχαν εργασία μερικής απασχόλησης, σε σύγκριση με το ένα όγδοο των απασχολούμενων ανδρών, θεώρησε ότι η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελούσε «τυπικό χαρακτηριστικό του επαγγελματικού βίου των γυναικών στη [χώρα Υ]».
21. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι αποφάσισε να μην επιτρέψει την εργασία μερικής απασχόλησης επειδή δεν υπήρχε καμία διάταξη στο ΚΛΠ, στους κανόνες-πλαίσια ή στους ειδικούς κανόνες που να επιτρέπουν στους τοπικούς υπαλλήλους στις αντιπροσωπείες να εργάζονται με μερική απασχόληση. Επιπλέον, επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν «δεσμευτικές διατάξεις» στη νομοθεσία της [χώρα Υ] σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να χορηγείται εργασία μερικής απασχόλησης. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν υπήρχε γενικευμένη πρακτική για μια τέτοια μορφή απασχόλησης με νομικά δεσμευτική ισχύ στη [χώρα Υ] και/ή στην περιφέρεια [πόλη Χ]. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη νομικής βάσης και το «συμφέρον της υπηρεσίας», η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει στους τοπικούς υπαλλήλους της αντιπροσωπείας να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης.
22. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τον Ιούνιο του 2008 το 56,9% των εργαζόμενων γυναικών στη [χώρα Υ] εργάζονταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Εκτιμά επίσης ότι οι κανόνες-πλαίσια και οι ειδικοί κανόνες δεν απαγορεύουν στους τοπικούς υπαλλήλους να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
23. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αιτιολόγησε την αναστολή της άδειας που είχε χορηγήσει στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης για τους ακόλουθους λόγους: i) δεν υπάρχει κοινή πρακτική στη [χώρα Y] για τις εργαζόμενες γυναίκες να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης· ii) δεν υπάρχουν «δεσμευτικές διατάξεις» στο δίκαιο της [χώρα Υ] εν προκειμένω και το ΚΛΠ, οι κανόνες-πλαίσια ή οι ειδικοί κανόνες δεν περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη χορήγηση εργασίας μερικής απασχόλησης· και iii) δεν υπάρχει «συμφέρον της υπηρεσίας» που να επιτρέπει την εργασία μερικής απασχόλησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησε τις ανωτέρω αιτιολογήσεις.
24. Όσον αφορά το σημείο i), ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν είναι παράλογο να θεωρηθεί ότι, υπό το πρίσμα του αριθμού που παρέσχε η καταγγέλλουσα (56,9 % των εργαζόμενων γυναικών στη [χώρα Y] απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης), η μερική απασχόληση αποτελεί, τουλάχιστον, κοινή επιλογή που παρέχεται στις γυναίκες στη [χώρα Y].
25. Όσον αφορά το σημείο ii), ο Διαμεσολαβητής δεν κατανόησε σαφώς σε ποιο είδος νομικών διατάξεων επιθυμούσε να αναφερθεί η Επιτροπή, όταν δήλωσε ότι δεν υπήρχαν «δεσμευτικές διατάξεις» στη νομοθεσία της [χώρα Υ] σχετικά με την εργασία με μερική απασχόληση. Κατά το εθνικό δίκαιο, ένα σύστημα μερικής απασχολήσεως διέπεται συνήθως είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από ατομικές συμβάσεις μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, οι οποίες έχουν αμφότερες νομικά δεσμευτική ισχύ μόνον μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου, η μερική απασχόληση αποτελεί επιλογή που προσφέρει ο εργοδότης στους εργαζομένους του στο πλαίσιο των συμβάσεών τους. Ακόμη και αν δεν υπάρχουν γενικές «δεσμευτικές διατάξεις» στο δίκαιο της [χώρα Υ] σύμφωνα με τις οποίες η εργασία μερικής απασχόλησης θα πρέπει να χορηγείται υποχρεωτικά κατόπιν αιτήματος, τα μέρη των συλλογικών ή ατομικών συμφωνιών εργασίας είναι ελεύθερα να διαπραγματεύονται και να επιτρέπουν τη δυνατότητα αυτή.
26. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των τοπικών υπαλλήλων διέπονται από τη σύμβαση εργασίας τους, η οποία βασίζεται στην τοπική νομοθεσία [14]. Φαίνεται ότι πράγματι, στις [ημερομηνία], οι τοπικοί υπάλληλοι, οι οποίοι είναι όλοι μητέρες (ο πρώτος πρέπει να φροντίζει το άρρωστο παιδί της, ο δεύτερος είναι μητέρα διδύμων και ο τρίτος είναι ανύπαντρη μητέρα), διαπραγματεύτηκαν επιτυχώς θέσεις μερικής απασχόλησης με την αντιπροσωπεία και οι συμβάσεις τους επέτρεψαν μια τέτοια μορφή απασχόλησης για πολλά χρόνια.
27. Επιπλέον, όπως ορθώς επισήμανε ο καταγγέλλων με τις παρατηρήσεις του, ακόμη και αν το ΚΛΠ, οι κανόνες-πλαίσια και οι ειδικοί κανόνες σιωπούν όσον αφορά την εργασία μερικής απασχόλησης, δεν απαγορεύουν, ωστόσο, να συμφωνηθεί μια τέτοια μορφή απασχόλησης.
28. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής (ii) δεν μπορούσε να γίνει δεκτός.
29. Όσον αφορά το σημείο iii), ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο όρος «συμφέρον της υπηρεσίας» δεν αποτελεί αυτονόητο όρο, αλλά απαιτεί περαιτέρω εξηγήσεις σχετικά με το τι θα μπορούσε να είναι το εν λόγω συμφέρον της υπηρεσίας, υπό τις δεδομένες περιστάσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας [15]. Ωστόσο, η ανωτέρω διακριτική ευχέρεια δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη και το θεσμικό όργανο θα πρέπει να εξηγεί δεόντως τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η σχετική απόφαση με βάση το συμφέρον της υπηρεσίας. Κάτι τέτοιο θα ήταν σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και το καθήκον μέριμνας του θεσμικού οργάνου [16].
30. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, η Επιτροπή δεν έδωσε καμία εξήγηση για την απόφασή της ότι δεν υπήρχε «συμφέρον της υπηρεσίας» να επιτρέψει στους αρμόδιους τοπικούς υπαλλήλους να εργαστούν με μερική απασχόληση. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ανέφερε τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια μορφή εργασίας θα πρέπει να απαγορευτεί εντός της αντιπροσωπείας για όλους τους τοπικούς υπαλλήλους της. Ωστόσο, το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [17] και το άρθρο 18 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς [18] απαιτούν τέτοιους λόγους.
31. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα του κατά πόσον το συμφέρον της υπηρεσίας απαιτεί πράγματι την απαγόρευση της εργασίας μερικής απασχόλησης εντός της αντιπροσωπείας εν γένει και, εάν ναι, να σταθμίσει το συμφέρον αυτό με την ευημερία των τριών ενδιαφερόμενων τοπικών υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν όλοι αντικειμενικά περίπλοκες οικογενειακές καταστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι το άρθρο 33 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων προβλέπει νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας και ότι η μερική απασχόληση θα επέτρεπε στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την ιδιωτική και επαγγελματική τους ζωή.
32. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικού διακανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καταστατικού του. Η παρούσα πρόταση έχει ως εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα μπορούσε: 1) να επανεξετάσει κατά πόσον το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογεί την άρνηση να επιτραπεί η μερική απασχόληση τοπικών υπαλλήλων στην αντιπροσωπεία είτε γενικά είτε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις· και 2) σε περίπτωση που η επανεξέταση οδηγήσει την Επιτροπή να εμμείνει στη θέση της ότι η εργασία μερικής απασχόλησης είναι ασυμβίβαστη με το συμφέρον της υπηρεσίας να παράσχει επαρκή αιτιολόγηση, η οποία να καλύπτει όλα τα διακυβευόμενα συμφέροντα.»
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
33. Η ΕΥΕΔ [19] απέρριψε την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση. Επανέλαβε ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μην παρατείνει την άδεια μερικής απασχόλησης για τους τρεις ενδιαφερόμενους τοπικούς υπαλλήλους, διότι i) δεν υπάρχουν «δεσμευτικές διατάξεις» στο δίκαιο της [χώρα Υ] για τις εργαζόμενες γυναίκες ώστε να εργάζονται με μερική απασχόληση, και ii) το ΚΛΠ, οι κανόνες-πλαίσια ή οι ειδικοί κανόνες δεν περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη χορήγηση εργασίας μερικής απασχόλησης. Η ΕΥΕΔ πρόσθεσε ότι η απόφαση αυτή βασίζεται σε γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2010 [20]. Σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη, η Επιτροπή δεν μπορεί να χορηγήσει στους τοπικούς υπαλλήλους άδεια μερικής απασχόλησης ελλείψει νομικής βάσης στο ΚΛΠ. Κατ’ αναλογία, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης χρειάστηκε να τροποποιηθεί το 2004 ώστε να καταστεί δυνατή η χορήγηση γονικής άδειας στους υπαλλήλους. Επομένως, οι αποφάσεις περί μη χορηγήσεως άδειας εργασίας μερικής απασχολήσεως διόρθωσαν σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η ΕΥΕΔ έκρινε ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της να μην παρατείνει την άδεια μερικής απασχόλησης των τριών τοπικών υπαλλήλων.
34. Η ΕΥΕΔ υπενθύμισε επίσης ότι η μερική απασχόληση των τριών τοπικών υπαλλήλων είχε προγραμματιστεί να καταργηθεί σταδιακά έως τις [ημερομηνία] και παρατάθηκε έως τις [ημερομηνία]. Επιπλέον, η ΕΥΕΔ απέρριψε την παρατήρηση του Διαμεσολαβητή ότι οι τοπικοί υπάλληλοι διαπραγματεύτηκαν επιτυχώς θέσεις μερικής απασχόλησης με την αντιπροσωπεία και ότι οι συμβάσεις τους επέτρεπαν μια τέτοια μορφή απασχόλησης για πολλά χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΥΕΔ τόνισε ότι η άδεια εργασίας μερικής απασχόλησης χορηγήθηκε κατ’ εξαίρεση στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους, για περιορισμένες περιόδους και όχι βάσει των συμβάσεων εργασίας τους.
35. Η ΕΥΕΔ συμφώνησε ότι, μολονότι το ΚΛΠ, οι κανόνες-πλαίσια και οι ειδικοί κανόνες σιωπούν όσον αφορά την εργασία μερικής απασχόλησης, δεν απαγορεύουν τη συμφωνία για μια τέτοια μορφή απασχόλησης. Ωστόσο, η έλλειψη νομικής βάσης αποκλείει την έκδοση απόφασης για τη χορήγηση εργασίας μερικής απασχόλησης. Κατά την άποψη της ΕΥΕΔ, η μερική απασχόληση δεν αποτελεί επιλογή που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και την οποία μπορεί να χορηγήσει ο εργοδότης ελλείψει δεσμευτικής νομικής βάσης.
36. Η ΕΥΕΔ εξέφρασε επίσης την άποψη ότι το ποσοστό 56,9 % (που αντιπροσωπεύει τις εργαζόμενες γυναίκες στη [χώρα Υ] οι οποίες απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης) που παρείχε η καταγγέλλουσα δείχνει μόνο μια τάση, αλλά δεν συνιστά «δεσμευτική νομική βάση ή κοινή πρακτική στη [χώρα Υ] για τις εργαζόμενες γυναίκες να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης».
37. Η ΕΥΕΔ επισήμανε επίσης ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην παρατείνει την άδεια εργασίας μερικής απασχόλησης δεν υπαγορεύθηκε από λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας. Η αναφορά της Επιτροπής στο συμφέρον της υπηρεσίας στη γνώμη της ήταν μια γενική παρατήρηση, η οποία δεν συνδέεται με την περίπτωση των τριών τοπικών υπαλλήλων. Σκοπός της παρατήρησης αυτής ήταν να επισημανθεί ότι το συμφέρον της υπηρεσίας αποτελεί επίσης κριτήριο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός από την ύπαρξη δεσμευτικής νομικής βάσης, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη χορήγηση ή μη άδειας για εργασία μερικής απασχόλησης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των τοπικών υπαλλήλων που συμμετέχουν στο οικονομικό κύκλωμα ως εμπνευστές, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον της υπηρεσίας (επιπλέον του κριτηρίου της νομικής βάσης) πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη χορήγηση άδειας για εργασία μερικής απασχόλησης.
38. Η ΕΥΕΔ πρέπει να εγγυάται την ίση μεταχείριση όλων των τοπικών υπαλλήλων στις αντιπροσωπείες της. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΥΕΔ απέρριψε πολυάριθμες αιτήσεις για άδεια εργασίας μερικής απασχόλησης λόγω έλλειψης κατάλληλης νομικής βάσης. Η ΕΥΕΔ χορήγησε κατ’ εξαίρεση στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους τη δυνατότητα να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης για δύο έτη, προκειμένου να οργανωθεί καλύτερα η μετάβαση προς την εργασία πλήρους απασχόλησης. Ωστόσο, μια άλλη παράταση της περιόδου αυτής θα τροποποιούσε de facto τη νομική βάση και θα παραβίαζε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
39. Τέλος, η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι ο «ευέλικτος χρόνος» αποτελεί επιλογή που επιτρέπει στο προσωπικό όλων των αντιπροσωπειών να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τόσο της επαγγελματικής όσο και της ιδιωτικής ζωής.
40. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι, παρόλο που δεν υπάρχουν νομικά δεσμευτικοί κανόνες [στη χώρα Υ] σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης, υπάρχει κοινή πρακτική εν προκειμένω, η οποία αναγνωρίζεται από τις εθνικές αρχές. Ο καταγγέλλων ανέφερε παραδείγματα της πρακτικής της μερικής απασχόλησης που εφαρμόζεται σε διάφορες εταιρείες στην [χώρα Υ].
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης
41. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, απαντώντας στην πρότασή του για φιλική λύση, η ΕΥΕΔ προέβαλε, εν ολίγοις, τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που είχε υποβάλει η Επιτροπή στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία.
42. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει ότι, παρόλο που δεν υπάρχουν νομικά δεσμευτικές διατάξεις στη νομοθεσία της [χώρα Υ] που θα απαιτούσαν από τους εργοδότες να χορηγούν άδεια για εργασία μερικής απασχόλησης, τα στατιστικά στοιχεία που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα όσον αφορά την εργασία μερικής απασχόλησης των γυναικών στη [χώρα Υ] αποδεικνύουν ότι η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελεί κοινή πρακτική στην αγορά εργασίας της [χώρα Υ] και όχι απλώς τάση. Πράγματι, τα στατιστικά στοιχεία μπορούν να χρησιμεύσουν ως αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία [21]. Επιπλέον, και όπως κατέδειξε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του [22], η πρακτική αυτή υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές.
43. Δεύτερον, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι i) δεν υπήρχε νομική βάση στη σχετική νομοθεσία της ΕΕ [23] για την εξέταση (θετικών ή αρνητικών) αιτημάτων για εργασία μερικής απασχόλησης στην περίπτωση τοπικών υπαλλήλων· ii) οι εν λόγω άδειες που χορηγήθηκαν το 2001 δεν προέκυπταν από τις επιμέρους συμβάσεις· και iii) οι τοπικοί υπάλληλοι σε άλλες αντιπροσωπείες δεν διαθέτουν σύστημα που να διέπει την εργασία μερικής απασχόλησης.
44. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 των ειδικών κανόνων [24], τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εν λόγω τοπικού προσωπικού θα πρέπει να απορρέουν από το εφαρμοστέο τοπικό δίκαιο (γραπτό και εθιμικό), επιπλέον του σχετικού δικαίου της ΕΕ. Πράγματι, η Σύμβαση της Βιέννης περί διπλωματικών σχέσεων [25] απαιτεί από τις αντιπροσωπείες να συμμορφώνονται με την τοπική νομοθεσία. Επομένως, εάν το δίκαιο της Ένωσης δεν ρυθμίζει το ζήτημα, το τοπικό δίκαιο και τα έθιμα θα πρέπει, ευλόγως, να καλύψουν το κενό. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι όροι απασχόλησης των τοπικών υπαλλήλων σε κάθε αντιπροσωπεία της ΕΕ διέπονται από συγκεκριμένο τοπικό νόμο που διαφέρει από τη μία χώρα στην άλλη (παρόλο που όλοι οι υπάλληλοι υπόκεινται στους ίδιους κανόνες της ΕΕ) και, για τον λόγο αυτό, η σύγκριση μεταξύ των τοπικών υπαλλήλων που εργάζονται για διαφορετικές αντιπροσωπείες δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η κρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση είναι κατ’ ουσίαν η ίδια και να αντιμετωπίζονται διαφορετικά δύο κατηγορίες προσώπων που βρίσκονται σε διαφορετική νομική και πραγματική κατάσταση. Η ΕΥΕΔ δεν απέδειξε ότι η νομική κατάσταση των τοπικών υπαλλήλων σε άλλες αντιπροσωπείες είναι η ίδια με εκείνη των τριών ενδιαφερόμενων τοπικών υπαλλήλων.
45. Με βάση τις εξηγήσεις που παρέσχε η ΕΥΕΔ, η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται επίσης ότι το συμφέρον της υπηρεσίας δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο στην απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή μη στους τρεις υπαλλήλους άδειας εργασίας μερικής απασχόλησης ή, τουλάχιστον, δεν αποκλείει μια τέτοια απόφαση.
46. Όσον αφορά το επιχείρημα της ΕΥΕΔ σχετικά με το «ευέλικτο ωράριο», ο Διαμεσολαβητής δεν συμμερίζεται την άποψη ότι, συνολικά, το ευέλικτο ωράριο και η εργασία μερικής απασχόλησης είναι ένα και το αυτό πράγμα, διότι δεν είναι εξίσου κατάλληλα για να ανταποκριθούν στις ίδιες ανάγκες (τόσο της επαγγελματικής όσο και της ιδιωτικής ζωής) των εργαζομένων με οικογενειακές ευθύνες.
47. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι ο ευέλικτος χρόνος δεν μπορεί να συμπληρώσει ή να αντικαταστήσει τη μερική απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτό, ενώ ο ευέλικτος χρόνος θα μπορούσε να καλύπτει τις απαιτήσεις των μελών του προσωπικού που σχετίζονται τόσο με την επαγγελματική όσο και με την ιδιωτική ζωή σε περιορισμένο αριθμό καταστάσεων, δεν επηρεάζει τον αριθμό των ωρών εργασίας και εξακολουθεί να αποτελεί επιλογή απασχόλησης για εργασία πλήρους απασχόλησης. Η επιλογή αυτή δεν καλύπτει απαραιτήτως όλες τις ανάγκες των εργαζομένων με οικογενειακές ευθύνες.
48. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί το σχόλιο της ΕΥΕΔ σχετικά με την αλλαγή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Πράγματι, φαίνεται ότι η μερική απασχόληση των τοπικών υπαλλήλων εξακολουθεί να μην αναφέρεται στη νεότερη έκδοση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η οποία βρίσκεται ακόμη υπό συζήτηση. Αυτό επιβεβαιώνει και πάλι ότι το εφαρμοστέο τοπικό γραπτό ή εθιμικό δίκαιο θα είναι το μόνο σχετικό δίκαιο στην παρούσα υπόθεση.
49. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν το δίκαιο της [χώρα Υ] δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης άδειας για εργασία μερικής απασχόλησης, η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελεί συνήθη νομική πρακτική στην [χώρα Υ] και, ως εκ τούτου, η εν λόγω πρακτική θα πρέπει να ακολουθείται από την αντιπροσωπεία στην [πόλη Χ] ελλείψει σχετικών διατάξεων στην εφαρμοστέα νομοθεσία της ΕΕ. Επιπλέον, τα επιχειρήματα της ΕΥΕΔ δεν αρκούν για να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα.
50. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η ΕΥΕΔ δεν θα πρέπει μόνο να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με τους τρεις τοπικούς υπαλλήλους στη [χώρα Υ], αλλά θα μπορούσε επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο αναθεώρησης της πολιτικής της σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης για το τοπικό προσωπικό στις αντιπροσωπείες της σε ολόκληρο τον κόσμο.
51. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 1δ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ενθαρρύνει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να θεσπίσουν μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα προκειμένου να διευκολύνουν το υποεκπροσωπούμενο φύλο να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή να προλαμβάνουν ή να αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα στην επαγγελματική σταδιοδρομία. Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε [26] ότι η μερική απασχόληση αποτελεί επιλογή που θα μπορούσε να συμβάλει στην εξισορρόπηση επαγγελματικής, ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
52. Επιπλέον, η ΕΥΕΔ θα μπορούσε να αντλήσει έμπνευση από τις βέλτιστες πρακτικές που εντοπίστηκαν και τους σχετικούς κανόνες που θέσπισε η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας. Η οργάνωση αυτή αναγνώρισε τις ειδικές ανάγκες των εργαζομένων με οικογενειακές ευθύνες εγκρίνοντας ειδική σύμβαση [27]. Το προοίμιο αυτής της Σύμβασης υποστηρίζει ότι «πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι εργαζόμενοι επιδεινώνονται στην περίπτωση των εργαζομένων με οικογενειακές ευθύνες» και αναγνωρίζει «την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών των τελευταίων ... με μέτρα που ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες τους»(η υπογράμμιση δική μας). Η σύμβαση ορίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στα πρόσωπα με οικογενειακές ευθύνες που απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν να ασκούν το δικαίωμά τους να το πράττουν χωρίς να υφίστανται διακρίσεις και, στο μέτρο του δυνατού, χωρίς σύγκρουση μεταξύ των εργασιακών και των οικογενειακών ευθυνών τους [28].
53. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και αναγνώρισε την εργασία μερικής απασχόλησης [29] ως κατάλληλη μορφή απασχόλησης που θα μπορούσε να επιτρέψει στους εργαζομένους με οικογενειακές ευθύνες να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την ιδιωτική και επαγγελματική τους ζωή. Η σύμβαση για την εργασία μερικής απασχόλησης απαιτεί από τα κράτη που την επικυρώνουν να «αναθεωρούν τους νόμους και τους κανονισμούς της … που μπορούν να αποτρέψουν ή να αποθαρρύνουν την προσφυγή σε εργασία μερικής απασχόλησης ή την αποδοχή της» και να λαμβάνουν υπόψη τις «ανάγκες και προτιμήσεις συγκεκριμένων ομάδων», όπως οι εργαζόμενοι με οικογενειακές ευθύνες [30].
54. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η ΕΥΕΔ δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της να αρνηθεί στους τρεις ενδιαφερόμενους τοπικούς υπαλλήλους την άδεια να εργαστούν με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, θα υποβάλει κατωτέρω σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
Β. Επί της προβαλλομένης ελλείψεως πειστικής αιτιολογίας της αποφάσεώς της περί μη καταβολής οικογενειακών επιδομάτων στους οικείους τοπικούς υπαλλήλους
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
55. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι: i) Η Επιτροπή δεν ακολούθησε τη συμβουλή του δικηγορικού γραφείου της [χώρα Y], το οποίο έκρινε ότι τα επίμαχα οικογενειακά επιδόματα είχαν συμβατικό χαρακτήρα και έπρεπε να καταβληθούν από την αντιπροσωπεία στους κατόχους της κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης. Δήλωσε επίσης ότι: ii) η αντιπροσωπεία κατέβαλλε οικογενειακά επιδόματα απευθείας στους κατόχους της κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης επί σειρά ετών. Η αντιπροσωπεία αποφάσισε ξαφνικά να ανακαλέσει την πρακτική της, χωρίς να ενημερώσει σχετικά τους αρμόδιους τοπικούς υπαλλήλους.
56. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι πριν από την [ημερομηνία], οι αρχές της [χώρα Υ] θεωρούσαν την αντιπροσωπεία ως εργοδότη που απαλλάσσεται από την υποχρέωση εγγραφής στην [ασφαλιστική εταιρεία]. Η ίδια η αντιπροσωπεία κατέβαλε τα οικογενειακά επιδόματα στους αρμόδιους τοπικούς υπαλλήλους. Η κατάσταση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης της [χώρα Y]. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία ζήτησε από τους κατόχους της κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης να εγγραφούν στην [ασφαλιστική εταιρεία] (ή σε παρόμοιο σύστημα) και να καταβάλουν τις δικές τους εισφορές σε τέτοια συστήματα, προκειμένου να λάβουν τα οφέλη απευθείας από τα συστήματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή θα μπορούσε στη συνέχεια να επιστρέψει στο προσωπικό τις εν λόγω εισφορές, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των μελών του προσωπικού που υποχρεούνται να εγγραφούν στην [ασφαλιστική εταιρεία] (υπήκοοι της [χώρας Υ] και κάτοχοι της άδειας διαμονής Α ή Β της [χώρας Υ]). Η Επιτροπή ανέφερε ότι από τους ελέγχους που διενήργησε η ΓΔ Relex προέκυψε ότι οι εν λόγω τοπικοί αντιπρόσωποι δεν είχαν προσχωρήσει στην [ασφαλιστική εταιρεία] ή σε παρόμοιο καθεστώς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έπαυσε να τους καταβάλλει τις σχετικές αποζημιώσεις από την [ημερομηνία]. Από την [ημερομηνία], το δίκαιο της [χώρα Υ] άλλαξε και η αντιπροσωπεία έπρεπε να καταβάλει τις εισφορές στα οικογενειακά επιδόματα ολόκληρου του προσωπικού της απευθείας στο «Ταμείο [ville X] de compensation».
57. Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα οικογενειακά επιδόματα αποτελούν μέρος των παροχών που χορηγεί η [ασφαλιστική εταιρεία] και ότι ο φορέας δεν μπορεί να αντικαταστήσει την [ασφαλιστική εταιρεία] υπό την ιδιότητα αυτή. Το άρθρο 19 παράγραφος 1 των ειδικών κανόνων [31] δεν αναφέρει καμία απαίτηση σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή πρέπει να καταβάλλει οικογενειακά επιδόματα απευθείας στους τοπικούς υπαλλήλους της, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δημόσιων επιδομάτων της ίδιας φύσης. Καθορίζει σαφώς ότι τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται στους τοπικούς υπαλλήλους είναι επιδόματα που καταβάλλονται από το κοινωνικό σύστημα της [χώρα Υ].
58. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στους τοπικούς υπαλλήλους χορηγήθηκαν αδικαιολόγητα οικογενειακά επιδόματα «για ορισμένο χρονικό διάστημα». Λαμβάνοντας υπόψη τόσο την υποχρέωσή της να εφαρμόσει τη νομοθεσία της [χώρα Υ] όσο και το σχετικό αίτημα των τοπικών αρχών, καθώς και την ανάγκη τήρησης των οικονομικών και δημοσιονομικών κανόνων σύμφωνα με τους οποίους κάθε δαπάνη πρέπει να αιτιολογείται δεόντως, η Επιτροπή αποφάσισε να σταματήσει να τους καταβάλλει τις αποζημιώσεις. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην ανακτήσει από τους αρμόδιους τοπικούς υπαλλήλους το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό για τα ήδη καταβληθέντα οικογενειακά επιδόματα. Η απόφαση της Επιτροπής να μην ανακτήσει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είναι ενδεικτική της αντίληψής της για την κατάσταση των σχετικών τοπικών υπαλλήλων.
59. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι το δικηγορικό γραφείο της [χώρα Υ] κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οικογενειακά επιδόματα είχαν συμβατικό χαρακτήρα και ότι δεν θα πρέπει να ζητηθεί από τους τοπικούς υπαλλήλους να παράσχουν επιστροφές για τα σχετικά ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
60. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, εάν ένας εργαζόμενος στην [χώρα Y] υποχρεούται να εγγραφεί στην [ασφαλιστική εταιρεία] σύμφωνα με το δίκαιο της [χώρα Y], πρέπει να καταβάλει τις εισφορές του στην [ασφαλιστική εταιρεία] προκειμένου να του καταβληθούν επιδόματα από την [ασφαλιστική εταιρεία] στη συνέχεια. Ωστόσο, μέχρι το 2010, οι κάτοχοι της κάρτας E-legitimation δεν ήταν εγγεγραμμένοι, διότι ο εργοδότης τους, η Αντιπροσωπεία, απαλλασσόταν από την καταβολή των εισφορών στην [ασφαλιστική εταιρεία] γι’ αυτούς. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία τους κατέβαλε απευθείας τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις σχετικές αποζημιώσεις.
61. Η Επιτροπή υποστήριξε, ωστόσο, ότι, κατά τη γνώμη της, τα ποσά αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν οικογενειακά επιδόματα σύμφωνα με το δίκαιο της [χώρα Υ], διότι τα επιδόματα θα πρέπει να καταβάλλονται μόνο από τα ταμεία της [χώρα Υ]. Ως εκ τούτου, οι κάτοχοι της κάρτας ηλεκτρονικής νομιμοποίησης θα έπρεπε να έχουν μεταφέρει τα ποσά που κατέβαλε η Επιτροπή στα σχετικά συστήματα και θα πρέπει να λαμβάνουν την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων μόνο από τα εν λόγω συστήματα.
62. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ποιο δίκαιο της [χώρα Υ] επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει το επιχείρημά της ότι απαλλάσσεται από την καταβολή των εισφορών στην [ασφαλιστική εταιρεία].
63. Μια τέτοια παραπομπή σε ειδικό δίκαιο της [χώρα Υ] θα αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο για την αξιολόγηση αυτής της πτυχής της υπόθεσης από τον Διαμεσολαβητή, δεδομένου του περιεχομένου της νομικής γνωμοδότησης που εξέδωσε το δικηγορικό γραφείο της [χώρα Υ] ότι τα ποσά που κατέβαλε η Επιτροπή οφείλονταν λόγω του συμβατικού χαρακτήρα των αποζημιώσεων. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 19 παράγραφος 1 των ειδικών κανόνων δεν αναφέρει ποια αρχή πρέπει να καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα στους τοπικούς υπαλλήλους.
64. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή συμφώνησε να μην ζητήσει την επιστροφή των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στο οικείο προσωπικό στις [ημερομηνία]. Επιπλέον, από την [ημερομηνία], καταβάλλει τις σχετικές εισφορές στο «Caisse [ville X] de compensation» για τους κατόχους της κάρτας E-legitimation. Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να συνεχιστεί περαιτέρω η έρευνα για το θέμα αυτό.
Γ. Το σχέδιο σύστασης
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην ΕΥΕΔ το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Η ΕΥΕΔ θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της να αρνηθεί στους τρεις ενδιαφερόμενους τοπικούς υπαλλήλους την άδεια να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης ή, σε περίπτωση που αποφασίσει να τη διατηρήσει, να παράσχει επαρκή αιτιολόγηση.
Η ΕΥΕΔ και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η ΕΥΕΔ αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 25 Ιουνίου 2012
[1] Διοικητικές πληροφορίες, ειδική έκδοση, 22 Ιουνίου 1990.
[2] Εσωτερικό έγγραφο της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στην [πόλη Χ] - 27 Ιουνίου 1994.
[3] Η αρρώστια ήταν (ασθένεια)
[4] Το 2010, η ΓΔ Relex συγχωνεύθηκε με την «Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης».
[5] Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, ένα άλλο μέλος της επιτροπής προσωπικού της αντιπροσωπείας στην [πόλη Χ] ανέλαβε τον ρόλο της εκπροσωπήσεως των τριών τοπικών υπαλλήλων στην καταγγελία τους κατά της Επιτροπής. Για πρακτικούς λόγους, ο καταγγέλλων αναφέρεται στην αρσενική μορφή.
[6] Το άρθρο 9, παράγραφος 1, των ειδικών κανόνων έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο): "L'agent local en service à la Délégation permanente de la Commission des Communautés européennes à [ville X] est soumis et se voit reconnaitre l'ensemble des droits et obligations prévus par le RAA et la législation de [pays Y] applicable en la matière."
[7] Κανονισμός 31 (ΕΟΚ), 11 (ΕΚΑΕ), περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 1962, P 45, σ. 1385).
[8] Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (http://ec.europa.eu/reform/2002), στόχος του διαμεσολαβητή προσωπικού της Επιτροπής είναι να παρέχει ταχείες λύσεις βοηθώντας στην επίλυση διαφορών μεταξύ της Επιτροπής και του προσωπικού της.
[9] Το άρθρο 19, παράγραφος 1, των ειδικών κανόνων έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο): "L'agent local ayant des enfants à charge, au sens de la législation de [pays Y] en matière d'allocations familiales, bénéficie des allocations prévues à ce régime."
[11] Το άρθρο 8 των κανόνων-πλαισίων έχει ως εξής: "La rémunération de l'agent local comprend un salaire mensuel de base, les allocations et/ou indemnités prévues par la réglementation et/ou les usages locaux. (...)«
[12] Βλ. υποσημείωση 1.
[13] Το άρθρο 9, παράγραφος 1, των «ειδικών κανόνων» έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο): "L'agent local en service à la Délégation permanente de la Commission des Communautés européennes à [ville X] est soumis et se voit reconnaitre l'ensemble des droits et obligations prévus par le RAA et la législation de [pays Y] applicable en la matière."
[14] Βλ. υπόθεση 105/80 Hugues Desmedt κατά Επιτροπής [1981] Συλλογή σ. 1701- σκέψεις 12, 13 και 14.
[15] Βλ., για παράδειγμα, τη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας όσον αφορά την τοποθέτηση υπαλλήλου με μετάθεση σε άλλη θέση: Υπόθεση T-50/92, Fiorani κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I-1035, σκέψη 35· Υποθέσεις C-23 και C-24/87, Aldinger και Virgili κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 2841, σκέψεις 17 και 18.
[16] Υπόθεση F-21/06 Joao da Silva κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I-A-1-179, II-A-1-981, σκέψη 80: «Η λύση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο αναγκαία, δεδομένου ότι συνάδει με το καθήκον μέριμνας που υπέχει η διοίκηση, το οποίο συνεπάγεται, ιδίως, κατά πάγια νομολογία, ότι, όταν η αρμόδια αρχή λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη θέση υπαλλήλου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την απόφασή της και ότι, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου».
[17] Το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως εξής:
«Δικαίωμα χρηστής διοίκησης
1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.
2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει: (...)
γ) την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. (...)«
[18] Άρθρο 18 («Υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων») του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς: (http://www.ombudsman.europa.eu)
"1. Κάθε απόφαση του οργάνου που ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη αιτιολογείται αναφέροντας σαφώς τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και τη νομική βάση της απόφασης.»
[19] Βλ. υποσημείωση 1.
[20] Η ΕΥΕΔ δεν προσκόμισε αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου.
[21] Υπόθεση C-415/10, Meister κατά Speech Design Carrier System GmbH, απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43.
[22] Ο καταγγέλλων προσκόμισε αντίγραφο εγγράφου που εξέδωσαν οι αρχές της [χώρα Υ] με τίτλο «Manuel PME - Travail et famille - Mesures visant à concilier vie professionnelle et vie familiale dans les petites et moyennes entreprises».
[23] Το ΚΛΠ, οι κανόνες-πλαίσια και οι ειδικοί κανόνες.
[24] Το άρθρο 9, παράγραφος 1, των ειδικών κανόνων έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο): "L'agent local en service à la Délégation permanente de la Commission des Communautés européennes [ville Y] est soumis et se voit reconnaitre l'ensemble des droits et obligations prévus par le RAA et la législation de [pays Y] applicable en la matière."
[25] Βλ. άρθρο 41 παράγραφος 1 της σύμβασης περί διπλωματικών σχέσεων: «Με την επιφύλαξη των προνομίων και ασυλιών τους, είναι καθήκον όλων των προσώπων που απολαύουν αυτών των προνομίων και ασυλιών να σέβονται τους νόμους και τους κανονισμούς του κράτους υποδοχής».
[26] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών της 3ης Οκτωβρίου 2008 – Καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής: ισχυρότερη στήριξη για το συνδυασμό επαγγελματικής, ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής [COM(2008) 635 – Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].
[27] Σύμβαση της ΔΟΕ (αριθ. 156) σχετικά με τις ίσες ευκαιρίες και την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών εργαζομένων: Εργαζόμενοι με οικογενειακές υποχρεώσεις, υιοθετήθηκε το 1981.
[28] Άρθρο 3 της Σύμβασης.
[29] Σύμβαση για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία εγκρίθηκε το 1994.
[30] Άρθρο 9 της Σύμβασης.
[31] Βλ. υποσημείωση 9 ανωτέρω.